Αναποτελεσματική ποινική έρευνα ενδοοικογενειακής βίας και παραβίαση διαδικαστικού σκέλους άρθρου 3

ΑΠΟΦΑΣΗ

Boychuk κατά Ουκρανίας της 18.06.2026 (προσφ. αριθ. 15484/19)

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, Ουκρανή υπήκοος, κατήγγειλε επανειλημμένα στην αστυνομία — επτά φορές μεταξύ 2013 και 2015 — ότι ο τότε σύζυγος και μετέπειτα πρώην σύζυγός της, O.B., της προκαλούσε σωματικές βλάβες, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως ελαφρές από τις ιατροδικαστικές εκθέσεις. Παρά την επανειλημμένη ακύρωση των αποφάσεων αρχειοθέτησης ως πρόωρων, την παραδοχή των ίδιων των εισαγγελικών αρχών ότι η έρευνα ήταν αναποτελεσματική και ιδίως τις μεταγενέστερες ιατροδικαστικές εξετάσεις που επιβεβαίωναν την εκδοχή της προσφεύγουσας, η ποινική έρευνα διήρκεσε άνω της δεκαετίας και η αστυνομία έκλεισε τελικώς τη διαδικασία λόγω λήξης της προθεσμίας άσκησης ποινικής δίωξης και ελλείψεως αποδείξεων. Η προσφεύγουσα είχε επικαλεστεί τα άρθρα 6 § 1 και 13 ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο, ως μόνο αρμόδιο του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών (jura novit curia), εξέτασε την αιτίαση υπό το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Απορρίπτοντας τις ενστάσεις της Κυβέρνησης περί μη υπέρβασης του ελαχίστου ορίου βαρύτητας και περί μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ομοφώνως παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η προσφεύγουσα, γεννηθείσα το 1972 και κάτοικος Χαρκόβου, κατήγγειλε στην αστυνομία σε επτά διακριτές περιπτώσεις — 18 Νοεμβρίου και 28 Δεκεμβρίου 2013, 19 Μαΐου, 1 Σεπτεμβρίου, 8 Σεπτεμβρίου και 23 Νοεμβρίου 2014, και 1 Ιουνίου 2015 — ότι ο O.B., σύζυγός της έως το διαζύγιο του Ιουλίου 2014 και έκτοτε πρώην σύζυγός της, της είχε προκαλέσει σωματικές βλάβες. Οι ιατροδικαστικές εκθέσεις κατέγραψαν τις βλάβες, χαρακτηρίζοντάς τες ως ελαφρές.

Για κάθε περιστατικό η αστυνομία κίνησε χωριστή ποινική διαδικασία, κατά βάση δυνάμει του άρθρου 125 § 1 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας περί πρόκλησης ελαφρών σωματικών βλαβών. Πλην όμως, αφού εξέτασε τον O.B., ο οποίος αρνήθηκε ότι χτύπησε την προσφεύγουσα, την ενήλικη θυγατέρα Β. και άλλους μάρτυρες, αρχειοθέτησε τις διαδικασίες λόγω ελλείψεως αποδείξεων. Το Περιφερειακό Δικαστήριο Kyivskyi του Χαρκόβου ακύρωσε τις αποφάσεις αυτές ως πρόωρες, υποδεικνύοντας τις αναγκαίες δικονομικές ενέργειες. Στις 11 Φεβρουαρίου 2016 έξι από τις επτά υποθέσεις συνενώθηκαν, χωρίς ωστόσο η έρευνα να επισπευσθεί.

Οι εισαγγελικές αρχές του Χαρκόβου, σε επιστολές τους προς την προσφεύγουσα τον Ιούνιο 2017 και τον Μάιο 2018, παραδέχθηκαν ρητά ότι η ποινική έρευνα δεν υπήρξε αποτελεσματική, ότι ο προηγούμενος ανακριτής είχε απομακρυνθεί και ότι είχαν ζητήσει την άσκηση πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του. Η προσφεύγουσα άσκησε επίσης αγωγή αποζημίωσης κατά της αστυνομίας και της εισαγγελίας, ζητώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της υπέρμετρης διάρκειας της ποινικής έρευνας. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε στις 3 Ιουλίου 2019 ως αβάσιμη, χωρίς η προσφεύγουσα να ασκήσει έφεση.

Η έρευνα επανήλθε το 2021, με τη διενέργεια 11 επιπλέον ιατροδικαστικών εξετάσεων, οι οποίες όλες επιβεβαίωσαν την εκδοχή της προσφεύγουσας. Στις 9 Φεβρουαρίου 2023 η αστυνομία έκλεισε εκ νέου τη διαδικασία λόγω έλλειψης αποδείξεων, επικαλούμενη αδυναμία εντοπισμού της προσφεύγουσας, της θυγατέρας της, του O.B. ή άλλων πιθανών μαρτύρων. Κατά την προσφεύγουσα, η αστυνομία δεν είχε επικοινωνήσει προς τούτο με τον τότε νομικό της εκπρόσωπο. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε στις 17 Μαρτίου 2025 από το Περιφερειακό Δικαστήριο Kyivskyi του Χαρκόβου, διότι η έρευνα είχε διεξαχθεί επιφανειακά και χωρίς συμμόρφωση προς τις εισαγγελικές οδηγίες. Ειδικότερα, ούτε η προσφεύγουσα ούτε η θυγατέρα της είχαν κληθεί να συμμετάσχουν σε ανακριτικές αναπαραστάσεις, δεν είχε γίνει κατ’ αντιπαράσταση εξέταση της προσφεύγουσας με την οικιακή βοηθό D., και δεν είχαν εξεταστεί γείτονες ή γνωστό πρόσωπο της προσφεύγουσας. Στις 15 Οκτωβρίου 2025 η αστυνομία έκλεισε εκ νέου τη διαδικασία λόγω λήξης της προθεσμίας άσκησης ποινικής δίωξης και λόγω ελλείψεως αποδείξεων.

Το Δικαστήριο, σε σύνθεση Επιτροπής, εξέτασε την αιτίαση υπό το διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 3 ΕΣΔΑ και διαπίστωσε παραβίασή του, επιδικάζοντας 4.500 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Διαδικαστικό σκέλος. Θετική υποχρέωση διεξαγωγής αποτελεσματικής έρευνας σε καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας. Παραβίαση.

Επαναχαρακτηρισμός της αιτίασης. Καίτοι η προσφεύγουσα είχε επικαλεστεί τα άρθρα 6 § 1 και 13 ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας ότι είναι αρμόδιο κυριαρχικά  του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών (Radomilja κ.α. κατά Κροατίας [GC], §§ 114 και 126), εξέτασε την αιτίαση υπό το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, ακολουθώντας την προσέγγιση της Buturugă κατά Ρουμανίας (§§ 43-44). Δεν εξέτασε αυτοτελώς την υπόθεση υπό τα άρθρα 6 § 1 και 13, αφού έκρινε ότι το ουσιώδες παράπονο αφορούσε την αποτελεσματικότητα της έρευνας για καταγγελλόμενη κακομεταχείριση.

Παραδεκτό — ελάχιστο όριο σοβαρότητας. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η φερόμενη κακομεταχείριση δεν υπερέβαινε το ελάχιστο όριο σοβαρότητας που απαιτεί το άρθρο 3. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, αναλόγως των περιστάσεων, η ενδοοικογενειακή βία δύναται να συνιστά κακομεταχείριση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 (Valiulienė κατά Λιθουανίας, § 69), και ότι ο φόβος περαιτέρω βίας μπορεί να είναι αρκούντως σοβαρός ώστε να προκαλέσει ταλαιπωρία και αγωνία ισοδυναμούσα με απάνθρωπη μεταχείριση (Eremia κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας, §§ 53-55, Mudric κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας, §§ 44-46). Έκρινε ότι οι επανειλημμένοι ξυλοδαρμοί κατά την περίοδο 2013-2015, ο εξευτελισμός, η ταλαιπωρία και τα αισθήματα φόβου και αγωνίας μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «εξευτελιστική» μεταχείριση υπό την έννοια του άρθρου 3 (J.S. κατά Σλοβακίας, §§ 44-47). Η προσφεύγουσα ήγειρε, ως εκ τούτου, υποστηρίξιμη αιτίαση κακομεταχείρισης, ενεργοποιώντας τις θετικές υποχρεώσεις του Κράτους. Η ένσταση απορρίφθηκε.

Παραδεκτό — εξάντληση εσωτερικών ενδίκων μέσων. Η Κυβέρνηση προέβαλε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, υποστηρίζοντας ότι όφειλε να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης για την υπέρμετρη διάρκεια της έρευνας. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η προσφεύγουσα είχε πράγματι ασκήσει τέτοια αγωγή, η οποία απορρίφθηκε. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, υπενθύμισε ότι η υποχρέωση των Συμβαλλομένων Κρατών υπό τα άρθρα 2 και 3 ΕΣΔΑ προς διεξαγωγή έρευνας ικανής να οδηγήσει στην ταυτοποίηση και τιμωρία των υπευθύνων θα καθίστατο κενή περιεχομένου εάν απαιτείτο από τον προσφεύγοντα να ασκήσει αγωγή οδηγούσα μόνον σε επιδίκαση αποζημίωσης (Mocanu κ.α. κατά Ρουμανίας [GC], § 234). Ένα εσωτερικό ένδικο μέσο που επιτρέπει αποκλειστικά την καταβολή αποζημίωσης για την υπέρμετρη διάρκεια της ποινικής έρευνας δεν παρέχει επαρκή και πλήρη αποκατάσταση ικανή να αφαιρέσει από τον προσφεύγοντα την ιδιότητα του θύματος (R.B. κατά Εσθονίας, § 65). Η ένσταση απορρίφθηκε.

Το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή, μη ούσα προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 (α) ΕΣΔΑ.

Επί της ουσίας. Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές περί ενδοοικογενειακής βίας, όπως συνοψίστηκαν στην J.S. κατά Σλοβακίας (§§ 36-41). Διαπίστωσε ότι ο O.B. φέρεται να προκάλεσε ελαφρές σωματικές βλάβες στην προσφεύγουσα επτά φορές, και ότι η αστυνομία, αφού κινούσε τη διαδικασία και λάμβανε ιατροδικαστικές εκθέσεις επιβεβαιωτικές των βλαβών, αρχειοθετούσε εκάστοτε τη διαδικασία λόγω ελλείψεως αποδείξεων — είτε επειδή ο O.B. αρνείτο την πρόκληση των βλαβών, είτε επειδή αυτές ήταν ελαφρές, είτε επειδή η μαρτυρία της θυγατέρας κρινόταν αναξιόπιστη.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο Kyivskyi του Χαρκόβου είχε ακυρώσει τις αποφάσεις αρχειοθέτησης ως πρόωρες, δίδοντας περαιτέρω οδηγίες για τις δικονομικές ενέργειες, οι οποίες όμως δεν τηρήθηκαν. Οι εισαγγελικές αρχές παραδέχθηκαν εγγράφως την αναποτελεσματικότητα της έρευνας. Μετά την επανέναρξη του 2021, τα αποτελέσματα παρέμειναν ανεπαρκή, κατά τις διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου της 17ης Μαρτίου 2025, ενώ η διαδικασία έκλεισε τον Οκτώβριο του 2025 λόγω λήξης της προθεσμίας άσκησης ποινικής δίωξης και ελλείψεως αποδείξεων. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η έρευνα στις υποθέσεις που είχαν κινηθεί μεταξύ 2013 και 2015 διήρκεσε άνω της δεκαετίας και οι υποθέσεις έκλεισαν λόγω ελλείψεως αποδείξεων, παρά τις ιατροδικαστικές εκθέσεις που επιβεβαίωναν την εκδοχή της προσφεύγουσας, τις καταθέσεις της ενήλικης θυγατέρας και την παραδοχή του O.B. ότι υφίσταντο διενέξεις. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν μπορούσε παρά να συμπεράνει ότι η έρευνα υπήρξε αναποτελεσματική.

Απόφαση: Παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Επιδίκαση 4.500 ευρώ για ηθική βλάβη. Δεν προέβαλε αξίωση για υλική ζημία ή για έξοδα και δαπάνες.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η έρευνα στις ποινικές υποθέσεις, οι οποίες κινήθηκαν μεταξύ 2013 και 2015, διήρκεσε άνω των 10 ετών και ότι όλες αρχειοθετήθηκαν λόγω ελλείψεως αποδείξεων, παρά τα συμπεράσματα των ιατροδικαστικών εκθέσεων που επιβεβαίωναν την αλήθεια της εκδοχής της προσφεύγουσας, τις καταθέσεις της ενήλικης θυγατέρας της και το γεγονός ότι ο O.B. είχε παραδεχθεί ότι ο ίδιος και η πρώην σύζυγός του είχαν διενέξεις» (παρ. 30).

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Επιβεβαίωση και εφαρμογή της πάγιας νομολογίας για το διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 3 στην ενδοοικογενειακή βία. Η απόφαση δεν εισάγει νέα νομολογιακή αρχή, αλλά  αποτελεί συνεπή εφαρμογή της νομολογιακής γραμμής Valiulienė / Eremia / Mudric / Buturugă / J.S. κατά Σλοβακίας, η οποία αναγνωρίζει ότι η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να ενεργοποιεί αυτοτελή θετική υποχρέωση του Κράτους προς διεξαγωγή αποτελεσματικής, ταχείας και πλήρους έρευνας. Η αξία της έγκειται στη σαφή εφαρμογή του κριτηρίου της αποτελεσματικής έρευνας σε περίπτωση μακράς θεσμικής αδράνειας.

Ο κρίσιμος ρόλος του επαναχαρακτηρισμού (jura novit curia). Η προσφεύγουσα προέβαλε τα άρθρα 6 § 1 και 13. Το Δικαστήριο μετέφερε την εξέταση στο άρθρο 3. Πρόκειται για χαρακτηριστική εφαρμογή της αρχής Radomilja, σε συνδυασμό με τη νομολογία Buturugă, η οποία επιτρέπει στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το πραγματικό υπόβαθρο μιας αιτίασης για υπέρμετρη διάρκεια και αναποτελεσματικότητα έρευνας εντάσσεται ορθότερα στις διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 3 παρά στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη ή σε αποτελεσματική προσφυγή. Η μετατόπιση αυτή είναι ουσιώδης πρακτικά: ακόμη και αν ο εντολέας δεν επικαλεστεί ρητά το άρθρο 3, το Δικαστήριο δύναται να το εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά το δικαιολογούν και χωρίς να μεταβάλλεται η ουσία της προσφυγής.

Η αποζημιωτική οδός δεν επαρκεί ως ένδικο μέσο για παραβιάσεις του διαδικαστικού σκέλους. Το σκεπτικό περί μη εξαντλήσεως επαναβεβαιώνει την αρχή Mocanu / R.B. κατά Εσθονίας: σε υποθέσεις βίας υπό τα άρθρα 2 και 3, ένα ένδικο μέσο που οδηγεί αποκλειστικά σε χρηματική αποζημίωση δεν θεραπεύει την έλλειψη ποινικής διερεύνησης και δεν αφαιρεί την ιδιότητα του θύματος. Η διαπίστωση αυτή έχει άμεση πρακτική σημασία και για εθνικά δίκαια στα οποία προβάλλεται ως ένσταση η ύπαρξη αστικής ή αποζημιωτικής οδού.

Η ελαφρότητα των τραυμάτων δεν αναιρεί αυτομάτως το ελάχιστο όριο βαρύτητας. Παρότι οι ιατροδικαστικές εκθέσεις χαρακτήρισαν τις βλάβες ως ελαφρές, το Δικαστήριο εστίασε στη σωρευτική διάσταση — επανάληψη, εξευτελισμό, φόβο, αγωνία — για να θεμελιώσει τον «εξευτελιστικό» χαρακτήρα της μεταχείρισης. Αυτή η αξιολόγηση εν συνόλω είναι κρίσιμη στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, όπου το επιμέρους περιστατικό μπορεί να εμφανίζεται ως ήσσονος ποινικής απαξίας, ενώ το μοτίβο επανάληψης συνθέτει σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η παραγραφή ως κορύφωση της αναποτελεσματικότητας. Το κλείσιμο της διαδικασίας λόγω λήξης της προθεσμίας άσκησης ποινικής δίωξης, μετά από έρευνα άνω της δεκαετίας, αποτυπώνει το πλέον επικίνδυνο αποτέλεσμα μιας αναποτελεσματικής έρευνας: η ίδια η πάροδος του χρόνου εξαλείφει τη δυνατότητα ποινικής λογοδοσίας. Η παραγραφή δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως αυτοτελής και αφηρημένη παραβίαση, αλλά ως ισχυρή ένδειξη και αποτέλεσμα της συνολικής αδράνειας των αρχών.

ΣΧΟΛΙΟ

Η απόφαση Boychuk κατά Ουκρανίας εντάσσεται σε μια εκτενή και παγιωμένη νομολογιακή ακολουθία για τις διαδικαστικές υποχρεώσεις του Κράτους έναντι θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Το ισχυρό σημείο της συνίσταται στη μεθοδική απαρίθμηση των ενδείξεων αναποτελεσματικότητας: επαναλαμβανόμενες πρόωρες αρχειοθετήσεις, εισαγγελικές παραδοχές, παράβλεψη δικαστικών οδηγιών, διάρκεια άνω των 10 ετών και τελικό κλείσιμο της διαδικασίας λόγω λήξης της προθεσμίας δίωξης. Το αδύναμο σημείο της, εγγενές στη φύση των αποφάσεων Επιτροπής, είναι η λιτότητα του σκεπτικού, που αφήνει σχετικά περιορισμένη τη συζήτηση για τις λεπτές πτυχές αξιολόγησης της μαρτυρίας σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Το ζήτημα των αντιφάσεων και της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Από το Παράρτημα της απόφασης προκύπτει ένα διδακτικό αποθετήριο δικονομικών παθογενειών στην αξιολόγηση καταθέσεων. Πρώτον, η αρχική ιατροδικαστική έκθεση για το πρώτο περιστατικό ανέφερε ότι οι βλάβες θα μπορούσαν, λόγω της θέσης τους, να είναι αυτοπροκληθείσες, ενώ μεταγενέστερες εξετάσεις επιβεβαίωσαν την εκδοχή της προσφεύγουσας. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: δεν επιβεβαίωναν όλες οι αρχικές εκθέσεις ανεπιφύλακτα την εκδοχή της προσφεύγουσας. Η αποφασιστική επιβεβαίωση προκύπτει ιδίως από τις πρόσθετες ιατροδικαστικές εξετάσεις του 2021. Δεύτερον, οι καταθέσεις της οικιακής βοηθού D. της 22.11.2013 και της 09.12.2013 διέφεραν, και το εθνικό δικαστήριο διέταξε την εξακρίβωση του λόγου της διαφοράς, οδηγία που δεν τηρήθηκε. Τρίτον, η μαρτυρία της θυγατέρας Β. αντιμετωπίστηκε ασυνεπώς: άλλοτε ως λεπτομερής και επιβεβαιωτική, άλλοτε ως αναξιόπιστη λόγω φερόμενης «ψυχολογικής επιρροής» της μητέρας, ενώ σε μία περίπτωση η μάρτυς αρνήθηκε να καταθέσει. Τέταρτον, η επανειλημμένη παράλειψη κρίσιμων ανακριτικών ενεργειών — ταυτόχρονη εξέταση όπου είχε ζητηθεί από τα εθνικά δικαστήρια, εξακρίβωση αποκλίσεων στις καταθέσεις, εξέταση γειτόνων και γνωστών — στέρησε από την έρευνα ουσιώδη μέσα ελέγχου των αντικρουόμενων εκδοχών. Δεν πρέπει, πάντως, να γενικεύεται ότι η κατ’ αντιπαράσταση εξέταση θύματος και φερόμενου δράστη είναι πάντοτε αναγκαία ή επιτρεπτή σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας. Στην προκειμένη υπόθεση η σημασία της προκύπτει από τις συγκεκριμένες οδηγίες των εθνικών δικαστηρίων και από το συνολικό έλλειμμα διερεύνησης. Η απόφαση καταδεικνύει ότι η μη αξιοποίηση των δικονομικών μηχανισμών ελέγχου αξιοπιστίας, όταν αυτοί είναι πρόσφοροι και έχουν ζητηθεί, συνεκτιμάται ως κρίσιμο στοιχείο της αναποτελεσματικότητας της έρευνας. Πηγή: ΕΔΔΑ, Boychuk v. Ukraine, παρ. 18, 28-30 και Παράρτημα,  HUDOC.

Η συνέπεια στην αξιολόγηση του ελαχίστου ορίου βαρύτητας. Ορθώς το Δικαστήριο απέρριψε την «ελαφρότητα» των τραυμάτων ως αυτοτελές αντεπιχείρημα. Ο χαρακτηρισμός των βλαβών ως ελαφρών στο επίπεδο του εθνικού ποινικού δικαίου, ιδίως υπό το άρθρο 125 § 1 ΠΚ Ουκρανίας, δεν είναι καθοριστικός για τον αυτόνομο χαρακτηρισμό υπό το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Ο τελευταίος συναρτάται με το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένης της επαναληπτικότητας, της σχέσης μεταξύ θύτη και θύματος, του φόβου και της αγωνίας που προκαλεί το μοτίβο βίας. Πηγή: ΕΔΔΑ, Boychuk v. Ukraine, παρ. 23-24, Valiulienė κατά Λιθουανίας, § 69· J.S. κατά Σλοβακίας, §§ 44-47.

Η θέση εντός της ευρύτερης νομολογιακής γραμμής για την ενδοοικογενειακή βία. Αν και η Boychuk δεν παραπέμπει ρητά στις θεμελιώδεις αποφάσεις Opuz κατά Τουρκίας και Volodina κατά Ρωσίας, εντάσσεται στο ευρύτερο εννοιολογικό τους πλαίσιο. Η Opuz ανέδειξε τη δέουσα επιμέλεια των αρχών έναντι γνωστών κινδύνων ενδοοικογενειακής βίας και συνέδεσε την ανεπαρκή κρατική απόκριση με το άρθρο 14 ΕΣΔΑ. Η Volodina ανέδειξε την ανεπάρκεια του νομικού και πρακτικού πλαισίου προστασίας σε συνθήκες συστημικής ανοχής της ενδοοικογενειακής βίας. Οι αναφορές αυτές πρέπει να εκληφθούν αποκλειστικά ως ερμηνευτικό πλαίσιο και όχι ως νομολογιακή βάση της Boychuk, η οποία στηρίζεται ρητώς κυρίως στις Radomilja, Buturugă, Valiulienė, Eremia, Mudric, J.S., Mocanu και R.B. Πηγή: ΕΔΔΑ, Opuz v. Turkey, αρ. 33401/02, 09.06.2009, Volodina v. Russia, αρ. 41261/17, 09.07.2019, HUDOC.

Η επάρκεια της δίκαιης ικανοποίησης. Το Δικαστήριο επιδίκασε χρηματική αποζημίωση 4.500 ευρώ για ηθική βλάβη, αναγνωρίζοντας την ατομική βλάβη της προσφεύγουσας από την αναποτελεσματική έρευνα. Το ποσό, σαφώς χαμηλότερο της αξίωσης των 14.000 ευρώ, αντικατοπτρίζει τη συνήθη μεθοδολογία του Δικαστηρίου να μην πολλαπλασιάζει μηχανικά την αποζημίωση κατ’ αριθμόν επιμέρους ποινικών υποθέσεων, αλλά να αποτιμά συνολικά την προσβολή.

Συμπέρασμα. Η Boychuk κατά Ουκρανίας επιβεβαιώνει με σαφήνεια τη διάγνωση παραβίασης του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3 σε υπόθεση σοβαρής θεσμικής αδράνειας. Η πρακτική της σημασία υπερβαίνει το στενό νομολογιακό της φορτίο: λειτουργεί ως υπόμνηση ότι η αποτελεσματικότητα της έρευνας κρίνεται από συγκεκριμένες, ελέγξιμες δικονομικές ενέργειες — έγκαιρη συλλογή αποδείξεων, συνεπή αξιολόγηση ιατροδικαστικών και μαρτυρικών στοιχείων, συμμόρφωση προς δικαστικές και εισαγγελικές οδηγίες, ταχύτητα — και ότι η αδράνεια που οδηγεί σε παραγραφή μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό στοιχείο διαπίστωσης παραβίασης.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Α) J.S. κατά Σλοβακίας. Η πρόσφατη απόφαση συνοψίζει τις γενικές αρχές για την ενδοοικογενειακή βία και αποτελεί ρητή νομολογιακή βάση της Boychuk για τις γενικές αρχές και για τον χαρακτηρισμό της μεταχείρισης ως «εξευτελιστικής». Δεν αποτελεί, όμως, τη βάση του επαναχαρακτηρισμού της αιτίασης υπό το άρθρο 3· ο επαναχαρακτηρισμός στηρίζεται στις Radomilja και Buturugă. Πηγή: HUDOC, J.S. v. Slovakia, αρ. 35767/23, 22.01.2026, §§ 36-41 και 44-47, όπως μνημονεύεται στην Boychuk.

Β) Buturugă κατά Ρουμανίας. Η απόφαση στηρίζει την προσέγγιση του Δικαστηρίου ότι αιτιάσεις σχετικές με ενδοοικογενειακή βία μπορούν να εξεταστούν υπό το άρθρο 3, ακόμη και όταν ο προσφεύγων επικαλείται άλλα άρθρα, εφόσον το πραγματικό υπόβαθρο αφορά κακομεταχείριση και αναποτελεσματική κρατική απόκριση. Πηγή: HUDOC, Buturugă v. Romania, αρ. 56867/15, 11.02.2020, §§ 43-44.

Γ) Valiulienė κατά Λιθουανίας / Eremia και Mudric κατά Μολδαβίας. Οι αποφάσεις αυτές θεμελιώνουν ότι η ενδοοικογενειακή βία και ο φόβος περαιτέρω βίας μπορούν, αναλόγως των περιστάσεων, να υπερβούν το ελάχιστο όριο σοβαρότητας του άρθρου 3. Πηγή: HUDOC, Valiulienė v. Lithuania, αρ. 33234/07, 26.03.2013, § 69, Eremia v. the Republic of Moldova, αρ. 3564/11, 28.05.2013, §§ 53-55, Mudric v. the Republic of Moldova, αρ. 74839/10, 16.07.2013, §§ 44-46.

Δ) Mocanu κ.α. κατά Ρουμανίας [GC] / R.B. κατά Εσθονίας. Οι αποφάσεις στηρίζουν την απόρριψη της ένστασης μη εξαντλήσεως: η αμιγώς αποζημιωτική οδός δεν επαρκεί για παραβιάσεις του διαδικαστικού σκέλους των άρθρων 2 και 3, διότι δεν υποκαθιστά την υποχρέωση ποινικής διερεύνησης ικανής να οδηγήσει σε εντοπισμό και τιμωρία των υπευθύνων. Πηγή: HUDOC, Mocanu κ.α. κατά Ρουμανίας [GC], αρ. 10865/09 κ.α., § 234, ECHR 2014,  R.B. κατά Εσθονίας, αρ.. 22597/16, 22.06.2021, § 65.

Ε) Radomilja κ.α. κατά Κροατίας [GC]. Η θεμελιώδης απόφαση για την αρχή jura novit curia και την εξουσία του Δικαστηρίου να χαρακτηρίζει νομικώς τα πραγματικά περιστατικά, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται η ουσία της προσφυγής. Πηγή: HUDOC, Radomilja κ.α. κατά Κροατίας [GC], αρ. 37685/10 και 22768/12, 20.03.2018, §§ 114 και 126.

ΣΤ) Opuz κατά Τουρκίας / Volodina κατά Ρωσίας, ως ευρύτερο πλαίσιο. Οι αποφάσεις αυτές είναι θεμελιώδεις για τη δέουσα επιμέλεια και τη συστημική προστασία θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας. Δεν μνημονεύονται ρητώς στην Boychuk και παρατίθενται ως ερμηνευτικό υπόβαθρο, όχι ως βάση του σκεπτικού της. Πηγή: HUDOC, Opuz v. Turkey, αρ. 33401/02, 09.06.2009, Volodina v. Russia, αρ. 41261/17, 09.07.2019.

Ζ) Σύμβαση Κωνσταντινούπολης και GREVIO, ως μη δικαστικό κανονιστικό και ερμηνευτικό πλαίσιο. Το πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη βία κατά των γυναικών και την ενδοοικογενειακή βία είναι χρήσιμο για την κατανόηση των υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας. Η Ουκρανία κύρωσε τη Σύμβαση το 2022, μετά τα αρχικά επίδικα περιστατικά, αλλά ενώ η έρευνα συνέχιζε να εκκρεμεί. Πηγή: Council of Europe, CETS No. 210· GREVIO.

Η) Συγκριτική αναφορά.  Διαμερικανικό σύστημα και CEDAW, ως συγκριτικό για το ΕΔΔΑ πλαίσιο. Στο Διαμερικανικό σύστημα, η δέουσα επιμέλεια του Κράτους έναντι της έμφυλης βίας έχει αναπτυχθεί παραδειγματικά στην González κ.α. («Campo Algodonero») κατά Μεξικού, με ευρύτερο υπόβαθρο τη Velásquez Rodríguez κατά Ονδούρας και τη Σύμβαση Belém do Pará. Παράλληλα, η Επιτροπή CEDAW του ΟΗΕ, ιδίως με τις Γενικές Συστάσεις αριθ. 19 και 35, έχει κωδικοποιήσει την υποχρέωση δέουσας επιμέλειας έναντι της έμφυλης βίας. Πηγή: IACtHR, González y otras («Campo Algodonero») vs. México, Sentencia de 16 de noviembre de 2009, Velásquez Rodríguez vs. Honduras, Sentencia de 29 de julio de 1988, Inter-American Convention on the Prevention, Punishment and Eradication of Violence against Women (Belém do Pará, 1994),  UN CEDAW Committee, General Recommendations No. 19 (1992) και No. 35 (2017).

Πηγή :echrcaselaw.com

To Top