ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Διονυσία Νίκα και Γεώργιο Μικρούδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Δ. Ψ. του Γ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Ατσαβέ, για αναίρεση της υπ’αριθ. 1272/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσσηνίας -Έδρα Καλαμάτας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Μ. του Ι., κάτοικο …, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσσηνίας -Έδρα Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 24-2-2025 αίτηση αναίρεσης, καθώς και στους προσθέτους λόγους που κατατέθηκαν στις 22-9-2025, και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ’ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, η κλήση δε αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου κώδικα. Ως “υπόλοιποι διάδικοι”, που πρέπει να καλούνται στη συζήτηση, θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι απέκτησαν νόμιμα την ιδιότητα του διαδίκου. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι και ο υποστηρίζων την κατηγορία πρέπει να καλείται, για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που άσκησε ο κατηγορούμενος, ή οποιοσδήποτε άλλος δικαιούμενος προς τούτο, εφόσον αυτός νόμιμα απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου και δεν αποβλήθηκε, ούτε παραιτήθηκε από την ιδιότητα αυτή, καθόσον έχει έννομο συμφέρον να υποστηρίξει το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης έναντι του καταδικασθέντος με αυτή κατηγορουμένου, ακόμη και στην περίπτωση που με την αίτηση αναίρεσης δεν προσβάλλεται η αφορώσα την υποστήριξη της κατηγορίας διάταξη της απόφασης, καθώς και αν δεν παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε όμως νόμιμα παραστεί πρωτοδίκως.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ2 εδ.β,δ και ε ΚΠΔ, αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το φάκελο, στον οποίο εσωκλείεται το έγγραφο, στην πόρτα της κατοικίας και επιδίδεται αντίγραφο του εγγράφου αυτού στον διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου διαδίκου, ανεξάρτητα, αν ο διορισμός του ήταν ή όχι υποχρεωτικός από το νόμο. Στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα αρχίζουν από την τελευταία χρονικά επίδοση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 εδ.γ ΚΠΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του υποστηρίζοντος την κατηγορία που έχει διοριστεί νόμιμα και έχει γνωστοποιηθεί στην προδικασία ή στο ακροατήριο, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος. Τέλος, αν δεν προκύπτει, ότι κλητεύθηκαν ή δεν κλητεύθηκαν νόμιμα όλοι οι διάδικοι και κάποιος από αυτούς δεν εμφανισθεί, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 116/2020, 1408/2020). Επίσης κατά το άρθρο 515 παρ. 1 ΚποινΔ: Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης.
Εν προκειμένω, ο υποστηρίζων την κατηγορία Σ. Μ. δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, αν και, όπως προκύπτει από το από 1-4-2025 και 4-4-2025 αποδεικτικά επιδόσεως των Ανθ/μων Α. Φ. και Ν. Σ. (αντιστοίχως), κλητεύθηκε εμπροθέσμως για να παραστεί στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχική δικάσιμο της 21-5-2025, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (βλ. 813/2025 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), στην οποία εκείνος όφειλε να εμφανιστεί χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Η υπό κρίση από 24-2-2025 (αρ. πρωτ. 1/24-2-2025) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 1272/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Μεσσηνίας (έδρα Καλαμάτας), η οποία καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο (άρθ. 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ) στις 3-2-2025, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζομένη λόγω πρόδηλης συναφείας με τους εμπρόθεσμους και παραδεκτούς (άρθρο 509 εδ. α’ ΚΠΔ), από 22-9-2025 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που κατατέθηκαν αυθημερόν στην ενταύθα Εισαγγελία. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασής της περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αποδίδοντας σ’ αυτήν τις πλημμέλειες (κατ’ εκτίμηση) εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ Κ.Ποιν.Δ.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελ. 3) η σχετική περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ένστασης της κατηγορουμένης, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε από το τελευταίο με το ακόλουθο σκεπτικό: “Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος είχε υποβληθεί και πρωτοδίκως και προτάθηκε και ως λόγος εφέσεως. Επομένως παραδεκτά υποβάλλεται και στο δικαστήριο αυτό. Πρέπει, όμως να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθώς στο κλητήριο θέσπισμα περιέχονται όλα τα αναγκαία εκ του άρθ. 321 ΚΠοινΔ για το ορισμένο του”. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιέλαβε στην απορριπτική της ένστασης, περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος παρεμπίπτουσα απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα για τον ακριβή καθορισμό της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση αντιτύπου του κλητηρίου θεσπίσματος προκύπτει ότι αυτό περιέχει όλα τα απαραίτητα κατά νόμον στοιχεία (αρ. 321 παρ. 1 ΚΠΔ) για την εγκυρότητά του, ήτοι:α) το ονοματεπώνυμο της κατηγορουμένης, β) το δικαστήριο στο οποίο καλείται (Μον. Πλημ. Καλαμάτας), γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και ώρα που πρέπει να εμφανιστεί (ώρα 9.00 π.μ., 2-6-2023, ως αρχική δικάσιμος), δ) τον ακριβής καθορισμό της πράξης (της εξυβρίσεως) για την οποία κατηγορείται με την αναφορά σ’ αυτό των προσβλητικών της τιμής του εγκαλούντος λέξεων, που απηύθυνε σ’ αυτόν και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει (αρθ. 361 παρ. 1 α’ ΠΚ) ώστε η κατηγορουμένη να λάβει σαφή γνώση της κατηγορίας που της αποδόθηκε και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή της και ε) τον αριθμό του (ΑΠ 2020/4612), επίσημη σφραγίδα και η υπογραφή του εισαγγελέα που εξέδωσε το θέσπισμα. Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 εδ. α’ ΠΠ.Κ. “όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 Π.Κ.) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή”.
Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία για τη θεμελίωση του δόλου, διότι για το αδίκημα της εξυβρίσεως αρκούσε ο κοινός δόλος (ΑΠ 1178/2005). Ωστόσο με το άρθρο 53 του Ν. 5090/2024 (ΦΕΚ, τ. Α, 30/2024) με έναρξη ισχύος από 1-5-2024 (άρθρο 138), η διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1ν ΠΚ τροποποιήθηκε ως εξής: “Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, έχοντας τέτοιον σκοπό, τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι (6) μήνες ή χρηματική ποινή”. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Νόμου η τροποποίηση του παραπάνω άρθρου αφορά νομοτεχνική βελτίωση της διατάξεως λόγω της καταργήσεως του άρθρου 362 ΠΚ και παράλληλα η μεταβολή του αδικήματος σε υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως. Από τη σύγκριση δε των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η νέα διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 εδ. α’ ΠΚ, ως ισχύει μετά τον Ν. 5090/2024 (και την προσθήκη της φράσεως “έχοντας τέτοιον σκοπό”), είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού απαιτεί για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ως πρόσθετο στοιχείο [ΑΠ 1207/2024], ήτοι τον σκοπό προσβολής της τιμής του παθόντος, δηλαδή την απαξιώτική προς το πρόσωπο του παθόντος εκδήλωση του δράστη που πρέπει να κατατείνει στον παραπάνω σκοπό.
2) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΟλΑΠ 1/2005). Η συνδρομή του δόλου κατ’ αρχήν δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ανωτέρω Δικαστήριο ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πραγματικά περιστατικά κρίση του, ότι “από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασία και συγκεκριμένα, την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην απόφαση αυτή πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης, αξιολογούμενα σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι: Η κατηγορουμένη, στην Καλαμάτα, στις 03.06.2020, προσέβαλε με λόγο την τιμή άλλου. Συγκεκριμένα, αποκάλεσε τον εγκαλούντα Μ. Σ. “πουλημένε στη φιλοζωική, ξεφτιλισμένε, αχρείε, ηλίθιε” προσβάλλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την τιμή και την επαγγελματική και κοινωνική του υπόληψη. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης (άρνηση της κατηγορίας) ότι δεν είχε εξυβριστική διάθεση αλλά είπε “τι ξευτιλίκια είναι αυτά”, “είστε πουλημένος στον φιλοζωικό”, αφενός δεν ασκούν έννομη επιρροή, αφετέρου δεν αποδείχτηκαν”. Ακολούθως το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας, κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη του ότι: “στην Καλαμάτα, στις 03.06.2020, προσέβαλε με λόγο την τιμή άλλου. Συγκεκριμένα, αποκάλεσε τον εγκαλούντα Μ. Σ. “πουλημένε στη φιλοζωική, ξεφτιλισμένε, αχρείε, ηλίθιε” προσβάλλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την τιμή και την επαγγελματική και κοινωνική του υπόληψη”. Επέβαλε δε σε αυτήν ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επι τριετία.
Με όσα ως άνω διέλαβε στο σκεπτικό του, σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται (Ολ ΑΠ 1/2020), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς το στοιχείο του δόλου της κατηγορουμένης. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε στην υπ’ αρ. 1 νομική σκέψη, μετά την τροποποίηση του έως τότε ισχύοντος άρθρου 361 ΠΚ με το άρθρο 53 Ν. 5090/2024, επήλθε μεταβολή του αδικήματος της εξυβρίσεως σε υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως και ως εκ τούτου ο δόλος απαιτεί πλέον ιδιαίτερη αιτιολογία, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπ’ αρ. 2 νομική σκέψη. Εν τούτοις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του στις 6-11-2024, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος της νεώτερης -και ευμενέστερης εν προκειμένω- διατάξεως (1-5-2024), όχι μόνο δεν αιτιολόγησε ειδικότερα τον δόλο της κατηγορουμένης, ως όφειλε, αλλά αντιθέτως σε απάντηση του (αρνητικού) ισχυρισμού της τελευταίας ότι δεν είχε εξυβριστική διάθεση, απάντησε ότι αυτός “δεν ασκεί έννομη επιρροή”, παραβιάζοντας έτσι ευθέως τη (νέα) διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ, δεκτού γενομένου του κατ’ εκτίμηση, σχετικού τέταρτου λόγου αναιρέσεως.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκομένης της εξετάσεως των προτεινομένων από την αναιρεσείουσα λοιπών λόγων, διότι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός (ΑΠ 520/2023), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 1272/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσσηνίας (έδρα Καλαμάτας).
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή : areiospagos.gr
