ΔΕΕ 722/23 και C‑91/24 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και Θεμελιώδη Δικαιώματα – Κίνδυνος Απάνθρωπης Μεταχείρισης

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

« Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Άρθρο 1, παράγραφος 3 – Λόγος άρνησης εκτέλεσης – Κίνδυνος να υποβληθεί ο εκζητούμενος σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση απαγορευόμενη από το άρθρο 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 4, σημείο 6 – Λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης – Δέσμευση του κράτους μέλους εκτέλεσης να εκτελέσει την ποινή σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο – Απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ – Αμοιβαία αναγνώριση σε ποινικές αποφάσεις – Άρθρο 4, παράγραφος 5 – Αίτηση του κράτους μέλους εκτέλεσης προς το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος να του διαβιβάσει τη δικαστική απόφαση με την οποία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης προς τον σκοπό της εκτέλεσής της στο έδαφός του »

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑722/23 [Rugu] i και C‑91/24 [Aucroix] (i),

με αντικείμενο δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βέλγιο) με αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2023 και της 31ης Ιανουαρίου 2024, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 28 Νοεμβρίου 2023 και στις 6 Φεβρουαρίου 2024 αντιστοίχως, στο πλαίσιο των διαδικασιών σχετικά με την εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν κατά των

AR (C‑722/23),

παρισταμένων των:

Procureur général,

και

Procureur général près la cour d’appel de Mons (C‑91/24)

κατά

HL,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, F. Biltgen, K. Jürimäe (εισηγήτρια), M. L. Arastey Sahún, I. Ziemele, J. Passer και O. Spineanu-Matei, προέδρους τμήματος, S. Rodin, Δ. Γρατσία, M. Gavalec, Z. Csehi και N. Fenger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος

γραμματέας: M. Siekierzyńska, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Μαρτίου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο AR, εκπροσωπούμενος από τον O. Martins, avocat,

–        η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Jacobs, C. Pochet και M. Van Regemorter,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Bénard και την B. Dourthe,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Besselink και M. K. Bulterman,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

–        η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Chicu και E. Gane,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την F. Blanc, τον H. Leupold και την J. Vondung,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, και του άρθρου 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584).

2        Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της εκτέλεσης, στο Βέλγιο, δύο ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης τα οποία εκδόθηκαν, το μεν πρώτο από τις ρουμανικές αρχές, την 1η Αυγούστου 2023, κατά του AR, Ρουμάνου υπηκόου που κατοικεί στο Βέλγιο, προς τον σκοπό της εκτέλεσης, στη Ρουμανία, ποινής φυλάκισης τεσσάρων ετών για εμπορία ανθρώπων (υπόθεση C‑722/23), το δε δεύτερο από τις ελληνικές αρχές, στις 9 Μαρτίου 2016, κατά του HL, Βέλγου υπηκόου, προς τον σκοπό της εκτέλεσης, στην Ελλάδα, ποινής φυλάκισης πέντε ετών (υπόθεση C‑91/24) (στο εξής, από κοινού: επίμαχα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης).

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584

3        Το άρθρο 1 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμός και υποχρέωση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι [απόφαση δικαστικής αρχής] η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

2.      Τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.

3.      H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΣΕΕ].»

4        Το άρθρο 4 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», προβλέπει τα εξής:

«Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης:

[…]

6)      εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, όταν ο καταζητούμενος διαμένει στο κράτος μέλος εκτέλεσης, είναι υπήκοος ή κάτοικός του και αυτό το κράτος δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο·

[…]».

 Η απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ

5        Το άρθρο 3 της απόφασης-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2008, L 327, σ. 27), το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός και πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Σκοπός της παρούσας απόφασης-πλαίσιο είναι η θέσπιση των κανόνων σύμφωνα με τους οποίους ένα κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου, αναγνωρίζει καταδικαστική απόφαση και εκτελεί την ποινή.»

6        Το άρθρο 4 της ως άνω απόφασης-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Κριτήρια για τη διαβίβαση καταδικαστικής απόφασης και πιστοποιητικού σε άλλο κράτος μέλος», έχει ως εξής:

«1.      Εφόσον ο κατάδικος ευρίσκεται στο κράτος έκδοσης ή στο κράτος εκτέλεσης και εφόσον έχει δώσει τη συναίνεσή του όπου απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο [6], μια καταδικαστική απόφαση, συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό, τυποποιημένο έντυπο του οποίου περιέχεται στο παράρτημα Ι, […] μπορεί να διαβιβασθεί σε ένα από τα εξής κράτη μέλη:

α)      στο κράτος μέλος της εθνικότητας του καταδίκου στο οποίο ζει· ή

β)      στο κράτος μέλος της εθνικότητας του καταδίκου, προς το οποίο, μολονότι δεν είναι το κράτος μέλος στο οποίο ζει, ο κατάδικος θα μεταχθεί μετά την απαλλαγή του από την εκτέλεση της ποινής […]· ή

γ)      οποιοδήποτε κράτος μέλος πέραν του κράτους που αναφέρεται στα στοιχεία α) ή β), του οποίου η αρμόδια αρχή συναινεί προς τη διαβίβαση της απόφασης και του πιστοποιητικού προς το εν λόγω κράτος μέλος.

2.      Η διαβίβαση της απόφασης και του πιστοποιητικού μπορεί να πραγματοποιηθεί εφόσον η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, εν ανάγκη κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών έκδοσης και εκτέλεσης, πεισθεί ότι η εκτέλεση της ποινής από το κράτος εκτέλεσης διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη του καταδίκου.

3.      Η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, πριν διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση και το πιστοποιητικό, μπορεί να διαβουλευθεί, με κάθε πρόσφορο μέσο, με την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης. Η διαβούλευση είναι υποχρεωτική στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ). Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως το κράτος έκδοσης για την απόφασή της εάν θα συναινέσει ή όχι στη διαβίβαση της απόφασης.

[…]

5.      Το κράτος εκτέλεσης δύναται με δική του πρωτοβουλία να ζητήσει από το κράτος έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό. […] Οι αιτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο δεν γεννούν υποχρέωση του κράτους έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό.

[…]»

7        Το άρθρο 6 της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γνώμη και ενημέρωση του καταδίκου», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η καταδικαστική απόφαση μπορεί να διαβιβασθεί μαζί με το πιστοποιητικό στο κράτος εκτέλεσης, για τους σκοπούς της αναγνώρισής της καθώς και της εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής, μόνο με τη συναίνεση του καταδίκου σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης.

2.      Η συναίνεση του καταδίκου δεν απαιτείται εφόσον η καταδικαστική απόφαση διαβιβάζεται μαζί με το πιστοποιητικό:

α)      στο κράτος μέλος της εθνικότητας του ή της καταδίκου στο οποίο ζει·

[…]

γ)      στο κράτος μέλος στο οποίο ο κατάδικος έχει διαφύγει ή επιστρέψει κατ’ άλλον τρόπο λόγω της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμούσε κατ’ αυτού στο κράτος έκδοσης ή μετά την καταδίκη του στο κράτος αυτό.»

8        Το άρθρο 25 της ίδιας απόφασης-πλαισίου, το οποίο επιγράφεται «Εκτέλεση ποινών βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης», ορίζει τα ακόλουθα:

«Με την επιφύλαξη της απόφασης-πλαίσιο [2002/584], οι διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, στο μέτρο που συνάδουν με τις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης-πλαίσιο, στην εκτέλεση όταν ένα κράτος μέλος αναλαμβάνει να εκτελέσει την ποινή σε περιπτώσεις του άρθρου 4 παράγραφος 6 της απόφασης-πλαίσιο [2002/584] ή εάν, ενεργώντας βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 3 της απόφασης-πλαίσιο [2002/584], έχει επιβάλει τον όρο ότι ο κατάδικος πρέπει να επιστρέψει στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να εκτίσει την ποινή, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ατιμωρησία του.»

9        Το άρθρο 26 της απόφασης-πλαισίου 2008/909, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σχέση με άλλες συμφωνίες και διακανονισμούς», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Χωρίς να θίγεται η εφαρμογή τους μεταξύ κρατών μελών και τρίτων κρατών και η μεταβατική τους εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 28, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο, από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, θα αντικαταστήσει τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη:

–        της [ευρωπαϊκής σύμβασης για τη μεταφορά καταδίκων (Σειρά Ευρωπαϊκών Συνθηκών αριθ. 112), η οποία υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 21 Μαρτίου 1983,] και του πρόσθετου πρωτοκόλλου της σύμβασης αυτής της 18ης Δεκεμβρίου 1997,

–        της ευρωπαϊκής σύμβασης για τη διεθνή ισχύ των ποινικών αποφάσεων[, η οποία υπεγράφη στη Χάγη στις 28 Μαΐου 1970],

–        του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο 5 της σύμβασης [εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19), η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990 και τέθηκε σε εφαρμογή στις 26 Μαρτίου 1995],

–        της ευρωπαϊκής σύμβασης ανάμεσα στα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την εκτέλεση αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων[, η οποία υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 13 Νοεμβρίου 1991].»

 Το βελγικό δίκαιο

10      Το άρθρο 4 του loi relative au mandat d’arrêt européen (νόμου περί του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης), της 19ης Δεκεμβρίου 2003 (Moniteur belge της 22ας Δεκεμβρίου 2003, σ. 60075, στο εξής: νόμος της 19ης Δεκεμβρίου 2003), ορίζει τα εξής:

«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν εκτελείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

[…]

5°      εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 [ΣΕΕ].»

11      Το άρθρο 6 του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003 προβλέπει τα ακόλουθα:

«Μπορεί να χωρήσει άρνηση εκτέλεσης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

[…]

4°      εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, όταν το πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα είναι Βέλγος υπήκοος ή κάτοικος Βελγίου και οι αρμόδιες βελγικές αρχές δεσμεύονται να εκτελέσουν την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία·

[…]».

 Οι διαφορές των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Η υπόθεση C722/23

12      Την 1η Αυγούστου 2023, οι ρουμανικές δικαστικές αρχές εξέδωσαν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εις βάρος του AR, Ρουμάνου υπηκόου ο οποίος κατοικεί στο Βέλγιο, προς τον σκοπό της εκτέλεσης, στη Ρουμανία, ποινής φυλάκισης τεσσάρων ετών για εμπορία ανθρώπων.

13      Με διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου 2023, το chambre du conseil du tribunal de première instance francophone de Bruxelles (δικαστικό συμβούλιο του γαλλόφωνου πλημμελειοδικείου Βρυξελλών, Βέλγιο) αρνήθηκε την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, βάσει του άρθρου 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, με την αιτιολογία ότι, λόγω των συνθηκών κράτησης που επικρατούν στη Ρουμανία, ο AR θα εκτίθετο στον κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του που προβλέπονται στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).

14      Η εισαγγελική αρχή άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω διάταξης ενώπιον του chambre des mises en accusation de la cour d’appel de Bruxelles (δικαστικού συμβουλίου του εφετείου Βρυξελλών, Βέλγιο). Με απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 2023, το εν λόγω δικαστικό συμβούλιο επικύρωσε μεν την εκδοθείσα διάταξη, πλην όμως έκρινε, επιπλέον, ότι η ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών «θα μπορεί να εκτελεστεί στο Βέλγιο», σύμφωνα με το άρθρο 6, σημείο 4, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, καθόσον ο κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του AR αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της επιβληθείσας στη Ρουμανία ποινής και δεν επηρεάζει, επομένως, τη διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη του ενδιαφερομένου στο εν λόγω κράτος μέλος ή την καταδίκη αυτή καθεαυτήν.

15      Ο AR άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης ενώπιον του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Βέλγιο), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ο AR υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστικό όργανο, αφού διαπίστωσε την εφαρμογή λόγου υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθόσον συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, δεν μπορούσε να εφαρμόσει τα αποτελέσματα λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης, και να διατάξει την εκτέλεση, στο Βέλγιο, της ποινής φυλάκισης που του είχε επιβληθεί στη Ρουμανία.

16      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το άρθρο 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, το οποίο μετέφερε την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 στη βελγική έννομη τάξη, προβλέπει την υποχρεωτική άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εκτέλεσή του θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 ΣΕΕ.

17      Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής εκδόσεως) (C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU, EU:C:2020:1033), προκειμένου να διαπιστώσει ότι ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση της ατιμωρησίας εκζητουμένου ο οποίος ευρίσκεται εντός επικράτειας διαφορετικής από εκείνη στην οποία φέρεται να τέλεσε αξιόποινη πράξη.

18      Κατά το αιτούν δικαστήριο, από την απόφαση της 29ης Ιουνίου 2017, Popławski (C‑579/15, EU:C:2017:503), προκύπτει ότι αυτό υποχρεούται, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό ερμηνευτικές μεθόδους, να ερμηνεύει, στο μέτρο του δυνατού, τις επίμαχες εθνικές διατάξεις υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προμνησθείσα απόφαση, η εν λόγω υποχρέωση συνεπαγόταν ότι, σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος για την εκτέλεση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης που καταδικάζει τον εκζητούμενο σε στερητική της ελευθερίας ποινή, οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης είχαν την υποχρέωση να διασφαλίσουν οι ίδιες την πραγματική εκτέλεση της ποινής που είχε επιβληθεί στο εν λόγω πρόσωπο.

19      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, σημείο 4, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, το οποίο μετέφερε στο βελγικό δίκαιο τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, μπορεί να χωρήσει άρνηση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εάν αυτό έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής, όταν ο εκζητούμενος είναι Βέλγος υπήκοος ή κάτοικος Βελγίου και οι αρμόδιες βελγικές αρχές δεσμεύονται να εκτελέσουν την ποινή σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία.

20      Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν, σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κατ’ εφαρμογήν του λόγου υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που μνημονεύθηκε στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εκζητουμένου ο οποίος κατοικεί σε αυτό, δύνανται να διατάξουν την εκτέλεση, στο εν λόγω κράτος μέλος, της ποινής φυλάκισης η οποία έχει επιβληθεί στο πρόσωπο αυτό στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και η οποία αποτελεί το αντικείμενο του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

21      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Εάν τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχουν διαπιστώσει ότι, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητουμένου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, συντρέχει κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου αυτού, που συνδέεται με την εκτέλεση της αλλοδαπής ποινής, με αποτέλεσμα να πρέπει να αρνηθούν την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, επιτρέπει το άρθρο 4[, σημείο 6,] της [απόφασης‑πλαισίου 2002/584] στα ως άνω δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης, τα οποία διαπιστώνουν ότι ο εκζητούμενος είναι κάτοικος του κράτους εκτέλεσης, να αποφασίσουν εν συνεχεία ότι, σύμφωνα με τη διάταξη που μεταφέρει το άρθρο 4[, σημείο 6,] της [εν λόγω] απόφασης‑πλαισίου στην εθνική έννομη τάξη, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, την οποία αφορά το ένταλμα αυτό, πρέπει να εκτελεσθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης;»

 Η υπόθεση C91/24

22      Στις 9 Μαρτίου 2016, οι ελληνικές αρχές εξέδωσαν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εις βάρος του HL, Βέλγου υπηκόου ο οποίος κατοικεί στο βελγικό έδαφος, προς τον σκοπό της εκτέλεσης, στην Ελλάδα, ποινής φυλάκισης πέντε ετών.

23      Με απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2024, το chambre des mises en accusation de la cour d’appel de Mons (δικαστικό συμβούλιο του εφετείου της Mons, Βέλγιο) αρνήθηκε την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με την αιτιολογία ότι η νοητική υστέρηση από την οποία πάσχει ο HL, σε συνδυασμό με τις συνθήκες κράτησης που επικρατούν στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, θα τον εξέθεταν στον κίνδυνο προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του που κατοχυρώνονται στα άρθρα 3 και 5 της ΕΣΔΑ.

24      Η εισαγγελική αρχή άσκησε αναίρεση κατά της ανωτέρω απόφασης ενώπιον του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Η εισαγγελική αρχή υποστηρίζει ότι το εν λόγω δικαστικό συμβούλιο, αφού αρνήθηκε να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης λόγω των συνθηκών εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής οι οποίες επικρατούν στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, όφειλε να εξετάσει τη δυνατότητα εφαρμογής του λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, αφ’ ης στιγμής η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στην αποφυγή της ατιμωρησίας του προσώπου του οποίου η παράδοση δεν γίνεται δεκτή.

25      Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, για τους ίδιους λόγους με τους διαλαμβανόμενους στην υπόθεση C‑722/23, ως προς την ερμηνεία που προσήκει στο άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.

26      Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν, σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης κατ’ εφαρμογήν του λόγου υποχρεωτικής μη εκτέλεσης που μνημονεύθηκε στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως, η προμνησθείσα διάταξη έχει την έννοια ότι οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εκζητουμένου ο οποίος έχει την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους και κατοικεί σε αυτό, όχι μόνο δύνανται, αλλά οφείλουν να διατάξουν την εκτέλεση, στο εν λόγω κράτος μέλος, της στερητικής της ελευθερίας ποινής η οποία έχει επιβληθεί στο πρόσωπο αυτό στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και η οποία αποτελεί το αντικείμενο του οικείου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

27      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Εάν τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχουν διαπιστώσει ότι, σε περίπτωση παράδοσης του εκζητουμένου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, συντρέχει κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου αυτού, που συνδέεται με την εκτέλεση της αλλοδαπής ποινής, με αποτέλεσμα να πρέπει να αρνηθούν την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, έχει το άρθρο 4[, σημείο 6], της [απόφασης‑πλαισίου 2002/584] την έννοια ότι επιβάλλει στα ίδια δικαστήρια του κράτους εκτέλεσης την υποχρέωση να εξετάσουν, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ατιμωρησίας του εκζητουμένου που είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους αυτού, αν πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη που μεταφέρει το προμνησθέν άρθρο 4[, σημείο 6,] στην εθνική έννομη τάξη, η εκτέλεση, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον ενδιαφερόμενο στο κράτος μέλος έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, την οποία ποινή αφορά το επίμαχο ένταλμα;»

28      Με απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιανουαρίου 2025, αποφασίσθηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑722/23 και C‑91/24 προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

29      Από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι αρμόδιες βελγικές δικαστικές αρχές αρνήθηκαν την εκτέλεση των επίμαχων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης βάσει του άρθρου 4, σημείο 5, του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2003, με το οποίο μεταφέρθηκε στο βελγικό δίκαιο το άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι από τις προμνησθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να αποτελεί αντικείμενο άρνησης εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για να θεωρηθεί ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκζητουμένου.

30      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη κινδύνου προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) επιτρέπει στη δικαστική αρχή εκτέλεσης την κατ’ εξαίρεση και κατόπιν προσήκουσας εξέτασης άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω απόφασης‑πλαισίου (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 104, και της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C‑158/21, EU:C:2023:57, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31      Συνακόλουθα, η δικαστική αρχή εκτέλεσης η οποία έχει στη διάθεσή της αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη συστημικών και γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος οφείλει να εκτιμήσει συγκεκριμένα και με ακρίβεια εάν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι προκειμένου να θεωρηθεί ότι, κατόπιν της παραδόσεώς του στο κράτος μέλος αυτό, ο εκζητούμενος θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 4 του Χάρτη, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες πρόκειται να κρατηθεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 92 και 94, και της 15ης Οκτωβρίου 2019, Dorobantu, C‑128/18, EU:C:2019:857, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32      Η δικαστική αρχή εκτέλεσης η οποία διαπιστώνει, υπό τις συνθήκες που υπομνήσθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, ότι η παράδοση εκζητουμένου ενδέχεται να οδηγήσει σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 4 του Χάρτη, έχει την υποχρέωση να παύσει τη διαδικασία παραδόσεως που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 (πρβλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2019, Dorobantu, C‑128/18, EU:C:2019:857, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33      Στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι αρμόδιες βελγικές δικαστικές αρχές, ως δικαστικές αρχές εκτέλεσης των επίμαχων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, διαπίστωσαν ότι, σε περίπτωση παράδοσης των εκζητουμένων στις αρχές των κρατών μελών έκδοσης των ενταλμάτων, ελλόχευε κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πληρούνταν, συνεπώς, οι προϋποθέσεις για την άρνηση εκτέλεσης των εν λόγω ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, όπως αυτές απορρέουν από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως.

34      Με τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η Γαλλική, η Ολλανδική και η Ρουμανική Κυβέρνηση αμφισβήτησαν το ως άνω συμπέρασμα. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, καταλείπεται αμφιβολία ως προς το εάν τα προδικαστικά ερωτήματα ανταποκρίνονται σε αυτονόητη ανάγκη επίλυσης των διαφορών των κύριων δικών.

35      Πρέπει ωστόσο να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, τα ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή [βλ. αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, Salzmann, C‑300/01, EU:C:2003:283, σκέψη 31, και της 19ης Μαΐου 2022, Spetsializirana prokuratura (Δίκη φυγόδικου), C‑569/20, EU:C:2022:401, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

36      Εν προκειμένω, από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, στο πλαίσιο των διαφορών των οποίων έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, δεν αμφισβητείται το ζήτημα εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άρνηση εκτέλεσης των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.

37      Από τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως καθώς και από την ίδια τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων προκύπτει εξάλλου ότι οι ένδικες διαφορές αφορούν, κατ’ ουσίαν, αποκλειστικά και μόνον το ζήτημα εάν, σε περίπτωση που οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης αρνήθηκαν, βάσει της ως άνω διάταξης, την εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης και αποφάσισαν, ως εκ τούτου, να μην παραδώσουν τους εκζητουμένους στα κράτη μέλη έκδοσης των ενταλμάτων προς τον σκοπό της εκτέλεσης των ποινών για τις οποίες εκδόθηκαν τα εν λόγω εντάλματα σύλληψης, οι εν λόγω αρχές μπορούν ή οφείλουν, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία των προσώπων αυτών, να εφαρμόσουν, συμπληρωματικώς, τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, διατάσσοντας την εκτέλεση των ποινών στο έδαφος όπου αυτές υπάγονται.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι οι αποφάσεις περί αρνήσεως εκτελέσεως των επίμαχων ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης εμπίπτουν στο νομικό και πραγματικό πλαίσιο, όπως αυτό προσδιορίστηκε από το αιτούν δικαστήριο και το οποίο δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αμφισβητήσει, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως.

 Επί της ουσίας

39      Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι δικαστική αρχή εκτέλεσης η οποία αρνήθηκε να εκτελέσει, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν προς τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής μπορεί ή οφείλει, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εκζητουμένου, να εφαρμόσει, συμπληρωματικώς, τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 4, σημείο 6.

40      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει προηγουμένως να προσδιοριστεί αν ο λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 μπορεί να εφαρμοστεί, συμπληρωματικώς, οσάκις δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνήθηκε να εκτελέσει το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, για τον λόγο ότι η παράδοση του εκζητουμένου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος θα τον εξέθετε σε κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης απαγορευόμενης από το άρθρο 4 του Χάρτη.

41      Συναφώς, αφενός, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 30 έως 32 της παρούσας αποφάσεως, ο λόγος μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα.

42      Ο λόγος αυτός, ο οποίος εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των προϋποθέσεων ως προς την κατοικία του εκζητουμένου, αποσκοπεί στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου αυτού προβλέποντας, κατ’ εξαίρεση, την άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σε περίπτωση κατά την οποία, ιδίως ενόψει συστημικών και γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι, κατόπιν της παράδοσής του στο κράτος μέλος αυτό, το εν λόγω πρόσωπο θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 4 του Χάρτη, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες πρόκειται να κρατηθεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.

43      Συνακόλουθα, όταν δικαστική αρχή εκτέλεσης στην οποία απευθύνεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης αποφασίζει, όπως εν προκειμένω, να εφαρμόσει τον λόγο μη εκτέλεσης που στηρίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, η απόφαση αυτή αναγκαστικά περατώνει τη διαδικασία παράδοσης που θεσπίζει η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο.

44      Επομένως, τυχόν άρνηση στηριζόμενη στον λόγο αυτόν έχει ως συνέπεια ότι ο εκζητούμενος δεν θα παραδοθεί στις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος, για λόγους συνδεόμενους με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Συνακόλουθα, για τους λόγους αυτούς, το εν λόγω πρόσωπο δεν θα εκτίσει στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος την ποινή φυλάκισης στην οποία καταδικάστηκε, τουλάχιστον για όσο διάστημα θα εξακολουθούν να συντρέχουν οι συνθήκες που αποτέλεσαν τη δικαιολογητική βάση για την άρνηση βάσει του ίδιου λόγου. Εντούτοις, ουδεμία διάταξη της απόφασης-πλαισίου 2002/584 καθορίζει τις συνέπειες μιας τέτοιας άρνησης για την εκτέλεση της ποινής αυτής στο κράτος μέλος εκτέλεσης όταν ο εκζητούμενος βρίσκεται στο έδαφός του.

45      Αφετέρου, ο λόγος μη εκτέλεσης του άρθρου 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 έχει προαιρετικό χαρακτήρα και ανταποκρίνεται σε προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και σε σκοπό που προσιδιάζουν σε αυτόν.

46      Κατά την ανωτέρω διάταξη, η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εάν αυτό έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, όταν ο εκζητούμενος διαμένει στο κράτος μέλος εκτέλεσης, είναι υπήκοος ή κάτοικός του, και αυτό το κράτος δεσμεύεται να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.

47      Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης εξαρτάται από τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων, ήτοι, αφενός, ο εκζητούμενος να διαμένει στο κράτος μέλος εκτέλεσης, να είναι υπήκοός του ή να κατοικεί σε αυτό και, αφετέρου, το εν λόγω κράτος να δεσμεύεται να εκτελέσει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας για τα οποία εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

48      Όταν η δικαστική αρχή εκτέλεσης διαπιστώνει ότι πληρούνται οι ανωτέρω δύο προϋποθέσεις, οφείλει ακόμη να εκτιμήσει αν υφίσταται θεμιτό συμφέρον το οποίο να δικαιολογεί την εκτέλεση, εντός του κράτους μέλους εκτέλεσης, της ποινής που επιβλήθηκε από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος. Η εκτίμηση αυτή παρέχει στην εν λόγω αρχή τη δυνατότητα να λάβει υπόψη τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η ίδια διάταξη και ο οποίος συνίσταται, κατά πάγια νομολογία, στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξης του εκζητουμένου μετά την έκτιση της ποινής στην οποία αυτός έχει καταδικαστεί [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

49      Όσον αφορά τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης τους οποίους προβλέπει το άρθρο 4 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, υπογραμμίζεται ότι τα κράτη μέλη που επέλεξαν να μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο έναν ή περισσότερους από τους λόγους αυτούς δεν μπορούν να προβλέπουν ότι οι δικαστικές αρχές υποχρεούνται να αρνούνται την εκτέλεση κάθε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εμπίπτει τυπικώς στο πεδίο εφαρμογής των λόγων αυτών, χωρίς να τους παρέχεται η δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης [πρβλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, X (Eυρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Ne bis in idem), C‑665/20 PPU, EU:C:2021:339, σκέψη 44].

50      Συνακόλουθα, αντιθέτως προς όσα διαπιστώθηκαν ως προς το άρθρο 1, παράγραφος 3, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου καθιερώνει τη δυνατότητα να μην παραδοθεί ο εκζητούμενος στο πλαίσιο εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως.

51      Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 συνιστά αυτοτελή λόγο μη εκτέλεσης ο οποίος δεν μπορεί να εφαρμοστεί, συμπληρωματικώς, όταν το κράτος μέλος εκτέλεσης έχει ήδη αρνηθεί την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, τούτο δε ακόμη και αν η εφαρμογή του λόγου αυτού θα αποσκοπούσε στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να τύχει ο εκζητούμενος, συνεπεία της άρνησης εκτέλεσης, ατιμωρησίας όσον αφορά την καταδίκη που αποτέλεσε τη δικαιολογητική βάση για την έκδοση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

52      Ειδικότερα, η εφαρμογή του προβλεπόμενου στο άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 λόγου προαιρετικής μη εκτέλεσης συμπληρωματικά προς τον απορρέοντα από το άρθρο 1, παράγραφος 3, αυτής λόγο υποχρεωτικής μη εκτέλεσης θα οδηγούσε στην υπονόμευση των σκοπών που επιδιώκονται με καθέναν από τους λόγους αυτούς καθώς και της αντίστοιχης φύσης τους.

53      Συνεπώς, σε περίπτωση που η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνήθηκε, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, η εν λόγω αρχή δεν μπορεί, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εκζητουμένου, να εφαρμόσει, συμπληρωματικώς, τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4, σημείο 6, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου.

54      Τούτου λεχθέντος, στο μέτρο που η άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 συνεπάγεται, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 43 και 44 της παρούσας αποφάσεως, ότι η εν λόγω ποινή δεν θα εκτελεστεί στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των διατάξεων του Χάρτη, δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να θίγεται η αποτελεσματικότητα του συστήματος δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, ένα από τα ουσιώδη στοιχεία του οποίου αποτελεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, όπως αυτό προβλέπεται από τον νομοθέτη της Ένωσης [απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος), C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

55      Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχει, επίσης, ως σκοπό την καταπολέμηση της ατιμωρησίας εκζητουμένου ο οποίος ευρίσκεται εντός επικράτειας διαφορετικής από εκείνην στην οποία τέλεσε αξιόποινη πράξη [πρβλ. αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2023, E. D. L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος σε ασθένεια), C‑699/21, EU:C:2023:295, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 80].

56      Συγκεκριμένα, η ατιμωρησία του εκζητουμένου δεν θα ήταν συμβατή προς τον σκοπό που επιδιώκει τόσο η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 όσο και το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ, κατά το οποίο η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας (απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski, C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

57      Επομένως, σε περίπτωση που δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνήθηκε να εκτελέσει, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκδόθηκε προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης, η αρχή αυτή υποχρεούται να επιδιώξει ενεργά να μη μείνει ο εκζητούμενος ατιμώρητος λόγω της άρνησης εκτέλεσης.

58      Όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί προς τούτο, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, πρέπει να αποτελεί τη βάση του διαλόγου μεταξύ των δικαστικών αρχών εκτέλεσης και των δικαστικών αρχών έκδοσης προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα παρακωλυθεί πλήρως η λειτουργία του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας [αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2023, E. D. L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος σε ασθένεια), C‑699/21, EU:C:2023:295, σκέψη 45, και της 29ης Ιουλίου 2024, Breian, C‑318/24 PPU, EU:C:2024:658, σκέψη 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

59      Υπό το πρίσμα αυτό, οι δικαστικές αρχές έκδοσης και εκτέλεσης οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την αποτελεσματική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, να κάνουν πλήρη χρήση των μέσων που έχει θεσπίσει η Ένωση στον τομέα αυτόν κατά τρόπον ώστε να προάγεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην οποία βασίζεται η συνεργασία αυτή [πρβλ. αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2023, E. D. L. (Λόγος άρνησης στηριζόμενος στην ασθένεια), C‑699/21, EU:C:2023:295, σκέψη 46, της 29ης Ιουλίου 2024, Breian, C‑318/24 PPU, EU:C:2024:658, σκέψη 94, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

60      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως και η απόφαση‑πλαίσιο 2002/584, η απόφαση-πλαίσιο 2008/909 συγκεκριμενοποιεί, στον ποινικό τομέα, τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνώρισης, οι οποίες επιβάλλουν, ιδίως όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σε καθένα από τα κράτη μέλη να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το δίκαιο αυτό. Η τελευταία αυτή απόφαση-πλαίσιο ενισχύει τη δικαστική συνεργασία σε θέματα αναγνώρισης και εκτέλεσης ποινικών αποφάσεων, στις περιπτώσεις προσώπων που έχουν καταδικαστεί σε ποινές στερητικές της ελευθερίας ή σε μέτρα στερητικά της ελευθερίας σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολυνθεί η κοινωνική επανένταξή τους [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

61      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2008/909, σκοπός της είναι η θέσπιση των κανόνων βάσει των οποίων ένα κράτος μέλος μπορεί να αναγνωρίσει καταδικαστική απόφαση και να εκτελέσει την ποινή την οποία επέβαλε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να διευκολύνει την εν λόγω κοινωνική επανένταξη. Από το άρθρο 26, παράγραφος 1, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου προκύπτει ότι αυτή αντικαθιστά τις διατάξεις των συμβάσεων περί μεταφοράς καταδίκων οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο αυτό και έχουν εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

62      Στο πλαίσιο αυτό, η άρνηση εκτέλεσης, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος προς τον σκοπό της εκτέλεσης, στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, ποινής φυλάκισης, με την αιτιολογία ότι η παράδοση του εκζητουμένου στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος θα είχε ως αποτέλεσμα να διατρέξει αυτός τον κίνδυνο να υποβληθεί σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 4 του Χάρτη, δεν εμποδίζει τη δικαστική αρχή εκτέλεσης, η οποία κάνει χρήση του λόγου αυτού, να εφαρμόσει τις διατάξεις της απόφασης-πλαισίου 2008/909 με σκοπό την αναγνώριση της καταδικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και η οποία οδήγησε στην καταδίκη του προσώπου αυτού στην εν λόγω ποινή καθώς και να αναλάβει την εκτέλεση της ποινής στο έδαφός της.

63      Πράγματι, όπως υπογράμμισαν η Βελγική και η Ρουμανική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η εφαρμογή του εν λόγω λόγου, ο οποίος αφορά μόνον τις συνθήκες κράτησης του καταδικασθέντος στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, δεν θίγει την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αμοιβαίας αναγνώρισης όσον αφορά τη διαδικασία που διεξήχθη νομίμως στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος και που κατέληξε στην έκδοση της εν λόγω απόφασης.

64      Επιπλέον, μολονότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 61 της παρούσας αποφάσεως, οι κανόνες τους οποίους προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο 2008/909 αποσκοπούν κατ’ ουσίαν στη διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης του καταδικασθέντος, εντούτοις οι κανόνες αυτοί είναι κρίσιμοι σε περίπτωση, όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, κατά την οποία η δικαστική αρχή εκτέλεσης απέχει, κατ’ εξαίρεση και κατόπιν προσήκουσας εξέτασης συνάδουσας προς τις απαιτήσεις που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 31 και 32 της παρούσας αποφάσεως, από την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584.

65      Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο σκοπός της αύξησης των πιθανοτήτων κοινωνικής επανένταξης του εκζητουμένου μετά την έκτιση της ποινής στην οποία καταδικάστηκε, όσο σημαντικός και αν είναι, δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα, πρέπει δε να συμβιβάζεται με τους ουσιώδεις σκοπούς της απόφασης-πλαισίου 2002/584 και, ιδίως, με τον σκοπό που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 55 και 56 της παρούσας αποφάσεως και που συνίσταται στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας της οποίας θα μπορούσε να τύχει κατ’ αυτόν τον τρόπο το πρόσωπο αυτό [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

66      Λαμβανομένων, όμως, υπόψη των συνεπειών όσον αφορά την εκτέλεση της ποινής, για τις οποίες έγινε λόγος στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, και οι οποίες απορρέουν από την άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, το δημόσιο συμφέρον απαιτεί να εκτελεστεί η ποινή στο κράτος μέλος εκτέλεσης προκειμένου ο εκζητούμενος να μη μείνει ατιμώρητος ακριβώς λόγω της άρνησης αυτής εκτέλεσης.

67      Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιτελεί η ποινή, η κοινωνική επανένταξη και η καταπολέμηση της ατιμωρησίας πρέπει να εκλαμβάνονται ως αλληλοσυμπληρούμενες, αφ’ ης στιγμής η επανένταξη στην κοινωνία προσώπου το οποίο έχει καταδικαστεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή προϋποθέτει το να εκτελεστεί όντως η ποινή στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

68      Επομένως, το κράτος μέλος εκτέλεσης το οποίο αρνήθηκε, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν προς τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής υποχρεούται να εφαρμόσει τους κανόνες που προβλέπονται στην απόφαση-πλαίσιο 2008/909 προκειμένου να αναγνωριστεί, στο έδαφός του, η καταδικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και η οποία αποτέλεσε τη δικαιολογητική βάση για την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης καθώς και, στο πλαίσιο της αναγνώρισης αυτής, να διασφαλίσει ότι η ποινή θα εκτελεστεί στο ίδιο αυτό έδαφος.

69      Συναφώς, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2008/909 προκύπτει ότι, κατ’ αρχήν, στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος ανήκει η πρωτοβουλία διαβίβασης, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, της καταδικαστικής απόφασης, συνοδευόμενης από το πιστοποιητικό τυποποιημένο έντυπο του οποίου περιέχεται στο παράρτημα I της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, με σκοπό την αναγνώριση και την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

70      Ωστόσο, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, της ίδιας απόφασης-πλαισίου, το κράτος μέλος εκτέλεσης δύναται με δική του πρωτοβουλία να ζητήσει από το κράτος μέλος έκδοσης να του διαβιβάσει την ίδια καταδικαστική απόφαση μαζί με το εν λόγω πιστοποιητικό.

71      Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, σε περίπτωση που το κράτος μέλος εκτέλεσης αρνήθηκε, κατ’ εξαίρεση, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, να εκτελέσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν προς τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, το κράτος μέλος εκτέλεσης οφείλει να μεριμνά για την εκτέλεση της ποινής στο έδαφός του ζητώντας με δική του πρωτοβουλία, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 5, της απόφασης-πλαισίου 2008/909, από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος να του διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση και το πιστοποιητικό που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως.

72      Βεβαίως, το άρθρο 4, παράγραφος 5, της απόφασης-πλαισίου 2008/909 διευκρινίζει ότι οι αιτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη δεν γεννούν υποχρέωση του κράτους μέλους έκδοσης να διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση μαζί με το πιστοποιητικό.

73      Υπογραμμίζεται, ωστόσο, ότι στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος απόκειται να διασφαλίσει ότι η προνομία που του παρέχει η απόφαση-πλαίσιο 2008/909 να μη διαβιβάσει στο κράτος μέλος εκτέλεσης την καταδικαστική απόφαση που εκδόθηκε από κάποιο από τα δικαστήριά του, καθώς και το πιστοποιητικό περί του οποίου έγινε λόγος στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως, ασκείται κατά τρόπον ώστε να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών. Οφείλει, επομένως, να διασφαλίζει ότι η λειτουργία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η αμοιβαία αναγνώριση των ποινικών αποφάσεων προς τον σκοπό της εκτέλεσής τους σε άλλο κράτος μέλος δεν παρεμποδίζονται [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025, C.J. (Εκτέλεση ποινής κατόπιν εκδόσεως ΕΕΣ), C‑305/22, EU:C:2025:665, σκέψη 71] και, συνεπώς, ότι δεν διακυβεύονται οι σκοποί που είναι συμφυείς με την εγκαθίδρυση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, όπως αποτυπώνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΕ.

74      Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, όταν προτίθεται να απορρίψει μια τέτοια αίτηση υποβληθείσα από το κράτος μέλος εκτέλεσης, οφείλει να λάβει δεόντως υπόψη το γεγονός ότι, λόγω αυτού, ο καταδικασθείς θα έμενε ατιμώρητος, όπερ θα μπορούσε επίσης να θέσει σε κίνδυνο την κοινωνική επανένταξή του.

75      Τέλος, διευκρινίζεται ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2008/909, η καταδικαστική απόφαση και το πιστοποιητικό που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως μπορούν να διαβιβαστούν, κατ’ αρχήν, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, για τους σκοπούς της αναγνώρισής της καθώς και της εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής, μόνο με τη συναίνεση του καταδικασθέντος σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης.

76      Εντούτοις, από τα στοιχεία αʹ και γʹ, αντιστοίχως, του άρθρου 6, παράγραφος 2, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου προκύπτει ότι η συναίνεση δεν απαιτείται εφόσον είτε ο καταδικασθείς είναι υπήκοος του κράτους μέλους εκτέλεσης και ζει επίσης στο έδαφός του είτε έχει διαφύγει ή επιστρέψει στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος, ιδίως μετά την καταδίκη του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.

77      Εν προκειμένω, αφενός, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο στην υπόθεση C‑91/24 προκύπτει ότι, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της απόφασης-πλαισίου 2008/909, ενδέχεται να μην απαιτείται η συναίνεση του HL, αφ’ ης στιγμής αυτός είναι Βέλγος υπήκοος ο οποίος κατοικεί στο Βέλγιο, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

78      Αφετέρου, όσον αφορά τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο στην υπόθεση C‑722/23, από αυτήν προκύπτει ότι ο AR είναι Ρουμάνος υπήκοος ο οποίος κατοικεί στο Βέλγιο. Συνεπώς, εναπόκειται επίσης στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, με βάση τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, εάν η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του και εάν, ειδικότερα, ο AR μετέβη στο Βέλγιο αφού καταδικάστηκε στη Ρουμανία σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών για εμπορία ανθρώπων η οποία αποτέλεσε τη δικαιολογητική βάση για την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εις βάρος του.

79      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι δικαστική αρχή εκτέλεσης η οποία αρνήθηκε να εκτελέσει, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν προς τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εκζητουμένου, να εφαρμόσει, συμπληρωματικώς, τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 4, σημείο 6. Αντιθέτως, σε περίπτωση τέτοιας άρνησης, το κράτος μέλος εκτέλεσης υποχρεούται, προκειμένου να αποφευχθεί η εν λόγω ατιμωρησία, επικαλούμενο τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 5, της απόφασης-πλαισίου 2008/909, να ζητήσει, με δική του πρωτοβουλία, από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος να του διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση που επιβάλλει την εν λόγω ποινή, συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό τυποποιημένο έντυπο του οποίου περιέχεται στο παράρτημα Ι της τελευταίας αυτής απόφασης-πλαισίου, προκειμένου να εκτελέσει την εν λόγω ποινή στο έδαφός του.

 Επί των δικαστικών εξόδων

80      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

Το άρθρο 4, σημείο 6, της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009,

έχει την έννοια ότι:

δικαστική αρχή εκτέλεσης η οποία αρνήθηκε να εκτελέσει, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, της απόφασης-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδοθέν προς τον σκοπό της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί, προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία του εκζητουμένου, να εφαρμόσει, συμπληρωματικώς, τον λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 4, σημείο 6. Αντιθέτως, σε περίπτωση τέτοιας άρνησης, το κράτος μέλος εκτέλεσης υποχρεούται, προκειμένου να αποφευχθεί η εν λόγω ατιμωρησία, επικαλούμενο τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 5, της απόφασης-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να ζητήσει, με δική του πρωτοβουλία, από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος να του διαβιβάσει την καταδικαστική απόφαση που επιβάλλει την εν λόγω ποινή, συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό τυποποιημένο έντυπο του οποίου περιέχεται στο παράρτημα Ι της τελευταίας αυτής απόφασης-πλαισίου, προκειμένου να εκτελέσει την εν λόγω ποινή στο έδαφός του.

To Top