Θάνατος δεκάχρονου παιδιού σε μη εγκεκριμένη σιδηροδρομική διάβαση. Μη λήψη φυσικών εμποδίων και αναποτελεσματική έρευνα. Παραβίαση άρθρου 2

ΑΠΟΦΑΣΗ

Zayets v. Ukraine, 02.07.2026, προσφ. αριθ. 37590/18

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Στις 22 Νοεμβρίου 2016 ο δεκάχρονος υιός των προσφευγόντων παρασύρθηκε και σκοτώθηκε από συρμό, καθώς διέσχιζε τη σιδηροδρομική γραμμή σε μη εγκεκριμένο/ανεπίσημο σημείο διάβασης πλησίον του σχολείου του και του σιδηροδρομικού σταθμού του Ιρπίν. Το σημείο αυτό χρησιμοποιούνταν επί σειρά ετών από κατοίκους ως σύντμηση διαδρομής, η γραμμή ήταν πλήρως ανοικτή και χωρίς περίφραξη, ενώ ο σταθμός συγκαταλεγόταν, κατά τα επίσημα στοιχεία, στους 28 επικινδυνότερους σιδηροδρομικούς σταθμούς της Ουκρανίας.

Το Δικαστήριο, χαρακτηρίζοντας τα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπό το άρθρο 2 ΕΣΔΑ, διαπίστωσε παραβίαση τόσο του ουσιαστικού όσο και του διαδικαστικού σκέλους. Ως προς το ουσιαστικό σκέλος, έκρινε ότι οι αρχές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο για τη ζωή των κατοίκων, ιδίως των παιδιών, και παρέλειψαν να λάβουν εγκαίρως το πλέον πρόσφορο και διαθέσιμο μέτρο: την τοποθέτηση φυσικών εμποδίων. Το μέτρο αυτό ελήφθη μόνον μετά τον θάνατο, γεγονός που επιβεβαίωσε ότι δεν επέβαλλε υπέρμετρο βάρος και ήταν πρακτικά εφικτό.

Ως προς το διαδικαστικό σκέλος, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η πολυετής ποινική έρευνα υπήρξε τόσο κατάφωρα ελλιπής ώστε να εγείρει ζητήματα είτε πρόδηλης ανικανότητας των αρχών είτε δολιοφθοράς του ερευνητικού έργου. Το Δικαστήριο, συνεδριάζον ως Επιτροπή, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2 ΕΣΔΑ και επιδίκασε 24.000 ευρώ για ηθική βλάβη, 842 ευρώ για υλική ζημία για εγκατάσταση μνημείου στον τάφο και 6.000 ευρώ για έξοδα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στις 22 Νοεμβρίου 2016, περί ώρα 15:00, ο δεκάχρονος υιός των προσφευγόντων, επιστρέφοντας στην οικία του, παρασύρθηκε από συρμό ενώ διέσχιζε τη σιδηροδρομική γραμμή σε ανεπίσημο σημείο διάβασης πλησίον του σχολείου του και του σιδηροδρομικού σταθμού του Ιρπίν, στην Περιφέρεια του Κιέβου. Απεβίωσε επιτόπου. Ο συρμός είχε απομακρυνθεί από τον τόπο του συμβάντος στις 15:13, πριν ειδοποιηθεί η αστυνομία στις 15:14, η οποία προσήλθε στις 15:40.

Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η ανεπίσημη διάβαση χρησιμοποιούνταν επί σειρά ετών από τους κατοίκους, παρά την επικινδυνότητά της, διότι η γραμμή ήταν πλήρως ανοικτή και χωρίς περίφραξη. Υπήρχε μάλιστα διαμορφωμένο πλακόστρωτο μονοπάτι και διαγράμμιση πεζών, τα οποία απομακρύνθηκαν μετά το δυστύχημα. Οι μόνες προειδοποιήσεις συνίσταντο σε δύο πινακίδες τυπωμένες σε λευκό χαρτί Α4 και κολλημένες με ταινία επί στύλων, απαγορεύουσες τη διέλευση επί απειλή προστίμου. Η ανεπάρκεια αυτών των προειδοποιήσεων ήταν ιδιαιτέρως εμφανής ενόψει της χρήσης του σημείου από παιδιά και της εγγύτητάς του σε σχολείο.

Κατά τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της περιόδου 2011-2017 και ανακοίνωση της ουκρανικής σιδηροδρομικής διοίκησης, ο σταθμός του Ιρπίν συγκαταλεγόταν στους 28 επικινδυνότερους της χώρας. Μετά το δυστύχημα κατασκευάστηκαν διαδοχικά περιφράξεις: τσιμεντένια περίφραξη το 2016 από τοπικούς επιχειρηματίες κατά μήκος της γραμμής δίπλα στο σχολείο, μεταλλική περίφραξη το 2017 από την ουκρανική σιδηροδρομική εταιρεία στην αντίθετη πλευρά και, το 2018, μεταλλική περίφραξη μήκους 200 μέτρων και στις δύο πλευρές της γραμμής.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι μεταξύ 2010 και 2020 είχαν καταγραφεί 35 ατυχήματα στον σταθμό, με 20 θανάτους, εκ των οποίων πέντε αυτοκτονίες, και ότι όλα οφείλονταν σε παραβίαση των κανόνων ασφαλείας από τα θύματα. Επικαλέστηκε επίσης την ύπαρξη εγκεκριμένης υπόγειας διάβασης πεζών σε απόσταση 300 μέτρων από το σημείο του δυστυχήματος και 600 μέτρων από το σχολείο, καθώς και την κατασκευή, το 2018, καινοτόμου ισόπεδης διάβασης τύπου λαβυρίνθου με ηχητικά και φωτεινά σήματα.

Την ημέρα του δυστυχήματος κινήθηκε ποινική έρευνα βάσει του άρθρου 276 του εγχώριου Ποινικού Κώδικα για παραβίαση κανόνων ασφαλείας σιδηροδρομικής κυκλοφορίας. Διενεργήθηκε αυτοψία και εξετάστηκαν δύο αυτόπτες μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο ανήλικος διέσχιζε τις γραμμές φορώντας κουκούλα που κάλυπτε τα μάτια του, με το κεφάλι σκυμμένο, χωρίς να κοιτάξει γύρω και χωρίς να αντιληφθεί τα ηχητικά σήματα του συρμού. Ο πρώτος προσφεύγων αναγνωρίστηκε ως θύμα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Μεταξύ Δεκεμβρίου 2016 και Ιουνίου 2018 ο πρώτος προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα για την αδράνεια των αρχών, λαμβάνοντας κατά κανόνα τυπικές απαντήσεις. Παρά τις πολυάριθμες εντολές των προϊσταμένων και της εισαγγελίας για τη διενέργεια ουσιωδών ερευνητικών πράξεων — εξέταση θυμάτων και μαρτύρων, συλλογή υλικών και ιατρικών στοιχείων, ιατροδικαστική και τεχνική πραγματογνωμοσύνη, πρόσθετη αυτοψία του τόπου και τεχνική εξέταση του συρμού — αυτές ουδέποτε εκτελέστηκαν. Κατά τους προσφεύγοντες, επί δυόμισι και πλέον έτη δεν υπήρξε ανακριτής αρμόδιος για την υπόθεση, ενώ από τον Μάρτιο-Απρίλιο 2017 δεν ελήφθη κανένα ουσιώδες ερευνητικό μέτρο. Τον Ιανουάριο του 2021 η έρευνα εκκρεμούσε ακόμη.

Η εσωτερική έρευνα της Διεύθυνσης Σιδηροδρόμων Κιέβου της 28ης Νοεμβρίου 2016 στηρίχθηκε κυρίως στις εξηγήσεις του μηχανοδηγού και του βοηθού του, αποδίδοντας το δυστύχημα σε παραβίαση των κανόνων από τον ανήλικο, ο οποίος φέρεται να «εμφανίστηκε αιφνιδίως» επί της γραμμής. Ο μηχανοδηγός φέρεται να χρησιμοποίησε ηχητικά σήματα και πέδηση κινδύνου με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, με απόσταση ακινητοποίησης 138 μέτρων. Οι προσφεύγοντες επισήμαναν ότι το πλήρωμα ουδέποτε εξετάστηκε στο πλαίσιο της ποινικής έρευνας ούτε υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση καταλληλότητας, συμπεριλαμβανομένου ελέγχου για αλκοόλ ή ουσίες. Επιπλέον, οι αρχές ουδέποτε διερεύνησαν την αντίφαση που επικαλούνταν οι προσφεύγοντες μεταξύ της εκδοχής του πληρώματος περί αιφνίδιας εμφάνισης και της εκδοχής ότι το παιδί κινούνταν με βραδύ βήμα και δεν έτρεχε.

Παράλληλη ποινική έρευνα για αμέλεια περί τα υπηρεσιακά καθήκοντα, βάσει του άρθρου 367 του Ποινικού Κώδικα, κινήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2017 σε σχέση με υπαλλήλους/στελέχη του σιδηροδρομικού σταθμού Ιρπίν, κατόπιν προσφυγής στον ανακριτή δικαστή. Παρά τη διαταγή του Δικαστηρίου του Ιρπίν της 16ης Μαΐου 2017 περί αναγνώρισης του πρώτου προσφεύγοντος ως θύματος, η διαταγή αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε, ενώ ουδεμία ερευνητική πράξη διενεργήθηκε.

Τέλος, δύο εσωτερικές πειθαρχικές έρευνες, το 2018 και το 2020, διαπίστωσαν ότι οι ποινικές έρευνες υπήρξαν πλημμελείς και ότι υφίσταντο σοβαροί λόγοι πειθαρχικής ευθύνης των αστυνομικών ερευνητών και των προϊσταμένων τους. Ωστόσο, οι περισσότεροι εμπλεκόμενοι απέφυγαν την πειθαρχική κύρωση, διότι είχαν ήδη απολυθεί ή τιμωρηθεί για άλλα παραπτώματα, ενώ μόλις τρεις υπέστησαν συμβολικές κυρώσεις.

Οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στο Στρασβούργο επικαλούμενοι τα άρθρα 2 και 13 ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι αιτιάσεις έπρεπε να εξεταστούν αποκλειστικά υπό το άρθρο 2 ΕΣΔΑ.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 2 ΕΣΔΑ – Δικαίωμα στη ζωή. Παράλειψη προληπτικών μέτρων και αναποτελεσματική έρευνα. Παραβίαση

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, όταν το Κράτος αναλαμβάνει, οργανώνει ή επιτρέπει επικίνδυνες δραστηριότητες, οφείλει να διασφαλίζει, μέσω συστήματος κανόνων και επαρκούς ελέγχου, τη μείωση του κινδύνου στο εύλογο ελάχιστο. Η θετική υποχρέωση προστασίας της ζωής γεννάται όταν οι αρχές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την ύπαρξη πραγματικού και άμεσου κινδύνου για τη ζωή και παρέλειψαν να λάβουν μέτρα εντός των αρμοδιοτήτων τους που, ευλόγως εκτιμώμενα, θα μπορούσαν να αποτρέψουν τον κίνδυνο. Η υποχρέωση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που επιβάλλει υπέρμετρο βάρος στις αρχές.

Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη κανονιστικού πλαισίου για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών. Συνεπώς, δεν εξέτασε γενικώς την επάρκεια της νομοθεσίας, αλλά περιόρισε την ανάλυσή του στην επάρκεια των πρακτικών μέτρων έναντι συγκεκριμένου, εντοπισμένου κινδύνου.

Το ΕΔΔΑ έκρινε αποδεδειγμένο ότι η ανεπίσημη διάβαση χρησιμοποιούνταν επί σειρά ετών, ότι η γραμμή ήταν πλήρως ανοικτή και χωρίς περίφραξη και ότι οι τοπικές αρχές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τον κίνδυνο. Η γνώση αυτή επιβεβαιωνόταν τόσο από τα προγενέστερα στοιχεία, όπως η μακροχρόνια χρήση του σημείου και η επικινδυνότητα του σταθμού, όσο και από τα μεταγενέστερα μέτρα, δηλαδή την κατασκευή περιφράξεων μετά το δυστύχημα.

Δεδομένης της εγγύτητας του σχολείου, οι αρχές όφειλαν να αντιληφθούν ότι ευάλωτες ομάδες, όπως τα παιδιά, μπορούσαν να εκτεθούν ευχερώς στον κίνδυνο. Η μεταγενέστερη τοποθέτηση φυσικών εμποδίων κατέδειξε ότι το μέτρο δεν επέβαλλε υπέρμετρο βάρος και βρισκόταν εντός των διαθέσιμων προϋπολογιστικών δυνατοτήτων. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι αρχές παρέλειψαν να λάβουν εγκαίρως το πλέον πρόσφορο και διαθέσιμο μέτρο, παραβιάζοντας την προληπτική τους υποχρέωση υπό το άρθρο 2.

Ως προς τη διαδικαστική υποχρέωση, το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι, σε περιπτώσεις απώλειας ζωής συνδεόμενης με επικίνδυνες δραστηριότητες, η επίσημη ποινική έρευνα είναι απαραίτητη. Η αποτελεσματικότητά της αξιολογείται με βάση την επάρκεια των ερευνητικών μέτρων, την ταχύτητα, τη συμμετοχή της οικογένειας και την ανεξαρτησία της έρευνας.

Καίτοι η έρευνα κινήθηκε αμέσως, περιορίστηκε ουσιαστικά στην αυτοψία, στην εξέταση δύο αυτοπτών και στην εξέταση ορισμένων υλικών στοιχείων. Οι εντολές για ουσιώδεις ερευνητικές πράξεις ουδέποτε εκτελέστηκαν, ενώ υπήρξε κίνδυνος απώλειας κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Η έρευνα για ενδεχόμενη αμέλεια στελεχών του σιδηροδρομικού σταθμού κινήθηκε με τρίμηνη καθυστέρηση και μόνον κατόπιν προσφυγής στον ανακριτή δικαστή. Η δικαστική διαταγή αναγνώρισης του πρώτου προσφεύγοντος ως θύματος δεν εφαρμόστηκε. Η εσωτερική σιδηροδρομική έρευνα δεν ήταν ανεξάρτητη, διότι στηρίχθηκε κυρίως στις εξηγήσεις του πληρώματος, το οποίο ουδέποτε εξετάστηκε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας ούτε υποβλήθηκε σε ιατρικό έλεγχο.

Το Δικαστήριο, με παραπομπή σε σειρά προηγούμενων υποθέσεων κατά της Ουκρανίας, έκρινε ότι η εγχώρια ποινική έρευνα υπήρξε τόσο κατάφωρα ελλιπής ώστε να εγείρει ζητήματα είτε πρόδηλης ανικανότητας των αρχών είτε δολιοφθοράς του ερευνητικού έργου. Διαπίστωσε, συνεπώς, παραβίαση και του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 2.

ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ

Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 ΕΣΔΑ τόσο λόγω μη λήψης των αναγκαίων προληπτικών μέτρων όσο και λόγω αναποτελεσματικής έρευνας.

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 ΕΣΔΑ, επιδίκασε στους προσφεύγοντες από κοινού 24.000 ευρώ για ηθική βλάβη, 842 ευρώ για υλική ζημία ως ισότιμο του τεκμηριωμένου κόστους εγκατάστασης του μνημείου στον τάφο, όχι του συνόλου των αιτηθέντων δαπανών, και 6.000 ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη, καταβλητέα στον λογαριασμό του EHRAC.

Ως προς το άρθρο 46 ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο δεν υπέδειξε συγκεκριμένα ατομικά ή γενικά μέτρα. Έκρινε προσφορότερο να αφήσει στην Κυβέρνηση την επιλογή των μέσων συμμόρφωσης προς την υποχρέωσή της, υπό την εποπτεία της Επιτροπής Υπουργών.

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η σιδηροδρομική υποδομή μπορεί να ενταχθεί, στο πλαίσιο του άρθρου 2 ΕΣΔΑ, στις επικίνδυνες κρατικές δραστηριότητες. Το κρίσιμο δεν είναι μόνον η ύπαρξη κανονιστικού πλαισίου, αλλά η λήψη πρακτικών, επιχειρησιακών και εγκαίρως εφαρμοζόμενων μέτρων έναντι συγκεκριμένου κινδύνου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η χρήση της μεταγενέστερης κατασκευής περιφράξεων ως ένδειξης ότι το μέτρο ήταν πρακτικά εφικτό και οικονομικά ανεκτό. Το Δικαστήριο δεν εξομοιώνει τη μεταγενέστερη ενέργεια με ομολογία ευθύνης, αλλά τη χρησιμοποιεί ως ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο ότι το μέτρο θα μπορούσε να έχει ληφθεί εγκαίρως.

Η απόφαση έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία ως προς την προστασία των παιδιών. Η εγγύτητα του σχολείου κατέστησε προβλέψιμη τη χρήση της ανεπίσημης διάβασης από ανηλίκους. Επομένως, η προληπτική υποχρέωση των αρχών ήταν εντονότερη, διότι ο κίνδυνος αφορούσε ευάλωτη ομάδα.

Στο διαδικαστικό σκέλος, η απόφαση χρησιμοποιεί ασυνήθιστα αυστηρή γλώσσα. Η αναφορά σε «πρόδηλη ανικανότητα ή δολιοφθορά» υπερβαίνει τη συνήθη διαπίστωση απλών ερευνητικών πλημμελειών και καταδεικνύει σοβαρή θεσμική δυσλειτουργία.

Η εκδίκαση από τριμελή Επιτροπή υποδηλώνει ότι η υπόθεση εντάσσεται στην καλά εδραιωμένη νομολογία του ΕΔΔΑ. Η αξία της δεν έγκειται στην εισαγωγή νέας αρχής, αλλά στη συνεπή εφαρμογή της νομολογίας Öneryıldız/Kalender σε νέο πραγματικό πλαίσιο: την ανεπίσημη και μη περιφραγμένη σιδηροδρομική διάβαση κοντά σε σχολείο.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η απόφαση Zayets κατά Ουκρανίας, μολονότι τυπικά πρόκειται για απόφαση Επιτροπής, αποτυπώνει με καθαρότητα τη μεθοδολογία των θετικών υποχρεώσεων υπό το άρθρο 2 ΕΣΔΑ. Το ισχυρό της σημείο είναι η αυστηρή διάκριση μεταξύ αφενός του κανονιστικού πλαισίου, το οποίο δεν κρίθηκε ανεπαρκές, και αφετέρου της πρακτικής επιχειρησιακής ανεπάρκειας έναντι γνωστού και εντοπισμένου κινδύνου.

Το αδύναμο σημείο της απόφασης είναι η σχετική συντομία της αιτιολογίας ως προς την αιτιώδη συνάφεια και ως προς τα διαρθρωτικά ζητήματα. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα φυσικά εμπόδια θα μπορούσαν να είχαν προστατεύσει τη ζωή του παιδιού, αλλά δεν αναπτύσσει εκτενώς τη σχέση μεταξύ του ατομικού δυστυχήματος και της γενικότερης σιδηροδρομικής πολιτικής ασφαλείας. Η συγκρατημένη αυτή στάση εξηγείται εν μέρει από το ότι αποτελεί απόφαση Επιτροπής και από το ότι το Δικαστήριο δεν θέλησε να μετατρέψει την υπόθεση σε ευρύτερη κρίση περί συστημικής ανεπάρκειας του ουκρανικού πλαισίου σιδηροδρομικής ασφάλειας.

Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι η ουκρανική νομοθεσία ήταν ανεπαρκής. Αντιθέτως, έκρινε ότι δεν υπήρχε ένδειξη πως το δυστύχημα οφειλόταν σε έλλειψη νομοθετικών ή διοικητικών μέτρων ή σε μη εφαρμογή τους. Το πρόβλημα εντοπίστηκε στην αποτυχία λήψης του συγκεκριμένου πρακτικού μέτρου των φυσικών εμποδίων.

Η γνώση του κινδύνου θεμελιώθηκε ιδίως στη μακροχρόνια χρήση της διάβασης, στην πλήρη απουσία περίφραξης, στην επικινδυνότητα του σταθμού και στην επακόλουθη κατασκευή περιφράξεων. Η τελευταία δεν συνιστά αυτοτελή παραδοχή ευθύνης, αλλά αποτελεί στοιχείο που επιβεβαιώνει την πρακτική και οικονομική δυνατότητα εφαρμογής του μέτρου.

Η διαδικαστική διάσταση είναι ίσως το βαρύτερο μέρος της απόφασης. Η μη εκτέλεση των εντολών των προϊσταμένων, η μη εξέταση του πληρώματος, η μη ιατρική εξέτασή του, η μη εφαρμογή δικαστικής διαταγής περί αναγνώρισης θύματος και οι συμβολικές πειθαρχικές κυρώσεις συγκροτούν εικόνα έρευνας που δεν μπορούσε να οδηγήσει αξιόπιστα στη διαλεύκανση των πραγματικών περιστατικών και στον εντοπισμό τυχόν ευθυνών.

Ως προς το άρθρο 46, η επιλογή του Δικαστηρίου να αφήσει στην Κυβέρνηση την επιλογή των μέσων συμμόρφωσης είναι σύμφωνη με την πάγια νομολογία του. Η υπόθεση εντάσσεται σε επαναλαμβανόμενο μοτίβο ελλιπών ερευνών κατά της Ουκρανίας, χωρίς ρητή διαπίστωση συστημικού προβλήματος στο διατακτικό ή στην αιτιολογία του άρθρου 46.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Α) Öneryıldız κατά Τουρκίας [GC]: Θεμελιώδης απόφαση του Μεγάλου Τμήματος για τις θετικές υποχρεώσεις του άρθρου 2 σε περιβάλλον επικίνδυνων δραστηριοτήτων. Καθιέρωσε την υποχρέωση θέσπισης κατάλληλου νομοθετικού και διοικητικού πλαισίου, αλλά και λήψης πρακτικών μέτρων προστασίας. Η Zayets αντλεί από την Öneryıldız ιδίως ως προς το κριτήριο του αν το αναγκαίο μέτρο επέβαλλε υπέρμετρο βάρος.

Β) Kalender κατά Τουρκίας: Άμεσα συναφής υπόθεση στο πεδίο του σιδηροδρόμου. Η σημασία της για την Zayets έγκειται στο ότι, όταν οι αρχές γνωρίζουν κινδύνους συνδεόμενους με σιδηροδρομική δραστηριότητα και δεν λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, η αποτυχία αποτελεσματικής διερεύνησης και, όπου συντρέχει λόγος, ποινικής απόδοσης ευθυνών μπορεί να παραβιάζει το άρθρο 2.

Γ) Ciechońska κατά Πολωνίας: Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η θετική υποχρέωση προστασίας της ζωής δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που επιβάλλει υπέρμετρο βάρος στις αρχές, λαμβανομένων υπόψη της απρόβλεπτης ανθρώπινης συμπεριφοράς και των επιλογών ως προς προτεραιότητες και πόρους. Στη Zayets το κριτήριο αυτό λειτουργεί ως αντίβαρο, αλλά το Δικαστήριο έκρινε ότι η περίφραξη δεν συνιστούσε τέτοιο υπέρμετρο βάρος.

Δ) Cevrioğlu κατά Τουρκίας: Υπόθεση θανάτου παιδιού σε ακάλυπτο εργοταξιακό όρυγμα. Η σύγκριση είναι εύστοχη, διότι και στις δύο υποθέσεις ο κίνδυνος ήταν συγκεκριμένος, προβλέψιμος και αφορούσε ευάλωτη ομάδα. Στη Zayets, η εγγύτητα του σχολείου ενισχύει την υποχρέωση πρόληψης.

Ε) Mikhno κατά Ουκρανίας: Παρέχει το πλαίσιο αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας της έρευνας σε περιπτώσεις απώλειας ζωής συνδεόμενης με επικίνδυνες δραστηριότητες. Η Zayets εφαρμόζει τις παραμέτρους της επάρκειας, ταχύτητας, συμμετοχής της οικογένειας και ανεξαρτησίας.

ΣΤ) Vyacheslavova and Others κατά Ουκρανίας: Η Zayets αντλεί από την απόφαση αυτή τόσο τον νομικό χαρακτηρισμό των αιτιάσεων υπό το άρθρο 2 όσο και τη διατύπωση περί «πρόδηλης ανικανότητας ή δολιοφθοράς» της έρευνας.

Ζ) Prilutskiy κατά Ουκρανίας: Η σύγκριση είναι ορθή ως προς τη σημασία της ταχύτητας και της επιμέλειας στην έρευνα. Με την πάροδο του χρόνου μειώνονται οι πιθανότητες ουσιαστικής διαλεύκανσης, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος απώλειας ή φθοράς αποδεικτικών στοιχείων.

Η) Συγκριτικό διεθνές πλαίσιο: Στο Διαμερικανικό σύστημα, η Velásquez Rodríguez v. Honduras (Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 29.07.1988) διατύπωσε τη γενική υποχρέωση των κρατών να προλαμβάνουν, να διερευνούν και να τιμωρούν παραβιάσεις δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στη ζωή. Η Ximenes-Lopes v. Brazil (Διαμερικανικό Δικαστήριο, 04.07.2006) είναι επίσης χρήσιμη συγκριτικά, διότι αφορά την ευθύνη του κράτους για ρύθμιση, εποπτεία και έλεγχο δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών όπου υφίσταται κίνδυνος για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα. Οι αποφάσεις αυτές παρατίθενται αποκλειστικά ως συγκριτικό ερμηνευτικό πλαίσιο και δεν αποτελούν έρεισμα της κρίσης του ΕΔΔΑ.

Θ) Στο επίπεδο της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, το Γενικό Σχόλιο αρ. 36 για το άρθρο 6 ΔΣΑΠΔ (2018) επιβεβαιώνει ότι το δικαίωμα στη ζωή περιλαμβάνει θετικές υποχρεώσεις προστασίας έναντι εύλογα προβλέψιμων απειλών. Η υπόθεση Portillo Cáceres et al. v. Paraguay (Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ, ανακοίνωση αρ. 2751/2016, Διαπιστώσεις της 25.07.2019) είναι συγκριτικά χρήσιμη, διότι αφορά θάνατο και βλάβες από επικίνδυνες δραστηριότητες τρίτων, με υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τη ζωή και να διερευνά αποτελεσματικά.

ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΔΔΑ

Öneryıldız v. Turkey [GC], 30.11.2004, no. 48939/99 Kalender v. Turkey, 15.12.2009, no. 4314/02 Ciechońska v. Poland, 14.06.2011, no. 19776/04 Binişan v. Romania, 20.05.2014, no. 39438/05 Prilutskiy v. Ukraine, 26.02.2015, no. 40429/08 Cevrioğlu v. Turkey, 04.10.2016, no. 69546/12 Mikhno v. Ukraine, 01.09.2016, no. 32514/12 Vyacheslavova and Others v. Ukraine, 13.03.2025, no. 39553/16 κ.ά. Basyuk v. Ukraine, 05.11.2015, no. 51151/10 Antonov v. Ukraine, 03.11.2011, no. 28096/04 Masneva v. Ukraine, 20.12.2011, no. 5952/07 Prynda v. Ukraine, 31.07.2012, no. 10904/05 Igor Shevchenko v. Ukraine, 12.01.2012, no. 22737/04 Zubkova v. Ukraine, 17.10.2013, no. 36660/08 Lyubov Efimenko v. Ukraine, 25.11.2010, no. 75726/01 Yuriy Slyusar v. Ukraine, 17.01.2013, no. 39797/05 Radomilja and Others v. Croatia [GC], 20.03.2018, nos. 37685/10 και 22768/12

Πηγή / Source: HUDOC, echrcaselaw, Council of Europe, Inter-American Court of Human Rights (worldcourts.com), UN Human Rights Committee (General Comment No. 36)

ΠΗΓΗ : echrcaselaw.com

To Top