ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1230/2025 Αναίρεση εν μέρει λόγω εσφαλμένης μη εφαρμογής ευμενέστερης διάταξης περί αναστολής ποινής και έλλειψης αιτιολογίας

Αριθμός 1230/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Μαρία Γιαννακοπούλου και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1.W. S. του G. C., 2.Y. R. C. του Q. C., 3. C. Ν. B. του Y. Y. C., κατοίκων απάντων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Καλλιδοπούλου, για αναίρεση της υπ’αριθμ. 5967/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρεία με την επωνυμία: “CHANEL sarl” που εδρεύει στη Γενεύη, νομίμως εκ/νη, η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείου Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-3-2024 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 10/3/2025 αίτηση των 1) S. W. του G. 2) C. Y. του C. G. C. και 3) C. N. του Y. Y. C., κατοίκων … για αναίρεση της υπ’αριθμ. 5967/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ένοχους για την αξιόποινη πράξη της χρήσης σήματος φήμης με πρόθεση εκμετάλλευσής του σε εμπορική κλίμακα, με επιδιωχθέν όφελος ή απειληθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, από κοινού, κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 15.000€ έκαστο, την οποία για τους πρώτο και τρίτο αναιρεσείοντες, μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 10 ευρώ ημερησίως ενώ για την δεύτερη ανέστειλε επί τριετία την εκτέλεσή της, έχει ασκηθεί νομότυπα, διότι ασκήθηκε από τους ίδιους τους αναιρεσείοντες με δήλωσή τους που επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο.466 παρ.1, 474 παρ.2Α) και εμπρόθεσμα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογεγραμμένη στο κατ’ άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 19/2/2025 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 10/3/2025, εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας από την καταχώριση της ανωτέρω αποφάσεως (άρθρ.473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο προς τούτο συμφέρον, (ως προς τους 1ο και 3ο αναιρεσείοντες) στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’, Ε’ και Θ’ του ΚΠΔ, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, την έλλειψη αιτιολογίας και την υπέρβαση εξουσίας, ως προς την διάταξή της περί μη αναστολής και μετατροπής της επιβληθείσας ποινής (άρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, χωρίς την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία ανώνυμης εταιρείας “CHANEL Sarl”, η οποία κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, με επίδοση της σχετικής κλήσης στην αντίκλητο δικηγόρο της Άλκηστη-Ειρήνη Μαλάμη της (σχετ. το από …/2025 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ.), πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ωστόσο η συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία της, σα να ήταν και αυτή παρούσα (άρ.515 παρ.2 ΚΠΔ).

Κατά το άρθρο 464 εδ. β’ ΚΠΔ, αυτός που ασκεί ένδικο μέσο πρέπει να έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του. Δηλαδή, αφενός μεν πρέπει να υφίσταται βλάβη, όχι απλώς ηθική (ΟλΑΠ 1244/1986, ΑΠ 988/2023,ΑΠ 858/2023,865/2022), αφετέρου δε να επιδιώκει ορισμένο όφελος δικονομικό ή ουσιαστικό από την παραδοχή του ενδίκου μέσου, αναμένοντας βελτίωση της θέσης του από την ευδοκίμησή του και, εν τέλει, το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ατομικό, να συνάπτεται δηλαδή με το πρόσωπο του ασκούντος το ένδικο μέσο και όχι άλλου διαδίκου ή τρίτου (ΑΠ 988/2023,ΑΠ 858/2023, ΑΠ 865/2022, ΑΠ 502/2019). Μάλιστα, το έννομο συμφέρον απαιτείται για την προβολή εκάστου αναιρετικού λόγου και αυτό πρέπει να προκύπτει σαφώς από την έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου, διαφορετικά το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο (ΑΠ 988/2023, ΑΠ 858/2023, ΑΠ 865/2022, ΑΠ 1568/2018).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α’ του ισχύσαντος μέχρι 30.6.2019 παλαιού Ποινικού Κώδικα : “Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση, ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων”. Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 99 § 1 εδ. α’ του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ (ν.4619/2019), ορίζει ότι : “εάν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση, ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία, στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων”. Στην παράγραφο 2 το άρθρο αυτό προβλέπει τους όρους που μπορεί να θέσει δυνητικά το Δικαστήριο, στην περίπτωση που κρίνει ότι πρέπει να χορηγηθεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, ενώ το άρθρο 100 του ίδιου ΠΚ προβλέπει τη δυνατότητα, το δικαστήριο να αποφασίσει τη αναστολή εκτέλεσης μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, με τις προϋποθέσεις που αναφέρει. Από την αντιπαραβολή των δύο διατάξεων προκύπτει ότι η τελευταία είναι ευμενέστερη της πρώτης, δεδομένου ότι κατά το ανωτέρω άρθρο η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί (ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 1128/2024, ΑΠ 1046/2024.), εκτός αν ο καταδικασθείς σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δεν έχει προηγούμενη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους και έχει τελέσει την πράξη για την οποία καταδικάστηκε πριν από την 1-7-2019, που τέθηκε σε ισχύ νέος ΠΚ (Ν.4619/2019), οπότε για τη χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτού, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 99 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ως ευμενέστερη, αφού η διάταξη αυτή δεν προβλέπει για τη χορήγηση της αναστολής, δυνητικά την επιβολή όρων, όπως η νέα διάταξη (ΑΠ 1046/2024, ΑΠ 1201/2022). Επακολούθησε ο Ν. 4855/2021, (ΦΕΚ Α 215/12.11.2021), με το άρθρο 9 του οποίου, αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθ.99 παρ. 1 ΠΚ, ως εξής: “1.Αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη. Αν το Δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το Δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε (5) έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή”.

Τέλος, με το άρθρο 19 του ν. 5090/2024 ,που ισχύει από 1-5-2024, το άρθρο 99 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής : “1. Το δικαστήριο μετά την επιβολή ποινής εφαρμόζει τα άρθρα 80 A ή 104 A, μετατρέποντας την ποινή σε χρηματική ή σε κοινωφελή εργασία, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τους, οπότε διατάσσει την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής σύμφωνα με την παρ. 5 ή ολόκληρης της ποινής. Αν ωστόσο, κάποιος που δεν έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα με μία (1) ή περισσότερες αποφάσεις σε στερητική της ελευθερίας ποινή άνω του ενός (1) έτους, καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη, αν κρίνει αιτιολογημένα πως η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων….”. Είναι προφανές, ότι η διάταξη του άρθρου 99 παρ.1, μετά την τελευταία αυτή αντικατάστασή της, είναι δυσμενέστερη της προγενέστερης, όπως δηλαδή είχε αντικατασταθεί και ίσχυε από 1-7-2019 με το Ν. 4619/2019, καθόσον συνδέθηκε και πάλι η χορήγηση της αναστολής από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών και το συνολικό ύψος των ποινών αυτών (ΑΠ 1128/2024) και ότι η διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ, του ισχύσαντος από 1/7/2019 νΠΚ (Ν.4619/2019) είναι ευμενέστερη τόσο της προϊσχύσασας όσο και των μετέπειτα τροποποιηθέντων, δεδομένου ότι με αυτήν η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί, (ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 1128/2024, 1046/2024, ΑΠ 1145/2023, ΑΠ 1267/2023, ΑΠ 423/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 2 παρ. 1 νΠΚ (Ν. 4619/2019) : “Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 465 παρ.1 εδ.α’ του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι: “Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο, εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος”. Το τελευταίο άρθρο 465 νέου ΠΚ, το οποίο συνιστά διάταξη ειδικότερη του άρθρου 2 § 1 ΠΚ (ν. 4619/2019), πρέπει να παραμερισθεί – όσον αφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα – ως αντικείμενο σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος που καθιερώνουν την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου και ειδικότερα: α) στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 και 7 Συντάγματος (αρχές της ισότητας και της νομιμότητας, (ΟλΑΠ 1/2015), β) στη διάταξη του άρθρου 15 § 1 εδ. γ’ του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, όπου ο όρος “ελαφρύτερη ποινή” δεν καταλαμβάνει μόνο το πλαίσιο της ποινής, αλλά ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να εμπίπτει σ’ αυτόν και ο τρόπος εκτίσεως αυτής και γ) στο άρθρο 7 § 1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου, στο πλαίσιο ερμηνείας του οποίου γίνεται δεκτή η υποχρέωση της αναδρομικής εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης (ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 1046/2024, ΑΠ 1145/2023, ΑΠ 423/2022, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 559/2020) Σημειωτέον ότι, το άρθρο 49 § 1 περ. γ’ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθιερώνει ρητώς την ως άνω αρχή στις περιπτώσεις, όπου εφαρμόζεται ενωσιακό δίκαιο (π.χ. όταν η ποινική διάταξη θεσπίσθηκε ή τροποποιήθηκε, προκειμένου να μεταφερθεί οδηγία, (άρθρο 51 § 1 του Χάρτη). Πάντως, και πριν από την ως άνω ρητή θέσπισή της, η αρχή της αναδρομικότητας του ηπιότερου ποινικού νόμου είχε κριθεί ότι αποτελεί μέρος του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, απορρέουσα από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες ο εθνικός δικαστής πρέπει να σέβεται κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου (ΑΠ 1176/2024).

Επομένως, μετά την ισχύ των Ν.4619/2019 και Ν.4855/2021 εφαρμοστέα τυγχάνουν σε κάθε περίπτωση τα άρθρα 99 § 1 εδ. α’ και 101 παρ. 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§1 αυτού, που έχει αυξημένη τυπική ισχύ, καθώς πηγάζει από τα προαναφερθέντα άρθρα, 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 Π.Κ. πρέπει να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 2 του νέου ΠΚ, μόνο δηλαδή όταν οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες από τις παλαιότερες (ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 1128/2024, ΑΠ 354/2021)

Σύμφωνα, εξ άλλου, και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4619/2019, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, πλέον χορηγείται κατ’ αρχήν σε όλους όσους καταδικάζονται σε ποινή φυλάκισης ως τρία (3) έτη, ανεξαρτήτως υπάρξεως προηγουμένων καταδικών, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα, στην αιτιολογία, στοιχεία ότι η εκτέλεση ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων ( ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 883/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 195/2021, ΑΠ 559/2020).

Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μέχρι και τριών ετών, το Δικαστήριο, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του. Άλλως, αν δεν αποφασίσει για την αναστολή ή μη της ποινής ή αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς να αποφασίσει προηγουμένως επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1176/2024,ΑΠ 1128/2024, ΑΠ 1046/2024, ΑΠ 1145/2023, ΑΠ 1065/2022, ΑΠ 844/2022, ΑΠ 724/2022, ΑΠ 423/2022, ΑΠ 221/2022), ενώ εάν δεν αιτιολογήσει την τυχόν αρνητική κρίση του, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1046/2024, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 599/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της χρήσης σήματος φήμης με πρόθεση εκμετάλλευσής του σε εμπορική κλίμακα με επιδιωχθέν όφελος ή επειληθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, από κοινού, κατ’επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση και επιβλήθηκε σε αυτούς ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, σε καθέναν. Μετά την απαγγελία της ποινής, η Εισαγγελέας πρότεινε την μετατροπή της επιβληθείσας στους 1ο και 3ο κατ/νους (ήδη 1ο και 3ο αναιρεσείοντες) ποινής προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως και την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας στην 2η κατηγορούμενη ((ήδη 2η αναιρεσείουσα) ποινής.

Το Δικαστήριο, ερεύνησε, ως όφειλε, το ζήτημα της αναστολής ή μη της ποινής φυλακίσεως των τριών ετών, έκρινε όμως ότι δεν πρέπει να ανασταλεί η ποινή αυτή και να μετατραπεί προς 10 ευρώ ημερησίως, όσον αφορά τους 1ο και 2ο αναιρεσείοντες, με την ακόλουθη, επί λέξει, αιτιολογία:

“Στην προκειμένη περίπτωση από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν καθώς και από τα δελτία ποινικού μητρώου αυτών από τα οποία προκύπτει ότι στους α, γ και δ κατηγορούμενους επιβλήθηκε με την 2235/2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κρίνεται ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των τριών (3) ετών πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική ποινή κατ’ άρθρο 82 προϊσχύσαντος ΠΚ/1950, που ως ευμενέστερη κατ’ άρθρο 2 ΠΚ εφαρμόζεται για εγκλήματα που τελέστηκαν πριν την 1.7.2029, παρά την κατάργηση του θεσμού αυτού, καθώς η μετατροπή αυτή αρκεί για να αποτρέψει τους κατηγορούμενους από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

Εξάλλου, αφού ληφθεί υπόψη η προσωπική και οικονομική κατάσταση των κατηγορουμένων, τα έσοδα από την εργασία τους και γενικότερα το σύνολο των εισοδημάτων τους και η περιουσία τους, αλλά και οι οικογενειακές τους υποχρεώσεις το ποσό της μετατροπής πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των δέκα (10) ευρώ ημερησίως”. Ακολούθως, μετέτρεψε την επιβληθείσα στους 1ο και 3ο αναιρεσείοντες ποινή φυλακίσεως των τριών (3 ) ετών προς 10 ευρώ ημερησίως, ενώ ανέστειλε (ως πρωτοδίκως) την επιβληθείσα στη 3η αναιρεσείουσα ποινή. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, ως προς το ζήτημα της αναστολής ή μη της ποινής φυλακίσεως των τριών ετών εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 99§1 ΠΚ, καθόσον εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 99 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αντί της ευμενέστερης για τους κατηγορούμενους διάταξης του άρθρου 99§1 του νΠΚ (Ν. 4619/2019), με βάση την οποία επί επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι και τριών (3) ετών, η εκτέλεση της ποινής αυτής αναστέλλεται, χωρίς την προϋπόθεση της προϊσχύουσας ταυτάριθμης διάταξης, που όριζε ότι η χορήγηση της αναστολής εξαρτάται από την ανυπαρξία προηγούμενης καταδίκης υπερβαίνουσας το ένα έτος φυλάκισης.

Συνεπώς, εσφαλμένα το Δικαστήριο προέβη στη μετατροπή της ποινής φυλάκισης των τριών ετών σε χρηματική (ΑΠ 1176/2024, ΑΠ 883/2022)

Περαιτέρω ,δε, έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν αιτιολόγησε με ειδική αιτιολογία την μη χορήγηση αναστολής. Τούτο διότι, αφενός μεν δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση για την αναστολή του άρθρου 99 του νΠΚ, (που εφαρμόζεται ως ευμενέστερη), η έλλειψη προηγούμενης καταδίκης αφετέρου δε, ουδόλως αιτιολογείται για ποιο λόγο είναι απολύτως αναγκαία η υποβολή του καταδικασθέντος στην εκτέλεση της ποινής, καθώς, πυρήνας της μη χορήγησης αναστολής είναι η αποδεικνυόμενη από συγκεκριμένα περιστατικά αναγκαιότητα έκτισης της ποινής προς αποτροπή εκδήλωσης νέας αξιόποινης συμπεριφοράς και υπέπεσε έτσι και στην από το άρθρο 510 παρ.1Δ ΚΠΔ πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 Ε’ και Δ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών (παρελκούσης της έρευνας του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Θ αναιρετικού λόγου), να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης, στην οποία εμπεριέχεται η κρίση για μη αναστολή της ποινής, προκειμένου να διερευνηθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρ.519 ΚΠΔ), προκειμένου το ζήτημα της αναστολής της ποινής να κριθεί υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 99 ΠΚ (Ν.4619/2019, ως ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις).

Όσον αφορά την δεύτερη αναιρεσείουσα η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αφού η επιβληθείσα σε αυτήν ποινή ανεστάλη επί τριετία, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 578 παρ.1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2025 αίτηση της C. Y. του C. G. C. για αναίρεση της υπ’αριθμ. 5967/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων(800) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 5967/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής σε χρηματική της επιβληθείσας στους πρώτο και τρίτο κατηγορούμενους ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή :areiospagos.gr

To Top