Καταδίκη της Ελλάδας στην υπόθεση Mamais: Τα διοικητικά δικαστήρια αγνόησαν αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση και διατήρησαν διοικητικό πρόστιμο

ΑΠΟΦΑΣΗ

Mamais κατά Ελλάδας της 10.03.2026 (προσφ. αριθ. 41542/19)

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση τόσο του άρθρου 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 (ne bis in idem) όσο και του άρθρου 6 § 2 (τεκμήριο αθωότητας) της ΕΣΔΑ στην υπόθεση Mamais κατά Ελλάδας, κρίνοντας ότι τα διοικητικά δικαστήρια αρνήθηκαν να λάβουν υπόψη αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση κατά την εκδίκαση προσφυγής κατά διοικητικού προστίμου για την ίδια πράξη.

Ο προσφεύγων είχε αθωωθεί αμετακλήτως από το Πλημμελειοδικείο για παράνομη εξόρυξη λατομικών υλικών στην Άνδρο. Ωστόσο, τα διοικητικά δικαστήρια αρνήθηκαν να δεσμευθούν από την αθώωση, επικαλούμενα ότι η αθωωτική απόφαση δεν περιείχε αιτιολογία, χωρίς να λάβουν υπόψη ότι η μη καθαρογραφή του πλήρους κειμένου και η ως εκ τούτου έλλειψη αιτιολογίας δεν οφειλόταν στον προσφεύγοντα.

Η ειδικότερη συμβολή της απόφασης έγκειται στο ότι το ΕΔΔΑ δεν περιορίστηκε να επαναλάβει την απόφαση  Kapetanios, αλλά έκρινε ρητώς ότι η μη προσκόμιση του πλήρους κειμένου της αθωωτικής απόφασης δεν ήταν καταλογιστή στον προσφεύγοντα και, συνακόλουθα, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εις βάρος του. Έτσι, η Mamais αποτελεί περαιτέρω εξειδίκευση της ελληνικής νομολογιακής γραμμής του Στρασβούργου για το ne bis in idem και το τεκμήριο αθωότητας. Η ειδικότερη συμβολή της συνίσταται επίσης στο ότι αναγκάζει την ανάλυση να μετακινηθεί από τον φορμαλισμό του «πλήρους σκεπτικού» στην ουσιαστική εξέταση του αν υπήρξε πραγματική αθώωση επί της ενοχής.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ – MAMAIS ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ (2026)

Η απόφαση αφορά τη σχέση μεταξύ ποινικής αθώωσης και διοικητικής κύρωσης για την ίδια πράξη. Ο προσφεύγων, Nikolaos Mamais, γεννηθείς το 1974, κατοικεί στο Ηράκλειο.

Στις 16 Μαΐου 2008 πραγματοποιήθηκαν εργασίες εξόρυξης λίθων σε ακίνητο της πρώην συζύγου του στην Άνδρο. Η αστυνομία υπέβαλε μήνυση και η Επιθεώρηση Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος επέβαλε πρόστιμο 16.000 ευρώ για παράνομες λατομικές εργασίες βάσει του άρθρου 8 του ν. 2702/1999, κρίνοντας ότι είχε τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων.

Ο προσφεύγων προσέβαλε το πρόστιμο ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος ότι επρόκειτο για οικοδομικές εργασίες με άδεια. Παράλληλα, δικάστηκε ποινικά και αθωώθηκε με την απόφαση αριθ. 21/2013 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου για παράνομη εξόρυξη αδρανών υλικών στην Άνδρο στις 16.05.2008 και στις 07.02.2011 βάσει του άρθρου 16 § 1 του ν. 1428/1984. Η αθωωτική απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Την ίδια ημέρα είχε εκδοθεί και η υπ’ αριθ. 19/2013 απόφαση, με την οποία ο προσφεύγων αθωώθηκε για πράξη της 04.01.2008, ενώ η ποινική δίωξη κατά της πρώην συζύγου του παύθηκε ως παραγεγραμμένη.

Ο προσφεύγων προσκόμισε τις αθωωτικές αποφάσεις στο διοικητικό δικαστήριο, πλην όμως αυτές δεν περιείχαν αιτιολογία (σκεπτικό). Ο ίδιος επεδίωξε επανειλημμένα να λάβει το πλήρες κείμενο, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω μετάθεσης του δικαστή που είχε εκδώσει τις αποφάσεις. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο (αριθ. 20945/2017) και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (αριθ. 1505/2019) απέρριψαν τις προσφυγές, κρίνοντας ότι δεν δεσμεύονταν από τις αθωωτικές αποφάσεις βάσει του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ, διότι δεν προέκυπτε ο λόγος αθώωσης. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο εστίασε αρχικά στην έλλειψη απόδειξης του αμετακλήτου, ενώ το Διοικητικό Εφετείο μετέθεσε το κέντρο βάρους στην απουσία αιτιολογικού.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 και του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41 ΕΣΔΑ): Το Δικαστήριο επιδίκασε 9.800 ευρώ για ηθική βλάβη. Απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης για υλική ζημία (44.138,50 ευρώ που αντιστοιχούσε στο πρόστιμο, τόκους και προσαυξήσεις), καθώς ο προσφεύγων δύναται να αιτηθεί επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητήσει την ακύρωση του προστίμου. Η απόρριψη του κονδυλίου της περιουσιακής ζημίας στηρίχθηκε ρητώς στη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας, κατά παραπομπή στην Aggloupas v. Greece (dec.) [Committee], 23.05.2023.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ MAMAIS ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ο προσφεύγων, Nikolaos Mamais, γεννήθηκε το 1974 και κατοικεί στο Ηράκλειο. Στις 19 Μαΐου 2008 η αστυνομία υπέβαλε μήνυση σε βάρος του και της πρώην συζύγου του για παράνομη εξόρυξη λίθων από ακίνητο ιδιοκτησίας της στην Άνδρο. Στις 18 Σεπτεμβρίου 2008 η Επιθεώρηση Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος του επέβαλε πρόστιμο 16.000 ευρώ βάσει του άρθρου 8 του ν. 2702/1999 και της Υπουργικής Απόφασης Δ7/Α/Φ1/οικ.21801/2001, κρίνοντας ότι προέβη σε παράνομες λατομικές εργασίες θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων.

Ο προσφεύγων ζήτησε την ακύρωση του προστίμου, προβάλλοντας ότι επρόκειτο για οικοδομικές εργασίες με άδεια. Η ένστασή του απορρίφθηκε και προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Στο μεταξύ, στις 11 Μαρτίου 2013, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σύρου τον αθώωσε (αριθ. 21/2013) για παράνομη εξόρυξη αδρανών υλικών στην Άνδρο. Η αθωωτική απόφαση δεν περιείχε αιτιολογία (σκεπτικό), αλλά περιλάμβανε τα πρακτικά, τα αιτήματα των διαδίκων και την κατάθεση αποδεικτικών στοιχείων. Ο προσφεύγων αιτήθηκε επανειλημμένως το πλήρες κείμενο, αλλά δεν του χορηγήθηκε, καθώς ο εκδώσας δικαστής είχε μετατεθεί. Κατά το ΕΔΔΑ, το διαθέσιμο κείμενο της απόφασης αρκούσε πάντως για να συναχθεί ότι δεν επρόκειτο για παύση ή περάτωση για δικονομικό λόγο, αλλά για ουσιαστική αθώωση κατόπιν αξιολόγησης των αποδείξεων και της ενοχής.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο (αριθ. 20945/2017) απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι δεν δεσμευόταν από τις αθωωτικές αποφάσεις. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (αριθ. 1505/2019) επικύρωσε την απόρριψη, κρίνοντας ότι, ελλείψει αιτιολογίας, αδυνατούσε να διαπιστώσει εάν η αθώωση βασίστηκε σε ουσιαστικούς ή δικονομικούς λόγους.

Ακριβέστερα, το Διοικητικό Πρωτοδικείο είχε αρχικά θεωρήσει ότι δεν αποδεικνυόταν η αμετάκλητη φύση των ποινικών αποφάσεων, ενώ το Διοικητικό Εφετείο έδωσε έμφαση κυρίως στην έλλειψη σκεπτικού, θεωρώντας ότι δεν μπορούσε να εξακριβώσει αν η αθώωση ήταν δικονομική ή ουσιαστική. Το ΕΔΔΑ απέρριψε αμφότερες τις προσεγγίσεις, διότι ο προσφεύγων είχε επικαλεστεί και αποδείξει το αμετάκλητο, είχε προσκομίσει τα σχετικά πιστοποιητικά, και είχε εξηγήσει συγκεκριμένα τις προσπάθειές του να λάβει πλήρες κείμενο της αθωωτικής απόφασης. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε επίσης ότι ο προσφεύγων είχε προβάλει επαρκώς, ήδη σε εθνικό επίπεδο, το άρθρο 5 § 2 ΚΔΔ, το τεκμήριο αθωότητας και την απαγόρευση διπλής δίωξης.

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ

Άρθρο 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7

Άρθρο 6 § 2

Άρθρο 5 § 2 και § 4 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 ν. 4446/2016

Άρθρο 142 ΚΠΔ για την καθαρογραφή των σχετικών ποινικών αποφάσεων

Άρθρο 473 § 1 ΚΠΔ, ως προς την αμετάκλητη φύση της ποινικής αθωωτικής απόφασης μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης ενδίκου μέσου

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 4 § 1 Πρωτοκόλλου αριθ. 7 ΕΣΔΑ. Παραβίαση της αρχής ne bis in idem

Παραδεκτό

Εξάντληση εσωτερικών ένδικων μέσων: Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο προσφεύγων δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα, δεδομένου ότι δεν επικαλέστηκε ρητά τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, δεν προέβαλε δεόντως το άρθρο 5 § 2 ΚΔΔ, δεν αναφέρθηκε ούτε κατ’ ουσίαν σε παραβίαση της αρχής ne bis in idem και δεν ισχυρίστηκε ότι το πρόστιμο είχε «ποινικό» χαρακτήρα. Το Δικαστήριο συνένωσε την ένσταση με την ουσία και την απέρριψε, κρίνοντας ότι ο προσφεύγων παρέπεμψε ρητά στο άρθρο 5 § 2 ΚΔΔ και στην απαγόρευση διπλής δίωξης, αποδεικνύοντας παράλληλα ότι η μη προσκόμιση πλήρους κειμένου δεν του ήταν καταλογιστή.

Επί της ουσίας

«Ποινικός» χαρακτήρας του διοικητικού προστίμου: Η παράνομη εξόρυξη αδρανών υλικών τιμωρούνταν με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και πρόστιμο 16.000 έως 160.000 ευρώ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κυρώσεις απέβλεπαν στην τιμωρία και αποτροπή συμπεριφορών που υπονόμευαν νομικά προστατευόμενα αγαθά και μπορούσαν να επιβληθούν σε οποιονδήποτε. Ακόμη και αν επιβλήθηκε το ελάχιστο πρόστιμο, η σοβαρότητα της δυνητικής κύρωσης καθιστούσε τη διαδικασία «ποινική» κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ.

Αμετάκλητη αθώωση επί της ουσίας: Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αθωωτική απόφαση αριθ. 21/2013 εκδόθηκε μετά από αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και ενοχής, χωρίς η δίκη να καταλήξει σε αθώωση για δικονομικούς λόγους. Η απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Η αδυναμία προσκόμισης πλήρους κειμένου δεν ήταν καταλογιστή στον προσφεύγοντα, καθώς η μη καθαρογραφή, και κατ’ επέκταση η έλλειψη αιτιολογίας, οφειλόταν αποκλειστικά στις αρχές (μετάθεση δικαστή). Στο σημείο αυτό η Mamais αποκτά ιδιαίτερη σημασία: το ΕΔΔΑ δεν αντιμετώπισε την απουσία αιτιολογίας ως τυπικό ανυπέρβλητο εμπόδιο, αλλά εξέτασε το διαθέσιμο ποινικό υλικό λειτουργικά και πραγματολογικά.

Ταυτότητα πράξεων: Ο προσφεύγων αθωώθηκε για παράνομη εξόρυξη λίθων στην Άνδρο στις 16.05.2008 βάσει του ίδιου νομοθετικού πλαισίου (ν. 1428/1984). Τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωσαν τις δύο δίκες ήταν ταυτόσημα. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό πως το διοικητικό αδίκημα δεν προϋπέθετε τον ίδιο βαθμό υποκειμενικού στοιχείου με το ποινικό, αυτό δεν διαφοροποιούσε τα πραγματικά περιστατικά για τους σκοπούς του άρθρου 4 Πρωτ. 7.

Μη επάρκεια χρονικής σύνδεσης: Οι δύο διαδικασίες διεξήχθησαν παράλληλα για περίπου τέσσερα έτη και έξι μήνες, αλλά οι διοικητικές διαδικασίες κατέστησαν αμετάκλητες πλέον των έξι ετών μετά την ποινική αθώωση. Τα διοικητικά δικαστήρια αξιολόγησαν τα αποδεικτικά στοιχεία ανεξάρτητα από την ποινική δίκη, χωρίς να σχηματίζουν ενιαία ενοποιημένη διαδικασία. Το κρίσιμο συγκριτικό σημείο με την A and B v. Norway είναι ακριβώς εδώ: στην A and B το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διπλή διαδικασία μπορεί να γίνει ανεκτή όταν υφίσταται αρκούντως στενή ουσιαστική και χρονική σύνδεση· στη Mamais, αντιθέτως, η αυτονομία των δύο διαδικασιών και η μεγάλη χρονική απόσταση μέχρι την περάτωση της διοικητικής διαφοράς απέκλεισαν την εφαρμογή αυτού του «integrated process» μοντέλου. Το Δικαστήριο μνημόνευσε συνολικό διάστημα περίπου δέκα ετών και δέκα μηνών.

Διάκριση από Smoković v. Croatia (dec.) και Petrakis v. Greece (dec.) [Committee]: Η ίδια η Mamais ξεχωρίζει ρητώς την υπόθεση από περιπτώσεις στις οποίες η πρώτη διαδικασία δεν οδήγησε σε ουσιαστική αθώωση επί της ενοχής. Στη Smoković, η περάτωση λόγω παραγραφής δεν ισοδυναμούσε με αθώωση για τους σκοπούς του ne bis in idem· γι’ αυτό και η Mamais είναι ιδιαίτερα χρήσιμη ακριβώς ως υπόθεση όπου το Δικαστήριο αναγνώρισε ουσιαστική αθώωση παρά την απουσία πλήρους σκεπτικού.

Συμπέρασμα: Η μη συνεκτίμηση της ποινικής αθώωσης από τα διοικητικά δικαστήρια συνιστά παραβίαση του άρθρου 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7.

Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ. Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας

Το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην Καπετάνιος κ.ά. κατά Ελλάδας, έκρινε ότι τα διοικητικά δικαστήρια καταλόγισαν ευθύνη στον προσφεύγοντα για πράξη για την οποία είχε ήδη αθωωθεί ποινικά, κατά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.

Η αναφορά στην Καπετάνιος δεν είναι τυπική· είναι δογματικά κεντρική. Όπως και εκεί, το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι η μεταγενέστερη διοικητική απόφαση αναιρούσε στην πράξη την ποινική αθώωση. Η Mamais, όμως, προσθέτει ότι η κρατική αδυναμία ολοκλήρωσης του πλήρους ποινικού κειμένου δεν δικαιολογεί τέτοια διοικητική αναστροφή της αθώωσης. Υπό την έννοια αυτή, η Mamais λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στη νομολογία περί ne bis in idem και στη νομολογία περί «post-acquittal» προστασίας του τεκμηρίου αθωότητας.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Η μη συνεκτίμηση της ποινικής διαδικασίας από τα διοικητικά δικαστήρια συνιστά παραβίαση του άρθρου 4 § 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 της Σύμβασης» (παρ. 32).

ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ MAMAIS ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

Καταλογισμός ευθύνης στο κράτος για την απουσία αιτιολογικού: Η απόφαση αναδεικνύει ότι όταν η μη καταχώρηση του πλήρους κειμένου αθωωτικής ποινικής απόφασης οφείλεται αποκλειστικά στις κρατικές αρχές (μετάθεση δικαστή, αδυναμία υπογραφής), η έλλειψη αιτιολογίας δεν μπορεί να αντιταχθεί στον αθωωθέντα για να αρνηθεί τη δεσμευτικότητα της αθώωσης. Ακριβέστερα: το ΕΔΔΑ δεν μετατρέπει την έλλειψη αιτιολογίας σε αδιάφορο στοιχείο γενικώς, αλλά αρνείται να επιτρέψει να λειτουργήσει σε βάρος του διαδίκου όταν η έλλειψη αυτή είναι μη καταλογιστή σε αυτόν.

Επιβεβαίωση επαναλαμβανόμενου και όχι απλώς μεμονωμένου προβλήματος της ελληνικής έννομης τάξης: Η απόφαση εντάσσεται στη σειρά Καπετάνιος κ.ά. κατά Ελλάδας, Goulandris and Vardinogianni v. Greece και πλέον Mamais κατά Ελλάδας, δείχνοντας ότι, παρά την τροποποίηση του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ το 2016, εξακολουθούν να εμφανίζονται περιπτώσεις στις οποίες η πρακτική των διοικητικών δικαστηρίων δεν αποδίδει πλήρη δεσμευτικότητα στην αμετάκλητη ποινική αθώωση. Η παρατήρηση αυτή ενισχύεται από την ίδια τη Mamais, η οποία μνημονεύει και πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ (951/2018, 2217/2021, 1411/2022, 928/2024) υπέρ της συνεκτίμησης του αμετάκλητου ποινικού δεδικασμένου και της συνάφειας με το τεκμήριο αθωότητας και το ne bis in idem.

Αξιολόγηση ουσιαστικής αθώωσης χωρίς σκεπτικό: Το Δικαστήριο αξιολόγησε αυτοτελώς τη φύση της αθωωτικής απόφασης βάσει των πρακτικών και της διαδικαστικής πορείας, δεχόμενο ότι συνιστούσε ουσιαστική αθώωση παρά την απουσία τυπικής αιτιολογίας. Σύνδεση με τη Mihalache v. Romania [GC]: η Mamais δεν αλλάζει το κριτήριο της «αμετάκλητης αθώωσης ή καταδίκης», αλλά το εφαρμόζει με έμφαση στο ότι η οριστική και ουσιαστική φύση της απόφασης κρίνεται πραγματολογικά και όχι φορμαλιστικά, όταν η έλλειψη τυπικού πλήρους κειμένου οφείλεται στο ίδιο το κράτος.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ – ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ

Βασίλης Χειρδάρης

ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ MAMAIS ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

Η απόφαση Mamais κατά Ελλάδας αποτελεί νέα εφαρμογή της πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με την αρχή ne bis in idem και το τεκμήριο αθωότητας σε υποθέσεις παράλληλων ποινικών και διοικητικών διαδικασιών.

Συστημικό ζήτημα της ελληνικής έννομης τάξης: Η υπόθεση εντάσσεται στην ήδη εκτεταμένη νομολογία κατά της Ελλάδας (Kapetanios κ.ά. κατά Ελλάδας της 30.04.2015, αριθμ. προσφ. 3453/12· Goulandris και Vardinogianni κατά Ελλάδας της 16.06.2022, αριθμ. προσφ. 1735/13), αναδεικνύοντας ότι η νομοθετική μεταρρύθμιση του 2016 δεν επέλυσε πλήρως τα δομικά προβλήματα στη σχέση ποινικής και διοικητικής δίκης. Η διαπίστωση αυτή παραμένει ερμηνευτικά ισχυρή, αλλά πρέπει να διατυπώνεται ως νομολογιακή τάση και όχι ως ρητό εύρημα «συστημικής παραβίασης» από το ίδιο το Δικαστήριο.

Η ιδιαιτερότητα της μη οριστικοποίησης αθωωτικών αποφάσεων: Η υπόθεση αναδεικνύει μια ειδική δυσλειτουργία του ελληνικού ποινικοδικονομικού συστήματος: όχι ότι το άρθρο 142 ΚΠΔ καθαυτό επιτρέπει γενικώς την ανεπίδοτη ή ανολοκλήρωτη αθωωτική κρίση, αλλά ότι η πρακτική εφαρμογή του μηχανισμού σύνταξης αιτιολογίας και καθαρογραφής μπορεί, σε παθολογικές περιπτώσεις, να αποτύχει, με αποτέλεσμα ο αθωωθείς να στερείται αιτιολογημένης απόφασης. Η μετάθεση του δικαστή κατέστησε αδύνατη ακόμη και την εκ των υστέρων σύνταξη αιτιολογικού.

Συγκριτική ανάλυση με τη νομολογία του ΕΔΔΑ:

Kapetanios and Others v. Greece (2015): Στην Καπετάνιος το ΕΔΔΑ έθεσε το βασικό ελληνικό νομολογιακό πλαίσιο, κρίνοντας ότι η επιβολή διοικητικών κυρώσεων για λαθρεμπορία, μετά από ποινική αθώωση για την ίδια κατ’ ουσίαν πράξη, παραβίαζε τόσο το ne bis in idem όσο και το τεκμήριο αθωότητας. Η Mamais ακολουθεί ακριβώς αυτή τη γραμμή, αλλά σε διαφορετικό πραγματικό περιβάλλον: όχι τελωνειακή ή φορολογική παράβαση, αλλά διοικητικό πρόστιμο λατομικής νομοθεσίας.

Goulandris and Vardinogianni v. Greece (2022): Η απόφαση Γουλανδρής και Βαρδινογιάννη επιβεβαίωσε ότι δεν αρκεί μια αφηρημένη ομοιότητα σκοπού ανάμεσα στις δύο διαδικασίες· απαιτείται ουσιαστική και χρονική συνάφεια που να συγκροτεί ενιαίο μηχανισμό απόκρισης του κράτους. Στη Mamais, όπως και στη Goulandris, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι διαδικασίες ακολούθησαν ανεξάρτητες πορείες και κατέστησαν αμετάκλητες αυτοτελώς, άρα δεν πληρούσαν την εξαίρεση της A and B. Η Goulandris είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη επειδή δείχνει και το αντίστροφο: ότι η αξιολόγηση μπορεί να διαφοροποιείται αναλόγως της φύσης της συγκεκριμένης κύρωσης, αφού εκεί υπήρξε διάκριση μεταξύ construction fine και preservation fine.

Mihalache v. Romania (GC, 2019): Η Mihalache είναι κρίσιμη κυρίως ως προς την έννοια της «τελικής» πρώτης απόφασης και του τι συνιστά «acquittal or conviction» για τους σκοπούς του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7. Η Mamais αξιοποιεί αυτή τη γραμμή για να δεχθεί ότι, ακόμη και χωρίς πλήρες σκεπτικό, το διαθέσιμο ποινικό υλικό αρκούσε ώστε να χαρακτηριστεί η πρώτη κρίση ως ουσιαστική αθώωση.

A and B v. Norway (GC, 2016): Η A and B δεν αναιρεί την προστασία από διπλή δίωξη, αλλά τη σχετικοποιεί, αποδεχόμενη διπλές διοικητικές/ποινικές διαδρομές όταν αυτές είναι αρκούντως στενά συνδεδεμένες ως προς την ουσία και τον χρόνο. Η Mamais βρίσκεται στον αντίποδα: η μεγάλη χρονική υστέρηση και η ανεξάρτητη αξιολόγηση αποδείξεων από τα διοικητικά δικαστήρια έδειξαν ότι δεν υπήρχε τέτοια ενοποιημένη διαδικασία. Η σχετική δοκιμασία έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης επιστημονικής κριτικής ακριβώς λόγω της ρευστότητας και της προβλεπτικής αβεβαιότητάς της.

Sergey Zolotukhin v. Russia (GC, 2009): Η Mamais παραμένει απολύτως εναρμονισμένη με το κριτήριο της «ίδιας ουσιαστικά πράξης» (idem factum) της Zolotukhin, αφού και η ποινική και η διοικητική διαδικασία αφορούσαν την ίδια εξόρυξη, στο ίδιο μέρος, κατά την ίδια ημερομηνία.

Smoković v. Croatia (dec.), 12.11.2019, no. 57849/12, και Petrakis v. Greece (dec.) [Committee], 26.03.2024, Application nos. 57298/17 and 59318/18: Η σημασία τους στη Mamais είναι αρνητική-οριοθετική. Υποδεικνύουν ότι δεν αρκεί οποιαδήποτε περάτωση της πρώτης διαδικασίας· χρειάζεται τελική κρίση που να αναφέρεται στην ουσία της ενοχής ή της αθωότητας, και όχι απλώς λήξη για καθαρά δικονομικό λόγο.

Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007), ιδίως στις παρ. 54-57 ως προς το άρθρο 14 § 7 ΔΣΑΠΔ, επιβεβαιώνει ότι η αρχή ne bis in idem προστατεύει από νέα δίωξη ή τιμώρηση για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη υπάρξει αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση. Η αναφορά αυτή είναι συναφής με τη Mamais ως προς την έμφαση στο αμετάκλητο της πρώτης κρίσης, αν και δεν αφορά ειδικά το ελληνικό ζήτημα της παράλληλης διοικητικής κύρωσης. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση Loayza Tamayo κατά Περού της 17.09.1997 (Σειρά C αριθ. 33), παρουσιάζει χρήσιμη αλλά όχι πλήρως ταυτόσημη αναλογία: εκεί αναδείχθηκε παραβίαση της απαγόρευσης διπλής δίωξης μετά από αθώωση, όμως σε διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο (στρατιωτική και τακτική ποινική δικαιοσύνη) και όχι στο ειδικό πεδίο ποινικής/διοικητικής διπλής διαδικασίας της ελληνικής νομολογίας.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ

Η απόφαση Mamais είναι δογματικά συνεπής με τις αποφάσεις Καπετάνιος κ.ά. και Goulandris και Vardinogianni. Ωστόσο, εγείρονται ορισμένα ερωτηματικά.

Το ζήτημα της αποτελεσματικότητας της νομοθετικής μεταρρύθμισης: Η τροποποίηση του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ με τον ν. 4446/2016 αποσκοπούσε στη συμμόρφωση της Ελλάδας με την απόφαση Καπετάνιος κ.ά.. Η παρούσα απόφαση, δέκα χρόνια μετά τη μεταρρύθμιση, αποκαλύπτει ότι η νομοθετική τροποποίηση παραμένει ανεπαρκής, όταν δομικά προβλήματα — όπως η μη καθαρογραφή αθωωτικών αποφάσεων — δεν αντιμετωπίζονται. Η ίδια η Mamais μνημονεύει πάντως ότι η ελληνική διοικητική νομολογία έχει πλέον κινηθεί σημαντικά προς τη σωστή κατεύθυνση. Το πρόβλημα, άρα, φαίνεται να είναι όχι μόνον νομοθετικό, αλλά και εφαρμοστικό και λειτουργικό.

Η απόρριψη της αποζημίωσης για υλική ζημία: Η απόρριψη του αιτήματος αποζημίωσης 44.138,50 ευρώ βασίστηκε στη δυνατότητα του προσφεύγοντος να αιτηθεί επανάληψη στην εθνική δίκη. Ωστόσο, δεδομένης της μακρόχρονης ταλαιπωρίας (πρόστιμο από το 2008, τελική εσωτερική απόφαση το 2019), γεννάται ερώτημα κατά πόσον η παραπομπή σε νέα εσωτερική διαδικασία παρέχει πραγματική επανόρθωση. Πρόκειται για θεμιτή επιστημονική επιφύλαξη και όχι για σαφές νομικό σφάλμα της απόφασης, αφού το Δικαστήριο ακολούθησε τη συνήθη λογική του subsidiarity και της δυνατότητας reopening.

Η αυτόνομη αξιολόγηση της ουσιαστικής αθώωσης: Η προσέγγιση του Δικαστηρίου – αξιολόγηση της φύσης της αθώωσης βάσει πρακτικών, απουσία τυπικού σκεπτικού – θέτει ευρύτερα ζητήματα σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται ώστε μια αθωωτική απόφαση να θεωρείται «επί της ουσίας» για τους σκοπούς του Πρωτοκόλλου αριθ. 7. Από δογματική άποψη, πάντως, η προσέγγιση αυτή είναι πειστική, διότι εμποδίζει να εκφυλιστεί η προστασία του ne bis in idem σε παίγνιο δικαστικού φορμαλισμού.

Ευρύτερες συνέπειες: Η απόφαση αποτελεί υπόμνηση προς την Ελλάδα ότι η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής ne bis in idem προϋποθέτει τόσο νομοθετικές μεταρρυθμίσεις όσο και λειτουργική ικανότητα του δικαστικού μηχανισμού — συμπεριλαμβανομένης της καθαρογραφής των αποφάσεων και της διασφάλισης πλήρους αιτιολογικού. Περαιτέρω, η Mamais καταδεικνύει ότι το ζήτημα στην Ελλάδα δεν είναι μόνον η αφηρημένη συμβατότητα του άρθρου 5 § 2 ΚΔΔ με την ΕΣΔΑ, αλλά και η πραγματική θεσμική ικανότητα των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν τη διάταξη χωρίς υπερβολικό φορμαλισμό. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, δεν αφορά μόνο τη νομοθετική πρόβλεψη, αλλά και τον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού που εκδίδει και δημοσιεύει τις ποινικές αποφάσεις: όταν τα ίδια τα κρατικά όργανα παραλείπουν να καταχωρήσουν αιτιολογία στις αποφάσεις τους, η εν λόγω παράλειψη δεν δύναται να καταλογισθεί στον διάδικο. Στο σημείο αυτό η Mamais συναντά τη γενικότερη επιστημονική κριτική προς την ελαστικοποίηση του ne bis in idem στη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή νομολογία: όσο πιο αβέβαια και πολυπαραγοντικά γίνονται τα κριτήρια, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος η προστασία να εξαρτάται από τυχαίες διαδικαστικές μεταβλητές.

Συμπέρασμα: Η απόφαση Mamais κατά Ελλάδας επιβεβαιώνει ότι η αρχή ne bis in idem και το τεκμήριο αθωότητας δεν επιτρέπουν στα διοικητικά δικαστήρια να αγνοούν αμετάκλητες ποινικές αθωωτικές αποφάσεις, ιδίως όταν η έλλειψη τυπικών στοιχείων (αιτιολογία) οφείλεται αποκλειστικά στις κρατικές αρχές. Το μήνυμα προς τα κράτη-μέλη είναι σαφές. Η υποχρέωση σεβασμού της αμετάκλητης αθώωσης δεν μπορεί να υπονομεύεται από δυσλειτουργίες του δικαστικού και κρατικού μηχανισμού.

ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ – ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

A and B v. Norway [GC], 15.11.2016, Application nos. 24130/11 and 29758/11 — Ο Max Vetzo, στο άρθρο “The Past, Present and Future of the Ne Bis In Idem Dialogue between the Court of Justice of the European Union and the European Court of Human Rights: The Cases of Menci, Garlsson and Di Puma”, Review of European Administrative Law 2018-2, επισημαίνει ότι η A and B επικρίθηκε έντονα και ότι οδήγησε σε υποχώρηση του επιπέδου προστασίας και σε σημαντική νομική αβεβαιότητα.

A and B v. Norway [GC], 15.11.2016, Application nos. 24130/11 and 29758/11 — Ο Giorgio Ardizzone, στο άρθρο “The Ne Bis in Idem Principle in the Age of Balancing”, European Papers, Vol. 8, 2023, No 2, pp. 853-878, θεωρεί ότι το κριτήριο της «substantial connection in time» είναι από τα πιο απρόβλεπτα στοιχεία της μεταγενέστερης νομολογίας και ότι η δοκιμασία της στενής συνάφειας λειτουργεί ως μία μη ρητή στάθμιση (balancing exercise).

Mihalache v. Romania [GC], 08.07.2019, Application no. 54012/10 — Ο Antonio Tarallo, στο άρθρο “About Disorder in the ‘cuisine interne’ of Mihalache Grand Chamber Judgment: Some Reasons for a Radical Change of Approach in ne bis in idem Issues”, Criminal Law Forum 32 (2021), 317-335, ασκεί κριτική στη μεταφορά του κριτηρίου foreseeability από την A and B στη Mihalache και θεωρεί προβληματικές τις έννοιες της «sufficient connection in time and in substance».

Kapetanios and Others v. Greece, 30.04.2015, Application nos. 3453/12 and 2 others — Η ίδια η επίσημη ανακοίνωση του ΕΔΔΑ τόνισε ότι η επιβολή διοικητικών προστίμων παρά την προηγούμενη ποινική αθώωση για τα ίδια πραγματικά περιστατικά προσέβαλε τόσο το τεκμήριο αθωότητας όσο και το ne bis in idem· αυτή είναι η άμεση νομολογιακή ρίζα της Mamais. Πηγή: ECHR Press Release 148 (2015).

Goulandris and Vardinogianni v. Greece, 16.06.2022, Application no. 1735/13 — Η υπόθεση είναι χρήσιμη συγκριτικά επειδή δείχνει ότι το Στρασβούργο δεν απαντά μηχανικά: διαπίστωσε παραβίαση ως προς το construction fine, αλλά όχι ως προς το preservation fine. Πηγή: ECHR, Judgments and decisions of 16.06.2022.

Smoković v. Croatia (dec.), 12.11.2019, no. 57849/12 — Χρήσιμη αντιπαραβολή, διότι εκεί η περάτωση της πρώτης διαδικασίας λόγω παραγραφής δεν θεωρήθηκε αθώωση ικανή να ενεργοποιήσει το ne bis in idem. Στη Mamais, αντιθέτως, το Δικαστήριο δέχθηκε ουσιαστική αθώωση. Πηγή: HUDOC.

General Comment No. 32 (2007) της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ – Στις παρ. 54-57 διευκρινίζεται ότι το άρθρο 14 § 7 ΔΣΑΠΔ απαγορεύει νέα ποινική δίωξη ή τιμώρηση μετά από αμετάκλητη αθώωση ή καταδίκη, αλλά αφορά μόνο «criminal offences». Πηγή: CCPR/C/GC/32.

Loayza Tamayo v. Peru, 17.09.1997, Series C No. 33 – Χρήσιμη μόνον αναλογικά: η υπόθεση αφορά παραβίαση της απαγόρευσης διπλής δίωξης σε διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο, με διαδοχική ενεργοποίηση στρατιωτικής και τακτικής ποινικής δικαιοσύνης και διατήρηση της κράτησης παρά την αθώωση. Πηγή: Inter-American Human Rights Database / Loyola Law School.

Arousidis v. Greece, 20.05.2025, Application no. 47604/13 — Νεότερη ελληνική συγγενής υπόθεση στο πεδίο του άρθρου 6 § 2: το ΕΔΔΑ εξέτασε μεταγενέστερες διοικητικές διαδικασίες που δεν σεβάστηκαν την ποινική αθώωση σε υπόθεση εικονικών τιμολογίων. Δεν είναι ακριβώς υπόθεση ne bis in idem όπως η Mamais, αλλά ενισχύει τη γραμμή για την αυτοτελή προστασία του τεκμηρίου αθωότητας μετά από αθώωση. Πηγή: HUDOC.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:

  • Mihalache v. Romania [GC], 08.07.2019, Application no. 54012/10 • Sergey Zolotukhin v. Russia [GC], 10.02.2009, Application no. 14939/03 • A and B v. Norway [GC], 15.11.2016, Application nos. 24130/11 and 29758/11 • Kapetanios and Others v. Greece, 30.04.2015, Application nos. 3453/12 and 2 others • Goulandris and Vardinogianni v. Greece, 16.06.2022, Application no. 1735/13 • Nodet v. France, 06.06.2019, Application no. 47342/14 • Farzaliyev v. Azerbaijan, 28.05.2020, Application no. 29620/07 • Petrakis v. Greece (dec.) [Committee], 26.03.2024, Application nos. 57298/17 and 59318/18 • Smoković v. Croatia (dec.), 12.11.2019, no. 57849/12 • Aggloupas v. Greece (dec.) [Committee], 23.05.2023, Application no. 28616/17 • Arousidis v. Greece, 20.05.2025, Application no. 47604/13

Πηγές: European Papers / Review of European Administrative Law / Criminal Law Forum / CCPR/C/GC/32 / Inter-American Human Rights Database

To Top