Αριθμός 470/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό και Ειρήνη Νικολάου, Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημήτριος Μητρουλιάς (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Μ.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. …/2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Ε.Π.Ε. με την επωνυμία “…” Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και με Δ.Τ. “… Ε.Π.Ε.” εκπροσωπούμενη από τη Διαχειρίστριά της Α. Λ. , η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ν. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Μητρουλιάς εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη, με αριθμό …2025, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: “Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ, την υπ’ αρ. …/2025 αναίρεση κατά του υπ’ αρ. …/2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα :
Η ανωτέρω αναίρεση ασκήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή νόμιμους και βάσιμους λόγους, στους οποίους και αύθις αναφέρομαι. Επομένως η ως άνω αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση, αφού αυτό είναι δυνατό.
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αικατερίνη Ψύρη”.
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 464, 483 παρ. 3 και 480 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, που αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία και αυτή είναι ενός μηνός από την έκδοση του βουλεύματος, για όλους τους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. , μεταξύ των οποίων είναι και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (στοιχ. β` και δ’).
Στην προκειμένη περίπτωση, η με αριθμό …2025 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση του με αριθμό …/2025 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έγινε δεκτή η από 20/2/2025 (αρ. πρωτ. ….2025) αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία “… ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ”, που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, και διατάχθηκε η άπαξ μερική αποδέσμευση του υπ’ αρ. IBAN … τραπεζικού λογαριασμού τηρουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς, ο οποίος δεσμεύθηκε με την με αριθμό …/2024 Διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, μέχρι του συνολικού ποσού των 242.061,55 Ευρώ , περαιτέρω των αποδεσμευθέντων με το υπ’ αρ. …/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ώστε να μεταφερθούν τα κάτωθι ποσά: Α) ποσό 211.326,81 Ευρώ για την εξόφληση τιμολογίων προμηθευτών της ως άνω εταιρείας, με ημερομηνίες έκδοσης από 18/10/2024 έως 31/12/2024 , Β) ποσό 2.100 Ευρώ για την εξόφληση μισθωμάτων της έδρας της ως άνω εταιρείας για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2024 και Γ) ποσό 28.634,74 Ευρώ για την καταβολή μισθοδοσίας του προσωπικού της ως άνω εταιρείας για τους μήνες από Ιούλιο έως και Δεκέμβριο 2024 επιμεριζόμενα αναλόγως, απευθείας στον οικείο τραπεζικό λογαριασμό εκάστου δικαιούχου, κατά του οποίου (ως άνω βουλεύματος) δεν ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός μηνός από τη λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, αφού αυτό μεν εκδόθηκε στις 16/4/2025, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 16/6/2025, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 περ. β’ και δ` Κ.Π.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 24/6/2025 βεβαίωση της γραμματέως του Ποινικού Τμήματος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Μ. , κατά την ίδια ανωτέρω ημερομηνία ειδοποιήθηκε, κατά τα άρθρα 485 και 308 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. , η πληρεξούσια δικηγόρος της αιτούσας εταιρείας, κατά τα άρθρα 485 και 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ. , προκειμένου να λάβει γνώση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος και της υπ’ αριθμ. …/2025 πρότασης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου επ’ αυτής, να λάβει αντίγραφα και να ασκήσει τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, υποβάλλοντας υπόμνημα με τις απόψεις της μέχρι τη συζήτηση (το οποίο, όμως, δεν κατατέθηκε). Επομένως, τηρήθηκε η κατά τα άρθρα 485 παρ. 2 και 308 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. διαδικασία ενώπιον του παρόντος δικαστικού συμβουλίου.
Ι. Με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 40 του Ν. 4557/2018, “Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κλπ.”, όπως το άρθρο 40 ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του Ν. 4816/2021 (ΦΕΚ Α’ 118/9.7.2021), ορίζεται ότι: “1. Τα περιουσιακά στοιχεία, που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος του άρθρου 4, ή των αδικημάτων του άρθρου 2, ή που έχουν αποκτηθεί αμέσως ή εμμέσως ως προϊόν τέτοιων αδικημάτων, ή τα μέσα που έχουν χρησιμοποιηθεί ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδικημάτων, κατάσχονται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απόδοσής τους στον ιδιοκτήτη, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 311 και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 372 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται, από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή τον αδικημάτων του άρθρου 2 κατά τον χρόνο κτήσης τους. Η γνώση του τρίτου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στη δικαστική απόφαση. Όταν ο τρίτος είναι νομικό πρόσωπο, εξετάζεται αν υπήρχε η προβλεπόμενη γνώση σχετικά με την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων σε όποιον έχει εξουσία εκπροσώπησής του ή είναι εξουσιοδοτημένος για τη λήψη αποφάσεων ή για την άσκηση ελέγχου, στο πλαίσιο του νομικού προσώπου ή της επιχείρησης ή σε όποιον ασκεί εν τοις πράγμασι τα καθήκοντα αυτά. Η παρούσα ισχύει και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. Δήμευση δεν επιβάλλεται όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι αυτή είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη, όπως όταν υπάρχει κίνδυνος να αποστερήσει τον καταδικασθέντα ή τρίτο, ιδίως την οικογένειά τους, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους ή να προκαλέσει σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει αναλόγως περιορισμένη δήμευση ή χρηματική ποινή, σύμφωνα με την παρ. 2.
2. Αν η περιουσία ή το προϊόν, σύμφωνα με την παρ. 1, δεν υπάρχει πλέον, δεν έχει βρεθεί ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται με τους όρους της παρ. 1 περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος, κατά τον χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο (αναπληρωματική δήμευση). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και χρηματική ποινή μέχρι του ποσού της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία προς δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος ή ανήκουν σε τρίτο στον οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί δήμευση. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζονται όταν η περιουσία ή το προϊόν της παρ. 1 έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο δήμευσης, με βάση αμετάκλητη απόφαση η οποία εκδόθηκε σε άλλη δίκη. Τα εδάφια αυτά εφαρμόζονται όμως, αν η προηγηθείσα δήμευση ήταν αναπληρωματική δήμευση και τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία δεν είχαν προέλθει από την αξιόποινη συμπεριφορά για την οποία είχε επιβληθεί η δήμευσή τους. Η δήμευση που επιβάλλεται με τους όρους της παρ. 1 και της παρούσας δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι, τρίτοι ή ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα ή από το αδίκημα νομιμοποίησης επί των δημευθέντων περιουσιακών στοιχείων. Τα δικαιώματα αυτά, μπορούν να ασκηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας”. Με τις διατάξεις του άρθρου 42 του ίδιου νόμου 4557/2018, όπως το άρθρο αυτό συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α’ 180) και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 9 του Ν. 4816/2021 (ΦΕΚ Α’ 118/9.7.2021), και όπως οι παρ. 7 και 8 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 171 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α’ 215/12.11.2021), ορίζεται ότι: “1. Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2, ο ανακριτής μπορεί, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να διατάξει τη δέσμευση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και του περιεχομένου των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται, άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2. Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για βασικό αδίκημα και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση του ανωτέρω αδικήματος ή υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Η δέσμευση μπορεί να αφορά και σε περιουσιακά στοιχεία τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της δήμευσης αυτών κατά την παρ. 1 του άρθρου 40. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιβολή του μέτρου αυτού από τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος, η δέσμευση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες ότι αυτά προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση βασικού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης ή υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα, γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους, στο πιστωτικό ίδρυμα ή τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό και επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων επιδίδεται και στον τρίτο συνδικαιούχο, σε περίπτωση δε θυρίδων και στον πληρεξούσιο του μισθωτή. Η επιβολή της δέσμευσης δεν κωλύει το άνοιγμα νέων τραπεζικών λογαριασμών για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά βιοτικών και επαγγελματικών αναγκών εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υποχρεωτικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας και ενημερώνεται ο αρμόδιος εισαγγελέας ή ο ανακριτής για τις διενεργούμενες συναλλαγές. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει το τραπεζικό απόρρητο.
2. Η δέσμευση που προβλέπεται στην παρ. 1 ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος στο πιστωτικό ίδρυμα ή στον χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου εκταμίευση χρημάτων από τον λογαριασμό ή εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παρούσας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Η δέσμευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού, των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του περιεχομένου της θυρίδας. Δεν εμποδίζεται επίσης ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα ή το αδίκημα νομιμοποίησης, ακόμη και μετά από την επιβολή της δέσμευσης, να αποκτήσει δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων της παρ. 1. Τα δικαιώματα των προηγούμενων δύο εδαφίων μπορούν να ασκηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
3. …
4. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται το μέτρο της δέσμευσης και ο τρίτος συγκύριος ή δικαιούχος επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή, ή την ανάκληση του βουλεύματος, ή τον περιορισμό αυτών σε περιουσιακά στοιχεία μικρότερης αξίας από τα δεσμευθέντα, με προσφυγή που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Στη σύνθεση του συμβουλίου δεν μετέχει ο ανακριτής. Η υποβολή της προσφυγής και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Το συμβούλιο, κατά την κρίση του για τον περιορισμό των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη την ύπαρξη και άλλων συγκυριών ή δικαιούχων επί των στοιχείων αυτών.
5. Ανεξάρτητα από την υποβολή της προσφυγής κατά την παρ. 4 ή από την κρίση επ’ αυτής, η διάταξη ή το βούλευμα μπορούν να ανακληθούν, ή να μεταρρυθμισθούν και η δέσμευση να αρθεί, ή να περιορισθεί αυτεπάγγελτα από τον ανακριτή ή το δικαστικό συμβούλιο ή με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται ή του τρίτου συγκυρίου ή δικαιούχου επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου, αν προκύψουν νέα στοιχεία, ή συντρέξουν ιδιαίτερες περιστάσεις στο πρόσωπο αυτών ή των μελών των οικογενειών τους. Επιτρέπεται, επίσης, η άρση ή ο περιορισμός της δέσμευσης, προκειμένου να ικανοποιηθεί ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα, ή από το αδίκημα νομιμοποίησης και όταν ακόμη δεν συντρέχει περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 304 ΚΠΔ. Μετά από την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι δυνατή η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της διάταξης ή του βουλεύματος από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 και την παρ. 2 του άρθρου 294 ΚΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.
6. Δικαίωμα υποβολής προσφυγής ή αίτησης στο δικαστικό συμβούλιο, κατά τις παρ. 4 και 5, έχουν και οι τρίτοι οι οποίοι διεκδικούν για λογαριασμό τους την κυριότητα ή άλλο δικαίωμα επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου.
7. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Αρχή, η δέσμευση των λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων, καθώς και η απαγόρευση της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθούν σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, με τους όρους και τις· προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παρ. 1 έως 3, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες κατά την περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 48. Το αντίγραφο της διάταξης του Προέδρου της Αρχής διαβιβάζεται αμελλητί στον αρμόδιο εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει την συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στις παρ. 4, 5 και 6. Τα χρονικά όρια διάρκειας των μέτρων δέσμευσης που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 36 ΚΠΔ ισχύουν και για τη δέσμευση ή απαγόρευση μεταβίβασης ή εκποίησης, η οποία διατάσσεται από τον Πρόεδρο της Αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Για την εξακολούθηση της ισχύος της διάταξης του Προέδρου της Αρχής πέραν των χρονικών ορίων του προηγούμενου εδαφίου αποφαίνεται, πριν από την παρέλευση αυτών, ο ανακριτής με διάταξή του, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, ή το δικαστικό συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3.
8. Κατά την έκδοση της διάταξης ή του βουλεύματος των παρ. 1, 3 και 7 εξαιρούνται τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας των ενδιαφερομένων προσώπων ή των οικογενειών τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Τα ενδιαφερόμενο πρόσωπα, με αίτησή τους που απευθύνεται στην αρμόδια δικαστική αρχή ενώπιον της οποίας εκκρεμεί η υπόθεση ή με την προσφυγή ή την αίτηση που προβλέπεται στις παρ. 4, 5 και 6, μπορούν να ζητούν την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών για τους παραπάνω λόγους. Είναι, δυνατόν, επίσης, να εξαιρεθούν από τη δέσμευση, ολικά ή μερικά, τραπεζικοί λογαριασμοί στους οποίους κατατίθενται μισθοί, συντάξεις ή ανάλογες πρόσοδοι εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση”. Επίσης με το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Ν. 4557/2018, ορίζεται ότι: “Η “Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης”, η οποία έχει συσταθεί με το άρθρο 7 του Ν. 3691/2008 μετονομάζεται σε “Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Σκοπός της Αρχής είναι: α) η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, β) …, γ)…”. Με τις διατάξεις της περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 48 του ίδιου Ν. 4557/2018, ορίζεται ότι: “Σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν υπάρχει υπόνοια ότι περιουσία ή συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ο Πρόεδρος διατάσσει την προσωρινή δέσμευση της περιουσίας ή την αναστολή εκτέλεσης της συγκεκριμένης συναλλαγής, για να διερευνηθεί η βασιμότητα της υπόνοιας το συντομότερο δυνατόν και πάντως μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών. Εφόσον η έρευνα ολοκληρωθεί πριν από την εκπνοή της προθεσμίας χωρίς επιβεβαίωση της υπόνοιας, ο Πρόεδρος αίρει την προσωρινή δέσμευση ή την αναστολή. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή αίρεται αυτοδικαίως. Η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή διατάσσεται με τους ίδιους όρους και όταν ζητείται από αντίστοιχη αρχή άλλου κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν από την έρευνα της Αρχής προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες για τέλεση των ανωτέρω αδικημάτων, ο Πρόεδρος διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 7 του άρθρου 42. Μετά το πέρας της εκάστοτε έρευνας, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για τέτοια παραπομπή. Υπόθεση που έχει αρχειοθετηθεί μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχιστεί η έρευνα η να συσχετιστεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής”. Από τον συνδυασμό των προεκτεθεισών διατάξεων, συνάγεται ότι, όταν η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες διενεργεί έρευνα για το έγκλημα αυτό και υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τίτλοι, χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα, που προέρχονται είτε από την τέλεση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων, υπό την έννοια του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, είτε από την τέλεση των βασικών αδικημάτων υπό την έννοια του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω νόμου ή σε κάθε περίπτωση που υπόκεινται σε δήμευση, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 40 του ίδιου νόμου, καθώς και σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι κάποιο ακίνητο έχει αποκτηθεί από το εκάστοτε ελεγχόμενο πρόσωπο με χρήματα που απέκτησε μέσω της τέλεσης των ανωτέρω αδικημάτων και επιπλέον συντρέχει επείγουσα περίπτωση, υπό την έννοια του άμεσου κινδύνου να χαθούν τα ίχνη της πιθανώς τελεσθείσας αξιόποινης πράξης, ήτοι χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεν αποτελούν μόνο ως προς το ουσιαστικό αποτέλεσμα το προϊόν της πράξης, αλλά ταυτόχρονα και τη βασική προϋπόθεση απόδειξης της τέλεσής της, ο Πρόεδρος της Αρχής μπορεί να απαγορεύσει αφενός την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, αφετέρου το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου και επιπλέον να απαγορεύσει την εκποίηση ή τη με οποιοδήποτε τρόπο μεταβίβαση ορισμένου ακινήτου του ελεγχόμενου για νομιμοποίηση εσόδων προσώπου και στη συνέχεια να διαβιβάσει τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία, μαζί με αντίγραφο φακέλου της υπόθεσης, στον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Με τις ρυθμίσεις αυτές επιτυγχάνεται ταχύτητα και ευελιξία όχι μόνο στην έκδοση της ως άνω σχετικής διάταξης του Προέδρου της Αρχής, αλλά και στην ανάκληση αυτής, εάν και όταν εκλείψουν οι υπόνοιες. Πρέπει να επισημανθεί ότι για την έκδοση από τον Πρόεδρο της Αρχής διάταξης για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων α) αρκούν “βάσιμες υπόνοιες”, κατά τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 7 και 48 παρ. 2 περ. δ` του ως άνω Ν. 4557/2018 και δεν είναι αναγκαίες “σοβαρές ενδείξεις”, διότι η ratio της επάρκειας βάσιμων υπονοιών είναι ότι η επιβολή της δέσμευσης της περιουσίας του υπόπτου πρέπει να είναι ευχερέστερη στα αρχικά διαδικαστικά στάδια, προκειμένου να εξασφαλιστεί το δημευτέο αντικείμενο (ΟλΑΠ 3/2025, ΟλΑΠ 1/2022) και, β) η δυνατότητα για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του υπόπτου, που παρέχεται από την παρ. 2 του άρθρου 48 του ίδιου νόμου στον Πρόεδρο της Αρχής, έχει διφυή χαρακτήρα, καθώς πρόκειται τόσο για ιδιότυπο μέτρο συλλογής αποδείξεων, όσο και για μέτρο δικονομικού καταναγκασμού σε βάρος του υπόπτου, καθώς από τη μια πλευρά προπαρασκευάζει μια πιθανή κατάσχεση, διατηρώντας ακέραιη την περιουσία του υπόπτου, ώστε αυτή (κατάσχεση) να αποτελέσει αντικείμενο της ειδικής δήμευσης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 40 του ανωτέρω νόμου, είτε με τη μορφή της υποχρεωτικής παρεπόμενης ποινής, είτε με τη μορφή του μέτρου ασφάλειας, από την άλλη δε τον αδρανοποιεί οικονομικά και ανακόπτει την εγκληματική του δράση, η οποία συνδέεται με τη δυνατότητά του να χρησιμοποιεί το οικονομικό τραπεζικό σύστημα. Επομένως, το ως άνω μέτρο της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων από τον Πρόεδρο της Αρχής εντάσσεται στα διωκτικά μέτρα της ποινικής νομοθεσίας, διότι ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο μέτρο που λαμβάνεται από τον Ανακριτή στα πλαίσια της διεξαγωγής τακτικής ανάκρισης σε βάρος του κατηγορουμένου για το ίδιο ποινικό αδίκημα και, περαιτέρω, ελέγχεται ουσιαστικά καθ` όμοιο τρόπο από όργανο της Ποινικής Δικαιοσύνης (Δικαστικό Συμβούλιο), σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 4 και 5 του άνω Ν. 4557/2018 (ΟλΑΠ 3/2025, ΟλΑΠ 1/2022), το οποίο τελεί σε αρμονία με το άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος. Οι παραπάνω διατάξεις, όπως άλλωστε προκύπτει και από την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4816/2021, προσαρμόστηκαν, αναφορικά με τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων, προς εκείνες των άρθρων 261 και 262 Κ.Π.Δ. , σκοπός των οποίων, όπως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του νέου Κ.Π.Δ. (ν. 4620/2019), είναι η διευκόλυνση της ανάκτησης των προϊόντων από εγκληματικές δραστηριότητες, η οποία (ανάκτηση), λειτουργεί ως αντικίνητρο τόσο σε επίπεδο γενικής, όσο και σε επίπεδο ειδικής πρόληψης, αφού αποτρέπει την επανάληψη ανάλογων πράξεων στο μέλλον, εμπεδώνει την ισχύ του αξιώματος ότι το έγκλημα δεν συμφέρει οικονομικά και εξουδετερώνει τον κίνδυνο επανεπένδυσης των εγκληματικών προσόδων σε άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Σημειώνεται δε εμφατικά στην ίδια Αιτιολογική Έκθεση ότι: “Σταθμό στην ανάληψη νομοθετικών πρωτοβουλιών σε διεθνές επίπεδο για την ανάκτηση των εγκληματικών προσόδων αποτέλεσε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το ξέπλυμα, την έρευνα, την κατάσχεση και δήμευση προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές ενέργειες, που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 8 Νοεμβρίου 1990, η οποία προβλέπει ότι κάθε κράτος μέρος θα υιοθετήσει νομοθετικά και κάθε άλλου είδους μέτρα προκειμένου να καταστεί δυνατή η δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες. Δεύτερο σημαντικό σταθμό στη διεθνή συνεργασία για την καταπολέμηση των εγκλημάτων διαφθοράς αποτέλεσε η υπογραφή στο Παλέρμο της Ιταλίας, στις 15-12-2000, της Σύμβασης του Ο.Η.Ε. κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος. Η σύμβαση αυτή κυρώθηκε από τη Χώρα μας με τον Ν. 3875/2010, τα άρθρα δε 12 έως 14 αυτής προβλέπουν τη διακρατική συνεργασία σε θέματα κατάσχεσης και δήμευσης προϊόντων εγκληματικών δραστηριοτήτων. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η υπογραφείσα στη Merida του Μεξικού σύμβαση του Ο.Η.Ε. για την διαφθορά, η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν εντός του πλαισίου του εσωτερικού νομικού τους συστήματος, εκείνα τα μέτρα που θα καθιστούν δυνατή α) την κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων που προέρχονται από τα εγκλήματα που ορίζονται στη σύμβαση ή της περιουσίας που η αξία της αντιστοιχεί στην αξία των εν λόγω προϊόντων, και β) της περιουσίας του εξοπλισμού ή άλλων μέσων που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για τα εγκλήματα αυτά. Τα ως άνω διεθνή κείμενα έχουν κυρωθεί από τη χώρα μας με τους νόμους 2655/1998, 3666/2008 και 3875/2010”.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. , λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι, μεταξύ άλλων, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα (περ. β’) και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (περ. δ’). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ’ αυτή (διάταξη) διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτό, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την υπαγωγή στη διάταξη που εφαρμόστηκε ή όταν στην έκθεση αυτών ενυπάρχει έλλειψη κάποιου από αυτά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό της απόφασης, ώστε λόγω των πλημμελειών αυτών να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη υπαγωγής στον νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δηλαδή η ευθεία παράβαση αυτής, προϋποθέτει εσφαλμένη μείζονα πρόταση στον συλλογισμό, συνέπεια της οποίας είναι το εσφαλμένο πόρισμα, ανεξάρτητα από το αν τα πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν ορθά ή εσφαλμένα, από άποψη τυπικής λογικής, στον λόγο της μείζονος πρότασης του συλλογισμού. Η εκ πλαγίου παράβαση προϋποθέτει αληθή μείζονα πρόταση με εσφαλμένη υπαγωγή, ενώ στην έλλειψη νόμιμης βάσης, που συνιστά περίπτωση της εκ πλαγίου παράβασης, υπάρχει ασαφής περιγραφή περιστατικών, η οποία καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 3/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’αριθμ. …2024 Διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, διατάχθηκε η δέσμευση κάθε περιουσίας, μεταξύ δεκάδων άλλων νομικών και φυσικών προσώπων, και της εδρεύουσας στο Περιστέρι Αττικής εταιρείας με την επωνυμία “… ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ”, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την διαχειρίστριά της Α. Λ. του Σ. , ιδίως δε κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων, επενδυτικών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, καθώς και του περιεχομένου των θυρίδων θησαυροφυλακίου που τηρούνται στα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, με μισθωτή, συνδικαιούχο ή πληρεξούσιο την αιτούσα, ενώ απαγορεύθηκε η χρέωση των λογαριασμών αυτών, μη αποκλειομένης της πίστωσής τους, εξαιρώντας από τη δέσμευση μερικώς τους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους κατατίθενται μισθοί, συντάξεις και ανάλογοι πρόσοδοι, μόνο ως προς τα ποσά που αντιστοιχούν σε αυτές, καθώς και τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη αναγκών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας των ενδιαφερομένων προσώπων ή των οικογενειών τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Η ανωτέρω διάταξη δέσμευσης εκδόθηκε από τον Πρόεδρο της Αρχής, επειδή από την έρευνά της, που διενεργήθηκε κατ’ άρθρο 49 του Ν. 4557/2018, προέκυψαν βάσιμες υπόνοιες ότι οι αναφερόμενες στη διάταξη εταιρείες και ατομικές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται κυρίως στον χώρο της παροχής υπηρεσιών προστασίας (security) ή συναφών δραστηριοτήτων, συμμετέχουν σε υψηλού κινδύνου ασυνήθιστες συναλλαγές αναπτύσσοντας κοινή και συντονισμένη δράση, που παραπέμπει σε οργανωμένο σχέδιο, προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή Φ.Π.Α. , φόρου εισοδήματος και λοιπών παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή ασφαλιστικών εισφορών, παραπλανώντας τη φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, επιτυγχάνοντας να μην αποδώσουν ή να αποδώσουν ανακριβώς ή να συμψηφίσουν τα αντίστοιχα ποσά, με τελικό αποτέλεσμα την παράνομη ιδιοποίησή τους, διαπράττοντας, σε βαθμό βάσιμων υπονοιών, εκτός των βασικών αδικημάτων της φοροδιαφυγής (άρθρο 66 του Ν. 4987/2022), της συγκρότησης ή ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσοτέρων προσώπων που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων (άρθρο 187 Π.Κ.), της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με ζημιά που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ (άρθρο 386 Π.Κ), της απάτης σχετικά με τις επιχορηγήσεις (άρθρο 386Β Π.Κ.), της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του Ν. 1882/1990) και το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (άρθρο 2, 4 παρ. α, ζ, ιστα και κ και άρθρο 39 του Ν. 4557/2018, όπως ισχύει).
Η ως άνω εταιρεία, δια της διαχειρίστριάς της Α. Λ. του Σ. , υπέβαλε την από 20/2/2025 αίτηση (αρ. πρωτ. …2025) για μερική άρση της δέσμευσης, δυνάμει της ως άνω υπ’ αριθμ. …/2024 διάταξης του Προέδρου της Αρχής, του υπ’ αριθμ. ΙΒΑΝ … τραπεζικού λογαριασμού της, τηρουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς, στην οποία εκθέτει ότι, μεταξύ των άλλων τραπεζικών της λογαριασμών, δεσμεύθηκε και ο προαναφερόμενος τραπεζικός λογαριασμός, τηρούμενος στην Τράπεζα Πειραιώς, ότι ο ανωτέρω λογαριασμός έχει πλέον υπόλοιπο ύψους 1.726.449,97 ευρώ, ότι πλέον είναι σε θέση να εξοφλεί τις μηνιαίες δαπάνες της, πλην όμως αδυνατεί να εξοφλήσει τις ήδη γεννημένες οφειλές της, οι οποίες αφορούν τιμολόγια προμηθευτών της με ημερομηνίες έκδοσης από 18/10/2024 έως 31/12/2024 (συνολικού ύψους 211.326,81 ευρώ), μισθώματα της έδρας της για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2024 (συνολικού ύψους 2.100 ευρώ) και μισθοδοσία του προσωπικού της για τους μήνες από Ιούλιο έως και Δεκέμβριο του 2024 (συνολικού ύψους 28.634,74 ευρώ), καθώς οι σχετικές οφειλές δεν καλύπτονται από τα (εκδοθέντα επί προγενέστερων αιτήσεών της μερικής αποδέσμευσης του ίδιου τραπεζικού λογαριασμού) υπ’ αριθμ. …/2024 , …/2024 και …/2024 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τα οποία ήρθη μερικώς η δέσμευση του ανωτέρω λογαριασμού για τα χρονικά διαστήματα, διαδοχικώς, από Φεβρουάριο 2024 (οπότε εκδόθηκε η Διάταξη της Αρχής) έως 17/10/2024, για το συνολικό ποσό των 972.338 ευρώ. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το προσβαλλόμενο υπ’αριθμ. …/2025 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε την αίτηση, η δε εισαγγελική πρόταση έχει επί λέξει, ως εξής: “Στις 21/02/2024 εκδόθηκε η υπ’ αρ. …/2024 διάταξη δέσμευσης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, δυνάμει της οποίας διετάχθη η δέσμευση κάθε περιουσίας της νυν αιτούσας (καθώς και δεκάδων άλλων νομικών και φυσικών προσώπων), ιδίως δε κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων, επενδυτικών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, καθώς και του περιεχομένου των θυρίδων θησαυροφυλακίου που τηρούνται στα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, με μισθωτή, συνδικαιούχο ή πληρεξούσιο την αιτούσα, ενώ απαγορεύθηκε η χρέωση των λογαριασμών αυτών, μη αποκλεισμένης της πίστωσής τους, εξαιρώντας από τη δέσμευση μερικώς τους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους κατατίθενται μισθοί, συντάξεις και ανάλογοι πρόσοδοι, μόνο ως προς τα ποσά που αντιστοιχούν σε αυτές, καθώς και τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη αναγκών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας των ενδιαφερομένων προσώπων ή των οικογενειών τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Η ανωτέρω διάταξη δέσμευσης εκδόθηκε από τον Πρόεδρο της Αρχής, καθώς από έρευνα της Αρχής, που διενεργήθηκε κατ’ άρθρο 49 του Ν. 4557/2018, προέκυψαν βάσιμες υπόνοιες ότι οι αναφερόμενες στη διάταξη εταιρείες και ατομικές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται κυρίως στο χώρο της παροχής υπηρεσιών προστασίας (security) ή συναφών δραστηριοτήτων, συμμετέχουν σε υψηλού κινδύνου ασυνήθιστες συναλλαγές αναπτύσσοντας κοινή και συντονισμένη δράση που παραπέμπει σε οργανωμένο σχέδιο, προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή Φ.Π.Α. , φόρου εισοδήματος και λοιπών παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή ασφαλιστικών εισφορών, παραπλανώντας τη φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, επιτυγχάνοντας να μην αποδώσουν ή να αποδώσουν ανακριβώς ή να συμψηφίσουν τα αντίστοιχα ποσά, με τελικό αποτέλεσμα την παράνομη ιδιοποίησή τους, διαπράττοντας, σε βαθμό βάσιμων υπονοιών, εκτός των βασικών αδικημάτων της φοροδιαφυγής (άρθρο 66 του Ν. 4987/2022), της συγκρότησης ή ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσοτέρων προσώπων που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων (άρθρο 187 Π.Κ.), της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με ζημιά που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ (άρθρο 386 Π.Κ.), της απάτης σχετικά με τις επιχορηγήσεις (άρθρο 386Β Π.Κ.), της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 του Ν. 1882/1990) και το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (άρθρο 2, 4 παρ. α, ζ, ιστα και κ και άρθρο 39 του Ν. 4557/2018, όπως ισχύει). Συγκεκριμένα, διενεργώντας μεταξύ τους συναλλαγές εκατομμυρίων ευρώ, με τη συμμετοχή νομικών οντοτήτων, των οποίων τα χαρακτηριστικά και η μεθοδολογία δράσης τους παραπέμπουν σε τυπολογία εταιρείας – “κέλυφος”, δηλαδή ανύπαρκτων συναλλακτικά οντοτήτων (“εξαφανισμένοι έμποροι”), που χρησιμοποιούνται σε κυκλώματα συναλλαγών και κυκλικής απάτης ΦΠΑ (carousel), κατορθώνουν, τουλάχιστον για τις χρήσεις 2021, 2022 και 2023, αφενός να ισοσκελίζουν τον ΦΠΑ που προέρχεται από τις πωλήσεις, παρουσιάζοντας στις εκάστοτε περιοδικές δηλώσεις ψευδή ποσά ΦΠΑ εκροών και εισροών, αφετέρου να μην αποτυπώνεται η πραγματική υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ, ώστε να τον ιδιοποιούνται παράνομα καθώς και τα υπόλοιπα ποσά. Επιπλέον με τη συγκεκριμένη δράση επιτυγχάνεται η μετακύλιση της υποχρέωσης καταβολής του ΦΠΑ σε άλλες εταιρείες του κυκλώματος, για τις οποίες υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ευθύς εξ’ αρχής είχαν συσταθεί με σκοπό την ένταξή τους στον κύκλο των εμπορικών συναλλαγών για να αναλάβουν την υποχρέωση καταβολής του συνόλου του ΦΠΑ του κυκλώματος, καθώς και των αντίστοιχων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων και στη συνέχεια να εξαφανιστούν. Το εγκληματικό προϊόν, που αποκόμισαν τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση πρόσωπα, ως παράνομο περιουσιακό όφελος, ανέρχεται τουλάχιστον στο συνολικό ποσό των 14.353.007 ευρώ, προξενώντας με τον τρόπο αυτό ισόποση περιουσιακή ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και προκαλώντας ζημία στην Εθνική Οικονομία. Από την έρευνα της Αρχής, η οποία πραγματοποιήθηκε βάσει: α) των τιμολογίων που έχουν υποβληθεί για τα έτη 2021 – 2023, β) της επεξεργασίας των τραπεζικών λογαριασμών των εμπλεκομένων στο κύκλωμα εταιρειών, γ) των πινάκων ενδοκοινοτικών αποκτήσεων – παραδόσεων, δ) των στοιχείων από καταστάσεις απασχόλησης εργαζομένων, ε) των στοιχείων που αντλήθηκαν από αστυνομικά αρχεία, όπως άπαντα τα ανωτέρω στοιχεία αντλήθηκαν ηλεκτρονικά, την αξιολόγηση των ανωτέρω στοιχείων, την συγκριτική στάθμισή τους και την τελική ανάλυση του συνόλου των διαθέσιμων δεδομένων, σύμφωνα με την δυνατότητα αξιολόγησης όλων των πληροφοριών που τίθενται υπόψη της Αρχής, προέκυψαν βάσιμες υπόνοιες ότι τα μέλη του κυκλώματος, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες, με τη χρήση “εταιρειών – κελύφων/εξαφανισμένων εμπόρων”, καθώς και έτερων οντοτήτων ως ενδιάμεσων εταιρειών, τις αποκαλούμενες “απομονωτές ή Buffers”, μέσω ψευδών δηλώσεων στις φορολογικές αρχές, εικονικών παραστατικών ή ακόμη και παντελούς έλλειψης υποβολής δηλώσεων των συναλλαγών, επιχείρησαν την εξάλειψη των χρεωστικών υπολοίπων, ώστε να μην δημιουργούνται υποχρεώσεις απόδοσης Φ.Π.Α. και να μην ενεργοποιείται ο έλεγχος των αρμόδιων αρχών κι επέτυχαν τη μεταφορά της υποχρέωσης καταβολής του ΦΠΑ στις ανύπαρκτες εταιρείες, τυπολογίας “εξαφανισμένου εμπόρου”, υπεξαιρώντας σημαντικά ποσά που ανέρχονται τουλάχιστον στο συνολικό ποσό των 14.353.007 ευρώ και καταβάλλοντας εν τέλει στο Ελληνικό Δημόσιο ποσά ΦΠΑ και Φόρου Εισοδήματος πολύ μικρότερα των αναλογούντων. Τέλος μεγάλος αριθμός από τις εταιρείες που εμπλέκονται στο κύκλωμα έλαβαν παράτυπα, λαμβάνοντας υπόψη την παράνομη δραστηριότητά τους, επιστρεπτέες προκαταβολές και κρατικές ενισχύσεις. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα που προέκυψαν από τη σχετική έρευνα της Αρχής, οι επιχειρήσεις – προμηθεύτριες που συμμετέχουν στο κύκλωμα είτε δεν διαθέτουν τραπεζικούς λογαριασμούς είτε η κίνηση τους δεν ανταποκρίνεται στις υποβληθείσες αναφορές παραστατικών εσόδων – εξόδων επιχείρησης, που οι ίδιες οι εταιρείες υπέβαλαν, είτε υπέβαλαν τις χρεωστικές δηλώσεις, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν έχουν αποδώσει τον αναλογούντα ΦΠΑ ως όφειλαν, ενώ μέσω ψευδών δηλώσεων στις φορολογικές αρχές και εικονικών παραστατικών ή και παντελούς έλλειψης υποβολής δηλώσεις των συναλλαγών, συνήθως επιχειρείτο η δημιουργία πιστωτικού ΦΠΑ με σκοπό την μεταφορά του στις επόμενες, με συνέπεια να μην δημιουργούνται υποχρεώσεις απόδοσης Φ.Π.Α. ή η υποχρέωση να είναι σημαντικά μικρότερη της πραγματικής ώστε να μην ενεργοποιείται ο έλεγχος των αρμόδιων αρχών. Ακολούθως άλλες εταιρείες μέλη του κυκλώματος, κάποιες εκ των οποίων και προμηθεύτριας της προσφεύγουσας εταιρείας, μεσολαβούν, συμψηφίζοντας το ΦΠΑ των πωλήσεων με το ΦΠΑ αγορών (ΦΠΑ εκροών – ΦΠΑ εισροών), καταβάλλοντας εμφανώς μικρότερα ποσά ή και πάλι, μέσω ψευδών δηλώσεων στις φορολογικές αρχές και εικονικών παραστατικών, συνήθως επιχειρείτο η δημιουργία επιπλέον πιστωτικού ΦΠΑ με σκοπό την μετακύλισή του στις επόμενες νομικές οντότητες, με συνέπεια να μην δημιουργούνται υποχρεώσεις απόδοσης Φ.Π.Α. ή η υποχρέωση να είναι σημαντικά μικρότερη της πραγματικής, ώστε να μην ενεργοποιείται ο έλεγχος των αρμόδιων αρχών. Αντίστοιχα, άλλες επιχειρήσεις – όπως και η αιτούσα – χαρακτηρίζονται ως “τελικές επιχειρήσεις”, καθώς είναι νομικές οντότητες που ευνοούνται από την λειτουργία του ανωτέρω κυκλώματος, έχουν καλή φορολογική εικόνα, καταβάλουν φόρους, εισφορές και η τραπεζική τους εικόνα συνάδει με τις δηλωθείσες αξίες όπως εμφανίζονται στις αναφορές παραστατικών εσόδων εξόδων επιχείρησης και στις υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις ή περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, χωρίς να εμφανίζουν προφανείς διαφορές, πλην όμως γίνονται αποδέκτες συναλλαγών που έχουν σοβαρές υπόνοιες εικονικότητας και σε κάθε περίπτωση δεν έχει καταβληθεί σε προγενέστερο στάδιο ο αναλογών ΦΠΑ, που οι ίδιες ως τελικές εταιρείες εκπίπτουν. Χαρακτηρίζονται δε ως τελικές γιατί πελάτες τους είναι φορείς του δημοσίου ή μεγάλες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα (βλ. για τα ανωτέρω τα υπ’ αρ. …/2024 και …/2024 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών). Η ανωτέρω διάταξη δέσμευσης στις 21/02/2024 απεστάλη από την Αρχή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις υπηρεσίες και τους οργανισμούς, προς τους οποίους απευθύνεται, για τις νόμιμες ενέργειές τους. Ακολούθως αντίγραφο της ανωτέρω διάταξης του Προέδρου της Αρχής, του υπ’ αρ. ΕΜΠ. …-2024 πορίσματος της Αρχής και του υπ’ αρ. πρωτ. …-2024 ηλεκτρονικού μηνύματος της Αρχής διαβιβάστηκε στις 22/02/2024 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος με το από 28/02/2024 έγγραφό του υπέβαλε την υπόθεση στον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, λόγω αρμοδιότητάς του, κατ’ άρθρο 35 παρ. 1 Κ.Π.Δ.
Εν τέλει σχηματίστηκε από την Υπηρεσία μας ποινική δικογραφία, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. …/2024, δυνάμει δε της από 01/03/2024 σχετικής παραγγελίας μας διατάχθηκε η επίδοση αντιγράφου της διάταξης δέσμευσης σε έκαστο εκ των θιγομένων προσώπων. Ακολούθως στις 05/03/2024 επιδόθηκε σχετικό αντίγραφο στην αιτούσα εταιρεία, η οποία άσκησε εμπρόθεσμα τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2024 προσφυγή της, ισχυριζόμενη ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την επιβολή της ως άνω δέσμευσης και ζητώντας την πλήρη άρση της, ενώ επικουρικά ζήτησε τη μερική αποδέσμευση του υπ’ αρ. ΙΒΑΝ … λογαριασμού που η εταιρεία τηρεί στην Τράπεζα Πειραιώς προκειμένου να καταβάλλεται μέσω αυτού η μισθοδοσία των υπαλλήλων της (χωρίς να αναφέρεται ύψος ποσού ή αριθμός υπαλλήλων), καθώς και τη μερική αποδέσμευση τραπεζικού λογαριασμού (χωρίς να αναφέρεται αριθμός λογαριασμού και Τράπεζα) που η Α. Λ. , διαχειρίστρια της εταιρείας και δεύτερη προσφεύγουσα χρησιμοποιεί για να λαμβάνει τη μισθοδοσία της (χωρίς να αναφέρεται ύψος ποσού) και να καλύπτει τις βιοτικές της ανάγκες (χωρίς να αναφέρεται ποιες είναι και σε τι ποσό αντιστοιχούν). Η προαναφερθείσα προσφυγή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με το υπ’ αρ. …/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ακολούθως η εταιρεία υπέβαλε την από 30/04/2024 αίτησή της για μερική άρση της δέσμευσης του υπ’ αρ. ΙΒΑΝ … τραπεζικού λογαριασμού τηρουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς, ούτως ώστε να είναι εφικτή η καταβολή της μισθοδοσίας των υπαλλήλων της εταιρείας για τους μήνες Φεβρουάριο 2024, Μάρτιο 2024, Απρίλιο 2024, του δώρου Πάσχα 2024, των οφειλών προς Δημόσιο και ΕΦΚΑ μηνός Φεβρουάριου 2024 και μηνός Μαρτίου 2024, καθώς και η πληρωμή των λειτουργικών εξόδων της εταιρείας που αφορούν μισθώματα, λογαριασμούς ΔΕΚΟ, μερίσματα μετόχων και πληρωμή προμηθευτών για τους μήνες Φεβρουάριο 2024 και Μάρτιο έως 26/06/2024.
Επ’ αυτής της αίτησης εκδόθηκε το υπ’ αρ. …/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου έχει διαταχθεί αφενός η αποδέσμευση του ανωτέρω υπ’ αρ. ΙΒΑΝ … τραπεζικού λογαριασμού της αιτούσας ΜΟΝΟ κατά το μέρος που αφορά την εξόφληση, αποκλειστικά μέσω του τραπεζικού συστήματος, των τρεχουσών και ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς το Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ.) και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), χωρίς περιορισμό και αφετέρου η άπαξ μερική αποδέσμευση του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού της, μέχρι του συνολικού ποσού των 301.247,18 ευρώ, ώστε να μεταφέρονται τα κάτωθι ποσά: Α) ποσό ύψους 10.289,21 ευρώ που αντιστοιχεί στη μισθοδοσία των υπαλλήλων της εταιρείας για το μήνα Φεβρουάριο 2024, Β) ποσό ύψους 11.194,75 ευρώ που αντιστοιχεί στη μισθοδοσία των υπαλλήλων της εταιρείας για το μήνα Μάρτιο 2024, Γ) ποσό ύψους 10.862,18 ευρώ που αντιστοιχεί στη μισθοδοσία των υπαλλήλων της εταιρείας για το μήνα Απρίλιο 2024, Δ) ποσό ύψους 5.567,01 ευρώ που αντιστοιχεί στο δώρο Πάσχα 2024, Ε) ποσό συνολικού ύψους 126.982,39 ευρώ, που αντιστοιχεί στα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας (μισθώματα, λογαριασμούς ΔΕΚΟ και πληρωμή προμηθευτών) για το μήνα Φεβρουάριο 2024 (αφαιρουμένου του αιτηθέντος ποσού των 12.400 ευρώ για πληρωμή τιμολογίου της εταιρείας … ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. , η οποία έχει ως νόμιμο εκπρόσωπο την προαναφερθείσα A. D. , ήτοι πρόσωπο που περιλαμβάνεται στην παρούσα δικογραφία ως ύποπτη συμμετοχής στο ίδιο κύκλωμα, τα δε περιουσιακά της στοιχεία έχουν δεσμευθεί δυνάμει της υπ’ αρ. …/2024 διάταξης δέσμευσης) και ΣΤ) ποσό συνολικού ύψους 139.351,64 ευρώ, που αντιστοιχεί στα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας (μισθώματα, λογαριασμούς ΔΕΚΟ και πληρωμή προμηθευτών) για τους μήνες Μάρτιο 2024 έως και 26/06/2024, ενώ απορρίφθηκε η αίτηση κατά τα λοιπά. Στη συνέχεια η εταιρεία υπέβαλε την από 03/07/2024 αίτησή της για μερική άρση της δέσμευσης του υπ’ αρ. ΙΒΑΝ … τραπεζικού λογαριασμού τηρουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς, ούτως ώστε να είναι εφικτή η καταβολή της μισθοδοσίας των υπαλλήλων της εταιρείας για τους μήνες Μάιο 2024 και Ιούνιο 2024, του επιδόματος αδείας Απριλίου 2024 και της αποζημίωσης αδείας 2024, καθώς και η πληρωμή των λειτουργικών εξόδων της εταιρείας που αφορούν μισθώματα, λογαριασμούς ΔΕΚΟ, μερίσματα μετόχων και πληρωμή προμηθευτών βάσει τιμολογίων για το χρονικό διάστημα από 29/04/2024 έως 02/07/2024. Επ’ αυτής της αίτησης εκδόθηκε το υπ’ αρ. …/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου έχει διαταχθεί αφενός η αποδέσμευση του υπ’ αρ. ΙΒΑΝ … τραπεζικού λογαριασμού της αιτούσας ΜΟΝΟ κατά το μέρος που αφορά την εξόφληση, αποκλειστικά μέσω του τραπεζικού συστήματος, των τρεχουσών και ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς το Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ.) και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), χωρίς περιορισμό και αφετέρου η άπαξ μερική αποδέσμευση του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού της, μέχρι του συνολικού ποσού των 242.742,31 ευρώ, ώστε να μεταφέρονται τα κάτωθι ποσά: Α) ποσό ύψους 6.447,83 ευρώ που αντιστοιχεί στη μισθοδοσία των υπαλλήλων της εταιρείας για το μήνα Μάιο 2024, Β) ποσό ύψους 6.784,15 ευρώ που αντιστοιχεί στη μισθοδοσία των υπαλλήλων της εταιρείας για το μήνα Ιούνιο 2024, Γ) ποσό ύψους 1.572,77 ευρώ που αντιστοιχεί στο επίδομα αδείας Απριλίου 2024, Δ) ποσό ύψους 138,29 ευρώ που αντιστοιχεί στην αποζημίωση αδείας 2024 και Ε) ποσό συνολικού ύψους 227.799,27 ευρώ, που αντιστοιχεί στα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας (μισθώματα, λογαριασμούς ΔΕΚΟ και πληρωμή προμηθευτών – εκτός των εμπλεκομένων στο υπό διερεύνηση κύκλωμα, αφαιρουμένων των αιτηθέντων ποσών Ι. των 45.000 ευρώ για καταβολή μερισμάτων στους μετόχους της εταιρείας, II. των 52.001,88 ευρώ για πληρωμή τριών τιμολογίων της εταιρείας … , της οποίας κάτοχος του 60% του κεφαλαίου και διαχειριστής είναι ο Ι. Λ. , ήτοι πρόσωπο που περιλαμβάνεται στην παρούσα δικογραφία ως ύποπτος συμμετοχής στο ίδιο κύκλωμα, τα δε περιουσιακά στοιχεία, τόσο της εταιρείας όσο και του φυσικού προσώπου, έχουν δεσμευθεί δυνάμει της υπ’ αρ. …/2024 διάταξης δέσμευσης
και
III. Των 104.593,38 ευρώ για πληρωμή δεκατριών τιμολογίων της εταιρείας με επωνυμία … , διακριτικό τίτλο … και ΑΦΜ … , της οποίας μοναδικός εταίρος και διαχειριστής αρχικά υπήρξε η Σ. Α. – ΑΦΜ … από 22/10/2020 έως 13/04/2021, ακολούθως ο M. C. – ΑΦΜ … από 13/04/2021 έως 02/12/2021 και τέλος ο Σ. Μ. , φέρεται δε να συμμετέχει στο υπό διερεύνηση κύκλωμα, οι νόμιμοι εκπρόσωποί της ελέγχονται στην παρούσα δικογραφία ως ύποπτοι, τα δε περιουσιακά της στοιχεία, όπως και αυτά των εκπροσώπων της, έχουν δεσμευθεί δυνάμει της υπ’ αρ. …/2024 διάταξης δέσμευσης) για το χρονικό διάστημα από 29/04/2024 έως και 02/07/2024, ενώ απορρίφθηκε η αίτηση κατά τα λοιπά (βλ. ανωτέρω βούλευμα). Δυνάμει της από 29/08/2024 παραγγελίας μας προς τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας (πλέον Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων) διενεργείται προκαταρκτική εξέταση προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη των αναφερομένων στην υπ’ αρ. …/2024 Διάταξη Δέσμευσης, αλλά και στις …/2024 και …/2024 Διατάξεις Δέσμευσης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες (οι οποίες στο μεταξύ συσχετίστηκαν στη δικογραφία) και στα υπ’ αρ. …/2024, …/2024 και …/2024 Πορίσματα της ανωτέρω Αρχής, προκειμένου να διερευνηθεί εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης των προαναφερθέντων αξιόποινων πράξεων ή άλλου αυτεπαγγέλτως διωκόμενου οικονομικού εγκλήματος, τόσο από τα αναφερόμενα στα ανωτέρω έγγραφα πρόσωπα, όσο και από τρίτα (υποκρυπτόμενα) πρόσωπα, τα οποία ενδεχομένως αποτελούν τον πραγματικό ιδιοκτήτη/ωφελούμενο των εμπλεκομένων εταιρειών. Έπειτα η εταιρεία υπέβαλε την από 31/10/2024 αίτησή της για μερική άρση της δέσμευσης του υπ’ αρ. ΙΒΑΝ … τραπεζικού λογαριασμού τηρούμενου στην Τράπεζα Πειραιώς, ούτως ώστε αφενός να είναι εφικτή μηνιαίως η καταβολή του μισθώματος για το ακίνητο που χρησιμοποιεί ως έδρα (ύψους 1.086 ευρώ), η καταβολή της μισθοδοσίας των 8 υπαλλήλων της (ύψους 7.755,60 ευρώ), η πληρωμή των λειτουργικών εξόδων της, που αφορούν σε λογαριασμούς ΔΕΚΟ (ύψους 725 ευρώ), χρονομίσθωση αυτοκινήτων (ύψους 2.000 ευρώ), ασφαλιστικές εισφορές εταίρων (ύψους 600 ευρώ), τεχνική υποστήριξη και συντήρηση, προμήθεια αναλωσίμων, γραφείου και ειδών ιματισμού προσωπικού (συνολικού ύψους 1.675 ευρώ), μερίσματα – “μισθό” εταίρων (ύψους 6.000 ευρώ) και πληρωμή προμηθευτών από συμβάσεις δανεισμού προσωπικού βάσει τιμολογίων (συνολικού ύψους 178.234 ευρώ) κι αφετέρου να είναι εφικτή σε ετήσια βάση η καταβολή Δώρου Πάσχα (ύψους 8.094,86 ευρώ), Δώρου Χριστουγέννων (ύψους 7.755,60 ευρώ) και επιδόματος αδείας (ύψους 3.742,19 ευρώ), ενώ ζήτησε τέλος και την άπαξ αποδέσμευση από τον ανωτέρω λογαριασμό ποσού ύψους 479.388,30 ευρώ για την εξόφληση οφειλών προς τρίτους-προμηθευτές της, οι οποίες γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 03/07/2024 – 17/10/2024.
Επ’ αυτής της αίτησης εκδόθηκε στις 20/12/2024 το υπ’ αρ. …/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου έχει διαταχθεί αφενός η αποδέσμευση του ανωτέρω υπ’ αρ. ΙΒΑΝ … τραπεζικού λογαριασμού της αιτούσας ΜΟΝΟ κατά το μέρος που αφορά την εξόφληση, αποκλειστικά μέσω του τραπεζικού συστήματος, των τρεχουσών και ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς το Ελληνικό Δημόσιο (Δ.Ο.Υ.) και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), χωρίς περιορισμό και αφετέρου 1) η άπαξ μερική αποδέσμευση του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού της, μέχρι του συνολικού ποσού των 428.449,47 ευρώ, ώστε να μεταφερθούν τα επιμέρους ποσά, που αντιστοιχούν στα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας (πληρωμή προμηθευτών) για το χρονικό διάστημα Ιούλιος – Οκτώβριος 2024, επιμεριζόμενα αναλόγως, απευθείας στον οικείο τραπεζικό λογαριασμό εκάστου δικαιούχου τους, προσκομίζοντας στην Τράπεζα τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα (τιμολόγια), 2) η μερική μηνιαία αποδέσμευση του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού της, μέχρι του συνολικού ποσού των 153.537,92 ευρώ, ώστε να μεταφέρονται μηνιαίως τα κάτωθι ποσά : Α) ποσό ύψους 1.050 ευρώ για το μηνιαίο μίσθωμα της έδρας της εταιρείας, Β) ποσό ύψους 5.277,50 ευρώ για τη μηνιαία μισθοδοσία των υπαλλήλων της εταιρείας, Γ) ποσό συνολικού ύψους 643,45 ευρώ για εξόφληση μηνιαίων λογαριασμών ΔΕΚΟ, Δ) ποσό ύψους 2.026,17 ευρώ για τη μίσθωση οχημάτων, Ε) ποσό ύψους 1.724,31 ευρώ για την παροχή υπηρεσιών συντήρησης του εξοπλισμού της εταιρείας και για αγορά ειδών ιματισμού και Στ) ποσό ύψους 142.816,49 ευρώ για την πληρωμή των μηνιαίων απαιτήσεων των προμηθευτών της εταιρείας, επιμεριζόμενα αναλόγως, απευθείας στον οικείο τραπεζικό λογαριασμό εκάστου δικαιούχου τους, προσκομίζοντας στην Τράπεζα τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα, όπως μισθολογικές καταστάσεις με αριθμούς λογαριασμών εργαζομένων, ταυτότητες οφειλών στο Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ, ΑΠΔ, συμβάσεις μίσθωσης, λογαριασμούς ΔΕΚΟ, τιμολόγια κλπ και 3) η μερική ετήσια αποδέσμευση του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας, μέχρι του συνολικού ποσού των 10.555 ευρώ, ώστε να μεταφέρονται άπαξ ανά έτος τα κάτωθι ποσά : I) ποσό ύψους 5.277,50 ευρώ για το Δώρο Χριστουγέννων, II) ποσό ύψους 2.638,75 ευρώ για το Δώρο Πάσχα και III) ποσό ύψους 2.638,75 ευρώ για το επίδομα αδείας των υπαλλήλων της εταιρείας, επιμεριζόμενα αναλόγως, απευθείας στον οικείο τραπεζικό λογαριασμό εκάστου δικαιούχου τους, προσκομίζοντας στην Τράπεζα τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα, όπως μισθολογικές καταστάσεις με αριθμούς λογαριασμών εργαζομένων κ.λ.π., ενώ απορρίφθηκε η αίτηση κατά τα λοιπά (βλ. ανωτέρω βούλευμα). Στην υπό κρίση αίτησή της η ανωτέρω εταιρεία εκθέτει ότι με την υπ’ αρ. …/2024 διάταξη του Προέδρου της Αρχής διατάχθηκε η δέσμευση, μεταξύ άλλων, των τραπεζικών της λογαριασμών, μεταξύ των οποίων και ο υπ’ αρ. ΙΒΑΝ … τραπεζικός λογαριασμός τηρούμενος στην Τράπεζα Πειραιώς, ότι ο ανωτέρω λογαριασμός έχει πλέον υπόλοιπο ύψους 1.726.449,97 ευρώ, ότι μετά την υποβολή της προαναφερθείσας από 31/10/2024 αίτησής της εκδόθηκε στις 20/12/2024 το υπ’ αρ. …/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Σας, με το διατακτικό που προεκτέθηκε, ότι πλέον είναι σε θέση να εξοφλεί τις μηνιαίες δαπάνες της, πλην όμως αδυνατεί να εξοφλήσει τις ήδη γεννημένες οφειλές της, οι οποίες αφορούν τιμολόγια προμηθευτών της με ημερομηνίες έκδοσης από 18/10/2024 έως 31/12/2024 (συνολικού ύψους 211.326,81 ευρώ), μισθώματα της έδρας της για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2024 (συνολικού ύψους 2.100 ευρώ) και μισθοδοσίες του προσωπικού της για τους μήνες από Ιούλιο έως και Δεκέμβριο του 2024 (συνολικού ύψους 28.634,74 ευρώ), καθώς οι σχετικές οφειλές δεν καλύπτονται από τα προαναφερθέντα υπ’ αρ. …/2024 και …/2024 βουλεύματα του Συμβουλίου Σας. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών της, η αιτούσα προσκομίζει έγγραφο μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, καταστάσεις μισθοδοσίας, αποδείξεις πληρωμών μισθοδοσίας (ανυπόγραφες) και έγγραφα των τραπεζικών της λογαριασμών.
Η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά έχει υποβληθεί ενώπιον του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, είναι δε νόμω βάσιμη, έχοντας έρεισμα στις διατάξεις του αρ. 42 παρ. 5 του Ν. 4557/2018, και πρέπει να κριθεί ως προς το ουσία βάσιμο αυτής.
Όσον αφορά το αίτημα για την άπαξ αποδέσμευση των κάτωθι αναφερόμενων ποσών σημειώνεται ότι : Α) το ποσό συνολικού ύψους (1.050 χ 2 =) 2.100 ευρώ που αντιστοιχεί στα μισθώματα μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2024 για το ακίνητο που χρησιμοποιείται ως έδρα της εταιρείας προκύπτει από το προσκομισθέν αντίγραφο υποβληθείσας δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, ενώ Β) το ποσό συνολικού ύψους (7.988,11 + 5.021,13 + 3.823,95 + 3.823,95 + 3.823,95 + 4.153,65 =) 28.634,74 ευρώ που αντιστοιχεί στη μηνιαία μισθοδοσία των υπαλλήλων της εταιρείας (χωρίς να προστίθενται οι ασφαλιστικές εισφορές) για τους μήνες από Ιούλιο έως και Δεκέμβριο του έτους 2024 προκύπτει από τις προσκομισθείσες μισθοδοτικές καταστάσεις. Αμφότερα τα ανωτέρω ποσά αντιστοιχούν σε λειτουργικά έξοδα της εταιρείας και είναι αναγκαία για τη συντήρησή της και πρέπει να αποδεσμευθούν, καθώς η ουσιαστική τους βασιμότητα προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα, ενώ αντίστοιχα ποσά για διαφορετικά χρονικά διαστήματα έχουν ήδη αποδεσμευθεί σε εκτέλεση των υπ’ αρ. …/2024 και …/2024 βουλευμάτων του Συμβουλίου Σας.
Επιπλέον, όσον αφορά το αίτημα άπαξ αποδέσμευσης συνολικού ποσού ύψους 211.326,81 ευρώ για την εξόφληση τιμολογίων προμηθευτών της εταιρείας και ειδικότερα των επιχειρήσεων 1) … , 2) … , 3) … , 4) … , 5) … , 6) … – … , 7) … και 8) … για την παροχή λογιστικών υπηρεσιών από την πρώτη εξ αυτών, για την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας από τη δεύτερη εξ αυτών και για την παραχώρηση υπηρεσιών εργαζομένων των υπολοίπων, προσκομίζονται τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με ημερομηνίες έκδοσης από 18/10/2024 έως 31/12/2024. Τα ανωτέρω ποσά δικαιολογημένα ζητείται να αποδεσμευθούν, καθώς αφορούν πράγματι την λειτουργία της αιτούσας εταιρείας, είναι αναγκαία για τη συντήρησή της, ενώ προσκομίζονται τα αναγκαία έγγραφα για την υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος και πρέπει να εξαιρεθούν από τη δέσμευση, ούτως ώστε το αντίστοιχο ποσό, επιμεριζόμενο αναλόγως, να καταβληθεί απευθείας στον οικείο τραπεζικό λογαριασμό εκάστου των δικαιούχων, ενώ οι αντίστοιχες οφειλές γεννήθηκαν σε χρονική περίοδο η οποία δεν καλύπτεται από τα προαναφερθέντα υπ’ αρ. …/2024 και …/2024 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών”. Με αυτά τα δεδομένα και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις και τις προεκτεθείσες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση”.
Με τις παραδοχές αυτές και συγκεκριμένα με το να δεχθεί το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του την μερική αποδέσμευση του με αριθμό … τραπεζικού λογαριασμού της αιτούσας εταιρείας, τηρουμένου στην Τράπεζα Πειραιώς, ο οποίος είχε δεσμευθεί και είχε απαγορευθεί η χρέωσή του με την υπ’ αριθμ. ….2024 Διάταξη του Προέδρου της Αρχής της Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, ως προς τα αναφερόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα χρηματικά ποσά, ως αναγκαίων για την κάλυψη των βασικών αναγκών λειτουργίας της εταιρείας, προκειμένου να καλυφθούν οφειλές της, που δημιουργήθηκαν μετά την επιβολή της δέσμευσης του υπό κρίση τραπεζικού λογαριασμού και αφορούν τιμολόγια προμηθευτών της με ημερομηνίες έκδοσης από 18/10/2024 έως 31/12/2024 (συνολικού ύψους 211.326,81 ευρώ), μισθώματα της έδρας της για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2024 (συνολικού ύψους 2.100 ευρώ) και μισθοδοσία του προσωπικού της για τους μήνες από Ιούλιο έως και Δεκέμβριο του 2024 (συνολικού ύψους 28.634,74 ευρώ), σύμφωνα με την αίτησή της και με απλή προσκόμιση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων, οι οποίες, όμως, σύμφωνα με το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος σε συνδυασμό με το σκεπτικό του, θα εξοφληθούν από το αρχικά δεσμευμένο με την υπ’ αριθμ. …2024 Διάταξη δέσμευσης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες χρηματικό ποσό στον εν θέματι τραπεζικό λογαριασμό, χωρίς να τεθεί ο αναγκαίος, κατά τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, όρος – προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ποσά θα αποδεσμευθούν, μόνο εφόσον αυτά καλύπτονται από μεταγενέστερες της έκδοσης της Διάταξης πιστώσεις στον εν θέματι λογαριασμό, προερχόμενες τεκμηριωμένα από τα έσοδα της τελευταίας από την εμπορική της δραστηριότητα και χωρίς να θίγεται το ποσό που έχει ήδη δεσμευτεί κατά το χρόνο έκδοσης της ως άνω (42/2024) Διάταξης του Προέδρου της Αρχής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (διφυούς χαρακτήρα) των άρθρων 42, 40 και 48 του Ν. 4557/2018, ως ισχύουν, καθώς και των σε απόλυτο συνδυασμό με αυτές διατάξεων του άρθρου 68 Π.Κ. (δήμευση), οι οποίες αποτελούν σύστημα ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων για την αποτελεσματική διαχείριση των δεσμευμένων και δημευτέων περιουσιακών στοιχείων, προκειμένου να διατηρείται η αξία τους για το ζημιωθέν Ελληνικό Δημόσιο, όπως αναφέρεται στην υπό στοιχείο Ι μείζονα σκέψη της παρούσας. Και τούτο, διότι από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 4557/2018 συνάγεται ότι ο ως άνω πρόσθετος ουσιώδης όρος ως προϋπόθεση αποδέσμευσης του ως άνω λογαριασμού είναι απολύτως αναγκαίος, διότι αποβλέπει, ακριβώς, στο να εξασφαλιστεί το δημευτέο αντικείμενο, δηλαδή να διατηρηθεί ακέραιη η περιουσία των υπόπτων-αιτούντων, ώστε αυτή (κατάσχεση) να αποτελέσει αντικείμενο της ειδικής δήμευσης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 40 του ανωτέρω νόμου, για να διευκολυνθεί η ανάκτηση των προϊόντων των προερχόμενων από εγκληματικές δραστηριότητες των αιτούντων ή η εξασφάλιση της δήμευσης ίσων ποσών προς τα προϊόντα τα προερχόμενα από εγκληματικές δραστηριότητες των αιτούντων, υπέρ των συμφερόντων του ζημιωθέντος Ελληνικού Δημοσίου.
Σε αντίθετη περίπτωση, όπως εσφαλμένα γίνεται δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα, το αντικείμενο δέσμευσης όχι μόνο δεν θα διασφαλιζόταν μέχρι την οριστική δήμευσή του, αλλά τουναντίον, θα έβαινε συνεχώς μειούμενο μέχρις ολικής, ενδεχομένως, έως την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης, εξανεμίσεώς του, δι’ υποβολής εκ μέρους της αιτούσας εταιρείας και ικανοποίησης από μέρους των δικαστικών συμβουλίων, συνεχών αιτημάτων κάλυψης των εκάστοτε ανακυπτουσών βιοτικών αναγκών με συνεχή ανάλωση του δεσμευθέντος χρηματικού ποσού. Με τον τρόπο, όμως, αυτό η ως άνω Διάταξη δέσμευσης του Προέδρου της Αρχής θα υπάρχει μόνο τυπικά ως κείμενο, χωρίς αντίκρυσμα, γιατί στην πραγματικότητα θα απομείνει μόνο κάποιο ποσοστό εκ του δημευτέου ποσού, αφού το υπόλοιπο θα έχει αποδεσμευθεί και επιστραφεί σταδιακά στον υπαίτιο δια της προαναφερόμενης μεθόδου, ιδίως σε περιπτώσεις βραδύτητας της προόδου της ανακριτικής διερεύνησης υποθέσεων ιδιαίτερης πολυπλοκότητας (ως και η προκειμένη), αλλά και της μετέπειτα χρονοβόρου ποινικής διαδικασίας, δεδομένου, ότι οι άνω αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης, συντήρησης κ.λ.π. , της άνω αιτούσας εταιρείας θα εξακολουθούν υφιστάμενες και θα καλύπτονται, καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, με ανάλωση του δεσμευθέντος χρηματικού ποσού.
Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, ο θεμελιούμενος στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ Κ.Π.Δ. , λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 40, 42 και 48 του ν. 4557/2018, σε συνδυασμό με άρθρο 68 Π.Κ. , ως ισχύουν, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει το σύνολο του προσβαλλόμενου βουλεύματος, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ Κ.Π.Δ.
Πρέπει, επομένως, κατόπιν των προεκτεθέντων, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο με αριθμό …/2025 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1, 519 και 522 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ’ αριθμ. …/2025 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2026.
Και
ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή : areiospagos.gr
