ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 534/2026 Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο – Υποχρέωση ειδικής αιτιολογίας για τον συνυπολογισμό οφειλών του άρθρου 66 ΚΦΔ

Αριθμός 534/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό-Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου, Παναγιώτη Φιλόπουλο και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Κ. Μ. του Κ. , κατοίκου … , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κουράκο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 597/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 5-12-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 5-12-2025 αίτηση του Κ. Μ. του Κ. , για αναίρεση της υπ’ αριθ. 597/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β’ ΠΚ, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του, στη γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Χανίων [άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 18-11-2025 και η δήλωση έγινε στις 5-12-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα έννομο συμφέρον προς τούτο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 466 παρ. 1, 504, 505 παρ. 1 α’, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2-4 του Ν. 2948/2001, 34 του Ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, 29 του Ν. 4321/2015 και 8 του Ν. 4337/2015, <<1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α] Ενός [1] τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων [100.000] ευρώ, β] Τριών [3] τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων [200.000] ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων …>>.

Κατά τη σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. , ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μια πράξη, την μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον, ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και μάλιστα με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης αυτών. Με τη ρύθμιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού θεμελιώνεται πλέον ποινική ευθύνη στην περίπτωση, κατά την οποία το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο, ήδη το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων [100.000] ευρώ ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των διακοσίων χιλιάδων [200.000] ευρώ, χωρίς, όμως, τη συνδρομή του στοιχείου της καθ’ έξη ή κατ’ επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή, που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι’ αυτό γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα [ΑΠ 1124/2025, ΑΠ 1012/2021].

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, <<2. Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α] Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, στους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται παραπάνω … 3. Για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή …>>. Με τις ανωτέρω διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, προσδιορίζονται τα φυσικά πρόσωπα των ανωνύμων και των λοιπών εταιρειών, συνεταιρισμών, κοινοπραξιών, κοινωνιών, αστικών εταιρειών, συμμετοχικών ή αφανών εταιρειών που ασκού επιχείρηση, αλλοδαπών επιχειρήσεων γενικά, κάθε είδους αλλοδαπών οργανισμών, καθώς και άλλων νομικών προσώπων και οντοτήτων, τα οποία υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τον χρόνο που είχαν την ιδιότητα που αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1882/1990, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κοινωνικό πρόβλημα της φορο-υπερημερίας, που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές, που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα στην εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείριση των υποθέσεών τους με συνέπεια να επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιότητα του υποχρέου για την καταβολή των χρεών και υπέχοντος προς τούτο ποινική ευθύνη [ολΑΠ 1/2023, ΑΠ 184/2024]. Τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι: α] η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, από οποιαδήποτε αιτία, β] η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ] το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος [πρόθεση] με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας [άμεσος ή υπερχειλής δόλος]. Έτσι, κρίσιμα στοιχεία θεμελίωσης του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α] Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β] το ύψος του χρέους, γ] ο τρόπος πληρωμής του, δ] ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ] η μη πληρωμή, του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο κατά τον οποίο αυτός έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης [ΑΠ 936/2024]. Τέλος, με το άρθρο 469 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, ορίζεται ότι <<Μετά το εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, προστίθεται εδάφιο γ’ [όπως αυτό, ακολούθως τροποποιήθηκε με το άρθρο 61 Ν. 5090/2024, με το οποίο απαλείφθηκαν από το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 οι λέξεις <<τα χρέη που προέρχονται από την μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις καθώς και>>] ως εξής: << Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις>>. Με τη διάταξη αυτή του νέου Ποινικού Κώδικα ρυθμίζεται, με τον αναφερόμενο σ’ αυτή τρόπο, το προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη φορολογική διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται ότι στις [νέες] αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν [μετά την εξαίρεση των χρεών που προέρχονται από τη μη εκτέλεση αμιγώς χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις] χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013 [ΚΦΔ], μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ, ερμηνευόμενη τελολογικά και γραμματικά επιβάλλει να δεχθούμε ότι αυτή δεν εκτείνεται οριζόντια, καταλαμβάνοντας και εξαιρώντας όλες τις περιπτώσεις χρεών που προκύπτουν από πράξεις φοροδιαφυγής στα διάφορα είδη φόρων που μνημονεύονται στο άρθρο 66 ΚΦΔ, ανεξαρτήτως δηλαδή του εκάστοτε ποσού διαφυγόντος φόρου και του εάν το ποσό αυτό είναι κατώτερο του ελαχίστου ορίου θεμελίωσης του αξιοποίνου, αλλά μόνο όσα εξ αυτών, προέρχονται από πράξη που πληροί όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 66 ΚΦΔ, είναι δηλαδή αξιόποινη και αυτοτελώς με βάση το άρθρο 66, καθόσον δεν υπάρχει τυποποίηση αδικήματος εάν η πράξη που περιγράφεται σε αυτό δεν συνεπάγεται επιβολή ποινής.

Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων, η διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ, ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη για τον προσδιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη χρεών προς το Δημόσιο, εφαρμόζεται μόνο όταν τα περιλαμβανόμενα στον αντίστοιχο πίνακα χρέη αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα, που τυποποιείται στις διατάξεις του άρθρου 66 του ήδη ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022 <<Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας>>, προηγουμένως δε τυποποιούνταν στις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 <<Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις>>, όπως προστέθηκε και αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, που καταργήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022, τούτο δε προϋποθέτει αφενός μεν να στοιχειοθετείται ως φορολογικό αδίκημα, αφετέρου δε να υπερβαίνει το οριζόμενο στο ανωτέρω άρθρο 66 του Ν. 4987/2022 ποσό για τη θεμελίωση του αξιοποίνου [ολΑΠ 1/2023, ΑΠ 141/2025, ΑΠ 1502/2024, ΑΠ 1303/2024]. Σημειωτέον δε ότι, τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται ως προς την ουσία τους μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 469 ΠΚ με το άρθρο 136 περ. α’ του Ν. 5090/2024, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 43 του Ν. 5108/2024, ενόψει του ότι, τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 469 ΠΚ προβλέπονται πλέον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από το εδ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 [ΑΠ 1502/2024].

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη [ολΑΠ 1/2005].

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [Ε.Σ.Δ.Α.] , που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη τυπική ισχύ, έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι ή Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων, που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ η παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 Α’ και 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 αρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική ανάπτυξή τους, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Τέλος, λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης [ολΑΠ 1/2020, ΑΠ 810/2024].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που προσδιορίζονται κατά το είδος τους σ’ αυτήν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: <<… κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας με την επωνυμία <<ΛΑΣΗΘΙΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>>, δεν προέβη, ως όφειλε, στην καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο τα οποία είχαν βεβαιωθεί από τη Δ.Ο.Υ. Χανίων όπως αναλυτικά εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που περιλαμβάνει τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος φόρου, την ανάλυση του ποσού, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης και το οποίο συνολικά, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, ανέρχεται στο ποσό των εκατόν εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τριών ευρώ και τεσσάρων λεπτών [174.983,04 Ευρώ], όπως αναλυτικά εμφανίζονται στον υπ’ αριθ. …/2019 πίνακα χρεών που περιλαμβάνει τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος φόρου, την ανάλυση του ποσού, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι την ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας ασκούσε πάντα η μητρική εταιρεία ΑΝΕΚ και ότι ο ρόλος του ήταν <<διακοσμητικός>>, καθόσον ο ίδιος δεν είχε στην πραγματικότητα καμία ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η μη καταβολή των βεβαιωμένων οφειλών της εταιρείας ΛΑΝΕ οφείλεται στην μη επισκευάσιμη ζημιά που υπέστη στον στροφαλοφόρο άξονα το πλοίο <<…>> τον Ιούνιο του 2017, με αποτέλεσμα τη διακοπή των δρομολογίων του, την έκπτωση τςη εταιρείας από τη γραμμή, την κατάπτωση της σχετικής εγγυητικής και τελικά την πτώχευση της εταιρείας, καθώς το πλοίο αποτελούσε το μοναδικό πλοίο της εταιρείας, χωρίς το οποίο η εταιρεία δεν μπορούσε να ασκήσει την μοναδική της δραστηριότητα δηλαδή τη διενέργεια πλόων για τη μεταφορά επιβατών και οχημάτων. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας ΛΑΝΕ από το 2006 έως και το 2023, όταν και πτώχευσε η άνω εταιρεία, η οποία ως θυγατρική της εταιρεία ΑΝΕΚ ελεγχόταν μεν από την λεγόμενη μητρική εταιρεία, ωστόσο λειτουργούσε ως ξεχωριστή νομική οντότητα και φορολογούνταν αυτοτελώς. Επιπλέον, από τον επίδικο πίνακα χρεών προκύπτει ότι υπάρχουν οφειλές της εταιρείας προς τη Δ.Ο.Υ. όχι μόνο από το έτος 2017 και εντεύθεν , λόγω της ζημίας που υπέστη το μοναδικό πλοίο της εταιρείας με το όνομα <<…>>, αλλά και κατά τα οικονομικά έτη 2013, 2014, 2015 και 2016. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιοποίνου πράξεως, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β’ ΠΚ, διότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η εταιρεία, της οποίας μοναδική πηγή εσόδων αποτελούσε το επιδοτούμενο δρομολόγιο που εκτελούσε το μοναδικό της πλοίο με το όνομα <<…>>, η γραμμή όμως αυτή ήταν ζημιογόνα λόγω μικρής επιβατικής κίνησης …>>. Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β’ ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: << Στα Χανιά, στις 28-9-2018, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες [Δ.Ο.Υ.] και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε ποσό από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών [19-4-2019], υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ως Πρόεδρος Δ.Σ. της εταιρείας με την επωνυμία <<ΛΑΣΗΘΙΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>>, δεν προέβη, ως όφειλε, στην καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο τα οποία έχουν βεβαιωθεί απόν τη Δ.Ο.Υ. Χανίων όπως αναλυτικά εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που περιλαμβάνει τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος φόρου, την ανάλυση του ποσού, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης και το οποίο συνολικά, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, ανέρχεται στο ποσό των εκατόν εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και τεσσάρων λεπτών [174.983,04 Ευρώ], όπως αναλυτικά εμφανίζονται στον υπ’ αριθ. …/2019 πίνακα χρεών που περιλαμβάνει τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος φόρου, την ανάλυση του ποσού, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης και έχει ως εξής:
Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί μη συνυπολογισμού των αναφερομένων χρεών, συνολικού ποσού [143.686,51] ευρώ στο αδίκημα του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, ως αφορώντα μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων και υπαγόμενα στην παράβαση του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 [Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας] και ότι εκ του λόγου αυτού δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της ένδικης αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, αφού το εναπομένον ποσό, μετά την αφαίρεση των ανωτέρω χρεών, βρίσκεται κάτω από το όριο των [100.000] ευρώ, που ορίζεται από την παρ. 1 α’ του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, τον οποίο [ισχυρισμό] απέρριψε σιωπηρά. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται ότι τα αναφερόμενα επίμαχα χρέη δεν προέρχονται από αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ και, συνεπώς, αυτά συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του αναιρεσείοντος, γεγονός που αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990. Συγκεκριμένα δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α] ότι τα ποσά που περιλαμβάνονται στον οικείο πίνακα χρεών, δεν υπάγονται κατ’ αρχήν, λόγω ποσού, στη νομοτυπική μορφή των αδικημάτων του άρθρου 66 του ΚΦΔ, ήτοι ότι τα χρέη δεν υπερβαίνουν το ποσό των [100.000] ευρώ ανά διαχειριστικό έτος, και δη ότι δεν προέρχονται από αδίκημα φοροδιαφυγής, αλλά πρόκειται για απλή φοροϋπερημερία, το δε συνολικό χρέος υπερβαίνει τις [100.000] ευρώ, β] ότι τα ποσά του πίνακα χρεών προέρχονται από μη καταβολή φόρων που προέκυψαν με βάση τα στοιχεία αντίστοιχων δηλώσεων που ο κατηγορούμενος, υπό την παραπάνω ιδιότητά του είχε υποβάλλει στην οικεία Δ.Ο.Υ. , γ] ότι τα ως άνω επικαλούμενα του αναιρεσείοντος δεν προέκυψαν μετά από σχετικό φορολογικό έλεγχο, ώστε να τυποποιείται το αδίκημα της φοροδιαφυγής, κατ’ άρθρο 66 του ΚΦΔ, με επακόλουθο οι ένδικες περιπτώσεις χρεών να μην υπάγονται στη ρύθμιση του εδαφίου γ’ της πρώτης παραγράφου του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και δ] ότι νομίμως συμπεριλαμβάνονται και συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του αναιρεσείοντος για το ένδικο αδίκημα του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, διότι ελλείπει για τα χρέη αυτά, ο εκ μέρους αυτού [αναιρεσείοντος] ειδικός σκοπός της οριστικής αποφυγής πληρωμής των εν λόγω φόρων, καθόσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν οφειλές φόρων που βεβαιώθηκαν με ειλικρινή δήλωση του φορολογουμένου – κατηγορούμενου και ακολούθησε αδυναμία καταβολής των ποσών αυτών [ολΑΠ 1/2023, ΑΠ 1124/2025]. Επομένως, οι δύο λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ αντίστοιχα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι τα αναφερόμενα χρέη συνολικού ποσού [142.686,51] ευρώ υπάγονται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ένδικου αδικήματος, αφού το εναπομείναν ποσό, μετά την αφαίρεση των εν λόγω χρεών, βρίσκεται κάτω από το όριο των [100.000] ευρώ, [άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990], είναι βάσιμοι.

Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης, ως προς το ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς αιτιολογία το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί ανυπαίτιας αδυναμίας καταβολής των ένδικων χρεών προς το Δημόσιο, λόγω βλάβης του πλοίου <<…>> και ότι θα έπρεπε για το λόγο αυτό να κηρυχθεί αθώος, είναι αβάσιμες, αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε ο ως άνω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, ενώ στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εκ του λόγου αυτού οικονομικές δυσχέρειες της πλοιοκτήτριας εταιρείας ΛΑΝΕ, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος του Δ.Σ. ήταν ο αναιρεσείων, κατά τον επίδικο χρόνο, προέβη στην αναγνώριση στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 β’ ΠΚ.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, και συνεπώς δεν συνιστούν παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που της εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν [άρθρο 519 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 597/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή : areiospagos.gr

To Top