ΔΕΕ 95/24 Λόγοι μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης καταδικαστικών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 21ης Μαΐου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Διαδικασία παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών – Προαιρετικοί λόγοι μη εκτελέσεως – Άρθρο 4, σημείο 6 – Δέσμευση του κράτους μέλους εκτελέσεως να εκτελέσει την ποινή σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο – Απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ – Αμοιβαία αναγνώριση ποινικών αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας – Λόγοι μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως – Άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ – Μη αυτοπρόσωπη παράσταση ενδιαφερομένου στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως – Ενημέρωση σχετικά με την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης – Οικειοθελής και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση παραίτηση του ενδιαφερόμενου από το δικαίωμά του να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη – Εκτίμηση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους εκτελέσεως – Υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας »

Στην υπόθεση C‑95/24 [Khuzdar] (i),

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Corte d’appello di Napoli (εφετείο Νάπολης, Ιταλία) με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2024, στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που είχε εκδοθεί κατά του

ATAU,

παρισταμένης της:

Procura generale presso la Corte d’appello di Napoli,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, E. Regan (εισηγητή), Δ. Γρατσία, B. Smulders και N. Fenger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: C. Di Bella, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Μαΐου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο ATAU, εκπροσωπούμενος από τους L. Migliaccio, A. Scardamaglio και C. Sgariglia, avvocati,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Fiorentino και την G. Palmieri, επικουρούμενους από τους S. Faraci και A. Trimboli, avvocati dello Stato,

–        η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Gane, L. Ghiță και A. Wellman,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον H. Leupold, τη F. Tomat και την J. Vondung,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584), καθώς και του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και του άρθρου 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2008, L 327, σ. 27), όπως τροποποιήθηκαν με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299 (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2008/909).

2        Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος από σλοβακικό δικαστήριο κατά προσώπου διαμένοντος στην Ιταλία με σκοπό την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε κατά το πέρας δίκης στην οποία το εν λόγω πρόσωπο δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584

3        Το άρθρο 4 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το οποίο φέρει τον τίτλο «Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα εξής:

«Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης:

[…]

6)      εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, όταν ο καταζητούμενος διαμένει στο κράτος μέλος εκτέλεσης, είναι υπήκοος ή κάτοικός του και αυτό το κράτος δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο·

[…]».

4        Το άρθρο 4α της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, εάν το πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης:

α)      εν ευθέτω χρόνω:

i)      είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης·

και

ii)      είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη·

ή

β)      το πρόσωπο τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει δε εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη, και εκπροσωπήθηκε όντως από αυτόν τον δικηγόρο στη δίκη·

ή

γ)      αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπου το πρόσωπο δικαιούται να παρίσταται, η δε ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξεταστεί, και η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης:

i)      έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση·

ή

ii)      δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ισχύουσας προθεσμίας·

ή

δ)      η απόφαση δεν του επιδόθηκε αυτοπροσώπως αλλά:

i)      θα του επιδοθεί αυτοπροσώπως και αμελλητί μετά την παράδοσή του και θα ενημερωθεί ρητά για το δικαίωμά του να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπου το πρόσωπο δικαιούται να παρίσταται, η δε ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξετασθεί, και η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης·

και

ii)      θα ενημερωθεί σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπως προβλέπεται στο σχετικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.»

 Η απόφαση‑πλαίσιο 2008/909

5        Το άρθρο 9 της οδηγίας 2008/909, το οποίο φέρει τον τίτλο «Λόγοι μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή, εάν:

[…]

θ)      σύμφωνα με το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4, το πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει περαιτέρω δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης:

i)      εν ευθέτω χρόνω:

–        είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης,

και

–        είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη·

ή

ii)      το πρόσωπο τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει δε εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε το κράτος, να τον/την εκπροσωπήσει στη δίκη, και εκπροσωπήθηκε όντως από αυτόν τον δικηγόρο στη δίκη,

ή

iii)      αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητά για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, όπου το πρόσωπο δικαιούται να παρίσταται, η δε ουσία της υπόθεσης περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξεταστεί, και η δίκη μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της αρχικής απόφασης:

–        έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση·

ή

–        δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή δεν έχει ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ισχύουσας προθεσμίας·

[…]».

6        Το άρθρο 25 της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη της [αποφάσεως-πλαισίου 2002/584], οι διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, στο μέτρο που συνάδουν με τις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης-πλαίσιο, στην εκτέλεση όταν ένα κράτος μέλος αναλαμβάνει να εκτελέσει την ποινή σε περιπτώσεις του άρθρου 4 παράγραφος 6 της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ ή εάν, ενεργώντας βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 3 της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, έχει επιβάλει τον όρο ότι ο κατάδικος πρέπει να επιστρέψει στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να εκτίσει την ποινή, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ατιμωρησία του.»

 Η απόφαση‑πλαίσιο 2009/299

7        Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 4, 6, 8 και 15 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299 έχουν ως εξής:

«(1)      Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη περιλαμβάνεται στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που προβλέπεται από το άρθρο 6 της [Ευρωπαϊκής] Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, [που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950], όπως ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το εν λόγω δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στη δίκη δεν είναι απόλυτο και ότι, υπό ορισμένους όρους, ο κατηγορούμενος μπορεί, εξ ιδίας βουλήσεως, να παραιτηθεί του δικαιώματος αυτού ρητώς ή σιωπηρώς αλλά κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση.

[…]

(4)      Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να παρασχεθούν σαφείς και κοινές βάσεις για τη μη αναγνώριση των αποφάσεων, που εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Στόχος της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι να επανοριστούν οι εν λόγω κοινές βάσεις που θα επιτρέπουν στην εκτελούσα αρχή να εκτελέσει την απόφαση παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη, τηρουμένου πλήρως του δικαιώματος υπεράσπισης του ενδιαφερομένου. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν έχει εκπονηθεί για να ρυθμίζει τις μορφές και μεθόδους, περιλαμβανομένων και των δικονομικών απαιτήσεων, που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των αποτελεσμάτων που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο και που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαίων των κρατών μελών.

[…]

(6)      Οι διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου για την τροποποίηση άλλων αποφάσεων-πλαισίων θέτουν προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν χωρεί άρνηση της αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Πρόκειται για εναλλακτικές προϋποθέσεις: σε περίπτωση που πληρούται μία από τις προϋποθέσεις, η εκδούσα αρχή, συμπληρώνοντας το αντίστοιχο τμήμα του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ή του σχετικού πιστοποιητικού δυνάμει των άλλων αποφάσεων-πλαισίων, παρέχει τη διασφάλιση ότι πληρούνται ή πρόκειται να πληρωθούν οι απαιτήσεις που επαρκούν για τον σκοπό της εκτέλεσης της απόφασης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.

[…]

(8)      Το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη κατοχυρώνεται από τη [Ευρωπαϊκή] Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου προσώπου να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στη δίκη. Προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα αυτό, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο χρειάζεται να τελεί εν γνώσει της προγραμματιζόμενης δίκης. Βάσει της παρούσας απόφασης-πλαισίου, η επίγνωση του προσώπου όσον αφορά τη δίκη θα πρέπει να εξασφαλίζεται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, ενώ εξυπακούεται ότι αυτό πρέπει να συνάδει προς τις απαιτήσεις της εν λόγω σύμβασης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όταν εξετάζεται κατά πόσον ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται η πληροφορία επαρκεί ώστε να εξασφαλίζεται η επίγνωση του προσώπου όσον αφορά τη δίκη, ιδιαίτερη προσοχή μπορεί, κατά περίπτωση, να προσδίδεται και στη δέουσα προσπάθεια που καταβάλλει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προκειμένου να λάβει πληροφορίες που απευθύνονται σε αυτόν.

[…]

(15)      Οι λόγοι άρνησης είναι προαιρετικοί. Πάντως, η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να μεταφέρουν αυτούς τους λόγους στο εθνικό δίκαιο διέπεται ιδίως από το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη το συνολικό στόχο της παρούσας απόφασης-πλαισίου που είναι η κατοχύρωση των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων και η διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.»

8        Το άρθρο 1 της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχοι και πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:

«1.      Οι στόχοι της παρούσας απόφασης-πλαισίου είναι η κατοχύρωση των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες, η διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και, ιδίως, η βελτίωση της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ κρατών μελών.

2.      Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν συνεπάγεται τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υπεράσπισης των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε ποινικές διαδικασίες, και δεν θίγονται οι υποχρεώσεις που τυχόν βαρύνουν τις δικαστικές αρχές ως προς το θέμα αυτό.

3.      Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο καθορίζει κοινούς κανόνες για την αναγνώριση ή/και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε ένα κράτος μέλος (κράτος μέλος εκτέλεσης), οι οποίες εκδίδονται από άλλο κράτος μέλος (κράτος μέλος έκδοσης) έπειτα από διαδικασία στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 της [αποφάσεως-πλαισίου 2002/584], […] του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο θ) της [αποφάσεως-πλαισίου 2008/909] […]»

9        Με το άρθρο 2 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τροποποίηση της [αποφάσεως-πλαισίου 2002/584]», προστέθηκε, σύμφωνα με το σημείο 1 του εν λόγω άρθρου, άρθρο 4α στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584. Με το άρθρο 5 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τροποποιήσεις της [αποφάσεως-πλαισίου 2008/909]», προστέθηκε, σύμφωνα με το σημείο 1 του εν λόγω άρθρου, άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, στην απόφαση-πλαίσιο 2008/909.

 Η οδηγία (ΕΕ) 2016/343

10      Η αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (ΕΕ 2016, L 65, σ. 1), έχει ως εξής:

«Υπό ορισμένες συνθήκες η απόφαση για την ενοχή ή την αθωότητα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου θα πρέπει να μπορεί να εκδοθεί παρά την απουσία του. Αυτό ενδέχεται να ισχύει όταν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παράστασης, αλλά εντούτοις δεν εμφανίζεται. Η ενημέρωση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου σχετικά με τη δίκη θα πρέπει να σημαίνει ότι το εν λόγω πρόσωπο κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή ότι με άλλα μέσα του παρασχέθηκαν επισήμως πληροφορίες για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει για τη δίκη. Η πληροφόρηση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου σχετικά με τις συνέπειες της μη παράστασης θα πρέπει ιδίως να σημαίνει πως το πρόσωπο έχει ενημερωθεί ότι η απόφαση μπορεί να εκδοθεί ακόμη και αν δεν εμφανιστεί στη δίκη.»

11      Το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι μια δίκη που μπορεί να οδηγήσει σε απόφαση για την ενοχή ή την αθωότητα του υπόπτου ή κατηγορουμένου μπορεί να διεξαχθεί ερήμην αυτού, υπό τον όρο ότι:

α)      ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παράστασης· ή

β)      ο ύποπτος ή κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για τη δίκη, εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο ο οποίος διορίστηκε είτε από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο είτε από το κράτος.»

 Το ιταλικό δίκαιο

 Ο νόμος 69, περί εναρμονίσεως του εσωτερικού δικαίου με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584

12      Ο legge n. 69 – Disposizioni per conformare il diritto interno alla decisione quadro 2002/584/GAI del Consiglio, del 13 giugno 2002, relativa al mandato d’arresto europeo e alle procedure di consegna tra Stati membri (νόμος 69, περί εναρμονίσεως του εσωτερικού δικαίου με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών), της 22ας Απριλίου 2005 (GURI αριθ. 98, της 29ης Απριλίου 2005), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, ορίζει στο άρθρο 6, παράγραφος 1 bis, στοιχείο b), ότι, «[ό]ταν εκδίδεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης με σκοπό την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της προσωπικής ελευθερίας που επιβλήθηκε κατά το πέρας δίκης στην οποία το πρόσωπο δεν παρέστη αυτοπροσώπως, το εν λόγω ένταλμα πρέπει επίσης να μνημονεύει ότι πληρούται μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: […]

b)      το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αφού ενημερώθηκε για την εις βάρος του διαδικασία, εκπροσωπήθηκε στη δίκη η οποία κατέληξε στην έκδοση της προμνημονευθείσας αποφάσεως από δικηγόρο, τον οποίο διόρισε είτε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε το κράτος.»

13      Κατά το άρθρο 18 bis, παράγραφος 2, του ως άνω νόμου 69, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, «[ό]ταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της προσωπικής ελευθερίας, το Corte d’appello (εφετείο) δύναται να αρνηθεί την παράδοση του Ιταλού υπηκόου ή του προσώπου που διαμένει ή κατοικεί νόμιμα και πραγματικά αδιαλείπτως επί πέντε τουλάχιστον έτη στο ιταλικό έδαφος […], εφόσον το εφετείο αποφασίσει ότι η εν λόγω ποινή ή το εν λόγω μέτρο ασφαλείας θα εκτελεστεί στην Ιταλία σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο».

 Το νομοθετικό διάταγμα 161, περί εναρμονίσεως του εσωτερικού δικαίου με την απόφαση-πλαίσιο 2008/909

14      Το decreto legislativo n. 161 – Disposizioni per conformare il diritto interno alla decisione quadro 2008/909/GAI relativa all’applicazione del principio del reciproco riconoscimento alle sentenze penali che irrogano pene detentive o misure privative della libertà personale, ai fini della loro esecuzione nell’Unione Europea (νομοθετικό διάταγμα 161, περί εναρμονίσεως του εσωτερικού δικαίου με την απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση), της 7ης Σεπτεμβρίου 2010 (GURI αριθ. 230, της 1ης Οκτωβρίου 2010), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, ορίζει στο άρθρο 13 τα εξής:

«Το Corte d’appello (εφετείο) αρνείται να αναγνωρίσει την καταδικαστική απόφαση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

i)      εάν το πρόσωπο δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που κατέληξε στην έκδοση της απόφασης προς εκτέλεση, εκτός εάν στο πιστοποιητικό αναφέρεται:

1)      ότι, εν ευθέτω χρόνω, είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και, επομένως, είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης ή ότι είχε δι’ άλλων μέσων, κατάλληλων ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης καθώς και ότι είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη·

2)      ότι, τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης ημερομηνίας της δίκης, είχε δώσει δε εντολή σε δικηγόρο, τον οποίο διόρισε ο ίδιος ή ο οποίος διορίστηκε αυτεπαγγέλτως και από τον οποίο επικουρήθηκε πραγματικά στη δίκη·

3)      ότι, αφού του επεδόθη η απόφαση και ενημερώθηκε ρητώς για το δικαίωμά του να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, με δυνατότητα συμμετοχής στη δίκη ώστε να εξασφαλίσει την επανεξέταση της ουσίας της κατηγορίας που του απαγγέλθηκε, μεταξύ άλλων μέσω της προσκόμισης νέων αποδεικτικών στοιχείων, έχει δηλώσει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση ή δεν έχει ζητήσει να δικαστεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας.

[…]»

15      Το άρθρο 24 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, προβλέπει ότι, εάν το Corte d’appello (εφετείο) αρνηθεί την παράδοση που ζητείται με ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως το οποίο στηρίζεται σε καταδικαστική απόφαση και αποφασίσει την εκτέλεση της ποινής στην ιταλική επικράτεια, οφείλει να αναγνωρίσει συγχρόνως, προς τον σκοπό της εκτελέσεως στην Ιταλία, την αλλοδαπή καταδικαστική ποινική απόφαση στην οποία στηρίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

16      Στις 5 Οκτωβρίου 2015 το Okresný súd Dunajská Streda (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Dunajská Streda, Σλοβακία) εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως για την εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως εις βάρος του ATAU η οποία εκδόθηκε από το εν λόγω δικαστήριο στις 23 Αυγούστου 2010 και βάσει την οποίας επιβλήθηκε σε αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινής πέντε ετών, την οποία ο καταδικασθείς έπρεπε να εκτίσει στο σύνολό της.

17      Στις 19 Ιουνίου 2023 ο ATAU συνελήφθη στην Ιταλία, οπότε το Corte d’appello di Napoli (εφετείο Νάπολης, Ιταλία), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεως παραδόσεως του εκζητουμένου την οποία υπέβαλαν οι σλοβακικές αρμόδιες αρχές με το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.

18      Κατά την ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία, δεδομένου ότι ο ATAU απέδειξε ότι διέμενε πράγματι νομίμως στην Ιταλία επί περισσότερα από πέντε έτη, ζήτησε από το εν λόγω δικαστήριο να αρνηθεί την παράδοσή του και, αναγνωρίζοντας την εκδοθείσα στη Σλοβακία απόφαση με την οποία είχε καταδικασθεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας πέντε ετών, να διατάξει την εκτέλεση στην Ιταλία της ποινής στην οποία είχε καταδικασθεί ο ATAU.

19      Προκειμένου να αποφανθεί επί της ως άνω αιτήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από τις σλοβακικές αρμόδιες αρχές να συμπληρώσουν το πιστοποιητικό που είχε διαβιβασθεί προγενέστερα διευκρινίζοντας τις δικονομικές εγγυήσεις που είχαν παρασχεθεί στον ATAU.

20      Με το από 2ας Νοεμβρίου 2023 έγγραφό του, το Okresný súd Dunajská Streda (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Dunajská Streda) απάντησε ότι ο ATAU δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που κατέληξε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής απόφασης. Εντούτοις, ο καταδικασθείς έτυχε συνδρομής και εκπροσώπησης από δικηγόρο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Επιπλέον, ο καταδικασθείς ουδέποτε ενημερώθηκε για την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης, πλην όμως γνώριζε ότι εκκρεμούσε η εις βάρος του δίκη. Συγκεκριμένα, είχε συλληφθεί και τεθεί υπό προσωρινή κράτηση στη Σλοβακία στις 28 Σεπτεμβρίου 2009 λόγω της ίδια παραβάσεως για την οποία καταδικάσθηκε αργότερα και, εν συνεχεία, στις 15 Δεκεμβρίου 2009 αφέθηκε ελεύθερος και οδηγήθηκε σε καταυλισμό προσφύγων εντός της σλοβακικής επικράτειας. Ακολούθως διέφυγε, χωρίς να επιστρέψει και χωρίς να κοινοποιήσει διεύθυνση κατοικίας για τις μελλοντικές προς αυτόν επιδόσεις, οπότε το Okresný súd Dunajská Streda (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Dunajská Streda) δεν είχε δυνατότητα ανευρέσεώς του προκειμένου να του επιδώσει την ορισθείσα για τη σχετική δίκη κλήση στο ακροατήριο.

21      Κατά συνέπεια, ο ATAU δεν παρέστη αυτοπροσώπως στην εν λόγω δίκη. Η δίκη κατά του ATAU διεξήχθη πάντως παρουσία του δικηγόρου του, ο οποίος τον εκπροσώπησε και τον υπερασπίσθηκε, κατέληξε δε στην έκδοση αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας πέντε ετών.

22      Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι οφείλει να διακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις προκειμένου να αρνηθεί την παράδοση του ATAU και, σύμφωνα με την αίτηση αυτού, να διατάξει την εκτέλεση στην Ιταλία της ποινής που επιβλήθηκε εις βάρος του.

23      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, οσάκις η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος προς τον σκοπό της εκτελέσεως ποινής και διατάσσει την εκτέλεση της εν λόγω ποινής εντός της ιταλικής επικράτειας, πρέπει να αναγνωρίσει, ενόψει της εκτελέσεως, την απόφαση περί καταδίκης στη συγκεκριμένη ποινή.

24      Συναφώς, βάσει των διατάξεων του ιταλικού δικαίου περί μεταφοράς του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 στην εσωτερική έννομη τάξη, δεν αναγνωρίζεται απόφαση εκδοθείσα κατόπιν δίκης στην οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν παρέστη αυτοπροσώπως, εκτός τριών περιπτώσεων στις οποίες παρασχέθηκαν στον εν λόγω ενδιαφερόμενο δικονομικές εγγυήσεις. Όσον, όμως, αφορά τις ως άνω τρεις περιπτώσεις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει για την εφαρμογή τους η εν λόγω διάταξη, όπως αυτές καθορίσθηκαν με την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση. Συγκεκριμένα, μολονότι ο ενδιαφερόμενος τελούσε εν γνώσει της διεξαγόμενης δίκης, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, πρώτον, ο εν λόγω ενδιαφερόμενος δεν είχε ενημερωθεί για την προκαθορισμένη ημερομηνία και τον τόπο της δίκης του ούτε για το ότι θα εκδιδόταν απόφαση σε περίπτωση ερημοδικίας, δεύτερον, μολονότι είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο ο οποίος τον εκπροσώπησε πράγματι στην εν λόγω δίκη, δεν είχε λάβει γνώση της προγραμματισμένης ημερομηνίας για τη διεξαγωγή της δίκης και, τρίτον, δεν του είχαν δοθεί πληροφορίες βάσει των οποίων μπορεί να γίνει δεκτό ότι είχε αποδεχθεί μετά λόγου γνώσεως την ποινή που επιβλήθηκε κατά το πέρας της ίδιας δίκης, στην οποία δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως.

25      Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, σε περίπτωση που θα αποφάσιζε να αρνηθεί την παράδοση του ATAU, θα αδυνατούσε να διατάξει την εκτέλεση εντός της ιταλικής επικράτειας της επιβληθείσας εις βάρος του ποινής, δεδομένου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση για την αναγνώριση της οικείας αποφάσεως.

26      Όσον αφορά τις δικονομικές εγγυήσεις σχετικά με την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιταλικού δικαίου περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την προϋποθέσεις που προβλέπει η εθνική ρύθμιση σχετικά με την παράδοση του οικείου προσώπου, σε περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο δεν παρέστη αυτοπροσώπως, η παράδοση γίνεται δεκτή εφόσον το πρόσωπο είχε ενημερωθεί ότι εκκρεμούσε δίκη εις βάρος του και εφόσον έτυχε της συνδρομής δικηγόρου.

27      Επομένως, εφόσον ο ενδιαφερόμενος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, είναι δυνατόν να επιτραπεί η παράδοσή του προς εκτέλεση του εκδοθέντος εις βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, απλώς υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος είχε ενημερωθεί ότι εκκρεμεί δίκη εις βάρος του, χωρίς η παράδοση να υπόκειται στην αυστηρότερη προϋπόθεση, η οποία ισχύει στην περίπτωση αναγνωρίσεως της εκδοθείσας αποφάσεως με σκοπό την εκτέλεση ποινής στην ιταλική επικράτεια, περί γνωστοποιήσεως σε αυτόν της προγραμματισμένης ημερομηνίας για τη διεξαγωγή της δίκης.

28      Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, ενώ η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση προβλέπει αυστηρότερη δικονομική εγγύηση για την αναγνώριση καταδικαστικής αποφάσεως σε σχέση με τη δικονομική εγγύηση που απαιτεί για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εις βάρος του εκζητουμένου, η συγκεκριμένη διαφοροποίηση ενδέχεται να έχει δυσμενή συνέπεια για το εν λόγω πρόσωπο, καθόσον αυτό μπορεί να παραδοθεί στο κράτος μέλος εκδόσεως προς τον σκοπό της εκτελέσεως της ποινής, στερούμενο ταυτόχρονα της δυνατότητας να εκτίσει την ποινή στο κράτος μέλος διαμονής του.

29      Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθώς και με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.

30      Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προβλέπει απλώς δυνατότητα μη αναγνωρίσεως της εκδοθείσας αποφάσεως σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο πρόσωπο το οποίο δεν παρέστη στη δίκη η οποία κατέληξε στην έκδοση καταδικαστικής εις βάρος του αποφάσεως δεν είχε ενημερωθεί για την προγραμματισμένη ημερομηνία διεξαγωγής της δίκης, οι διατάξεις του ιταλικού δικαίου για τη μεταφορά της συγκεκριμένης διάταξης στην εσωτερική έννομη τάξη προβλέπουν, αντιθέτως, υποχρέωση αρνήσεως της αναγνωρίσεως της αποφάσεως υπό τις εν λόγω περιστάσεις.

31      Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση είναι ουσιώδους σημασίας εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση απαγορεύει στο αιτούν δικαστήριο την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε εις βάρος του ATAU, ενώ, αν το δικαστήριο αυτό διέθετε σχετικώς ευχέρεια, θα είχε τη δυνατότητα, ασκώντας την ευχέρεια αυτή, να αναγνωρίσει την απόφαση και, παράλληλα, να αρνηθεί την παράδοση του ενδιαφερομένου και να διατάξει την εκτέλεση της επιβληθείσας εις βάρος του ποινής στην Ιταλία.

32      Υπό τις ως άνω συνθήκες, το Corte d’Appello di Napoli (εφετείο Νάπολης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)       [Έχουν το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 την έννοια ότι] το δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης, από το οποίο ζητείται να αναγνωρίσει εκτελεστή αλλοδαπή καταδικαστική απόφαση, έχει τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση να αρνηθεί να αναγνωρίσει την επίμαχη απόφαση, όταν αποδεικνύεται ότι η δίκη που κατέληξε στην έκδοση της εν λόγω απόφασης δεν παρείχε στο πρόσωπο κατά του οποίου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη καμία από τις δικονομικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της [αποφάσεως-πλαισίου 2008/909];

2)       [Έχουν το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 την έννοια ότι] το δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης, από το οποίο ζητείται να αποφασίσει την παράδοση βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε για την εκτέλεση απόφασης δύναται, όταν πληρούνται τόσο οι προϋποθέσεις για να διατάξει την παράδοση του καταδικασθέντος στο κράτος έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης όσο και οι προϋποθέσεις να αρνηθεί την εν λόγω παράδοση διατάσσοντας συγχρόνως την εκτέλεση της ποινής στο έδαφος του κράτους εκτέλεσης, να αρνηθεί την παράδοση, να αναγνωρίσει την απόφαση και να διατάξει την εκτέλεσή της στο έδαφός του, ακόμη και αν η δίκη που κατέληξε στην έκδοση της αναγνωριζόμενης απόφασης δεν παρείχε στο πρόσωπο κατά του οποίου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη καμία από τις δικονομικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της [αποφάσεως-πλαισίου 2008/909];»

 Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

33      Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη λόγω του αμιγώς υποθετικού χαρακτήρα της. Συγκεκριμένα, κατά την εν λόγω κυβέρνηση, ο ATAU, ζητώντας την αναγνώριση στην Ιταλία της εκδοθείσας στη Σλοβακία καταδικαστικής αποφάσεως σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας πέντε ετών, είχε σαφώς δεχθεί την ποινική καταδίκη που του επιβλήθηκε κατά το πέρας της δίκης στην οποία δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως, οπότε το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ιταλικού δικαίου περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο iii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όφειλε να αναγνωρίσει την απόφαση με την οποία επιβλήθηκε η εν λόγω ποινή προς τον σκοπό της εκτελέσεώς της στην ιταλική επικράτεια.

34      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, καθόσον τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να αποφανθεί επ’ αυτών (απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2023, INTER CONSULTING, C‑726/21, EU:C:2023:764, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Κατά συνέπεια, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομοθετικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και του οποίου την ακρίβεια δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που του είναι αναγκαία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα (απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2023, INTER CONSULTING, C‑726/21, EU:C:2023:764, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Συνεπώς, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο οφείλει, κατά την εκτίμηση του παραδεκτού αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται με την απόφαση περί παραπομπής, στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα (πρβλ. απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2023, INTER CONSULTING, C‑726/21, EU:C:2023:764, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

37      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε σαφώς, στην απόφαση περί παραπομπής, ότι δεν εκτιμά ότι στην περίπτωση του ATAU πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του ιταλικού δικαίου περί μεταφοράς του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο iii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 στην εσωτερική έννομη τάξη. Ως εκ τούτου, κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, ανεξαρτήτως των επιχειρημάτων με τα οποία βάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση κατά της ως άνω εκτιμήσεως του αιτούντος δικαστηρίου επί των πραγματικών περιστατικών, η εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων πρέπει να διενεργηθεί βάσει της συγκεκριμένης εκτιμήσεως.

38      Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο παρέσχε στο Δικαστήριο τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου το δεύτερο να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα και εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η ερμηνεία των διατάξεων τις οποίες αφορούν τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα είναι αναγκαία στο πλαίσιο της εκκρεμούσας ενώπιόν του δίκης. Επομένως, δεν προκύπτει ότι τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα δεν έχουν καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης ή ότι αφορούν υποθετικής φύσεως ζήτημα.

39      Ως εκ τούτου, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

40      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξετασθεί κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας, σε περίπτωση ποινής επιβληθείσας ενώ ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις προκειμένου να μη γίνει δεκτή η αίτηση για παράδοση του εν λόγω ενδιαφερομένου, αφενός, και για να διαταχθεί η εκτέλεση της ποινής εντός του κράτους εκτελέσεως, αφετέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της συγκεκριμένης ρυθμίσεως περί μεταφοράς της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 στην εσωτερική έννομη τάξη, το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτελέσεως δεν μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της ποινής επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως, βάσει των διατάξεων της εν λόγω ρυθμίσεως περί μεταφοράς της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 στην εσωτερική έννομη τάξη.

41      Κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι, βάσει του άρθρου 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που εκδόθηκε προς εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ο εκζητούμενος διαμένει στο κράτος μέλος εκτελέσεως, το δε εν λόγω κράτος δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.

42      Όσον αφορά την απόφαση-πλαίσιο 2008/909, το άρθρο της 25 προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, οι διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν, στο μέτρο που συνάδουν με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ιδίως όσον αφορά την εκτέλεση καταδικαστικών αποφάσεων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κράτος μέλος αναλαμβάνει να εκτελέσει την ποινή σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 6, της εν λόγω δεύτερης αποφάσεως-πλαισίου.

43      Συναφώς, στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προβλέπεται λόγος μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως καταδικαστικής αποφάσεως εάν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, με την επιφύλαξη των τριών περιπτώσεων οι οποίες διαλαμβάνονται, αντιστοίχως, στα σημεία i, ii και iii, και στις οποίες δεν είναι δυνατή η μη αναγνώριση ή η μη εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως.

44      Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται πώς πρέπει να αντιμετωπισθεί το γεγονός ότι, σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, οι διατάξεις του ιταλικού δικαίου περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 4α, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εν λόγω περίσταση συνιστά λόγο μη εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που έχει εκδοθεί εις βάρος του εν λόγω ενδιαφερομένου, διαφέρουν από εκείνες για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, οι οποίες αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εν λόγω περίσταση συνιστά λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως της εκδοθείσας εις βάρος του ενδιαφερομένου καταδικαστικής αποφάσεως.

45      Επισημαίνεται, πάντως, συναφώς ότι το άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, τα οποία προστέθηκαν στις δύο επίμαχες αποφάσεις-πλαίσια με το ίδιο νομοθέτημα της Ένωσης, ήτοι την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, ειδικότερα δε, αντιστοίχως, με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, και με το άρθρο της 5, παράγραφος 1, έχουν παρόμοια, ενδεχομένως δε και πανομοιότυπη, διατύπωση και επιδιώκουν αντίστοιχους σκοπούς σχετικά, ιδίως, με το δικαίωμα του ενδιαφερομένου προσώπου να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη του και με τον σεβασμό των δικαιωμάτων του άμυνας σε περίπτωση κατά την οποία δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1, 4, 6 και 8 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299. Ως εκ τούτου, η νομολογία σχετικά με το εν λόγω άρθρο 4α, παράγραφος 1, μπορεί να τύχει εφαρμογής και στην περίπτωση του ως άνω άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, όσον αφορά τις έννοιες που είναι κοινές στις δύο προμνημονευθείσες διατάξεις (πρβλ. σημερινή απόφαση, Hölderman, C‑447/24, σκέψεις 50 και 51).

46      Επομένως, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων στις οποίες η μη αυτοπρόσωπη παράσταση του ενδιαφερομένου στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να συνιστά λόγο μη εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος προς τον σκοπό της εκτελέσεως ποινής, βάσει του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, δεν διαφέρουν από εκείνες των περιπτώσεων στις οποίες η ως άνω περίσταση δεν μπορεί να συνιστά λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.

47      Ως εκ τούτου, δεν συμβιβάζεται με τις ανωτέρω διατάξεις της Ένωσης εθνική ρύθμιση προβλέπουσα διαφορετικές προϋποθέσεις για τις προμνημονευθείσες περιπτώσεις, αναλόγως αν οι περιπτώσεις εκτιμώνται βάσει των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 ή βάσει εκείνων για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.

48      Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι τούτο συμβαίνει στην περίπτωση των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεων του ιταλικού δικαίου, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε εθνικό δικαστήριο να αφήσει ανεφάρμοστη διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία αντιβαίνει στις διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, δεδομένου ότι αυτές στερούνται άμεσου αποτελέσματος. Εντούτοις, οι αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων των δικαστηρίων, οφείλουν να προβαίνουν, κατά το μέτρο του δυνατού, σε σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας τους η οποία να καθιστά δυνατή την επίτευξη ενός αποτελέσματος συμβατού με τον σκοπό που επιδιώκει η συγκεκριμένη απόφαση-πλαίσιο [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑398/22, EU:C:2023:1031, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

49      Πράγματι, μολονότι οι αποφάσεις-πλαίσια δεν μπορούν να παράγουν άμεσο αποτέλεσμα, ο δεσμευτικός χαρακτήρας τους συνεπάγεται, πάντως, ότι οι εθνικές αρχές των κρατών μελών υπέχουν υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού τους δικαίου από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά των εν λόγω αποφάσεων-πλαισίων στην εσωτερική έννομη τάξη. Επομένως, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, οι εν λόγω αρχές οφείλουν να το ερμηνεύουν, κατά το μέτρο του δυνατού, με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της οικείας αποφάσεως-πλαισίου, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτήν, αποκλειομένης πάντως της contra legem ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Συνεπώς, η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και να εφαρμόζονται οι αναγνωρισμένες από αυτό μέθοδοι ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα της οικείας αποφάσεως-πλαισίου και να επιτυγχάνεται λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει [απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑398/22, EU:C:2023:1031, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

50      Απόκειται, επομένως, στο αιτούν δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου του εσωτερικού δικαίου και κατ’ εφαρμογήν των αναγνωρισμένων από αυτό μεθόδων ερμηνείας, να ερμηνεύσει την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, στο μέτρο του δυνατού, με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό των αποφάσεων-πλαισίων 2002/584 και 2008/909, ως έχουσα την έννοια ότι οι διατάξεις του ιταλικού δικαίου για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και εκείνες για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημεία i έως iii, της αποφάσεως πλαισίου 2008/909 προβλέπουν τις ίδιες προϋποθέσεις εφαρμογής.

51      Κατά δεύτερον, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από όσα εκτίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση της εκδοθείσας εις βάρος του ATAU καταδικαστικής αποφάσεως, οι προβληματισμοί του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν ειδικότερα την περίπτωση που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.

52      Πράγματι, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση περί μεταφοράς της πρώτης εκ των δύο προμνημονευθεισών διατάξεων στην εσωτερική έννομη τάξη, εφόσον ο ενδιαφερόμενος είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο ο οποίος τον εκπροσώπησε κατά τη δίκη, καθόσον ο εν λόγω ενδιαφερόμενος ενημερώθηκε για τη διεξαγόμενη εις βάρος του δίκη, δεν χωρεί άρνηση εκτελέσεως του εκδοθέντος εις βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, επειδή ο ενδιαφερόμενος δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως στη δίκη του.

53      Ωστόσο, υπό ανάλογες περιστάσεις, υπό τις οποίες, όμως, ειδικότερα, ο ενδιαφερόμενος δεν τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης ημερομηνίας διεξαγωγής της δίκης του, η εθνική ρύθμιση περί μεταφοράς της δεύτερης από τις προμνημονευθείσες διατάξεις στην εσωτερική έννομη τάξη αντιτίθεται στην αναγνώριση της εκδοθείσας εις βάρος του εν λόγω ενδιαφερομένου καταδικαστικής αποφάσεως, οπότε δεν είναι δυνατή η άρνηση εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ούτε και η εκτέλεση στην ιταλική επικράτεια της επιβληθείσας ποινής, όπως προβλέπει το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

54      Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών του αιτούντος δικαστηρίου όσον αφορά τον τρόπο εκτιμήσεως των προϋποθέσεων εφαρμογής της περιπτώσεως που διαλαμβάνεται στο σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, πρέπει να διευκρινισθούν οι περιστάσεις οι οποίες, μολονότι ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, είναι δυνατόν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του σημείου ii της διατάξεως και οι οποίες, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως είναι επίσης δυνατόν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

55      Βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει απόφαση και να εκτελέσει την ποινή εάν, κατά το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εκτός αν στο συγκεκριμένο πιστοποιητικό μνημονεύεται ότι ο ενδιαφερόμενος, βάσει περαιτέρω δικονομικών απαιτήσεων τις οποίες ορίζει το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως, τελεί σε κάποια από τις περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii του ως άνω άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ.

56      Επομένως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίσει και να εκτελέσει καταδικαστική απόφαση, παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής μίας εκ των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της εν λόγω αποφάσεως‑πλαισίου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Μαΐου 2016, Dworzecki, C‑108/16 PPU, EU:C:2016:346, σκέψη 35).

57      Πράγματι, σε καθεμία από τις διαλαμβανόμενες στα ως άνω σημεία περιπτώσεις, η αναγνώριση και η εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως δεν θίγουν τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου ούτε το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 47 και στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], καθόσον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση του δικαιώματος να παρίσταται στη δίκη του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Melloni, C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 52).

58      Όσον αφορά ειδικότερα, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υπέχει την υποχρέωση να αναγνωρίσει και να εκτελέσει καταδικαστική απόφαση, παρότι ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, σε περίπτωση κατά την οποία ο εν λόγω ενδιαφερόμενος, βάσει της απαιτήσεως με την οποία εισάγεται η συγκεκριμένη διάταξη, τελώντας εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει εντολή σε δικηγόρο, διορισθέντα είτε από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε από το κράτος, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και εκπροσωπήθηκε όντως από τον δικηγόρο αυτόν στην εν λόγω δίκη.

59      Στο ως άνω πλαίσιο, πρέπει, κατ’ αρχάς, να καθορισθεί το περιεχόμενο της απαιτήσεως με την οποία εισάγεται το σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όσον αφορά την εκ μέρους του ενδιαφερομένου γνώση της προγραμματισμένης δίκης, η οποία αποτελεί, ελλείψει παραπομπής στο εθνικό δίκαιο, αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα εντός της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Μαΐου 2016, Dworzecki, C‑108/16 PPU, EU:C:2016:346, σκέψεις 28 έως 31), εν συνεχεία δε, να διευκρινισθεί ο τόπος εκτιμήσεώς της.

60      Όσον αφορά, πρώτον, το περιεχόμενο της ως άνω απαιτήσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, Casa Judeţeană de Asigurări de Sănătate Mureș κ.λπ., C‑489/23, EU:C:2025:651, σκέψη 31).

61      Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, επισημαίνεται ότι η διατύπωση της διατάξεως, στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις, δεν καθιστά δυνατό να καθορισθεί άνευ αμφισημίας εάν η εν λόγω διάταξη απαιτεί, για την εφαρμογή της, να τελούσε ο ενδιαφερόμενος εν γνώσει της ημερομηνίας διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας που είχε ορισθεί για τη δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως.

62      Ειδικότερα, ενώ η απόδοση στην ιταλική γλώσσα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου μνημονεύει ρητώς τη συγκεκριμένη απαίτηση, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, όπως σε αυτές στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα, απαιτείται απλώς να τελεί ο ενδιαφερόμενος «εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», ενώ σε άλλες, όπως είναι εκείνες στη γερμανική και στην ουγγρική γλώσσα, απαιτείται γνώση της «ορισθείσας δικασίμου» ή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αποδόσεως στην τσεχική, στην πολωνική και στη σουηδική γλώσσα, απαιτείται να τελεί «εν γνώσει της προγραμματισμένης δικασίμου».

63      Μολονότι, βεβαίως, οι διάφορες ανωτέρω διατυπώσεις θα μπορούσαν να υποδηλώνουν ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει, όπως ρητώς προβλέπει η απόδοση στην ιταλική γλώσσα, να τελούσε εν γνώσει της ημερομηνίας διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας που είχε ορισθεί για τη δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις διατάξεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική βάση για την ερμηνεία της διατάξεως ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερέχει έναντι των λοιπών γλωσσικών αποδόσεων. Οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει πράγματι να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται ομοιόμορφα, υπό το πρίσμα των γλωσσικών αποδόσεων σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης. Σε περίπτωση αποκλίσεως μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων ενός νομοθετήματος της Ένωσης, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο [πρβλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2025, Naturvårdsverket (Διάθεση των αποβλήτων μετά την παραλαβή κατόπιν επιστροφής), C‑221/24 και C‑222/24, EU:C:2025:818, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

64      Συναφώς, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, διαπιστώνεται ότι, βάσει του σημείου i της εν λόγω διατάξεως, απαιτείται είτε ο ενδιαφερόμενος να είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και, ως εκ τούτου, να είχε ενημερωθεί σχετικά με «την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης» η οποία οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως είτε να είχε ενημερωθεί με άλλα μέσα πραγματικά και επισήμως για «την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής», ούτως ώστε να αποδεικνύεται σαφώς «ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης» (βλ. σημερινή απόφαση, Hölderman, C‑447/24, σκέψη 72).

65      Διαπιστώνεται, επομένως, ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο i, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου προκύπτει ότι με τη φράση «εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», η οποία μνημονεύεται στη συγκεκριμένη διάταξη, απαιτείται να είχε ενημερωθεί ο ενδιαφερόμενος για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως (βλ. σημερινή απόφαση, Hölderman, C‑447/24, σκέψη 73).

66      Όσον αφορά την ερμηνεία βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση, φαίνεται ότι μπορεί να συναχθεί από αυτήν ότι στην αντίστοιχη απαίτηση, με την οποία εισάγεται το σημείο ii του προμνημονευθέντος άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, είναι δυνατόν, για λόγους συνέπειας, να αποδοθεί το ίδιο περιεχόμενο, οπότε η συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται ως έχουσα την έννοια ότι απαιτείται να είχε ενημερωθεί ο ενδιαφερόμενος για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως (βλ. σημερινή απόφαση, Hölderman, C‑447/24, σκέψη 74).

67      Η ως άνω ερμηνεία επιρρωννύεται από τις διατάξεις της οδηγίας 2016/343, ιδίως δε από το άρθρο της 8, παράγραφος 2, το οποίο αποτελεί στοιχείο του σχετικού πλαισίου που είναι κρίσιμο για την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου λόγω της λειτουργικής συνδέσεως που υφίσταται μεταξύ των εν λόγω δύο διατάξεων [πρβλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, VB II (Ενημέρωση σχετικά με το δικαίωμα σε νέα δίκη), C‑400/23, EU:C:2025:14, σκέψη 48].

68      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343, με την οποία θεσπίζονται κανόνες περί ελάχιστων απαιτήσεων όσον αφορά ορισμένα στοιχεία των ποινικών διαδικασιών, μεταξύ των οποίων καταλέγεται «το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του», τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι μια δίκη η οποία είναι δυνατόν να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως για την ενοχή ή την αθωότητα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου μπορεί να διεξαχθεί ερήμην του, υπό τον όρο είτε, κατά το στοιχείο αʹ της διατάξεως, ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως σχετικά με τη δίκη και τις συνέπειες της μη παραστάσεως είτε, κατά το στοιχείο βʹ της διατάξεως, ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για τη διεξαγωγή της δίκης, εκπροσωπείται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο ο οποίος είτε ορίστηκε από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο είτε διορίστηκε από το κράτος.

69      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343 αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ενημέρωση του ενδιαφερομένου, καθόσον εξαρτά ρητώς κάθε δυνατότητα διεξαγωγής ερήμην δίκης από την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό έχει ενημερωθεί για τη διεξαγωγή της δίκης. Στηριζόμενο, ιδίως, στην αιτιολογική σκέψη 36 της προμνημονευθείσας οδηγίας, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η προϋπόθεση, η οποία επιβάλλεται τόσο βάσει του στοιχείου αʹ όσο και του στοιχείου βʹ του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 2, και κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει ενημερωθεί για τη διεξαγωγή της δίκης του, επιτάσσει να έχει ενημερωθεί το πρόσωπο αυτό για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης, ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει για τη δίκη [πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, HN (Δίκη κατηγορουμένου που απομακρύνθηκε από την επικράτεια), C‑420/20, EU:C:2022:679, σκέψεις 51 και 52].

70      Η τελολογική ερμηνεία του σημείου ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 συνηγορεί επίσης υπέρ της ερμηνείας κατά την οποία η απαίτηση με την οποία εισάγεται το προμνημονευθέν σημείο ii επιτάσσει να είχε ενημερωθεί ο ενδιαφερόμενος για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως.

71      Πράγματι, όπως ρητώς προκύπτει από το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου 2009/299, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αιτιολογικών της σκέψεων 1 και 15, το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, αποσκοπεί, διευκρινίζοντας τον ορισμό των κοινών λόγων εκτελέσεως καταδικαστικής αποφάσεως παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη του, στην προστασία του δικαιώματος του εν λόγω προσώπου να παρίσταται αυτοπροσώπως στην ποινική δίκη που έχει κινηθεί εναντίον του, δικαίωμα το οποίο συνιστά ουσιώδες στοιχείο των δικαιωμάτων άμυνας και, γενικότερα, έχει κεφαλαιώδη σημασία για τον σεβασμό του δικαιώματος σε δίκαιη ποινική δίκη, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, καθώς και στο άρθρο 48 του Χάρτη, και, συγχρόνως, στη βελτίωση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψεις 50 και 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

72      Η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είχε ενημερωθεί για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του, ευνοεί την επίτευξη των προμνημονευθέντων σκοπών, δεδομένου ότι παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να παρίσταται αυτοπροσώπως εφόσον το επιθυμεί, τούτο δε έως το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα διεξαχθεί πράγματι η δίκη, ή, κατά περίπτωση, διασφαλίζει ότι ο εν λόγω ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση από το δικαίωμα να παραστεί στην εν λόγω δίκη.

73      Όσον αφορά, δεύτερον, τον τρόπο εκτιμήσεως των προϋποθέσεων εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, κατά τις οποίες, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση από το δικαίωμα να παραστεί στη δίκη του, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως πρέπει να εκτιμά, οσάκις ελέγχει αν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου λαμβάνοντας προσηκόντως υπόψη το σύνολο των περιστάσεων οι οποίες χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί και στις οποίες καταλέγεται, μεταξύ άλλων, η συμπεριφορά που επέδειξε ο εν λόγω ενδιαφερόμενος.

74      Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου και, κατ’ αρχάς, την απαίτηση με την οποία εισάγεται η συγκεκριμένη διάταξη, περί ενημερώσεως σχετικά με την προγραμματισμένη δίκη, το γεγονός ότι, όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο ενδιαφερόμενος δεν ενημερώθηκε απευθείας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι δεν πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση.

75      Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 47 των προτάσεών του, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή, αφενός, στη δέουσα προσπάθεια που κατέβαλαν οι δημόσιες αρχές για να ενημερώσουν τον ερήμην καταδικασθέντα σχετικά με τη διεξαγωγή της δίκης του και, αφετέρου, στην επιμέλεια που επέδειξε ο ερήμην καταδικασθείς προκειμένου να λάβει τις σχετικές με τη δίκη πληροφορίες (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, Kachev, C‑135/25 PPU, EU:C:2025:366, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

76      Επομένως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία από συγκεκριμένες και αντικειμενικές ενδείξεις συνάγεται ότι το εν λόγω πρόσωπο, μολονότι έχει ενημερωθεί επισήμως ότι κατηγορείται για την τέλεση ποινικού αδικήματος, ούτως ώστε να γνωρίζει ότι επρόκειτο να διεξαχθεί δίκη εις βάρος του, ενεργεί εσκεμμένως κατά τρόπον ώστε να αποφύγει να λάβει επισήμως τις σχετικές με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης πληροφορίες, γίνεται δεκτό ότι στην περίπτωση του προσώπου αυτού πληρούται η προμνημονευθείσα προϋπόθεση [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 19ης Μαΐου 2022, Spetsializirana prokuratura (Δίκη φυγόδικου), C‑569/20, EU:C:2022:401, σκέψη 48, και της 20ής Μαΐου 2025, Kachev, C‑135/25 PPU, EU:C:2025:366, σκέψη 35].

77      Εν προκειμένω, ιδίως από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι ο ATAU τελούσε εν γνώσει της διεξαγόμενης εις βάρος του δίκης, πλην όμως είχε διαφύγει, χωρίς να επιστρέψει στη σλοβακική επικράτεια και χωρίς να γνωστοποιήσει διεύθυνση κατοικίας για τις μελλοντικές επιδόσεις. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διακριβώσει αν οι ως άνω περιστάσεις αποτελούν συγκεκριμένες και αντικειμενικές ενδείξεις βάσει των οποίων μπορεί να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση του ενδιαφερομένου πληρούται η ίδια προϋπόθεση.

78      Επισημαίνεται, σχετικώς, ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ύπαρξη τέτοιων ενδείξεων μπορεί, για παράδειγμα, να διαπιστωθεί όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει δηλώσει οικειοθελώς εσφαλμένη διεύθυνση στις αρμόδιες εθνικές αρχές ή δεν εντοπίζεται πλέον στη διεύθυνση την οποία είχε δηλώσει [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Μαΐου 2022, Spetsializirana prokuratura (Δίκη φυγόδικου), C‑569/20, EU:C:2022:401, σκέψη 49]. Δεν αποκλείεται, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως, μια τέτοια διαπίστωση να μπορεί να συναχθεί από το ότι ο ενδιαφερόμενος παρέλειψε εσκεμμένα να γνωστοποιήσει τέτοια διεύθυνση.

79      Επιπλέον, δεν αποκλείεται ούτε το ενδεχόμενο να θεωρηθεί ότι η περίπτωση του ενδιαφερομένου πληροί την προϋπόθεση περί γνώσεως της προγραμματισμένης δίκης, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, εάν ο εν λόγω ενδιαφερόμενος, αφού γνωστοποίησε τη διεύθυνση του γραφείου του δικηγόρου του όσον αφορά τις μελλοντικές επιδόσεις, απέφυγε σκοπίμως κάθε επαφή με τον συγκεκριμένο δικηγόρο.

80      Τούτου λεχθέντος, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη ότι, πάντως, τούτο μπορεί να ισχύει μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές κατέβαλαν εύλογες προσπάθειες προκειμένου να εντοπίσουν τον ενδιαφερόμενο και να του γνωστοποιήσουν την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, Kachev, C‑135/25 PPU, EU:C:2025:366, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

81      Όσον αφορά την προϋπόθεση περί αναθέσεως εντολής σε δικηγόρο, ο οποίος διορίσθηκε είτε από τον ενδιαφερόμενο είτε από το κράτος, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στη δίκη του, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η ύπαρξη «εντολής», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, επιτάσσει να έχει αναθέσει ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος σε δικηγόρο, ενδεχομένως σε εκείνον που έχει διορισθεί αυτεπαγγέλτως, την αποστολή να τον εκπροσωπήσει στην ερήμην δίκη του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, Kachev, C‑135/25 PPU, EU:C:2025:366, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

82      Το Δικαστήριο έχει κρίνει, επομένως, ότι το γεγονός και μόνον ότι ερήμην καταδικασθείς εκπροσωπήθηκε από αυτεπαγγέλτως διορισθέντα δικηγόρο κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας που διεξήχθη ερήμην του δεν αρκεί για να πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση η οποία επιβάλλεται βάσει της εν λόγω διατάξεως. Η εκπροσώπηση από δικηγόρο καθιστά δυνατό να διαπιστωθεί ότι ο ερημοδικασθείς παραιτήθηκε οικειοθελώς και κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση από το δικαίωμά του παραστάσεως στη δίκη μόνο στην περίπτωση που ανέθεσε συνειδητά στον συγκεκριμένο δικηγόρο τη μέριμνα να τον υπερασπισθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, στοιχείο που προϋποθέτει ότι τον διόρισε ειδικώς για να τον εκπροσωπήσει, ενόσω ο ίδιος θα είναι απών, στη δίκη του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Μαΐου 2025, Kachev, C‑135/25 PPU, EU:C:2025:366, σκέψεις 59 και 61).

83      Καθόσον το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο ATAU έτυχε συνδρομής και εκπροσωπήσεως από δικηγόρο κατά τη δίκη και ότι η δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως διεξήχθη παρουσία του δικηγόρου του ο οποίος τον εκπροσώπησε και τον υπερασπίσθηκε, στο εν λόγω δικαστήριο απόκειται να διακριβώσει, υπό το πρίσμα των όσων εκτίθενται στις σκέψεις 81 και 82 της παρούσας αποφάσεως, αν από τις εν λόγω περιστάσεις προκύπτει ότι πληρούται η προϋπόθεση την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο ii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, περί του ότι ο ενδιαφερόμενος έδωσε εντολή σε δικηγόρο, τον οποίο είχε διορίσει είτε ο ίδιος είτε το κράτος, να τον εκπροσωπήσει στη δίκη και εκπροσωπήθηκε όντως από τον συγκεκριμένο δικηγόρο κατά τη δίκη.

84      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι:

–        αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας, σε περίπτωση ποινής επιβληθείσας ενώ ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις προκειμένου να μη γίνει δεκτή αίτηση για παράδοση του εν λόγω ενδιαφερομένου, αφενός, και για να διαταχθεί η εκτέλεση της ποινής εντός του κράτους εκτελέσεως, αφετέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της συγκεκριμένης ρύθμισης περί μεταφοράς της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 στην εσωτερική έννομη τάξη, το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτελέσεως δεν μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της ποινής επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως, βάσει των διατάξεων της εν λόγω ρυθμίσεως περί μεταφοράς της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 στην εσωτερική έννομη τάξη·

–        η απαίτηση περί γνώσεως της προγραμματισμένης δίκης με την οποία εισάγεται το σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 πληρούται εφόσον, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων που έχουν ληφθεί προσηκόντως υπόψη, ιδίως δε της συμπεριφοράς του ως άνω ενδιαφερομένου, μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ενδιαφερόμενος είχε ενημερωθεί για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως.

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

85      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξετασθεί κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας, στην περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας ενώ ο ενδιαφερόμενος δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως και ενώ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στο προμνημονευθέν άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, ιδίως δε εκείνης του σημείου ii της διατάξεως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δεν έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τη συγκεκριμένη καταδικαστική απόφαση.

86      Επισημαίνεται συναφώς ότι το ως άνω προδικαστικό ερώτημα είναι λυσιτελές στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης μόνον εφόσον το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει, υπό το πρίσμα της απαντήσεως στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής της περιπτώσεως που διαλαμβάνεται στο σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου δεν πληρούνται υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης.

87      Από το ίδιο το γράμμα του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, ειδικότερα δε από τη μνεία περί του ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως «δύναται» να αρνηθεί να αναγνωρίσει την απόφαση και να εκτελέσει την ποινή, προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως έχει την ευχέρεια να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως εάν ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη η οποία οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εκτός εάν στο πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4 της προμνημονευθείσας αποφάσεως-πλαισίου επισημαίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται, αντιστοίχως, στα σημεία i, ii και iii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Generalstaatsanwaltschaft Berlin (Ερήμην καταδίκη), C‑396/22, EU:C:2023:1029, σκέψεις 38 και 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

88      Το προμνημονευθέν άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, περιορίζει, επομένως, τη δυνατότητα αρνήσεως αναγνωρίσεως και εκτελέσεως καταδικαστικής αποφάσεως, απαριθμώντας, με συγκεκριμένο και ομοιόμορφο τρόπο, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν χωρεί άρνηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεως εκδοθείσας κατόπιν δίκης στην οποία ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

89      Επομένως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υποχρεούται να αναγνωρίσει και να εκτελέσει καταδικαστική απόφαση, παρά την απουσία του ενδιαφερομένου από τη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής μίας εκ των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii ή iii του ως άνω άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ.

90      Κατόπιν της ανωτέρω διευκρινίσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 προβλέπει προαιρετικό λόγο μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως καταδικαστικής αποφάσεως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δύναται, εν πάση περιπτώσει, έχοντας διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i, ii και iii της προμνημονευθείσας διατάξεως δεν πληρούνται ως προς το πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε υποθέσεως βάσει των οποίων μπορεί να βεβαιωθεί ότι η αναγνώριση και η εκτέλεση της αποφάσεως δεν συνεπάγονται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του εν λόγω προσώπου [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

91      Βάσει των ως άνω περιστάσεων, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, είναι δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, ιδίως δε το γεγονός ότι αυτός επιχείρησε να αποφύγει την παραλαβή της κοινοποιήσεως των σχετικών πληροφοριών ή να αποφύγει οποιαδήποτε επαφή με τους δικηγόρους του [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Minister for Justice and Equality (Άρση αναστολής), C‑514/21 και C‑515/21, EU:C:2023:235, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], τούτο δε ανεξαρτήτως του κατά πόσον είναι κρίσιμη η εν λόγω συμπεριφορά προκειμένου να εκτιμηθεί, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 74 έως 80 της παρούσας αποφάσεως, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii του προμνημονευθέντος άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ.

92      Επίσης, εάν το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε, όπως εν προκειμένω, την εκτέλεση της ποινής στο κράτους μέλος όπου διαμένει ή στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του δεν πληροί, αυτό καθεαυτό, τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, σημείο iii, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως έχει την ευχέρεια να λάβει υπόψη το αίτημα αυτό και, ενδεχομένως, την πρόθεση του ενδιαφερομένου να μην επικαλεσθεί ενδεχόμενο δικαίωμα σε νέα δίκη, προκειμένου να κρίνει ότι η συγκεκριμένη εκτέλεση δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου, με συνέπεια να μην τυγχάνει εφαρμογής ο λόγος μη αναγνωρίσεως και μη εκτελέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, μολονότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii του προμνημονευθέντος άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ (πρβλ. σημερινή απόφαση, Hölderman, C‑447/24, σκέψεις 101 έως 103).

93      Μολονότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει απλώς δυνατότητα, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εθνική ρύθμιση περί μεταφοράς της συγκεκριμένης αποφάσεως-πλαισίου στην εσωτερική έννομη τάξη υποχρεώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως να αρνείται την αναγνώριση και την εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας στο κράτος μέλος εκδόσεως όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στα σημεία i έως iii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Επομένως, η ως άνω ρύθμιση στερεί από την αρχή την εξουσία εκτιμήσεως να διακριβώνει, βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, αν μπορεί, πάντως, να γίνει δεκτό ότι έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου και, ως εκ τούτου, να αποφασίζει να αναγνωρίσει και να εκτελέσει τη σχετική καταδικαστική απόφαση.

94      Υπό τις ως άνω συνθήκες, προκύπτει ότι μια τέτοια εθνική ρύθμιση είναι αντίθετη προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909.

95      Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των όσων παρατίθενται στις σκέψεις 48 και 49 της παρούσας αποφάσεως, αν το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, ιδίως δε στο σημείο ii της διατάξεως, σε αυτό απόκειται, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, να ερμηνεύσει την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, ως έχουσα την έννοια ότι το εν λόγω δικαστήριο δύναται να εκτιμήσει, βάσει του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, αν μπορεί, πάντως, να θεωρηθεί ότι έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας του ενδιαφερομένου, με συνέπεια να πρέπει να αναγνωρισθεί και να εκτελεσθεί η σχετική καταδικαστική απόφαση.

96      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας, στην περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας ενώ ο ενδιαφερόμενος δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως και ενώ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στο προμνημονευθέν άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, ιδίως δε εκείνης του σημείου ii της διατάξεως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δεν έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τη συγκεκριμένη καταδικαστική απόφαση.

 Επί των δικαστικών εξόδων

97      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299,

έχουν την έννοια ότι:

–        αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας, σε περίπτωση ποινής επιβληθείσας ενώ ο ενδιαφερόμενος δεν παρέστη αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις προκειμένου να μη γίνει δεκτή αίτηση για παράδοση του εν λόγω ενδιαφερομένου, αφενός, και για να διαταχθεί η εκτέλεση της ποινής εντός του κράτους εκτελέσεως, αφετέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της συγκεκριμένης ρύθμισης περί μεταφοράς της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε, στην εσωτερική έννομη τάξη, το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτελέσεως δεν μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της ποινής επειδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της καταδικαστικής αποφάσεως, βάσει των διατάξεων της εν λόγω ρυθμίσεως περί μεταφοράς της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όπως τροποποιήθηκε, στην εσωτερική έννομη τάξη·

–        η απαίτηση περί γνώσεως της προγραμματισμένης δίκης με την οποία εισάγεται το σημείο ii του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όπως τροποποιήθηκε, πληρούται εφόσον, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων που έχουν ληφθεί προσηκόντως υπόψη, ιδίως δε της συμπεριφοράς του ως άνω ενδιαφερομένου, μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ενδιαφερόμενος είχε ενημερωθεί για την προγραμματισμένη δικάσιμο και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης η οποία οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως.

2)      Το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, και το άρθρο 25 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299,

έχουν την έννοια ότι:

αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας, στην περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας ενώ ο ενδιαφερόμενος δεν είχε παραστεί αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της εις βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως και ενώ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στο προμνημονευθέν άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, ιδίως δε εκείνης του σημείου ii της διατάξεως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως δεν έχει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τη συγκεκριμένη καταδικαστική απόφαση.

(υπογραφές)

To Top