ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 4/2026 Κατάχρηση σε γενετήσια πράξη – Αναιρείται η καταδίκη λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας για την εκμετάλλευση άμεσης ανάγκης για εργασία

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Διονυσία Νίκα και Παρασκευή Γρίβα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε, δημόσια, συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων 1. Α. Σ. του Ι., κατοίκου … και 2. Y. C. του A. , κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Μιχαήλ Καντιδενό, που διορίστηκε δικηγόρος τους με τις υπ’ αριθμ. 512/2024 και 524/2024 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Ρόδου, αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ’αριθ. 295/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις από 18-7-2025 και με αριθμό 3/2025 και 4/2025 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τον διορισθέντα με αποφάσεις πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Οι κρινόμενες από 18-7-2025 και με αριθμ.3 και 4/2025 αιτήσεις των κατηγορουμένων Α. Σ. του Ι. και Y. C. του A., κατοίκων …, οδός …, για αναίρεση της με αριθμ. 295/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, που τους καταδίκασε σε φυλάκιση δύο(2) ετών και έξι (6) μηνών, αντίστοιχα, που ανεστάλη επί τριετία για τις πράξεις της κατάχρησης σε γενετήσια πράξη με εκμετάλλευση ανάγκης για εργασία τον πρώτο και απλής συνέργειας στη πράξη αυτή τη δεύτερη, ασκήθηκαν νομότυπα με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Μιχαήλ Καντίδενου (άρθρ.7 παρ.4 ν.3220/2004) στη Γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας από την, στις 1-7-2025 καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.1 και 473 παρ.2 και 3, 504 παρ. 1 και 505 παρ.1, 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ ).

Περιέχουν δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (510 παρ.1στοιχ.Δ,Ε ΚΠΔ). Πρέπει συνεπώς, λόγω της πρόδηλης συναφείας τους, να συνεκδικασθούν και να εξεταστούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 343 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ:<<Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρούνται : α)……., β) όποιος υποχρεώνει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, εκμεταλλευόμενος την άμεση ανάγκη του να εργασθεί, γ)…”. Με το άρθρο 77 του Ν.4855/12.11.2021, η περ. β του ως άνω άρθρου 343 ΠΚ αντικαταστάθηκε και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε ως εξής: “Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τιμωρούνται: α)….., β) όποιος υποχρεώνει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, εκμεταλλευόμενος την θέση του παθόντος, ως προσώπου, το οποίο αναζητά εργασία, γ)…”. Από αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων της περ. β’ του άρθρου 343 ΠΚ, συνάγεται ότι η διάταξη του νέου ΠΚ πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 77 του N. 4855/12.11.2021 είναι ευμενέστερη ως προς την αντικειμενική υπόσταση, καθόσον θέτει αυστηρότερη προϋπόθεση (εκμετάλλευση της άμεσης ανάγκης του παθόντος να εργασθεί) για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, σε σχέση με την ισχύουσα διάταξη, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 77 του Ν. 4855/25.11.2021 (εκμετάλλευση της θέσης του παθόντος, ως προσώπου, το οποίο αναζητά εργασία), της οποίας η αντικειμενική υπόσταση είναι ευρύτερη της προϊσχύσασας και ως εκ τούτου εφαρμόζεται εν προκειμένω ως επιεικέστερης (άρθρο 2παρ.1 ΠΚ). Το έγκλημα είναι κοινό και η εγκληματική συμπεριφορά συνίσταται στην εκμετάλλευση της άμεσης ανάγκης του παθόντος να εργαστεί, είτε στον ιδιωτικό, είτε στο δημόσιο τομέα. Το πρόσωπο υποχρεώνεται σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης μέσω της εκμετάλλευσης της άμεσης ανάγκης αυτού να εργαστεί. Προστατεύονται τα άτομα που λόγω της άμεσης ανάγκης να εργαστούν έχουν καταστεί ευάλωτα έναντι προσώπων που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν την πρόσληψη, διορισμό σε θέση εργασίας. Για την ύπαρξη της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος.

Περιλαμβάνει τη γνώση όλων των στοιχείων που θεμελιώνουν τη σχέση εξάρτησης του θύματος από το δράστη, ήτοι γνώση και θέληση της γενετήσιας πράξης και γνώσης της ανάγκης του θύματος να εργαστεί και τη βούληση να γίνει εκμετάλλευση αυτής της σχέσης για να επιχειρήσει γενετήσια πράξη (ΑΠ 1538/2023).

3. Με το άρθρο 47 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), που φέρει το γενικό Τίτλο “Συνεργός”, ορίζεται ότι “Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού”. Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, άμεση συνέργεια είναι η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκειά της και στην εκτέλεσή της, μάλιστα δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, ενώ οποιαδήποτε άλλη συνδρομή και ιδίως η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεσή της, είναι απλή συνέργεια (ΑΠ 1044/2024). Για την πράξη της απλής συνέργειας [που ενδιαφέρει εν προκειμένω], υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση(με την έννοια της επίγνωσης -συνείδησης) της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 455/2022, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 2034/2018). Η συνδρομή του απλού συνεργού μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική (ΑΠ 1044/2024, ΑΠ 609/2024), πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (ΑΠ 609/2024). Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τελέσει ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη (ΑΠ 609/2024, ΑΠ 38/2022). Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 5 του ν. 5090/2024, αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 47 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ ως εξής: “Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 46, με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού. Αν εκτός της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου, παρέχει με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)”. Με την τροποποίηση αυτή κατέστη σαφής και επανήλθε στη νομοθετική ρύθμιση η διάκριση ανάμεσα στις δύο μορφές συνέργειας [άμεση και απλή], χωρίς να μεταβληθεί η ποινική μεταχείριση του συνεργού, ο οποίος ως άμεσος τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού ενώ ως απλός με μειωμένη ποινή (ΑΠ 1044/2024).

5. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός o έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 2025/2009).

6. Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την με αριθμ.295/2024 προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή ( ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επισκόπηση φωτογραφιών, απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, όπως αναφέρονται, επακριβώς, περιστατικά: <<Στη Ρόδο στις 5.8.2019 ο 1ος κατηγορούμενος Α. Σ. με πρόθεση υποχρέωσε την εγκαλούσα P.(ον) M. C. (επ.) του M. A., η οποία είχε έρθει από την Ισπανία για να εργασθεί στην επιχείρηση ενοικίασης δωματίων ως καθαρίστρια, με τη συμφωνία αντί μισθού να της παρέχει στέγη και τροφή, να προβεί σε πεολειχία, παρουσία της 2ης κατηγορουμένης, και σε συνουσία μαζί του εντός της οικίας του, καθώς και να ανεχθεί γενετήσιες πράξεις και δη θωπείες των γεννητικών της οργάνων, εκμεταλλευόμενος την άμεση ανάγκη της να εργασθεί, καθώς βρισκόταν σε ξένη χώρα στερούνταν χρημάτων, ακόμα και για την έκδοση εισιτηρίου επιστροφής στη πατρίδα της. Η δε 2η κατηγορουμένη Y. C. με πρόθεση παρείχε σε αυτόν ψυχική συνδρομή, επιδοκιμάζοντας με τη παρουσία της την τέλεση της ως άνω πράξης>>. Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, ενόχους, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης σε γενετήσια πράξη με εκμετάλλευση της ανάγκης για εργασία τον πρώτο και τη δεύτερη για απλή συνέργεια στη παραπάνω πράξη και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών αντίστοιχα, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: “Στις 5.8.2019, με πρόθεση: α) Ο κατηγορούμενος, Α. Σ., υποχρέωσε άλλον σε επιχείρηση και ανοχή γενετήσιας πράξης, εκμεταλλευόμενος την άμεση ανάγκη του να εργασθεί και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση, υποχρέωσε την εγκαλούσα P. (ον) M. C. (επ) του M. A., η οποία είχε έρθει από την Ισπανία για να εργασθεί στην επιχείρηση ενοικίασης δωματίων ως καθαρίστρια, με τη συμφωνία αντί μισθού να της παρέχει στέγη και τροφή, να προβεί σε πεολειχία, παρουσία της 2ης κατηγορουμένης, και σε συνουσία μαζί του, καθώς και να ανεχθεί γενετήσιες πράξεις και δη θωπείες των γεννητικών της οργάνων, εκμεταλλευόμενος την άμεση ανάγκη της να εργασθεί, καθώς στερούνταν χρημάτων ακόμη και για την έκδοση εισιτηρίου επιστροφής στην πατρίδα της. Β. Η 2η κατηγορούμενη Υ. C., με πρόθεση παρείχε συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά την τέλεση της υπό στοιχείο Α αξιόποινης πράξης και συγκεκριμένα ούσα η σύντροφός του, παρείχε σε αυτόν ψυχική συνδρομή, επιδοκιμάζοντας με τη παρουσία της, την τέλεση της ανωτέρω πράξης>>. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 343 περ.β και 47 ΠΚ στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον υπάρχουν ασάφειες και ελλείψεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Συγκεκριμένα, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο τρόπος με τον οποίο εκμεταλλεύτηκε ο πρώτος κατηγορούμενος την άμεση ανάγκη της παθούσας προς εργασία, ούτε η γνώση εκ μέρους του, της, κατά της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ύπαρξης άμεσης βιοτικής ανάγκης της παθούσας προς εργασία, προκειμένου να καλύπτεται από το δόλο του, και συνακόλουθα της βούλησής του να προβεί σε εκμετάλλευση αυτής της σχέσης προς επιχείρηση των αναφερομένων στο σκεπτικό της, γενετήσιων πράξεων. Και τούτο, διότι όπως προαναφέρθηκε για την ύπαρξη της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, απαιτείται δόλος (έστω και ενδεχόμενος), ο οποίος περιλαμβάνει γνώση όλων των στοιχείων που θεμελιώνουν τη σχέση εξάρτησης του θύματος από το δράστη, ήτοι γνώση και θέληση της γενετήσιας πράξης και της ανάγκης του θύματος να εργαστεί και τη βούληση να γίνει εκμετάλλευση αυτής της σχέσης με την επιχείρηση της γενετήσιας πράξης. Ενόψει, των ανωτέρω εκτεθέντων, οι ανωτέρω πλημμέλειες υφίστανται στη προσβαλλόμενη απόφαση και όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορουμένη, αφού για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τελέσει ή να αποπειράθηκε, τουλάχιστον, να τελέσει την ποινικά άδικη πράξη, ανεξαρτήτως του ότι και ως προς αυτή δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση της για την τέλεση από τον αυτουργό της εν λόγω αξιόποινης πράξης.

Ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας, και το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε ΚΠΔ για ευθεία και εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, ενώ παρέλκει κατά τα λοιπά η έρευνα του ίδιου πρώτου λόγου του πρώτου αναιρεσείοντος, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 522 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 18-7-2025 και με αριθμ.3 και 4/2025 αιτήσεις των Α. Σ. του Ι. και Y. C. του A., κατοίκων …, οδός …, για αναίρεση της με αριθμ. 295/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου.

Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθμ. 295/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκτός από αυτούς, που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2026.

To Top