Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ λόγω επαναλαμβανόμενων αναπομπών πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αδυναμίας αξιολόγησης αποδείξεων και προβληματικής λειτουργίας του εφετείου σε ποινική δίκη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Tempel κατά Τσεχίας της 25.06.2020 (προσφ. αριθ. 44151/12)

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ (δίκαιη δίκη) καθώς και παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (εύλογη διάρκεια) σε υπόθεση ποινικής δίωξης Τσέχου υπηκόου κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία, ο οποίος αθωώθηκε τέσσερις φορές από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά κάθε φορά το Ανώτερο Δικαστήριο Πράγας αναιρούσε την αθωωτική απόφαση και ανέπεμπε την υπόθεση. Τελικώς, μετά τη μεταφορά της υπόθεσης σε άλλο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι η προσέγγιση του εφετείου υποδήλωνε ότι μόνο μια καταδικαστική απόφαση θα γινόταν αποδεκτή, γεγονός ενδεικτικό δυσλειτουργίας του δικαστικού συστήματος που υπονόμευσε τη συνολική δικαιοσύνη της διαδικασίας.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ – TEMPEL ΚΑΤΑ ΤΣΕΧΙΑΣ (2020)

Η απόφαση Tempel κατά Τσεχίας αφορά τον Robert Tempel, γεννηθέντα το 1973, ο οποίος κατηγορήθηκε για τη δολοφονία δύο ατόμων στις 20 Αυγούστου 2001. Το Περιφερειακό Δικαστήριο Plzeň τον αθώωσε τέσσερις φορές, κρίνοντας ότι η κατάθεση του βασικού μάρτυρα κατηγορίας L.V. δεν ήταν αξιόπιστη. Κάθε φορά, το Ανώτερο Δικαστήριο Πράγας (High Court/ vrchní soud) αναιρούσε τις αθωωτικές αποφάσεις, επικρίνοντας τον τρόπο αξιολόγησης των αποδείξεων, χωρίς ωστόσο να εξετάσει το ίδιο άμεσα τον βασικό μάρτυρα. Μετά τη δεύτερη αθώωση, το εφετείο ανέθεσε την υπόθεση σε διαφορετικό τμήμα του ίδιου δικαστηρίου (άρθρο 262 ΚΠΔ), και μετά τις δύο ακόμη αθωώσεις, τη μεταβίβασε σε εντελώς διαφορετικό πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Περιφερειακό Δικαστήριο Πράγας). Το τελευταίο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη. Η ποινική διαδικασία διήρκεσε πάνω από 10 έτη.

Το Δικαστήριο (Πρώτο Τμήμα), ομόφωνα, αποφάσισε:

Ως προς το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 § 1): Διαπίστωσε παραβίαση. Η επανειλημμένη αναπομπή της υπόθεσης, η κριτική του εφετείου στην αξιολόγηση αποδείξεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου – κατά παράβαση της αρχής της αμεσότητας και σε αντίθεση και με το ίδιο το τσεχικό δικονομικό δίκαιο, όπως ερμηνευόταν από το Συνταγματικό Δικαστήριο – και η αδυναμία αιτιολόγησης της μη εξέτασης του βασικού μάρτυρα από το ίδιο το εφετείο, συνιστούσαν δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος που υπονόμευσε τη συνολική δικαιοσύνη της διαδικασίας.

Ως προς την εύλογη διάρκεια (άρθρο 6 § 1): Διαπίστωσε παραβίαση. Η διάρκεια δέκα ετών και ενός μηνός ήταν υπερβολική, οφειλόμενη κυρίως στις επανειλημμένες αναπομπές στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Το Δικαστήριο επιδίκασε στον προσφεύγοντα 12.500 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ TEMPEL ΚΑΤΑ ΤΣΕΧΙΑΣ

Ο προσφεύγων, Robert Tempel, γεννήθηκε το 1973. Στις 4 Μαρτίου 2002 κατηγορήθηκε για τη δολοφονία δύο ατόμων στις 20 Αυγούστου 2001. Υπήρχαν δύο εκδοχές των γεγονότων: κατά τον προσφεύγοντα, ο βασικός μάρτυρας κατηγορίας L.V. ήταν ο δράστης· κατά τον L.V., ο δράστης ήταν ο προσφεύγων. Η κατάθεση του L.V. αποτελούσε το μοναδικό άμεσο αποδεικτικό στοιχείο σε βάρος του.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2004 (πρώτη δίκη), το Περιφερειακό Δικαστήριο Plzeň τον αθώωσε, κρίνοντας την κατάθεση του L.V. μη αξιόπιστη. Στη συνέχεια: αθωώθηκε εκ νέου την 1η Φεβρουαρίου 2005, στις 18 Μαΐου 2006 (από διαφορετικό τμήμα) και στις 6 Μαρτίου 2007. Κάθε φορά, το Ανώτερο Δικαστήριο Πράγας αναίρεσε, επικρίνοντας τον τρόπο αξιολόγησης αποδείξεων και αξιοπιστίας του L.V. Μετά τη δεύτερη αθώωση, η υπόθεση ανατέθηκε σε διαφορετικό τμήμα· μετά την τέταρτη, μεταφέρθηκε στο Περιφερειακό Δικαστήριο Πράγας.

Στις 26 Νοεμβρίου 2008, το Περιφερειακό Δικαστήριο Πράγας τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη. Η καταδίκη επικυρώθηκε από το Ανώτερο Δικαστήριο Πράγας (9 Δεκεμβρίου 2009), το Ανώτατο Δικαστήριο της Τσεχικής Δημοκρατίας (Supreme Court / Nejvyšší soud) (28 Ιουλίου 2011) και το Συνταγματικό Δικαστήριο (19 Απριλίου 2012). Η ποινική διαδικασία διήρκεσε συνολικά δέκα έτη και ένα μήνα.

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ

Άρθρο 6 § 1

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ – Παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η υπόθεση εξετάστηκε πέντε φορές, καθώς το Ανώτερο Δικαστήριο Πράγας αναίρεσε τέσσερις διαδοχικές αθωωτικές αποφάσεις. Παρότι το άρθρο 262 ΚΠΔ προέβλεπε τη δυνατότητα μεταφοράς σε άλλο τμήμα ή δικαστήριο, κατά την πάγια νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου, η εφαρμογή της διάταξης αυτής έπρεπε να είναι «απολύτως εξαιρετική» (παρ. 66-67).

Ως προς την αξιολόγηση αποδείξεων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κριτική του εφετείου στον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας του μάρτυρα L.V. αντέβαινε στο άρθρο 263 § 7 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο το εφετείο δεσμεύεται από την αξιολόγηση αποδείξεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (παρ. 68). Το εφετείο δεν εξέτασε ποτέ άμεσα τον μάρτυρα L.V. ούτε αιτιολόγησε τη μη εξέτασή του (παρ. 69). Η βάση για τη μεταφορά της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο ήταν αποκλειστικά η διαφωνία ως προς τα πραγματικά πορίσματα — κάτι ασύμβατο με την πάγια νομολογία (παρ. 70). Η δικονομική προσέγγιση του εφετείου υποδήλωνε ισχυρά ότι μόνο καταδικαστική απόφαση θα γινόταν αποδεκτή, γεγονός ενδεικτικό δυσλειτουργίας του δικαστικού συστήματος (παρ. 71). Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση (ομόφωνα).

Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ — Παραβίαση της εύλογης διάρκειας

Η διαδικασία διήρκεσε δέκα έτη και ένα μήνα ενώπιον τεσσάρων βαθμών δικαιοδοσίας. Οι επανειλημμένες αναπομπές αύξησαν ουσιωδώς τη συνολική διάρκεια, ενώ ο προσφεύγων δεν συνέβαλε στις καθυστερήσεις (παρ. 88-89). Εάν το εφετείο είχε αξιοποιήσει τη δικονομική δυνατότητα εξέτασης του μάρτυρα L.V. το ίδιο, η διάρκεια θα μπορούσε να είχε μειωθεί σημαντικά (παρ. 88). Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση (ομόφωνα).

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Η συγκεκριμένη αλληλουχία γεγονότων στην παρούσα υπόθεση υποδεικνύει ισχυρά δυσλειτουργία στη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, η οποία υπονόμευσε τη συνολική δικαιότητα της διαδικασίας» (παρ. 71).

ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ TEMPEL ΚΑΤΑ ΤΣΕΧΙΑΣ

Δυσλειτουργία δικαστικού συστήματος ως αυτοτελής λόγος παραβίασης: Η απόφαση αναγνωρίζει ρητά ότι η επανειλημμένη αναπομπή υπόθεσης μέχρι την έκδοση καταδικαστικής απόφασης μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, να συνιστά από μόνη της  δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος, ανεξάρτητα από τις επιμέρους δικονομικές πράξεις.

Ενίσχυση της αρχής της αμεσότητας: Η απόφαση υπογραμμίζει ότι εφετείο το οποίο διαφωνεί με την αξιολόγηση αξιοπιστίας μάρτυρα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλει τουλάχιστον να αιτιολογήσει τη μη άμεση εξέτασή – αξίωση που ενισχύει ουσιωδώς την αρχή της αμεσότητας.

Οριοθέτηση της ιεραρχικής εξουσίας: Η απόφαση σηματοδοτεί ότι η εξουσία αναπομπής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο επιβολής της αξιολόγησης αποδείξεων του εφετείου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ TEMPEL ΚΑΤΑ ΤΣΕΧΙΑΣ

Από: echrcaselaw

ΑΝΑΛΥΣΗ

Η απόφαση Tempel κατά Τσεχίας θίγει θεμελιώδη ζητήματα δικαστικής ανεξαρτησίας και οριοθέτησης της ιεραρχικής εξουσίας μεταξύ πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και του ορίου πέραν του οποίου η επανειλημμένη αναπομπή μετατρέπεται από θεμιτό δικονομικό εργαλείο σε μηχανισμό κατεύθυνσης του αποτελέσματος της δίκης.

Ο πυρήνας του ζητήματος – αξιολόγηση αποδείξεων και ιεραρχία: Η υπόθεση αναδεικνύει τη σύγκρουση μεταξύ ιεραρχικής εξουσίας και δικαστικής αυτονομίας. Ενώ το τσεχικό δίκαιο (άρθρο 263 § 7 ΚΠΔ) δεσμεύει ρητά το εφετείο από την αξιολόγηση αποδείξεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην πράξη το εφετείο επέκρινε ακριβώς αυτή την αξιολόγηση. Η ίδια η πάγια νομολογία του τσεχικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (I. ÚS 608/06 της 29.04.2008· I. ÚS 109/11 της 14.04.2011) απαγόρευε αυτή τη μεθοδολογία, γεγονός που καθιστά τη στάση του εφετείου ιδιαιτέρως προβληματική.

Επιστημονικές-δογματικές επισημάνσεις: Η Tempel εντάσσεται σε μια νομολογιακή γραμμή που αποδίδει ιδιαίτερο βάρος στην αρχή της αμεσότητας όταν η ενοχή εξαρτάται από την αξιοπιστία κρίσιμου μάρτυρα. Ο Maciej Fingas επισημαίνει ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ για τις αναμορφωτικές εξουσίες του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κινείται γύρω από το κεντρικό πρόβλημα της διαφοροποιημένης αποτίμησης των πραγματικών περιστατικών και της ανάγκης προσωπικής επανάληψης της αποδεικτικής διαδικασίας όταν διακυβεύεται η αξιοπιστία μάρτυρα (Maciej Fingas, “The Appellate Court’s Reformatory Powers in ECtHR Case Law – between the Efficiency of the Procedure and the Guarantees of the Fair Trial in Criminal Proceedings”, European Journal of Crime, Criminal Law and Criminal Justice, 2021, 29(2), 154–174). Στο ίδιο πνεύμα, ο Jiří Mulák υπογραμμίζει ότι ο ανώτερος δικαστής δεν μπορεί, χωρίς επανάληψη της απόδειξης, να επαναξιολογεί τις καταθέσεις μαρτύρων και να θεμελιώνει διαφορετικό πραγματικό πόρισμα από εκείνο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ιδίως όταν πρόκειται για αξιοπιστία μαρτύρων (Jiří Mulák, Czech Yearbook of Public & Private International Law, Vol. 14, 2023, σ. 244, 248, 252). Η γενικότερη θεωρητική βάση της αμεσότητας και της μηχανιστικής δυσπιστίας απέναντι σε καταδικαστική κρίση που δεν στηρίζεται σε άμεση αποδεικτική πρόσληψη ανευρίσκεται και στη θεωρία του Thomas Weigend για την αναζήτηση της αλήθειας στην ποινική διαδικασία (Thomas Weigend, “Should We Search for the Truth, and Who Should Do It?”, North Carolina Journal of International Law and Commercial Regulation, 2011, 36(2), 389–416).

Συνοπτικές επιστημονικές απόψεις και κριτικές

  • Tempel v. the Czech Republic, 25.06.2020, Application no. 44151/12 — Ο Jiří Mulák παρουσιάζει την Tempel ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχίας της ποινικής δικαιοσύνης όταν το ανώτερο δικαστήριο, χωρίς επανάληψη της απόδειξης, αποκλίνει από τα πορίσματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ουσιαστικά υποκαθιστά την κρίση του. Πηγή: Jiří Mulák, Czech Yearbook of Public & Private International Law, Vol. 14 (2023), ιδίως σ. 252 (“ECtHR Case of Tempel v Czech Republic – Failure of the Czech justice system?”).
  • Dan v. Moldova, 05.07.2011, Application no. 8999/07 — Ο Maciej Fingas αξιοποιεί τη νομολογία αυτού του τύπου για να υποστηρίξει ότι η αρχή της αμεσότητας λειτουργεί ως ουσιαστικό όριο στις αναμορφωτικές εξουσίες του εφετείου όταν η ενοχή εξαρτάται από προσωπική αξιολόγηση μαρτύρων. Πηγή: Maciej Fingas, “The Appellate Court’s Reformatory Powers in ECtHR Case Law – between the Efficiency of the Procedure and the Guarantees of the Fair Trial in Criminal Proceedings”, European Journal of Crime, Criminal Law and Criminal Justice, 2021, 29(2), 154–174.
  • Lorefice v. Italy, 29.06.2017, Application no. 63446/13 — Η Poppy Rimington-Pounder υπογραμμίζει ότι η ανατροπή αθώωσης από εφετείο χωρίς νέα άμεση εξέταση των κρίσιμων μαρτύρων προσκρούει στον πυρήνα της δίκαιης δίκης, ακριβώς επειδή η αξιοπιστία δεν αποτιμάται επαρκώς από τα πρακτικά και μόνον. Πηγή: Poppy Rimington-Pounder, UK Human Rights Blog, σχόλιο της 04.07.2017 στο Lorefice v Italy.
  • Flueraş v. Romania, 09.04.2013, Application no. 17520/04 — Ο Jiří Mulák χρησιμοποιεί τη ρουμανική νομολογία του ΕΔΔΑ για να δείξει ότι οι εξαιρέσεις στην ανάγκη επανάληψης της απόδειξης από το εφετείο πρέπει να είναι στενά οριοθετημένες και ειδικώς αιτιολογημένες. Πηγή: Jiří Mulák, Czech Yearbook of Public & Private International Law, Vol. 14 (2023), σ. 248.
  • Mohamed Vs. Argentina, Judgment of 23 November 2012, Series C No. 255 — Η Małgorzata Wąsek-Wiaderek θεωρεί ότι η ανατροπή αθώωσης ή η πρώτη επιβολή καταδίκης/ποινής σε δεύτερο βαθμό χωρίς αποτελεσματική μεταγενέστερη αναθεώρηση δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες συμβατότητας με το άρθρο 14 § 5 ICCPR και τα διεθνή standards προστασίας του κατηγορουμένου. Πηγή: Małgorzata Wąsek-Wiaderek, “A New Model of Appeal Proceedings in Criminal Cases: Acceleration v. Fairness? A Few Remarks from the Perspective of the Standards of Protecting Human Rights”, Studia Iuridica Lublinensia, 2021, Vol. 30(4).
  • General Comment No. 32 (Human Rights Committee, 2007) — Χρήσιμη γενική πηγή για το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και επανεξέταση της καταδίκης, αλλά όχι η πλέον ειδική πηγή για το ζήτημα της επανειλημμένης αναπομπής τύπου Tempel. Πηγή: Human Rights Committee, General Comment No. 32 on Article 14 ICCPR (CCPR/C/GC/32).

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η απόφαση εγείρει σημαντικά ζητήματα:

Η ανεπάρκεια του ελέγχου του Συνταγματικού Δικαστηρίου: Παρότι η πάγια νομολογία του τσεχικού Συνταγματικού Δικαστηρίου απαγόρευε ρητά τη μεθοδολογία του εφετείου, στη συγκεκριμένη υπόθεση το Συνταγματικό Δικαστήριο – τόσο το 2005 όσο και το 2007 – δεν διαπίστωσε παράβαση, υιοθετώντας ιδιαιτέρως συγκρατημένη στάση. Η υπόθεση αναδεικνύει τα όρια της αυτοσυγκράτησης του Συνταγματικού Δικαστηρίου όταν αυτή λειτουργεί εις βάρος θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Το ζήτημα της κατευθυνόμενης ή προδιαγεγραμμένης πεποίθησης: Η μεταφορά υπόθεσης σε εντελώς νέο δικαστήριο μετά από τέσσερις αθωώσεις δημιουργεί εύλογο ερώτημα κατά πόσον το νέο δικαστήριο αισθάνθηκε πίεση να εκδώσει καταδικαστική απόφαση. Το ΕΔΔΑ σημείωσε ρητά αυτόν τον κίνδυνο (παρ. 71), χωρίς όμως να προβεί σε αυτοτελή διαπίστωση περί αυθαιρεσίας της ίδιας της τελικής καταδίκης ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Οι ευρύτερες συνέπειες για τα κράτη-μέλη: Η απόφαση σηματοδοτεί ότι η ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου για την αναπομπή υποθέσεων δεν αρκεί εφόσον η εφαρμογή του εκφυλίζεται σε μέσο επιβολής της κρίσης του ανώτερου δικαστηρίου, θέτοντας εν αμφιβόλω τόσο το τεκμήριο αθωότητας όσο και τη δικαστική ανεξαρτησία.

Συμπέρασμα: Η απόφαση Tempel κατά Τσεχίας αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη νομολογία περί δίκαιης δίκης, αναγνωρίζοντας ότι η επανειλημμένη αναπομπή υπόθεσης μέχρι την επίτευξη του «επιθυμητού» αποτελέσματος συνιστά δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος ασύμβατη με το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ: • Dan v. Moldova, 05.07.2011, Application no. 8999/07 • Flueraş v. Romania, 09.04.2013, Application no. 17520/04 • Lorefice v. Italy, 29.06.2017, Application no. 63446/13 • Mohamed Vs. Argentina, Judgment of 23 November 2012, Series C No. 255 • Beuze v. Belgium [GC], 09.11.2018, Application no. 71409/10 • Ibrahim and Others v. the United Kingdom [GC], 13.09.2016, Application nos. 50541/08 et al. • Hodžić v. Croatia, 04.04.2019, Application no. 28932/14 • Yaroshovets and Others v. Ukraine, 03.12.2015, Application no. 74820/10 et al. • Chiarello v. Germany, 20.06.2019, Application no. 497/17 • Scordino v. Italy (no. 1) [GC], 29.03.2006, Application no. 36813/97

Πηγές: • CASE OF TEMPEL v. THE CZECH REPUBLIC, ECtHR, 25.06.2020, Application no. 44151/12 • Human Rights Committee, General Comment No. 32 on Article 14 ICCPR (CCPR/C/GC/32) • Maciej Fingas, “The Appellate Court’s Reformatory Powers in ECtHR Case Law – between the Efficiency of the Procedure and the Guarantees of the Fair Trial in Criminal Proceedings”, European Journal of Crime, Criminal Law and Criminal Justice, 2021, 29(2), 154–174 • Małgorzata Wąsek-Wiaderek, “A New Model of Appeal Proceedings in Criminal Cases: Acceleration v. Fairness? A Few Remarks from the Perspective of the Standards of Protecting Human Rights”, Studia Iuridica Lublinensia, 2021, 30(4) • Jiří Mulák, Czech Yearbook of Public & Private International Law, Vol. 14, 2023 • Thomas Weigend, “Should We Search for the Truth, and Who Should Do It?”, North Carolina Journal of International Law and Commercial Regulation, 2011, 36(2), 389–416 • Poppy Rimington-Pounder, UK Human Rights Blog, 04.07.2017, commentary on Lorefice v Italy

To Top