ΕΔΔΑ: Οι παράλληλες κυρώσεις δεν παραβιάζουν το ne bis in idem όταν εντάσσονται σε ενιαίο και αναλογικό σύστημα. 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Jesus Pinhal κατά Πορτογαλίας της 09.07.2026, προσφ. αριθ. 48047/15 και 2276/20, Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, μέλος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας Banco Comercial Português (BCP), και από τον Αύγουστο του 2007 Πρόεδρος της εκτελεστικής επιτροπής της, αντιμετώπισε τρεις παράλληλες διαδικασίες σχετικά με την απόκρυψη ζημιών και τη διαβίβαση ψευδών ή ελλιπών πληροφοριών προς τις εποπτικές αρχές και την αγορά: ποινική διαδικασία, διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (CMVM) και διαδικασία ενώπιον της Τράπεζας της Πορτογαλίας (BdP). Στην ποινική διαδικασία η αρχική έρευνα περιλάμβανε χειραγώγηση αγοράς, πλαστογραφία και απάτη, αλλά ο προσφεύγων παραπέμφθηκε τελικά σε δίκη για χειραγώγηση αγοράς και πλαστογραφία, ενώ δεν παραπέμφθηκε για απάτη. Επικαλέστηκε παραβίαση της αρχής ne bis in idem, κατά το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου.

Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης έκρινε καταρχάς ότι η «δήλωση» της Πορτογαλίας, με την οποία η έννοια της «ποινικής υπόθεσης» στα άρθρα 2 και 4 του 7ου Πρωτοκόλλου περιοριζόταν σε όσα το εσωτερικό δίκαιο χαρακτηρίζει ποινικά, συνιστούσε στην πραγματικότητα επιφύλαξη. Η επιφύλαξη κρίθηκε άκυρη για δύο λόγους: αφενός επειδή ήταν ασυμβίβαστη με το αντικείμενο και τον σκοπό του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, αφετέρου επειδή δεν συνοδευόταν από «σύντομη έκθεση του σχετικού νόμου», όπως απαιτεί το άρθρο 57 § 2 ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διατήρησε την καθ’ ύλην αρμοδιότητά του.

Επί της ουσίας, το Δικαστήριο επαναδιατύπωσε τη μεθοδολογία των τριών συνιστωσών του ne bis in idem: διατήρησε τα κριτήρια Engel για τον ποινικό χαρακτήρα των διαδικασιών, αποσαφήνισε και αυστηροποίησε την προϋπόθεση idem, απαιτώντας ταυτότητα των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και όχι απλή ομοιότητα, και, ως προς το bis, επιβεβαίωσε την προσέγγιση A και B κατά Νορβηγίας, αλλά την αναδιαμόρφωσε μέσω νέου δομημένου ελέγχου των ολοκληρωμένων κατασταλτικών συστημάτων. Η εξέταση των διαφορετικών προστατευόμενων εννόμων αγαθών μεταφέρθηκε από το στάδιο του idem στο στάδιο του bis, ενώ η αναλογικότητα της συνολικής κύρωσης αναβαθμίστηκε σε πρωταρχικό, ενδεχομένως καθοριστικό, κριτήριο.

Εφαρμόζοντας τη νέα προσέγγιση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι τρεις διαδικασίες εντάσσονταν σε ολοκληρωμένο κατασταλτικό σύστημα, το οποίο επέτρεπε την καταστολή διαφορετικών πτυχών των ίδιων πραγματικών περιστατικών κατά τρόπο προβλέψιμο, συντονισμένο και αναλογικό. Έκρινε, με 15 ψήφους έναντι 2, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και, με 16 ψήφους έναντι 1, ότι δεν ήταν αναγκαία η χωριστή εξέταση της αιτίασης υπό το άρθρο 13 ΕΣΔΑ. Η προσφυγή αριθ. 2276/20 χωρίστηκε από την προσφυγή αριθ. 48047/15, διότι το Τμήμα είχε κηρύξει απαράδεκτο το σύνολο των αιτιάσεων της προσφυγής αριθ. 2276/20, με αποτέλεσμα το αντικείμενο ενώπιον της Ευρείας Σύνθεσης να περιοριστεί στην προσφυγή αριθ. 48047/15, ήτοι στην αιτίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, σε συνδυασμό με το άρθρο 13. Διατυπώθηκαν μία εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη του δικαστή Pavli και μία μειοψηφούσα γνώμη του δικαστή Serghides.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μεταξύ 1999 και 2007, το διοικητικό συμβούλιο της BCP εφάρμοσε σύστημα «κυκλικής διαπραγμάτευσης» (trading circulaire) μέσω ομάδων υπεράκτιων εταιρειών, χορηγώντας σε αυτές σημαντικές πιστώσεις για την αγορά και πώληση μετοχών της ίδιας της τράπεζας και εταιρειών του ομίλου BCP, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η τιμή των τίτλων στην αγορά. Παρά τη στρατηγική αυτή, η BCP υπέστη ζημίες περίπου 590 εκατ. ευρώ, τις οποίες επιχείρησε να αποκρύψει μέσω χρηματοοικονομικών πράξεων που δεν καταχωρίστηκαν στους λογιστικούς της απολογισμούς. Κατόπιν καταγγελίας μετόχου τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2007, η εισαγγελία της Λισαβόνας, η CMVM και η BdP κίνησαν χωριστές διαδικασίες κατά του προσφεύγοντος και άλλων στελεχών.

Στη διαδικασία ενώπιον της BdP, ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για παροχή ψευδών ή ελλιπών πληροφοριών προς την Τράπεζα της Πορτογαλίας και για πλαστογραφία λογιστικών εγγραφών, βάσει του άρθρου 211 στοιχεία r και g του RGICSF. Η BdP, με απόφαση της 27.04.2010, τον έκρινε υπεύθυνο για δύο παραβάσεις παροχής ψευδών ή ελλιπών πληροφοριών και τέσσερις παραβάσεις πλαστογράφησης λογιστικών εγγραφών, επιβάλλοντάς του συνολικό διοικητικό πρόστιμο 425.000 ευρώ για την πρώτη κατηγορία παραβάσεων και παρεπόμενες κυρώσεις. Για τις παραβάσεις πλαστογράφησης λογιστικών εγγραφών δεν επιβλήθηκε πρόστιμο, επειδή τα ίδια πραγματικά περιστατικά αποτελούσαν ήδη αντικείμενο ποινικής δίωξης για πλαστογραφία, σύμφωνα με το άρθρο 208 RGICSF. Το Εφετείο της Λισαβόνας, με απόφαση της 09.06.2015, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 26.06.2015, κήρυξε παραγεγραμμένη τη δίωξη για τα πραγματικά περιστατικά πριν από την 09.06.2007 και απήλλαξε τον προσφεύγοντα για το υπόλοιπο σκέλος που αφορούσε τον όμιλο E.A., λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της ποινικής διαδικασίας ότι δεν υπήρχε σχέση ελέγχου της BCP επί των εταιρειών αυτού του ομίλου. Συνεπώς, η αναφορά στο πρόστιμο των 425.000 ευρώ πρέπει να νοηθεί ως κύρωση που επιβλήθηκε στα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας BdP και όχι ως τελική αμετάκλητη καταδικαστική κατάληξη της διαδικασίας αυτής.

Στην ποινική διαδικασία, η εισαγγελία άρχισε έρευνα για χειραγώγηση αγοράς, πλαστογραφία και απάτη. Ο ανακριτής παρέπεμψε τον προσφεύγοντα σε δίκη για χειραγώγηση αγοράς και πλαστογραφία, αλλά όχι για απάτη. Το ποινικό δικαστήριο τον καταδίκασε για χειραγώγηση αγοράς, κατά το άρθρο 379 § 1 CVM, σε ποινή φυλάκισης δύο ετών με αναστολή, υπό τον όρο καταβολής 300.000 ευρώ σε φιλανθρωπικό ίδρυμα, καθώς και σε παρεπόμενη απαγόρευση άσκησης διοικητικών, διευθυντικών και εποπτικών καθηκόντων σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτική εταιρεία για τέσσερα έτη. Η απαλλαγή του από την κατηγορία της πλαστογραφίας δεν στηρίχθηκε σε μη τέλεση των πραγματικών περιστατικών, αλλά στο ότι η πλαστογραφία θεωρήθηκε ότι απορροφήθηκε από τη χειραγώγηση αγοράς ως επιβαρυντική περίσταση για την επιμέτρηση της ποινής. Η ποινική καταδίκη κατέστη αμετάκλητη στις 14.07.2016.

Στη διαδικασία ενώπιον της CMVM, ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για παράβαση του καθήκοντος παροχής ποιοτικής πληροφόρησης, βάσει των άρθρων 7, 388 και 389 CVM, επειδή ενέκρινε τη διαβίβαση ψευδών και ελλιπών πληροφοριών στο σύστημα δημοσιοποίησης της CMVM σχετικά με τις ετήσιες και τριμηνιαίες οικονομικές καταστάσεις της BCP και με ανακοίνωση προς την αγορά τον Δεκέμβριο 2007. Αρχικά του επιβλήθηκε πρόστιμο 800.000 ευρώ, το οποίο μειώθηκε σε 700.000 ευρώ μετά από μερική παραγραφή, και τελικά, μετά από διαδικασία επανακαθορισμού της συνολικής διοικητικής κύρωσης, σε 480.000 ευρώ για τρεις πολύ σοβαρές διοικητικές παραβάσεις. Οι παρεπόμενες κυρώσεις κρίθηκαν εξαλειφθείσες, επειδή είχαν ήδη εκτελεστεί κατά μέρος στο πλαίσιο των άλλων διαδικασιών.

Σε όλα τα στάδια των τριών διαδικασιών ο προσφεύγων προέβαλε την αρχή ne bis in idem, στηριζόμενος στο άρθρο 29 § 5 του Συντάγματος, στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν τις αιτιάσεις, στηριζόμενα στην πάγια νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανώτατου Δικαστηρίου, κατά την οποία δεν υπάρχει ταυτότητα «παράβασης» όταν οι παράλληλες διαδικασίες προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσέγγιση αυτή δεν ταυτίζεται με το idem factum της νομολογίας Zolotoukhine, αλλά ότι το στοιχείο των διαφορετικών προστατευόμενων εννόμων αγαθών μπορεί να ληφθεί υπόψη στο στάδιο του bis, δηλαδή κατά την εξέταση αν οι διαδικασίες συγκροτούν ολοκληρωμένο κατασταλτικό σύστημα.

Το Τμήμα του ΕΔΔΑ, στις 08.10.2024, είχε κρίνει ομόφωνα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου. Κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης στις 17.03.2025.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Επί της «δήλωσης» της Πορτογαλίας για καθ’ ύλην αρμοδιότητα.

Το Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως το ζήτημα, μολονότι η Κυβέρνηση δεν επανέφερε τη σχετική ένσταση ενώπιον της Ευρείας Σύνθεσης, επειδή το ζήτημα άπτεται της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς του. Επικαλέστηκε τη νομολογία Blečić κατά Κροατίας [GC] και Benavent Díaz κατά Ισπανίας, σύμφωνα με την οποία ζητήματα αρμοδιότητας μπορούν και πρέπει να εξετάζονται proprio motu.

Ως προς τον χαρακτηρισμό της πορτογαλικής «δήλωσης», το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο χαρακτηρισμός μιας δήλωσης ως επιφύλαξης ή ερμηνευτικής δήλωσης δεν εξαρτάται από τον τίτλο της, αλλά από το ουσιαστικό περιεχόμενο, την πρόθεση του δηλούντος κράτους και το επιδιωκόμενο έννομο αποτέλεσμα. Βασίστηκε στη Belilos κατά Ελβετίας και στα άρθρα 2 και 21 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Απορρίπτοντας την άποψη της παρεμβαίνουσας ιταλικής Κυβέρνησης περί «υπό αίρεση ερμηνευτικής δήλωσης», έκρινε ότι η δήλωση της Πορτογαλίας απέβλεπε στον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 2 και 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και στον αποκλεισμό κάθε διαδικασίας μη χαρακτηριζόμενης ως ποινικής στο εσωτερικό δίκαιο. Επρόκειτο, συνεπώς, για επιφύλαξη κατά την έννοια του άρθρου 57 ΕΣΔΑ.

Ως προς το κύρος της επιφύλαξης, το Δικαστήριο διαπίστωσε δύο αυτοτελείς λόγους ακυρότητας. Πρώτον, η επιφύλαξη κινδύνευε να θίξει την ίδια την ουσία του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, εφόσον θα αρκούσε ο μη ποινικός χαρακτηρισμός μιας παράβασης από το εσωτερικό δίκαιο για να αποκλειστεί η εφαρμογή της διάταξης. Ήταν, ως εκ τούτου, ασυμβίβαστη με το αντικείμενο και τον σκοπό του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, το οποίο κατοχυρώνει δικαίωμα απόλυτο και μη υποκείμενο σε παρέκκλιση. Δεύτερον, η επιφύλαξη δεν συνοδευόταν από «σύντομη έκθεση του σχετικού νόμου» που ίσχυε κατά τον χρόνο επικύρωσης, κατά παράβαση του άρθρου 57 § 2 ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο παρέπεμψε ιδίως στις Belilos, Weber κατά Ελβετίας και Grande Stevens κ.α. κατά Ιταλίας. Κατέληξε ομόφωνα ότι είναι καθ’ ύλην αρμόδιο να εξετάσει την αιτίαση του προσφεύγοντος.

Επί της ουσίας. Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, η νέα προσέγγιση.

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου κατοχυρώνει δικαίωμα απόλυτο, μη επιδεχόμενο παρέκκλιση κατά το άρθρο 15 ΕΣΔΑ, και ότι απαρτίζεται από τρεις συνιστώσες: ποινικός χαρακτήρας των διαδικασιών, ταυτότητα της παράβασης (idem) και επανάληψη της δίωξης ή τιμώρησης (bis). Ενόψει της αυξανόμενης πολυπλοκότητας των εθνικών κατασταλτικών συστημάτων και του πολλαπλασιασμού ανεξάρτητων διοικητικών αρχών με κυρωτικές αρμοδιότητες, το Δικαστήριο επαναξιολόγησε τη μεθοδολογία του, επικαλούμενο τη Σύμβαση ως ζων κείμενο.

  1. i) Έννοια της «ποινικής διαδικασίας».Το Δικαστήριο διατήρησε τα τρία κριτήρια Engel, δηλαδή τον νομικό χαρακτηρισμό της παράβασης στο εσωτερικό δίκαιο, τη φύση της παράβασης και τη βαρύτητα της απειλούμενης κύρωσης. Απέρριψε την πρόταση της Κυβέρνησης και της παρεμβαίνουσας ιταλικής Κυβέρνησης να περιορίσει τα κριτήρια αυτά, επισημαίνοντας ότι η προσέγγιση αυτή συγκλίνει με τη νομολογία του ΔΕΕ, ιδίως στην υπόθεση bpost.
  2. ii) Έννοια της «παράβασης» (idem).Το Δικαστήριο δεν εγκατέλειψε το idem factum της Zolotoukhine, αλλά το αποσαφήνισε αυστηρότερα. Η προϋπόθεση idem πληρούται όταν τα πραγματικά περιστατικά που αποδίδονται στον ίδιο παραβάτη σε δύο ή περισσότερες διαδικασίες είναι ταυτόσημα. Αν τα δύο σύνολα περιστατικών δεν συμπίπτουν πλήρως από υλική ή χρονική άποψη, ή αν αποκλίνουν σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, το idem μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με τα ουσιώδη στοιχεία της παράβασης αλληλεπικαλύπτονται. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η ταυτότητα δεν κρίνεται με βάση τον νομικό χαρακτηρισμό ή το προστατευόμενο έννομο αγαθό, αλλά με βάση τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά.

iii) Κριτήρια συνδυασμού διαδικασιών (bis). Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την προσέγγιση A και B κατά Νορβηγίας: το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου δεν αποκλείει τη διεξαγωγή μεικτών ή παράλληλων διαδικασιών μέχρι το πέρας τους, εφόσον αυτές συνδέονται με επαρκώς στενό ουσιαστικό και χρονικό σύνδεσμο και συγκροτούν συνεκτικό όλο. Ωστόσο, επαναδιατύπωσε τα κριτήρια. Η σημαντικότερη μετατόπιση είναι ότι το στοιχείο των διαφορετικών προστατευόμενων εννόμων αγαθών δεν ανήκει στο στάδιο του idem, αλλά στο στάδιο του bis. Έτσι, η ύπαρξη διαφορετικών εννόμων αγαθών δεν αποκλείει την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, μπορεί όμως να δικαιολογήσει την ένταξη των παράλληλων διαδικασιών σε ολοκληρωμένο κατασταλτικό σύστημα.

Τα αναθεωρημένα κριτήρια του bis συνοψίζονται ως εξής: πρώτον, αν οι διαδικασίες αποβλέπουν στην προστασία διαφορετικών εννόμων αγαθών, δεύτερον, αν ο μικτός χαρακτήρας των διαδικασιών προβλέπεται από το εσωτερικό δίκαιο και ήταν προβλέψιμος, τρίτον, αν το εσωτερικό δίκαιο προβλέπει σαφείς και αποτελεσματικούς κανόνες για τον συντονισμό των διαδικασιών με σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και για την επιβολή συνολικής κύρωσης ανάλογης προς τη βαρύτητα των πραγματικών περιστατικών, τέταρτον, αν οι διαδικασίες διεξήχθησαν πράγματι συντονισμένα, ιδίως ώστε να μην επιβληθεί υπέρμετρο βάρος στον ενδιαφερόμενο και να μη θιγεί το δεδικασμένο προηγούμενης αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, και πέμπτον, αν υπήρχε επαρκώς στενός χρονικός σύνδεσμος, ώστε ο ενδιαφερόμενος να μην παραμείνει σε παρατεταμένη αβεβαιότητα.

Εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση

Ποινικός χαρακτήρας. Ο ποινικός χαρακτήρας της εισαγγελικής διαδικασίας ήταν προφανής. Ως προς τις διαδικασίες ενώπιον της CMVM και της BdP, το Δικαστήριο, παραπέμποντας μεταξύ άλλων στη Costa Santos και στη Grande Stevens, έκρινε ότι, μολονότι οι διαδικασίες αυτές δεν χαρακτηρίζονταν ποινικές στο εσωτερικό δίκαιο, είχαν ποινική φύση για τους σκοπούς του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου. Επιδίωκαν προληπτικούς και κατασταλτικούς σκοπούς, προϋπέθεταν διαπίστωση υπαιτιότητας και απειλούσαν κυρώσεις σημαντικής βαρύτητας. Για την CMVM, η απειλούμενη κύρωση μπορούσε να ανέλθει σε 2.500.000 ευρώ, ενώ για την BdP η απειλούμενη κύρωση ανερχόταν περίπου σε 100.000 ευρώ ανά παράβαση, με δυνατότητα επιβολής και παρεπόμενων κυρώσεων.

Idem. Τα πραγματικά περιστατικά των τριών διαδικασιών συνέπιπταν μόνον εν μέρει. Ωστόσο, ο προσφεύγων διώχθηκε, τόσο από τις ποινικές αρχές όσο και από την BdP και την CMVM, για διαβίβαση ψευδών πληροφοριών κατά την ίδια ουσιώδη περίοδο, ιδίως 2003-2007. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε ταυτότητα ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά μεταξύ της ποινικής διαδικασίας και της διαδικασίας BdP, αφενός, και μεταξύ της ποινικής διαδικασίας και της διαδικασίας CMVM, αφετέρου. Η προϋπόθεση idem factum πληρούνταν. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η προσέγγιση των εθνικών δικαστηρίων, κατά την οποία διαφορετικά έννομα αγαθά συνεπάγονται διαφορετική «παράβαση», δεν συμπίπτει με τη νομολογία Zolotoukhine.

Bis. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι τρεις διαδικασίες απέβλεπαν στην προστασία διακριτών εννόμων αγαθών. Η ποινική διαδικασία προστάτευε την εμπιστοσύνη του κοινού στην αυθεντικότητα της πληροφόρησης που καθοδηγεί τις επενδυτικές αποφάσεις. Η διαδικασία BdP προστάτευε τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και την εθνική οικονομία. Η διαδικασία CMVM προστάτευε την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα της κεφαλαιαγοράς. Ο μικτός χαρακτήρας των διαδικασιών ήταν προβλέψιμος, δεδομένων των καθηκόντων πληροφόρησης του προσφεύγοντος ως υψηλόβαθμου τραπεζικού στελέχους και των διατάξεων του RGICSF και του CVM.

Το εσωτερικό δίκαιο προέβλεπε κανόνες συντονισμού και ανταλλαγής πληροφοριών, ιδίως το άρθρο 81 RGICSF και τα άρθρα 355, 374 και 387 CVM. Προέβλεπε επίσης κανόνες σχετικούς με τη σωρευτική κύρωση και την απορρόφηση, ιδίως το άρθρο 20 RGCO, το άρθρο 208 RGICSF και το άρθρο 420 CVM, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 28/2017. Οι αρχές αντάλλαξαν τακτικά πληροφορίες, έλαβαν υπόψη η μία τα στοιχεία της άλλης και η επανάληψη ορισμένων αποδεικτικών μέσων θεωρήθηκε δικαιολογημένη από την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων υπεράσπισης του ίδιου του προσφεύγοντος.

Ως προς το δεδικασμένο, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η παύση λόγω παραγραφής δεν συνιστά «αθώωση» κατά το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου. Διευκρίνισε επίσης ότι η «απαλλαγή» από την πλαστογραφία στην ποινική διαδικασία δεν αποτελούσε γνήσια αθώωση για τους σκοπούς του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, διότι τα σχετικά πραγματικά περιστατικά δεν κρίθηκαν ανύπαρκτα, αλλά απορροφήθηκαν από την καταδίκη για χειραγώγηση αγοράς ως επιβαρυντική περίσταση. Αντίθετα, η αθώωση στην διαδικασία BdP ως προς τον όμιλο E.A. δεν ανατράπηκε, αλλά λήφθηκε υπόψη και στηρίχθηκε στις αποφάσεις της ποινικής διαδικασίας.

Ως προς την αναλογικότητα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των πράξεων και της ζημίας που μπορούσαν να προκαλέσουν στην κεφαλαιαγορά και την εθνική οικονομία, οι συνολικές κυρώσεις δεν ήταν δυσανάλογες. Ο προσφεύγων δεν υπέστη καταχρηστική, πολλώ μάλλον αυθαίρετη, καταστολή.

Χρονικός σύνδεσμος. Οι τρεις διαδικασίες κινήθηκαν σε πολύ κοντινό χρονικό σημείο, μεταξύ Δεκεμβρίου 2007 και Δεκεμβρίου 2008, και διεξήχθησαν κατά βάση παράλληλα. Μολονότι δεν περατώθηκαν ταυτόχρονα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο χρονικός σύνδεσμος ήταν επαρκής. Η διάρκεια των διαδικασιών δικαιολογήθηκε από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και από την ανάγκη επανάληψης ορισμένων αποδεικτικών πράξεων για την προστασία των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

Συμπέρασμα. Οι τρεις διαδικασίες εντάσσονταν σε ολοκληρωμένο σύστημα διαδικασιών, το οποίο απέβλεπε στην τιμώρηση διαφορετικών πτυχών των πραγματικών περιστατικών που συνδέονταν με τη διαβίβαση ψευδών πληροφοριών προς την BdP και την CMVM. Οι διαδικασίες επέτρεπαν την καταστολή των επίμαχων περιστατικών κατά τρόπο προβλέψιμο και αναλογικό, συγκροτώντας συνεκτικό σύνολο που δεν προξένησε αδικία στον προσφεύγοντα. Δεν υπήρξε, συνεπώς, επανάληψη δίωξης. Το Δικαστήριο διαπίστωσε μη παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου.

Άρθρο 13 ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτίαση του άρθρου 13 αφορούσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά και το ίδιο ζήτημα με την αιτίαση υπό το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, δηλαδή την καταγγελλόμενη προσβολή της αρχής ne bis in idem. Κατά τη νομολογία Tsaava κ.α. κατά Γεωργίας [GC], όταν δύο διατάξεις ρυθμίζουν το ίδιο ζήτημα αλλά η μία έχει ειδικότερο χαρακτήρα, το Δικαστήριο εξετάζει κατ’ αρχήν την υπόθεση υπό τη lex specialis. Επομένως, το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου απορρόφησε την αιτίαση του άρθρου 13 και δεν χρειάστηκε χωριστή εξέταση.

Διατακτικό: Το Δικαστήριο, ομόφωνα, χώρισε την προσφυγή αριθ. 2276/20 από την προσφυγή αριθ. 48047/15· ομόφωνα, έκρινε ότι είναι καθ’ ύλην αρμόδιο να εξετάσει την αιτίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου· με 15 ψήφους έναντι 2, έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου· και με 16 ψήφους έναντι 1, έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος εξέτασης του παραδεκτού και της ουσίας της αιτίασης υπό το άρθρο 13 ΕΣΔΑ. Προσαρτήθηκαν η εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη του δικαστή Pavli και η μειοψηφούσα γνώμη του δικαστή Serghides.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ

«Οι προηγηθείσες παρατηρήσεις καταδεικνύουν ότι οι τρεις επίμαχες διαδικασίες ενέπιπταν σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαδικασιών που απέβλεπε στην τιμώρηση των διαφορετικών πτυχών των επίμαχων πραγματικών περιστατικών, τα οποία αφορούσαν τη διαβίβαση ψευδών πληροφοριών προς την Τράπεζα της Πορτογαλίας και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οι εν λόγω διαδικασίες επέτρεπαν την καταστολή των επίμαχων περιστατικών, υπό τις διάφορες πτυχές τους, κατά τρόπο προβλέψιμο και αναλογικό, συγκροτώντας ένα συνεκτικό σύνολο που δεν προξένησε καμία αδικία στον προσφεύγοντα. Δεν συνιστούσαν, επομένως, επανάληψη της δίωξης» (παρ. 288).

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η δεύτερη γενιά της νομολογίας A και B κατά Νορβηγίας. Η απόφαση αποτελεί τη σημαντικότερη επαναδιατύπωση της αρχής ne bis in idem μετά την A και B κατά Νορβηγίας. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης δεν εγκαταλείπει το μοντέλο των μεικτών διαδικασιών, αλλά το συστηματοποιεί και το καθιστά αυστηρότερα ελέγξιμο. Η απόφαση δεν εισάγει απλώς νέα αρχή, αλλά αναδιατάσσει τα υφιστάμενα κριτήρια γύρω από δύο άξονες: τη διαφοροποίηση των προστατευόμενων εννόμων αγαθών και την αναλογικότητα της συνολικής κύρωσης.

Η αποσαφήνιση του idem και η μετατόπιση του εννόμου αγαθού. Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει το idem factum της Zolotoukhine, αλλά το διατυπώνει αυστηρότερα. Το κρίσιμο μεθοδολογικό εύρημα είναι διπλό: αφενός το προστατευόμενο έννομο αγαθό δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για να αποκλειστεί η ταυτότητα πραγματικών περιστατικών στο στάδιο του idem, αφετέρου μπορεί να ληφθεί υπόψη στο στάδιο του bis, δηλαδή για να εξεταστεί αν οι πολλαπλές διαδικασίες συνδέονται επαρκώς μεταξύ τους και συγκροτούν ολοκληρωμένο κατασταλτικό σύστημα.

Η αναλογικότητα της συνολικής κύρωσης ως πρωταρχικό κριτήριο. Το Δικαστήριο αναβαθμίζει το τελευταίο κριτήριο της A και B σε πρωταρχικό, ενδεχομένως καθοριστικό. Αποφασιστικό γίνεται αν υπάρχουν σαφείς, αποτελεσματικοί και συνεκτικοί εσωτερικοί κανόνες, όπως απορρόφηση, προτεραιότητα διαδικασιών, ανώτατα όρια ή μηχανισμοί συνυπολογισμού, ώστε το άθροισμα των κυρώσεων να μην επιβάλλει υπέρμετρο βάρος. Η μετατόπιση αυτή επιτρέπει την κριτική ότι η προστασία από τη διπλή δίωξη κινδυνεύει να μετατραπεί σε εκ των υστέρων έλεγχο αναλογικότητας της συνολικής τιμώρησης.

Η άκυρη επιφύλαξη και η ενίσχυση του αυτόνομου χαρακτήρα της έννοιας «ποινικό». Το σκέλος περί καθ’ ύλην αρμοδιότητας εντάσσεται στη νομολογιακή γραμμή Belilos, Gradinger και Grande Stevens, αλλά προσθέτει με ιδιαίτερη καθαρότητα τον λόγο ακυρότητας της ασυμβατότητας με το αντικείμενο και τον σκοπό της διάταξης. Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι ο ορισμός του «ποινικού» δεν επαφίεται στον εθνικό νομοθέτη. Το σημείο αυτό είναι θεσμικά ισχυρό, αλλά δεν εναρμονίζεται με το αποτέλεσμα επί της ουσίας, όπου οι ίδιες διαδικασίες, μολονότι χαρακτηρίζονται ποινικές, κρίνονται συμβατές εφόσον είναι λειτουργικά ενταγμένες σε συνεκτικό σύστημα.

Η σύγκλιση με το ΔΕΕ. Η απόφαση επιδιώκει ρητή εναρμόνιση με τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ επί του άρθρου 50 του Χάρτη, ιδίως στις υποθέσεις Menci, Garlsson Real Estate, bpost, Engie România και MSIG. Η σύγκλιση αφορά τα κριτήρια Engel, την απαίτηση ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών και την έμφαση στην αναλογικότητα της συνολικής κύρωσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το πρότυπο του Λουξεμβούργου, το οποίο λειτουργεί υπό το άρθρο 52 § 1 του Χάρτη και επιτρέπει περιορισμούς θεμελιωδών δικαιωμάτων υπό προϋποθέσεις, μπορεί να μεταφερθεί χωρίς απώλεια προστασίας σε μια διάταξη της ΕΣΔΑ που το ίδιο το ΕΔΔΑ χαρακτηρίζει απόλυτη και μη υποκείμενη σε παρέκκλιση.

Η φύση της ως αναθεωρητικής απόφασης Ευρείας Σύνθεσης. Πρόκειται για κατ’ εξοχήν νομοπαραγωγική απόφαση. Το Δικαστήριο επικαλείται τη θεωρία του «ζώντος οργάνου» για να προσαρμόσει τη μεθοδολογία του σε σύγχρονα, πολυκεντρικά κατασταλτικά συστήματα, όπου ποινικές αρχές και ανεξάρτητες διοικητικές αρχές επιβάλλουν κυρώσεις για διαφορετικές πτυχές σύνθετης οικονομικής συμπεριφοράς. Η επίκληση αυτή αμφισβητείται έντονα από τη μειοψηφία, η οποία τη θεωρεί οπισθοδρόμηση της προστασίας υπό τον μανδύα της προσαρμογής.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η απόφαση Jesus Pinhal είναι διφυής. Αφενός ισχυροποιεί την τυπική πλευρά της προστασίας, ακυρώνοντας μια επιφύλαξη που θα άφηνε ολόκληρα διοικητικά κατασταλτικά καθεστώτα εκτός ελέγχου και επιβεβαιώνοντας την αυτόνομη έννοια της ποινικής διαδικασίας. Αφετέρου, στο κρίσιμο σκέλος του bis, μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την απαγόρευση της επανάληψης της δίωξης προς τον έλεγχο της συνολικής αναλογικότητας και του λειτουργικού συντονισμού των διαδικασιών. Το ισχυρό της σημείο είναι η μεθοδολογική διαύγεια. Το αδύναμό της είναι η εγγενής ένταση μεταξύ ενός δικαιώματος που χαρακτηρίζεται απόλυτο και μη επιδεχόμενο παρέκκλισης και μιας μεθοδολογίας που, στην πράξη, επιτρέπει πολλαπλές διαδικασίες υπό όρους προβλεψιμότητας, συντονισμού και αναλογικότητας.

Από την A και B στην Jesus Pinhal: η παγίωση του ολοκληρωμένου κατασταλτικού συστήματος. Η A και B κατά Νορβηγίας καθιέρωσε το 2016 την ιδέα ότι η παράλληλη ή διαδοχική διεξαγωγή ποινικής και διοικητικής κυρωτικής διαδικασίας δεν παραβιάζει κατ’ ανάγκην το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, εφόσον οι διαδικασίες συνδέονται με επαρκώς στενό ουσιαστικό και χρονικό σύνδεσμο. Η Jesus Pinhal δεν ανατρέπει το προηγούμενο αυτό, αλλά το κωδικοποιεί και το αναπτύσσει. Η μετατόπιση του προστατευόμενου εννόμου αγαθού στο στάδιο του bis είναι νομοτεχνικά κρίσιμη: διασώζει το idem factum της Zolotoukhine, αλλά επιτρέπει στα κράτη να επικαλεστούν τη διαφοροποίηση των εννόμων αγαθών για να θεμελιώσουν τη συνοχή του πολλαπλού κατασταλτικού μηχανισμού. Πηγή: ΕΔΔΑ, Jesus Pinhal κατά Πορτογαλίας, παρ. 221-225, 230, 248-251, 266, A και B κατά Νορβηγίας [GC], παρ. 107, 122-134, Sergueï Zolotoukhine κατά Ρωσίας [GC], παρ. 82, HUDOC.

Η αυστηροποίηση του idem: πραγματική ενίσχυση ή εξισορρόπηση; Η μετάβαση από την ευρύτερη διατύπωση «τα ίδια ή κατ’ ουσίαν τα ίδια» πραγματικά περιστατικά προς την απαίτηση ταυτότητας των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών περιορίζει το πεδίο των περιπτώσεων όπου τίθεται ζήτημα ne bis in idem. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί την τριπλή ταυτότητα, ούτε επιτρέπει στο προστατευόμενο έννομο αγαθό να αποκλείει το idem. Έτσι, η απόφαση ενισχύει τη δογματική καθαρότητα του idem, αλλά ταυτόχρονα διευρύνει τη δυνατότητα νομιμοποίησης πολλαπλών διαδικασιών στο στάδιο του bis. Πηγή: ΕΔΔΑ, Jesus Pinhal, παρ. 223-226, 244-246, εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη Pavli, παρ. 6-9, HUDOC.

Η αναλογικότητα της συνολικής κύρωσης ως καθοριστικό κριτήριο και οι επιπτώσεις της. Η αναγόρευση της αναλογικότητας σε πρωταρχικό κριτήριο εγκαινιάζει έναν έλεγχο που θυμίζει περισσότερο εγγύηση κατά της υπέρμετρης συνολικής τιμωρίας παρά καθαρή απαγόρευση επανάληψης της δίωξης. Η κριτική αυτή συνδέεται με τις επιφυλάξεις που είχαν ήδη διατυπωθεί στο ενωσιακό πλαίσιο, ιδίως από τον γενικό εισαγγελέα Bobek στην υπόθεση bpost, ως προς τον κίνδυνο μετατροπής του ne bis in idem σε εκ των υστέρων έλεγχο αναλογικότητας. Η Jesus Pinhal καθιστά σαφές ότι το μέλλον του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των εθνικών μηχανισμών συντονισμού και συνυπολογισμού των κυρώσεων. Πηγή: ΕΔΔΑ, Jesus Pinhal, παρ. 234-237, 249-250, εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη Pavli, παρ. 8-9, προτάσεις γενικού εισαγγελέα Bobek, C-117/20 bpost, σημ. 109, HUDOC.

Η άκυρη επιφύλαξη: ο νέος λόγος ακυρότητας. Το Δικαστήριο προσθέτει, στο κλασικό έλλειμμα της απουσίας «σύντομης έκθεσης του νόμου», τον ουσιαστικό λόγο της ασυμβατότητας με το αντικείμενο και τον σκοπό της διάταξης. Το εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Αφενός αποκλείει στα κράτη τη δυνατότητα να περιορίζουν μονομερώς την αυτόνομη έννοια της ποινικής διαδικασίας μέσω εθνικών χαρακτηρισμών. Αφετέρου αναδεικνύει τη δογματική ένταση της απόφασης: το Δικαστήριο προστατεύει αυστηρά την πρόσβαση στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, αλλά στη συνέχεια επιτρέπει, υπό όρους, πολλαπλές κυρωτικές διαδικασίες εντός ολοκληρωμένου συστήματος. Πηγή: ΕΔΔΑ, Jesus Pinhal, παρ. 151-166, Belilos κατά Ελβετίας, παρ. 49, 55, 59, Grande Stevens κ.α. κατά Ιταλίας, παρ. 207-211, Σύμβαση της Βιέννης, άρθρα 19 στοιχ. γ΄ και 31, HUDOC.

Οι δύο μειοψηφίες: το φάσμα της αντίστασης. Η απόφαση φωτίζεται από δύο διαφορετικής έντασης μειοψηφίες. Ο δικαστής Pavli, εν μέρει μειοψηφών, δέχεται καταρχήν τη λογική του ελέγχου ολοκληρωμένων διαδικασιών, αλλά όχι την εφαρμογή της στο σύνολο της υπόθεσης. Θα διαπίστωνε παραβίαση ως προς τη σχέση μεταξύ της ποινικής διαδικασίας και της διαδικασίας CMVM, η οποία περατώθηκε τελευταία, πολύ μετά το αμετάκλητο της ποινικής καταδίκης, όχι όμως ως προς τη διαδικασία BdP. Προτείνει, εναλλακτικά, την επανεξέταση των κριτηρίων Engel, ώστε ορισμένες ήσσονος βαρύτητας διοικητικές κυρώσεις να μην ενεργοποιούν αυτομάτως το πλήρες ποινικό πλαίσιο προστασίας, με αντιστάθμισμα τις εγγυήσεις του αστικού σκέλους του άρθρου 6 ή άλλων ουσιαστικών διατάξεων, όπως το άρθρο 8 κατά τη νομολογία Denisov.

Ο δικαστής Serghides, ριζικά μειοψηφών, θεωρεί την προσέγγιση του ολοκληρωμένου συστήματος θεμελιωδώς ασύμβατη με τον απόλυτο και μη επιδεχόμενο παρέκκλισης χαρακτήρα του δικαιώματος. Κατά τη γνώμη του, η αναλογικότητα δεν έχει θέση σε απόλυτο δικαίωμα, η προβλεψιμότητα δεν νομιμοποιεί την προσβολή, τα διακριτά έννομα αγαθά είναι αδιάφορα απέναντι στο idem factum και η επίκληση του ζώντος κειμένου δεν μπορεί να δικαιολογήσει οπισθοδρόμηση στην προστασία. Θα διαπίστωνε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και θα εξέταζε το άρθρο 13. Πηγή: ΕΔΔΑ, Jesus Pinhal, εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη Pavli, παρ. 2, 11-14, 34-40, μειοψηφούσα γνώμη Serghides, παρ. 4-15, Denisov κατά Ουκρανίας [GC], HUDOC.

Η μεθοδολογική αυτοσυγκράτηση και τα όριά της. Το Δικαστήριο δεν εκδίδει πιλοτική απόφαση, ούτε επιβάλλει γενικά μέτρα κατά το άρθρο 46. Δεν υποκαθιστά τα εθνικά δικαστήρια στην οργάνωση των κατασταλτικών συστημάτων. Ωστόσο, η νέα προσέγγιση καθιστά σαφές ότι τα κράτη οφείλουν να θεσπίζουν σαφείς κανόνες συντονισμού, προτεραιότητας, απορρόφησης και συνυπολογισμού, ώστε να αποφεύγεται η κατ’ ουσίαν διπλή τιμώρηση. Η ασφαλέστερη κατεύθυνση για τα κράτη είναι είτε η διεξαγωγή ενιαίας διαδικασίας είτε η ύπαρξη αυστηρά θεσμοθετημένου συστήματος παράλληλων διαδικασιών με πραγματική αποφυγή υπέρμετρου συνολικού βάρους.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Α) A και B κατά Νορβηγίας [GC]. Η θεμελιώδης απόφαση που εισήγαγε τη διαβαθμισμένη προσέγγιση των μεικτών διαδικασιών και το κριτήριο του επαρκώς στενού ουσιαστικού και χρονικού συνδέσμου. Αποτελεί τον άμεσο νομολογιακό πρόγονο της Jesus Pinhal, η οποία την επιβεβαιώνει, αλλά τη συστηματοποιεί αυστηρότερα. Πηγή: HUDOC, A and B v. Norway [GC], αρ. 24130/11 και 29758/11, 15.11.2016, παρ. 107, 122-134.

Β) Sergueï Zolotoukhine κατά Ρωσίας [GC]. Καθιέρωσε την προσέγγιση idem factum, δηλαδή την ταυτότητα ή ουσιαστική ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού. Η Jesus Pinhal την επιβεβαιώνει, αλλά την αποσαφηνίζει αυστηρότερα, απαιτώντας ταυτότητα των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και απορρίπτοντας την τριπλή ταυτότητα. Πηγή: HUDOC, Sergueï Zolotoukhine v. Russia [GC], αρ. 14939/03, 10.02.2009, παρ. 52-53, 82-83.

Γ) Grande Stevens κ.α. κατά Ιταλίας. Ακύρωσε αντίστοιχη ιταλική δήλωση/επιφύλαξη στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου λόγω έλλειψης σύντομης έκθεσης του νόμου και εφάρμοσε την αρχή ne bis in idem σε κυρωτική διαδικασία αρχής κεφαλαιαγοράς. Είναι άμεσα συναφής με το σκέλος της καθ’ ύλην αρμοδιότητας και με τον αυτόνομο ποινικό χαρακτήρα διοικητικών κυρώσεων κεφαλαιαγοράς. Πηγή: HUDOC, Grande Stevens and Others v. Italy, αρ. 18640/10 και 4 άλλες, 04.03.2014, παρ. 207-211.

Δ) Belilos κατά Ελβετίας. Καθιέρωσε ότι ο χαρακτηρισμός δήλωσης ως επιφύλαξης ή ερμηνευτικής δήλωσης κρίνεται από το ουσιαστικό περιεχόμενο και ότι η σύντομη έκθεση του νόμου αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση εγκυρότητας. Θεμέλιο της συλλογιστικής της Jesus Pinhal επί της πορτογαλικής επιφύλαξης. Πηγή: HUDOC, Belilos v. Switzerland, αρ. 10328/83, 29.04.1988, παρ. 49, 55, 59.

Ε) Mihalache κατά Ρουμανίας [GC]. Αποσαφήνισε την έννοια της αμετάκλητης αθώωσης ή καταδίκης και τη σχέση ασφάλειας δικαίου, δεδικασμένου και ne bis in idem. Στην Jesus Pinhal χρησιμοποιείται ως βασικό σημείο αναφοράς για τη διάκριση μεταξύ γνήσιας αθώωσης, παύσης λόγω παραγραφής και απόφασης που δεν αποκλείει τη συνέχιση ολοκληρωμένου συστήματος διαδικασιών. Πηγή: HUDOC, Mihalache v. Romania [GC], αρ. 54012/10, 08.07.2019, παρ. 47-49, 97, 116.

ΣΤ) Kapetanios κ.α. κατά Ελλάδας και Sismanidis και Sitaridis κατά Ελλάδας. Ελληνικές υποθέσεις όπου η συνέχιση διοικητικών κυρωτικών διαδικασιών μετά από ποινικές αθωώσεις κρίθηκε αντίθετη στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου. Λειτουργούν ως σημαντικό αντιπαράδειγμα σε σχέση με τη Jesus Pinhal. Η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι στην Jesus Pinhal το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι δεν ανατράπηκε γνήσια προηγούμενη αθώωση και ότι οι διαδικασίες εντάσσονταν σε πραγματικά συντονισμένο σύστημα. Πηγή: HUDOC, Kapetanios and Others v. Greece, αρ. 3453/12 κ.ά., 30.04.2015, παρ. 65-74, Sismanidis and Sitaridis v. Greece, αρ. 66602/09 και 71879/12, 09.06.2016.

Ζ) C.Y. κατά Βελγίου. Μεταγενέστερη της A και B εφαρμογή, όπου η συνέχιση διοικητικής διαδικασίας μετά από ποινική αθώωση κρίθηκε συμβατή με το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, λόγω επαρκούς ουσιαστικού συνδέσμου και συνεκτίμησης του λόγου της αθώωσης. Δείχνει τη σημασία που αποδίδει πλέον το Δικαστήριο όχι απλά στην ύπαρξη αθώωσης, αλλά στο αν η μεταγενέστερη διαδικασία θίγει ή ανατρέπει το δεδικασμένο της. Πηγή: HUDOC, C.Y. v. Belgium, αρ. 19961/17, 14.11.2023, παρ. 60-69.

Η) Νομολογία ΔΕΕ. Οι αποφάσεις Menci, Garlsson Real Estate, bpost, Engie România και MSIG αποτελούν κεντρικό συγκριτικό πλαίσιο της Jesus Pinhal. Το ΕΔΔΑ χρησιμοποιεί τη νομολογία του ΔΕΕ για να ενισχύσει τη σύγκλιση ως προς τα κριτήρια Engel, την απαίτηση ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών και την αναλογικότητα της συνολικής κύρωσης. Η σύγκλιση αυτή είναι θεσμικά σημαντική, αλλά δεν είναι δογματικά άνευ κινδύνου, διότι το άρθρο 50 του Χάρτη λειτουργεί υπό το άρθρο 52 § 1 του Χάρτη, ενώ το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου παρουσιάζεται από το ΕΔΔΑ ως απόλυτο δικαίωμα. Πηγή: ΔΕΕ, Menci, C-524/15, Garlsson Real Estate, C-537/16, bpost, C-117/20, Engie România, C-205/23, MSIG, C-802/23, ΕΔΔΑ, Jesus Pinhal, παρ. 218, 226, 235.

Θ) Συγκριτικό πλαίσιο εκτός ΕΔΔΑ. Σε επίπεδο συγκριτικής αναφοράς και μόνον, χωρίς τα ακόλουθα να αποτελούν βάση της κρίσης του ΕΔΔΑ, το άρθρο 14 § 7 του ΔΣΑΠΔ κατοχυρώνει την αρχή ne bis in idem, όπως ερμηνεύεται από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32, με έμφαση στην απαγόρευση νέας δίκης για αδίκημα για το οποίο έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, κατά κανόνα εντός της ίδιας δικαιοδοσίας. Στο Διαμερικανικό σύστημα, το άρθρο 8 § 4 της Αμερικανικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προστατεύει από νέα δίκη μετά από αθώωση για την ίδια αιτία, ενώ η απόφαση Loayza Tamayo κατά Περού ανέδειξε τη σημασία της ουσιαστικής ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών όταν στρατιωτική και πολιτική δικαιοδοσία δικάζουν την ίδια συμπεριφορά με διαφορετικό νομικό ένδυμα. Πηγή: ΟΗΕ, ΔΣΑΠΔ άρθρο 14 § 7 και UN HRC General Comment No. 32, 2007, Αμερικανική Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρο 8 § 4, IACtHR, Loayza Tamayo v. Peru, 17.09.1997.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:

A and B v. Norway [GC], 15.11.2016, nos. 24130/11 και 29758/11, Sergueï Zolotoukhine v. Russia [GC], 10.02.2009, no. 14939/03, Grande Stevens and Others v. Italy, 04.03.2014, nos. 18640/10 κ.ά., Mihalache v. Romania [GC], 08.07.2019, no. 54012/10, Kapetanios and Others v. Greece, 30.04.2015, nos. 3453/12 κ.ά., Sismanidis and Sitaridis v. Greece, 09.06.2016, nos. 66602/09 και 71879/12, C.Y. v. Belgium, 14.11.2023, no. 19961/17, Velkov v. Bulgaria, 21.07.2020, no. 34503/10, Smoković v. Croatia, 12.11.2019, no. 57849/12, Galović v. Croatia, Nilsson v. Sweden (déc.), 13.12.2005, no. 73661/01, Belilos v. Switzerland, 29.04.1988, no. 10328/83, Engel and Others v. the Netherlands, 08.06.1976, no. 5100/71 κ.ά., Jussila v. Finland [GC], no. 73053/01, Denisov v. Ukraine [GC], 25.09.2018, no. 76639/11, Tsaava and Others v. Georgia [GC], 11.12.2025, nos. 13186/20 κ.ά., Blečić v. Croatia [GC], no. 59532/00, Benavent Díaz v. Spain (déc.), no. 46479/10.

Πηγή :echrcaselaw.com

To Top