Αριθμός 145/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α. Τ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κιουρτζή, για αναίρεση της υπ’αριθ. 495/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Π.-Α. Α. του Γ., κάτοικο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Δημακαρέα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2024 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου Γεωργίου Λαουδίκου, έλαβε αριθμό 4/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 858/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ’Ε’Ο’ του Κ.Π.Δ. λόγους, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθ….2024 αίτηση του Α. Τ. του Ε., κατοίκου … (οδός …), για αναίρεση της με αριθμ.495/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και κήρυξε αυτόν ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και της παράνομης κατακράτησης (άρθρ.325, 337 παρ.1 Π.Κ.) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωσή του στις 18-9-2024 στο Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου Γ. Λ., ως Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συνταχθείσης συναφώς της με αριθμό 4/2024 έκθεσης αναίρεσης, και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας, αναστελλομένης κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2024 έως 31-8-2024 (άρθρ.473 παρ.4 ΚΠΔ), από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη η προσβαλλομένη απόφαση, στις 2-8-2024 με αριθ.555, στο κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική επ’αυτής υπηρεσιακή βεβαίωση, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.1 εδ.α’, γ’, 505 παρ.1 περ. α’ του ΚΠΔ). Η κρινόμενη αίτηση περιέχει επί πλέον σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους (άρθρ.474 παρ.4 ΚΠΔ) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’, Ε’, Θ’ του ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, με την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία Π.-Α. Α. του Γ., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, οδός …, η οποία εκπροσωπήθηκε νομοτύπως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 464 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 462 ΚΠΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίον ρητά ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για να το ασκήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 1244/1986). ‘Ετσι, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως, όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά, κατά το νόμο, στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1203/2019). Από τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται, ότι ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει να επιδιώκει ορισμένο όφελος, δικονομικό ή ουσιαστικό από την παραδοχή του ενδίκου μέσου, να αναμένει, δηλαδή, βελτίωση της θέσεώς του, από την ευδοκίμησή του (ΟλΑΠ 1244/1986, ΑΠ 502/2019, ΑΠ 539/2018). Κρίσιμο, δε, για την ύπαρξη ή μη σχετικού έννομου συμφέροντος, είναι το διατακτικό της απόφασης και όχι η αιτιολογία αυτής. Η ανυπαρξία έννομου συμφέροντος για το ένδικο μέσο το καθιστά απαράδεκτο (ΑΠ 1153/2022, ΑΠ 1568/2018, ΑΠ 539/2018). Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ενεργό και κατά τον χρόνο της κρίσης του ένδικου μέσου της αναίρεσης και μάλιστα απαιτείται για την προβολή κάθε αναιρετικού λόγου (ΑΠ 1568/2018) και αυτό πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς και ορισμένα στην έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου. Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 865/2022, ΑΠ 998/2016).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη με αριθμ.495/2024 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠοινΔ λόγο, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο χωρίς καμία αιτιολογία περί του νομοτύπου και εμπροθέσμου, έκανε τυπικά δεκτή την ασκηθείσα από αυτόν έφεση κατά της πρωτόδικης με αριθμ. 3628/2019 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος και καταδικασθεί για την αξιόποινη πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 παρ. 1 Π.Κ.). Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενόψει όσων αναπτύχθηκαν παραπάνω στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς προβολή του. Και τούτο διότι η δικαιοδοτική κρίση του δικάσαντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, περί του τυπικά δεκτού της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο έφεσης, ακόμη και στην περίπτωση τυχόν παραδοχής του προβαλλόμενου ως άνω λόγου αναίρεσης και συναφώς της αναίρεσης, δεν μπορεί να αλλάξει και δεν θα μεταβαλλόταν επί τα βελτίω η δικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι η έφεση που άσκησε εκδικάστηκε και εκδόθηκε επί της ουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Επομένως, ο αναιρεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος προβολής του ανωτέρω λόγου αναίρεσης και συνακόλουθα ο κρινόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης το οποίο όμως είναι λεπτομερές και, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 104/2023, ΑΠ 1117/2022, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 1723/2018). Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με τη ρητή αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν ελλείπει τούτο παντελώς. Εντεύθεν η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άνω άρθρων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική ή αθωωτική κρίση του. Έτσι, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ’ επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ. (ΟλΑΠ 1/2005). Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρες κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται στο αν το Δικαστήριο προέβη σε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτικά μερικών μόνον εξ αυτών (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 185/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 495/2024 απόφασή του, στην οποία παρατίθενται, κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, εκθέτει στο αιτιολογικό αυτής, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: “Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα, από τα έγγραφα τα οποία νομίμως αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκε ότι:”. Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και της παράνομης κατακράτησης με το ακόλουθο κατά πιστή μεταφορά διατακτικό: “
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην … επί της οδού … την 18-05-2018 περί ώρα 21: 15 με περισσότερες πράξεις του τέλεσε περισσότερα αδικήματα και συγκεκριμένα: Α) στον ως άνω τόπο και χρόνο, με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής, Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο αφού έλαβε τη συναίνεση της εγκαλούσας Π. Α. Α. άρχισε να της κάνει μασάζ στην πλάτη. Στη συνέχεια, αφού η εγκαλούσα σε σχετική ερώτησή του απάντησε ότι νιώθει καλύτερα, ξεκίνησε να της κάνει μασάζ στα πόδια μέχρι που το χέρι του έφτασε στους γλουτούς της. Αφού η εγκαλούσα του έκανε γνωστό ότι αυτή του η ενέργεια την ενοχλεί, πήρε τα χέρια του από τους γλουτούς της και τα έβαλε στην περιοχή των ώμων της όπου και συνέχισε να κάνει κινήσεις μάλαξης. Ακολούθως συνέχισε το μασάζ στον αυχένα και την περιοχή του στέρνου της, όπου αφού έβγαλε με αργές κινήσεις το πάνω μέρος του μαγιό που φορούσε, έπιασε το στήθος της. Η εγκαλούσα του φώναξε ότι δεν θέλει και μάζεψε τα χέρια της, ώστε να μην μπορεί ο κατηγορούμενος να το αγγίξει εκ νέου. Τότε της είπε ότι έχει πολύ σφιχτά και ωραία στήθη. Ακολούθως, βγάζοντας το κάτω τμήμα του μαγιό της, συνέχισε τις μαλάξεις στους κοιλιακούς της και στα ισχία της, οδεύοντας προς τα γεννητικά της όργανα, ενώ στη συνέχεια έβαλε ο δάκτυλό του στον κόλπο της, ρωτώντας την εάν της αρέσει, προσβάλλοντας έτσι βάναυσα την γενετήσια αξιοπρέπεια της. Β) Στον ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος με πρόθεση κατακράτησε άλλον χωρίς θέλησή του και ειδικότερα την εγκαλούσα Π. Α. Α. και της στέρησε την ελευθερία κίνησής της. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο κλείδωσε την κεντρική είσοδο του καταστήματος, ιδιοκτησίας του ίδιου, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό την εγκαλούσα, η οποία βρισκόταν σε ένα από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια που διατηρεί ο κατηγορούμενος άνωθεν του καταστήματος, να φύγει, κατακρατώντας την χωρίς τη θέλησή της και στερώντας της την ελευθερία της”. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, η Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο, πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για την πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας, όπως πρωτοδίκως. Ακολούθως, το Δικαστήριο, καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει αδιαστίκτως, με σαφήνεια και ενάργεια ότι το δικάσαν Δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για τις πράξεις της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και της παράνομης κατακράτησης, επέβαλε σ’αυτόν ποινή μόνο για την πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας, την και πρωτοδίκως επιβληθείσα, ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, υιοθετώντας την πρόταση της Εισαγγελέως. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υπό την προεκτεθείσα στην νομική σκέψη έννοια, και εμφιλοχώρησαν ελλείψεις και ασάφειες, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 337 παρ1 Π.Κ. και συνακόλουθα το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα, στο, ουσιαστικά ανύπαρκτο, αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, θεμελιωτικά της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του δικάσαντος δικαστηρίου και δη ως προς την κατάφαση της καταδίκης του αναιρεσείοντος για την πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας, ούτε παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί, με τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 Π.Κ. που εφαρμόσθηκε, ενώ στο διατακτικό, στο οποίο, έστω και χωρίς ρητή αναφορά, παραπέμπει στο αιτιολογικό, περιέχονται μεν, τα απαιτούμενα για την εγκυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος τυπικά στοιχεία της κατηγορίας, πλην, όμως, δεν περιλαμβάνονται και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να ικανοποιείται η αξίωση της, κατά τα άνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που πρέπει να έχει η απόφαση, και εκ της ως άνω ασάφειας στερείται αυτή νόμιμης βάσης, καθιστώντας συγχρόνως ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 337 παρ.1 του Π.Κ.. Επιπρόσθετα, με δεδομένη την έλλειψη οποιασδήποτε σχετικής αναφοράς στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου, ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν προσηκόντως όλα τα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο υπέπεσε στις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ. πλημμέλειες, και συνακόλουθα ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, και τέταρτος λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή της άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης με εκ πλαγίου παραβίαση, αντίστοιχα, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 495/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου για την πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 470 εδ. α’ του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και, ειδικότερα, είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού κυρίως με την αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή την καταδίκη για πράξη, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη ούτε έλαβε χώρα καταδίκη στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγόρευσης αποτελεί θετική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Θ` του ΚΠοινΔ.(ΑΠ 1092/2020, ΑΠ 828/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της με αριθ.3628/2019 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με την πρωτόδικη αυτή απόφαση κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της παράνομης κατακράτησης και κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 495/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, στο οποίο ήχθη η υπόθεση κατόπιν έφεσης του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, παραπονουμένου για την πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας για την οποία καταδικάστηκε, προκύπτει από το διατακτικό της ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, καταδικάστηκε και για τις δύο παραπάνω πράξεις ήτοι προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας και παράνομης κατακράτησης, επιβλήθηκε δε σ’αυτόν ποινή μόνο για την πράξη προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας και δη η επιβληθείσα και πρωτοδίκως ποινή, φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Ενόψει των προαναφερθέντων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κηρύξει ένοχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα, χωρίς έφεση του εισαγγελέα, και για την πράξη της παράνομης κατακράτησης τελεσθείσα από αυτόν στην … στις 18-5-2018, σε βάρος της παθούσας Π.- Α. Α., για την οποία, όμως, αυτός είχε κηρυχθεί αθώος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπερέβη την εξουσία του, γι’ αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το βάσιμο σχετικό δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί ως προς την διάταξη αυτή, ανεξαρτήτως του ότι δεν επιβλήθηκε ποινή για την πράξη αυτή, αφού υπάρχει σαφώς απόφαση για ενοχή, στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και για την πράξη αυτή, και το στίγμα της ενοχής παραμένει για τον κατηγορούμενο για πράξη που έχει πρωτοδίκως αθωωθεί, χειροτερεύοντας έτσι τη θέση του. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη 495/2024 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, για θετική υπέρβαση εξουσίας και συγκεκριμένα διότι χειροτέρευσε τη θέση του ως εκκαλούντος κατηγορουμένου, με το να τον καταδικάσει και για την πράξη παράνομης κατακράτησης για την οποία είχε αθωωθεί πρωτοδίκως, είναι βάσιμος, και κατ`εφαρμογή των άρθρων 470 εδ. α’ και 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ του ΚΠοινΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την διάταξή της που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την άνω πράξη παράνομης κατακράτησης και να απαλειφθεί η αναιρούμενη ως άνω διάταξη περί κήρυξης αυτού ενόχου για την πράξη αυτή.
Με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του Κ.Ποιν.Δ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αρνητική δε υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο παραλείπει να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (Ολ.Α.Π.2/2014, Α.Π.65/2023, Α.Π.48/2022). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 369 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ., οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δημοσιεύονται σε δημόσια συνεδρίαση από τον διευθύνοντα τη συζήτηση μετά την περάτωσή της και πριν αρχίσει η συζήτηση της επόμενης υπόθεσης, κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 372 εδ. α’ ιδίου Κώδικα με την τελειωτική απόφαση οι διάδικοι που ηττήθηκαν στη δίκη καταδικάζονται στα έξοδα (άρθρα 577 επ.). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 Κ.Π.Δ. όπως ίσχυε από 1-7-2019 “1. Κάθε κατηγορούμενος που καταδικάζεται σε ποινή καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. 2. Το ποσό των εξόδων ορίζεται με την καταδικαστική απόφαση”, ο δε υπολογισμός των επιβλητέων εξόδων διενεργείτο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της εκδίκασης της υπόθεσης, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 Ν. 663/1977 και της υπ’ αριθμ. 123827/23.12.2010 υπουργικής απόφασης, ενώ μετά την αναδιαμόρφωση του ως άνω άρθρου 577 ΚΠΔ με τα άρθρα 114 και 138 παρ.1 Ν. 5090/2024 (έναρξη ισχύος από 1-5-2024), αυτό διαμορφώθηκε ως εξής: “1. Κάθε κατηγορούμενος που καταδικάζεται σε ποινή καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. 2. Το ποσό των εξόδων ορίζεται με την καταδικαστική απόφαση και το ύψος και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής…. μπορεί δε να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών…”.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για θετική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ Κ.Π.Δ.) με την αιτίαση ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα με βάση υπολογισμού τη διάταξη του άρθρου 577 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 5090/2024, η ισχύς του οποίου όμως άρχισε από 1-5-2024, ήτοι μετά την εκδίκαση της υποθέσεως και όχι όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την κήρυξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενόχου για την πράξη προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και την καταδίκη του σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για την πράξη αυτή, καταδίκασε αυτόν με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, ορίζοντας αυτά στο ποσό των εξακοσίων ευρώ. Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας ορθώς και χωρίς να υποπέσει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, με την ίδια απόφαση που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε ποινή, τον καταδίκασε ταυτόχρονα και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, ορίζοντας το ποσό τους με την απόφασή του αυτή, καθώς σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, άσκησε εξουσία που του παρέχουν οι διατάξεις του άρθρου 577 Κ.Π.Δ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του Κ.Ποιν.Δ. ερευνώμενος σχετικός τρίτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για θετική υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος. Σημειώνεται ότι ο προσδιορισμός των εξόδων της ποινικής διαδικασίας με την προσβαλλομένη απόφαση στο αναφερόμενο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 577 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 114 Ν. 5090/2024, και ισχύει από 1-5-2024, αντί του προσδιορισμού αυτών, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά το χρόνο εκδόσεως της απόφασης (22-3-2024) διατάξεις του άρθρου 577 ΚΠΔ σε συνδ με το άρθρο 3 παρ. 1 γ’ Ν. 663/1977 και την υπ’ αριθμ. 123827/ 23.12.2010 υπουργική απόφαση (άρθρ. 1 β’ και 2 αυτής), δηλαδή ο προσδιορισμός αυτών κατ’εσφαλμένη εφαρμογή των άνω διατάξεων, οι οποίες είναι δικονομικές, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ούτε τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι πρόκειται για εσφαλμένη εφαρμογή δικονομικής και όχι ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αναγκαία προυπόθεση για την ίδρυση του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ ΚΠΔ λόγου αναίρεσης (Ολ.Α.Π.3/1998, Α.Π.95/ 2022, Α.Π. 192/2017). Σε κάθε περίπτωση μετά την παραδοχή του ενδίκου μέσου και εν προκειμένω της αίτησης αναίρεσης ισχύει η διάταξη του άρθρου 584 ΚΠΔ για αυτεπάγγελτη ενέργεια του Εισαγγελέα αν συντρέξει περίπτωση επιστροφής μέρους του ποσού των εξόδων που καταβλήθηκε.
Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ.495/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να απαλειφθεί η διάταξή της περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για την πράξη παράνομης κατακράτησης τελεσθείσα στις 18-5-2018, να παραπεμφθεί η υπόθεση για την πράξη προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ), ενώ πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ.495/2024 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Απαλείφει τη διάταξη της αμέσως ανωτέρω απόφασης περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για την πράξη της παράνομης κατακράτησης τελεσθείσα στις 18-5-2018 στην ….
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση για την πράξη προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την με αριθ. …2024 αίτηση – δήλωση του Α. Τ. του Ε. για αναίρεση της 495/2024 απόφασης του άνω Δικαστηρίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Iανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή : areiospagos.gr
