Ποινική καταδίκη μητέρας για δυσφήμηση λόγω εμπιστευτικής αναφοράς υποψίας σεξουαλικής κακοποίησης τέκνου σε κοινωνική λειτουργό. Αποτρεπτικό αποτέλεσμα (chilling effect). Παραβίαση άρθρου 10

ΑΠΟΦΑΣΗ

M.P. κατά Φινλανδίας  της 15.12.2016, προσφ. αριθ. 36487/12, Πρώτο Τμήμα, οριστική στις 15.03.2017

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, Φινλανδή υπήκοος και μητέρα ανήλικης, είχε απευθυνθεί στις κοινωνικές υπηρεσίες και στην αστυνομία εκφράζοντας υποψίες περί σεξουαλικής κακοποίησης της κόρης της κατά τις επικοινωνίες με τον πατέρα, στο πλαίσιο έντονης διαφοράς επιμέλειας και επικοινωνίας. Η καταδίκη της, όμως, δεν αφορούσε αδιακρίτως όλες τις αναφορές της, αλλά ειδικά τη δεύτερη προσφυγή της στις αρχές, δηλαδή την τηλεφωνική επικοινωνία της 19.10.2007 με κοινωνική λειτουργό, μετά την περάτωση της πρώτης προανάκρισης χωρίς ενδείξεις τέλεσης αδικήματος. Για τη δήλωση αυτή καταδικάστηκε αμετάκλητα για δυσφήμηση, σε χρηματική ποινή και αποζημίωση υπέρ του πατέρα. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επέμβαση ήταν προβλεπόμενη από τον νόμο και επιδίωκε τον νόμιμο σκοπό της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της φήμης του πατέρα, αλλά δεν ήταν αναγκαία σε δημοκρατική κοινωνία. Καθοριστικά στοιχεία ήταν ότι η δήλωση έγινε στο πλαίσιο εμπιστευτικής τηλεφωνικής επικοινωνίας προς δημόσια υπάλληλο δεσμευόμενη από επαγγελματικό απόρρητο και ότι η καταδίκη μπορούσε να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα σε πρόσωπα που, καλόπιστα και προς το συμφέρον παιδιού, απευθύνονται σε επαγγελματίες υγείας ή κοινωνικές υπηρεσίες. Διαπιστώθηκε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ  επιδίκασε 8.000 ευρώ περίπου  για αποζημίωση, 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 6.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διαδικαστικά, η προσφυγή υποβλήθηκε αρχικώς από δύο Φινλανδές υπηκόους, τη μητέρα M.P. και την ανήλικη κόρη της E.B., στις 13.06.2012. Στις 24.03.2014 κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση μόνο η αιτίαση της μητέρας υπό το άρθρο 10 ΕΣΔΑ, το υπόλοιπο της προσφυγής, συμπεριλαμβανομένων των αιτιάσεων της ανήλικης, κηρύχθηκε απαράδεκτο. Επομένως, στην παρούσα απόφαση μοναδική προσφεύγουσα ήταν πλέον η μητέρα.

Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1971 και ζει στο Ελσίνκι. Συγκατοίκησε με τον σύντροφό της από το 2003, η κόρη τους γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 2004. Την άνοιξη του 2006 η προσφεύγουσα θεώρησε ότι ο πατέρας συμπεριφερόταν παράξενα στο παιδί και φοβήθηκε για την ασφάλειά της και του τέκνου, καθώς έκρινε τον πατέρα βίαιο, τον Μάιο του 2006 εγκατέλειψε την κοινή κατοικία μαζί με την κόρη της.

Τον Ιούλιο του 2006 ο πατέρας κίνησε διαδικασία επιμέλειας και επικοινωνίας. Το Πρωτοδικείο Kouvola εξέδωσε διαδοχικές προσωρινές αποφάσεις (Αύγουστος 2006, 15.06.2007), διευρύνοντας προοδευτικά τον χρόνο επικοινωνίας του πατέρα, αρχικώς υπό επιτήρηση και εν συνεχεία χωρίς επιτήρηση. Στις 04.09.2007 το Πρωτοδικείο ανέθεσε από κοινού την επιμέλεια στους γονείς, με το τέκνο να διαμένει με τη μητέρα και να επικοινωνεί χωρίς επιτήρηση με τον πατέρα κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο και τις διακοπές. Οι επικοινωνίες διακόπηκαν προσωρινά κατά τη διάρκεια της προανάκρισης. Η απόφαση επικυρώθηκε κατ’ έφεση στις 09.01.2008.

Κατά την προσφεύγουσα, μετά την τρίτη επικοινωνία χωρίς επιτήρηση τον Αύγουστο του 2007 η συμπεριφορά της τότε σχεδόν τριετούς κόρης της μεταβλήθηκε ριζικά (χρήση χυδαίας γλώσσας, ανησυχία, εφιάλτες, αφηγήσεις προς τη μητέρα). Η προσφεύγουσα απευθύνθηκε σε παιδοψυχίατρο και στις 16.08.2007 κατήγγειλε τις υποψίες της περί σεξουαλικής κακοποίησης στις κοινωνικές υπηρεσίες του Ελσίνκι. Στις 29.08.2007 οι τελευταίες ανέφεραν το ζήτημα στην αστυνομία, συνιστώντας την προσωρινή διακοπή της επικοινωνίας. Η προανάκριση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ελσίνκι κινήθηκε στις 05.09.2007, το Κέντρο Δικαστικής Παιδοψυχιατρικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής απάντησε ότι, λόγω της ηλικίας του τέκνου (2 ετών και 10 μηνών), δεν ήταν δυνατή η λήψη αξιόπιστων πληροφοριών εντός του δικανικο-ψυχολογικού πλαισίου συνέντευξης για παιδιά κάτω των τριών ετών, ιδίως σε υποθέσεις διαφοράς επιμέλειας. Κατά το Κέντρο, τέτοιες συνεντεύξεις καθίσταντο αποτελεσματικές κυρίως για παιδιά ηλικίας τεσσάρων ετών και άνω. Στις 20.09.2007 διενεργήθηκε σωματική/παιδιατρική εξέταση χωρίς ευρήματα εξωτερικών σημείων ή συμπτωμάτων κακοποίησης. Η προανάκριση περατώθηκε στις 15.10.2007 ελλείψει ενδείξεων τέλεσης αδικήματος.

Στις 18.10.2007 η προσφεύγουσα επικοινώνησε με το Κέντρο Δικαστικής Παιδοψυχιατρικής και εξέφρασε την έκπληξή της ότι δεν είχε διενεργηθεί ψυχολογική αξιολόγηση του τέκνου. Στις 19.10.2007, αφού ενημερώθηκε για την περάτωση, τηλεφώνησε σε κοινωνική λειτουργό εκφράζοντας τον φόβο της ότι το τέκνο εξακολουθούσε να κινδυνεύει κατά τις επικοινωνίες με τον πατέρα και επέμεινε σε νέα διερεύνηση, θεωρώντας ελλιπή την προανάκριση και εκφράζοντας ανησυχία ότι οι κοινωνικές υπηρεσίες θα έφεραν ευθύνη σε περίπτωση επεισοδίου. Η κοινωνική λειτουργός της εξήγησε ότι η προανάκριση δεν είχε αποκαλύψει σωματικά ευρήματα και ότι, ως προς το δικαίωμα επικοινωνίας, όφειλε να προσφύγει στα δικαστήρια και όχι στις υπηρεσίες παιδικής προστασίας. Η προσφεύγουσα επέμεινε να υποβάλει δεύτερη αναφορά, προσθέτοντας ότι είχε απειληθεί με απώλεια της επιμέλειας εάν δεν επέτρεπε τις επικοινωνίες. Ο πατέρας πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της μέσω της αστυνομίας. Αυτή η συγκεκριμένη τηλεφωνική δήλωση της 19.10.2007 αποτέλεσε τη βάση της μεταγενέστερης ποινικής δίωξης και όχι η τρίτη αναφορά της 18.01.2008.

Στις 18.01.2008 η προσφεύγουσα υπέβαλε νέα αναφορά στις κοινωνικές υπηρεσίες και δεύτερη αναφορά στην αστυνομία, εμμένοντας στις υποψίες της και δηλώνοντας ότι υποπτευόταν πως κάποιος κακοποιούσε το παιδί κατά τις επισκέψεις στον πατέρα. Στις 25 και 28.01.2008 οδήγησε το τέκνο σε εφημερεύουσα κλινική λόγω διαταραχών ύπνου και ασυνήθιστης συμπεριφοράς, χωρίς νέα σωματικά ευρήματα. Η προανάκριση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Kouvola περατώθηκε στις 04.05.2008, εκ νέου χωρίς ενδείξεις αδικήματος.

Η προσφεύγουσα άσκησε διοικητικές προσφυγές: στις 18.02.2008 στην Εθνική Αρχή Ιατρονομικών Υποθέσεων, η οποία διαβίβασε αυτεπαγγέλτως την υπόθεση στην περιφερειακή Κρατική Νομαρχιακή Υπηρεσία, και στον Κοινοβουλευτικό Επίτροπο, ο οποίος στις 16.04.2008 δεν προέβη σε ενέργειες λόγω της εκκρεμούς δεύτερης αστυνομικής έρευνας και της έλλειψης αρμοδιότητας επί πράξεων ιδιωτών. Στις 24.11.2008 η περιφερειακή Υπηρεσία έκρινε ότι δεν υφίστατο κατώτατο όριο ηλικίας για την ακρόαση παιδιού, ότι το όριο των τριών ετών αποτελούσε απλή σύσταση και δεν διαπίστωσε παράλειψη, αρχειοθετώντας την υπόθεση.

Κατόπιν αιτήματος του πατέρα, στις 17.02.2009 ο Εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη κατά της προσφεύγουσας για δυσφήμηση, με αιτιολογία ότι στις 19.10.2007 είχε εμμείνει στον ισχυρισμό περί κινδύνου σεξουαλικής κακοποίησης, παρότι η αστυνομία είχε ήδη περατώσει την προανάκριση χωρίς ευρήματα. Στις 11.09.2009 το Πρωτοδικείο του Ελσίνκι καταδίκασε την προσφεύγουσα, επιβάλλοντας ποινή 45 ημερησίων μονάδων  (630 ευρώ), υποχρέωσή της να καταβάλει στον πατέρα 1.000 ευρώ ως ηθική βλάβη και δικαστικά έξοδα 1.885,66 ευρώ. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσφεύγουσα γνώριζε την περάτωση της προανάκρισης και δεν διέθετε επαρκή στοιχεία ώστε να θεωρήσει αληθή την καταγγελία της, ότι η υποβολή της δήλωσης σε δημόσιο υπάλληλο δεσμευόμενο από εχεμύθεια δεν ασκούσε επιρροή στη θεμελίωση του αδικήματος και ότι δεν συνέτρεχε συγγνωστή πλάνη περί το άδικο.

Η προσφεύγουσα άσκησε έφεση στο Εφετείο Ελσίνκι, υποστηρίζοντας ότι απλώς επανέλαβε την ανησυχία της για τη μη εξέταση του τέκνου κατά την προανάκριση, ότι ο κίνδυνος για την υγεία του παιδιού εξακολουθούσε να υφίσταται ακριβώς λόγω του ελλιπούς χαρακτήρα της έρευνας και ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η απόφαση Juppala κατά Φινλανδίας. Στις 05.01.2011, μετά από προφορική συζήτηση, το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη, κρίνοντας ότι η εχεμύθεια του αποδέκτη δεν ασκούσε επιρροή στη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης, σύμφωνα με το προηγούμενο του Ανωτάτου Δικαστηρίου 2006:10, ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε επαρκή στοιχεία δεδομένης της γνώσης της περί περάτωσης της προανάκρισης και ότι δεν συνέτρεχε πλάνη περί το άδικο, καθώς η προανάκριση είχε κινηθεί αποκλειστικά βάσει δικών της καταγγελιών. Το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια άσκησης περαιτέρω ενδίκου μέσου στις 14.12.2011.

Παραλλήλως, στις 25.01.2011 το Πρωτοδικείο Ελσίνκι, κατόπιν αιτήματος του πατέρα της 18.03.2010, διέταξε το τέκνο να διαμείνει μαζί του στην Kouvola, η απόφαση επικυρώθηκε κατ’ έφεση στις 02.12.2011 και το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια άσκησης περαιτέρω ενδίκου μέσου στις 11.05.2012. Η σχετική αυτοτελής προσφυγή, αριθ. 71785/12, M.P. and E.B. v. Finland, κρίθηκε απαράδεκτη στις 17.04.2014. Τέλος, στις 03.08.2012 το Εθνικό Αστυνομικό Συμβούλιο έκρινε, κατόπιν διαβίβασης από το Υπουργείο Εσωτερικών, ότι η αστυνομική διερεύνηση είχε διεξαχθεί προσηκόντως.

Κατά το εσωτερικό δίκαιο, το άρθρο 10 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ιδιωτική ζωή και την τιμή, το άρθρο 12 την ελευθερία έκφρασης, ενώ το άρθρο 24 § 9 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε τότε, προέβλεπε χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως έξι μηνών για όποιον παρείχε ψευδείς πληροφορίες ή προέβαινε σε ψευδή υπαινιγμό για άλλο πρόσωπο κατά τρόπο πρόσφορο να προκαλέσει βλάβη, οδύνη ή περιφρόνηση, καθώς και για όποιον δυσφημούσε άλλον με διαφορετικό τρόπο. Η διάταξη τροποποιήθηκε το 2013, με ισχύ από 01.01.2014, καταργώντας την ποινή φυλάκισης για δυσφήμηση και προσθέτοντας ρήτρα προστασίας της έκφρασης επί ζητημάτων γενικού ενδιαφέροντος.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10 ΕΣΔΑ – Ελευθερία έκφρασης. Ποινική καταδίκη μητέρας για εμπιστευτική αναφορά υποψίας σεξουαλικής κακοποίησης τέκνου σε κοινωνική λειτουργό. Παραβίαση

Ήταν κοινώς αποδεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι η ποινική καταδίκη της προσφεύγουσας συνιστούσε επέμβαση στο δικαίωμά της στην ελευθερία έκφρασης. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η επέμβαση ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο», στηριζόμενη σε εύλογη ερμηνεία του άρθρου 12 του Συντάγματος και του άρθρου 24 § 9 του Ποινικού Κώδικα, και ότι επιδίωκε τον νόμιμο σκοπό της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της υπόληψης του πατέρα του τέκνου.

Ως προς την αναγκαιότητα σε δημοκρατική κοινωνία, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η επέμβαση πρέπει να ανταποκρίνεται σε «επιτακτική κοινωνική ανάγκη», να είναι αναλογική προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και να στηρίζεται σε «σχετικούς και επαρκείς» λόγους, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ποιότητα του δικαστικού ελέγχου που ασκήθηκε σε εθνικό επίπεδο. Η υπόθεση έθετε σε αντιπαράθεση δύο θεμελιώδη συμφέροντα: την ανάγκη προστασίας των παιδιών από κακοποίηση εκ μέρους των ίδιων των γονέων τους και την ανάγκη προστασίας των γονέων από αδικαιολόγητη επέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή ή από τον κίνδυνο αδικαιολόγητης δίωξης. Παραπέμποντας στις X and Y κατά Κάτω Χωρών, Stubbings κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου και A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και στα άρθρα 19 και 37 της Σύμβασης ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα παιδιά και άλλα ευάλωτα πρόσωπα δικαιούνται κρατικής προστασίας υπό μορφή αποτελεσματικής αποτροπής σοβαρών προσβολών της προσωπικής τους ακεραιότητας.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα απευθύνθηκε αρχικά στις κοινωνικές υπηρεσίες εν μέσω εκκρεμούς διαφοράς επιμέλειας, ότι η πρώτη της καταγγελία οδήγησε σε προανάκριση η οποία περατώθηκε χωρίς διαπίστωση ενδείξεων αδικήματος και ότι η ποινική δίωξη αφορούσε αποκλειστικά τη δεύτερη προσφυγή της στις αρχές στις 19.10.2007. Παρέπεμψε στην αρχή της Juppala κατά Φινλανδίας, κατά την οποία η δυνατότητα καλόπιστης έκφρασης υποψίας κακοποίησης παιδιού, στο πλαίσιο κατάλληλης διαδικασίας αναφοράς, πρέπει να παραμένει ανοικτή σε κάθε πρόσωπο χωρίς τον κίνδυνο αποτρεπτικού αποτελέσματος από ενδεχόμενη ποινική καταδίκη ή υποχρέωση αποζημίωσης. Χαιρέτισε συναφώς τη νομοθετική κατάργηση της ποινής φυλάκισης για δυσφήμηση το 2013.

Κρίσιμο είναι ότι το ΕΔΔΑ δεν υποκατέστησε τα εθνικά δικαστήρια ως προς το αν η προσφεύγουσα είχε επαρκή πραγματική βάση για την κατηγορία. Αντιθέτως, δήλωσε ρητά ότι δεν μπορούσε να παραβλέψει τις εγχώριες διαπιστώσεις ότι, μετά το κλείσιμο της πρώτης προανάκρισης, η προσφεύγουσα δεν διέθετε επαρκή πραγματική βάση για ισχυρισμούς ποινικής συμπεριφοράς του πατέρα, ούτε το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί διατυπώθηκαν ενώ εκκρεμούσε διαφορά επιμέλειας και επικοινωνίας. Η παραβίαση διαπιστώθηκε όχι επειδή το ΕΔΔΑ θεώρησε αποδεδειγμένη ή επαρκώς τεκμηριωμένη την καταγγελία, αλλά επειδή η ποινική δίωξη και καταδίκη, υπό το συγκεκριμένο επικοινωνιακό και θεσμικό πλαίσιο, υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο του άρθρου 10.

Το Δικαστήριο επισήμανε δύο στοιχεία που δεν είχαν προσηκόντως συνεκτιμηθεί: πρώτον, ότι η ποινική δίωξη στηρίχθηκε αποκλειστικά σε δηλώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια μίας και μόνης τηλεφωνικής επικοινωνίας με δημόσια υπάλληλο δεσμευόμενη από επαγγελματικό απόρρητο,  δεύτερον, ότι, πέραν της ανεπιβεβαίωτης καταγγελίας κινδύνου κακοποίησης, η ίδια δήλωση περιείχε και την επιβεβαιωμένη από τα στοιχεία της απόφασης του Πρωτοδικείου ανησυχία της προσφεύγουσας ότι η προανάκριση υπήρξε ελλιπής λόγω μη εξέτασης του τέκνου εξαιτίας της ηλικίας του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, αντίθετα προς την προσέγγιση του Εφετείου, το γεγονός ότι η επίμαχη δήλωση απευθυνόταν σε δημόσιο υπάλληλο δεσμευόμενο από εχεμύθεια δεν ήταν αδιάφορο αλλά ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην εκτίμηση της αναλογικότητας της επέμβασης, παραπέμποντας στην Yankov κατά Βουλγαρίας.

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο αυτών των στοιχείων, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η άσκηση ποινικής δίωξης και η καταδίκη της προσφεύγουσας δεν συνιστούσαν αναλογικό μέτρο υπό το πρίσμα του άρθρου 10, ακόμη και αν η επιβληθείσα κύρωση ήταν χρηματική ποινή. Οι λόγοι που προέβαλαν τα εθνικά δικαστήρια δεν ήταν «σχετικοί και επαρκείς» ώστε να θεμελιώσουν «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» και οι εθνικές αρχές απέτυχαν να επιτύχουν δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων.

Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ (ομόφωνα). Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41, το Δικαστήριο επιδίκασε 8.001,86 ευρώ για αποζημίωση, 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 6.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του ΕΔΔΑ, απορρίπτοντας το αίτημα κάλυψης των εξόδων της εγχώριας διαδικασίας λόγω έλλειψης εξειδίκευσης.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Η σοβαρότητα της κακοποίησης παιδιών ως κοινωνικού προβλήματος επιβάλλει τα πρόσωπα που ενεργούν καλόπιστα και με γνώμονα αυτό που θεωρούν ως βέλτιστο συμφέρον του παιδιού να μην επηρεάζονται από τον φόβο ποινικής δίωξης ή αγωγής όταν αποφασίζουν αν και πότε οι αμφιβολίες τους πρέπει να γνωστοποιηθούν σε επαγγελματίες υγείας ή στις κοινωνικές υπηρεσίες. Υφίσταται μια λεπτή και δυσχερής διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πρόωρης και της καθυστερημένης ανάληψης δράσης. Το καθήκον έναντι του παιδιού κατά τη λήψη τέτοιων αποφάσεων δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από τον κίνδυνο έκθεσης σε αξιώσεις γονέα που βρίσκεται σε δυσχερή θέση, στην περίπτωση που η υποψία κακοποίησης αποδειχθεί αβάσιμη. Αντιθέτως, είναι δικαιολογημένο να αποθαρρύνονται πράξεις υπαγορευόμενες από προσωπική έχθρα, ανταγωνισμό ή προσδοκία προσωπικού οφέλους, ακόμη και στο πλαίσιο διαφορών επιμέλειας ή επικοινωνίας με παιδί» (§ 55).

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η εξειδίκευση της αρχής Juppala. Η απόφαση δεν εισάγει νέα αυτοτελή αρχή αλλά εξειδικεύει τη θεμελιωμένη στην Juppala κατά Φινλανδίας θέση ότι η καλόπιστη καταγγελία υποψίας κακοποίησης παιδιού, μέσω κατάλληλου διαύλου αναφοράς, δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από τον κίνδυνο ποινικής καταδίκης ή αστικής αποζημίωσης. Η M.P. δεν πρέπει όμως να διαβάζεται ως πλήρης «διεύρυνση» της Juppala υπό την έννοια ότι κάθε επαναλαμβανόμενη ή μη επιβεβαιωμένη καταγγελία προστατεύεται αυτομάτως. Η κρίση της παραβίασης στηρίχθηκε σε συγκεκριμένο συνδυασμό στοιχείων: εμπιστευτική τηλεφωνική επικοινωνία, αποδέκτης δημόσιος υπάλληλος δεσμευόμενος από απόρρητο, ύπαρξη πραγματικής ανησυχίας για την πληρότητα της προανάκρισης και κίνδυνος chilling effect στο ευαίσθητο πεδίο της παιδικής προστασίας.

Η κρισιμότητα του εμπιστευτικού χαρακτήρα του αποδέκτη της δήλωσης. Σημαντικό στοιχείο της απόφασης είναι η ρητή απόρριψη της θέσης του Εφετείου ότι είναι αδιάφορο αν η επίμαχη δήλωση απευθύνθηκε σε δημόσιο υπάλληλο δεσμευόμενο από επαγγελματικό απόρρητο. Το Δικαστήριο αντιστρέφει την οπτική: η εμπιστευτικότητα του διαύλου επικοινωνίας δεν εξουδετερώνει κατ’ ανάγκην το εσωτερικό αδίκημα ως προς τη θεμελίωσή του, όμως καθίσταται κρίσιμος παράγοντας στη στάθμιση της αναλογικότητας, καθώς περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο βλάβης της φήμης του θιγόμενου προσώπου.

Ο δομικός ρόλος του «αποτρεπτικού αποτελέσματος» στο πεδίο προστασίας ανηλίκων. Η απόφαση εντάσσει την προστασία της καλόπιστης αναφοράς υποψίας κακοποίησης παιδιών στην ευρύτερη νομολογιακή γραμμή περί αποφυγής αποτρεπτικού αποτελέσματος επί εκφράσεων δημοσίου ή κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Η διάκριση μεταξύ καθήκοντος αναφοράς και αστόχαστης ή κακόπιστης καταγγελίας. Το Δικαστήριο δεν καθιερώνει απόλυτη ασυλία των καταγγελλόντων γονέων, αντιθέτως, επιβεβαιώνει ότι είναι θεμιτή η αποτροπή καταγγελιών που υποκρύπτουν προσωπική αντιδικία, ανταγωνισμό ή επιδίωξη πλεονεκτήματος σε διαφορά επιμέλειας. Η κρίση παραμένει συγκεκριμένη και συνδεδεμένη με τα πραγματικά περιστατικά, χωρίς να θέτει σε αμφισβήτηση τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να διώκουν κακόπιστες, καταχρηστικές ή προδήλως αβάσιμες καταγγελίες.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η στάθμιση δύο νόμιμων συμφερόντων ως μεθοδολογικός πυρήνας. Η υπόθεση M.P. αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεθοδολογίας στάθμισης δύο εξίσου σημαντικών εννόμων αγαθών της προστασίας του παιδιού από πιθανή κακοποίηση και της προστασίας του γονέα από αβάσιμη σπίλωση και αδικαιολόγητη δίωξη χωρίς αφηρημένη ιεράρχηση. Το Δικαστήριο δεν αρνείται τη σοβαρότητα της καταγγελίας ούτε την ανάγκη προστασίας του πατέρα, αλλά κρίνει ότι, στη συγκεκριμένη συγκυρία, η ποινική οδός υπερέβη το αναγκαίο μέτρο. Πηγή: ΕΔΔΑ, M.P. v. Finland, §§ 52-53, 60-61.

Η σημασία του γεγονότος ότι επρόκειτο για μία και μόνη τηλεφωνική επικοινωνία. Η στενή εστίαση της ποινικής δίωξης σε μία συγκεκριμένη δήλωση, εκφωνηθείσα προφορικά και ιδιωτικά προς επαγγελματία δεσμευόμενο από απόρρητο, επηρέασε αποφασιστικά την τελική κρίση περί δυσαναλογίας. Το στοιχείο αυτό διαφοροποιεί την υπόθεση από περιπτώσεις δημόσιας ή ευρείας διάδοσης δυσφημιστικών ισχυρισμών, όπου η ανάγκη προστασίας της φήμης του θιγομένου είναι εντονότερη. Πηγή: ΕΔΔΑ, M.P. v. Finland, §§ 58-59, βλ. και Nikula v. Finland, § 46.

Η αντιπαραβολή με την Juppala: ενδείξεις, καλή πίστη και όρια της προστασίας. Η Κυβέρνηση επιχείρησε να διακρίνει την υπόθεση από την Juppala επικαλούμενη την απουσία άμεσα παρατηρηθέντος σωματικού σημείου κακοποίησης και το ότι είχε ήδη προηγηθεί προανάκριση χωρίς ευρήματα. Το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε τη διάκριση ως αποφασιστική, αλλά ούτε έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε επαρκή πραγματική βάση για την κατηγορία ή ότι κάθε ένδειξη συμπεριφοράς αρκεί. Η ασφαλής ανάγνωση είναι στενότερη: ακόμη και όταν η πραγματική βάση της καταγγελίας αμφισβητείται, η ποινική καταδίκη για δήλωση υποβληθείσα εμπιστευτικά σε αρμόδια αρχή πρέπει να ελέγχεται αυστηρά ως προς την αναλογικότητά της και το ενδεχόμενο chilling effect. Πηγή: ΕΔΔΑ, M.P. v. Finland, §§ 49, 54-60Juppala v. Finland, §§ 42-43.

Η δυσχέρεια διερεύνησης πολύ μικρών παιδιών ως δομικό ζήτημα. Αν και δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής αιτίασης, το γεγονός ότι το τέκνο δεν εξετάστηκε δικανικο-ψυχολογικά λόγω ηλικίας κάτω των τριών ετών αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρακτικό πρόβλημα στη διαλεύκανση υποψιών κακοποίησης πολύ μικρών παιδιών. Η απόφαση δεν καταλογίζει στη Φινλανδία αυτοτελή παραβίαση για τη μη εξέταση του παιδιού το στοιχείο αυτό λειτουργεί μόνο ως πραγματικό υπόβαθρο της ανησυχίας της μητέρας και της στάθμισης του άρθρου 10. Πηγή: ΕΔΔΑ, M.P. v. Finland, §§ 14, 16-17, 58.

Η αναλογικότητα της ποινικής οδού. Το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στο ύψος της χρηματικής ποινής ή της αποζημίωσης έκρινε ότι, ακόμη και αν η κύρωση ήταν χρηματική, δεν υπήρχε «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» για ποινική παρέμβαση στη συγκεκριμένη εμπιστευτική έκφραση. Άρα το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην επιλογή της ποινικής δίωξης και καταδίκης ως μέσου αντίδρασης και όχι μόνο στην αυστηρότητα της επιβληθείσας κύρωσης. Πηγή: ΕΔΔΑ, M.P. v. Finland, § 60.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Α) Juppala κατά Φινλανδίας: Η θεμελιώδης προηγούμενη απόφαση κατά της Φινλανδίας, που καθιέρωσε την αρχή ότι η καλόπιστη καταγγελία υποψίας κακοποίησης παιδιού μέσω κατάλληλου διαύλου δεν πρέπει να εκτίθεται σε αποτρεπτικό αποτέλεσμα ποινικής καταδίκης ή υποχρέωσης αποζημίωσης. Πηγή: HUDOC, Juppala v. Finland, no. 18620/03, 02.12.2008, §§ 42-43.

Β) Nikula κατά Φινλανδίας: Απόφαση-σταθμός για τη σημασία του πλαισίου διατύπωσης μιας δήλωσης και της μορφής έκφρασης υπό το άρθρο 10, χρησιμοποιείται στην M.P. τόσο για το κριτήριο της νομιμότητας της επέμβασης όσο και για τα γενικά κριτήρια «relevant and sufficient reasons» και τη σημασία της μορφής έκφρασης. Πηγή: HUDOC, Nikula v. Finland, no. 31611/96, §§ 34, 44, 46, ECHR 2002-II.

Γ) Selistö κατά Φινλανδίας: Συμπληρωματική απόφαση αναφορικά με τη νομιμότητα περιορισμών στην ελευθερία έκφρασης κατά το φινλανδικό δίκαιο περί δυσφήμησης. Πηγή: HUDOC, Selistö v. Finland, no. 56767/00, § 34, 16.11.2004.

Δ) Karhuvaara and Iltalehti κατά Φινλανδίας: Επιβεβαιώνει την πάγια προσέγγιση του Δικαστηρίου ως προς τη νομιμότητα («prescribed by law») των διατάξεων περί δυσφήμησης του φινλανδικού Ποινικού Κώδικα. Πηγή: HUDOC, Karhuvaara and Iltalehti v. Finland, no. 53678/00, § 43, ECHR 2004-X.

Ε) A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου: Θεμελιώδης απόφαση για τη θετική υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τα παιδιά από κακομεταχείριση, ακόμη και εκ μέρους ιδιωτών, δυνάμει του άρθρου 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΕΣΔΑ. Πηγή: HUDOC, A. v. the United Kingdom, 23.09.1998, § 22, Reports 1998-VI.

ΣΤ) X and Y κατά Κάτω Χωρών και  Stubbings κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου: Θεμελιώδεις αποφάσεις περί θετικών υποχρεώσεων προστασίας ευάλωτων προσώπων, ιδίως ανηλίκων, από σοβαρές προσβολές της προσωπικής ακεραιότητας. Πηγή: HUDOC, X and Y v. the Netherlands, 26.03.1985, §§ 21-27, Series A no. 91 Stubbings and Others v. the United Kingdom, 22.10.1996, §§ 62-64, Reports 1996-IV.

Ζ) Animal Defenders International κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], Aksu κατά Τουρκίας [GC] και Erla Hlynsdóttir κατά Ισλανδίας (no. 3): Λειτουργούν ως μεθοδολογικό υπόβαθρο για την ποιότητα του εθνικού δικαστικού ελέγχου, το περιθώριο εκτίμησης και τη στάθμιση συγκρουόμενων δικαιωμάτων στο άρθρο 10. Πηγή: HUDOC, Animal Defenders International v. the United Kingdom [GC], αρ. 48876/08, § 108, ECHR 2013 Aksu v. Turkey [GC], αρ. 4149/04 και 41029/04, § 67, ECHR 2012 Erla Hlynsdóttir v. Iceland (no. 3), αρ. 54145/10, § 59, 02.06.2015.

Η) Pedersen and Baadsgaard κατά Δανίας [GC] και Yankov κατά Βουλγαρίας: Η πρώτη τεκμηριώνει τη σημασία του συνολικού πλαισίου της επίμαχης έκφρασης, ενώ η δεύτερη αξιοποιείται στην M.P. για τη σημασία του αποδέκτη και της μη δημόσιας/περιορισμένης διάδοσης της δήλωσης. Πηγή: HUDOC, Pedersen and Baadsgaard v. Denmark [GC], αρ. 49017/99, § 69, ECHR 2004-XI Yankov v. Bulgaria, αρ. 39084/97, § 141, ECHR 2003-XII.

Θ) Σύμβαση ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού: Τα άρθρα 19 και 37 αποτελούν το διεθνές κανονιστικό υπόβαθρο στο οποίο παραπέμπει ρητά το Δικαστήριο για την ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας των παιδιών. Η αναφορά στο άρθρο 37 παραμένει ως παραπομπή του ίδιου του ΕΔΔΑ, αλλά δεν αποτελεί αυτοτελή κεντρική βάση της υπόθεσης, η οποία κρίθηκε αποκλειστικά υπό το άρθρο 10 ΕΣΔΑ. Πηγή: ΕΔΔΑ, M.P. v. Finland, § 52 UN Convention on the Rights of the Child (1989), άρθρα 19, 37.

Ι) Συγκριτικό μη δικαιοδοτικό πλαίσιο — Γενική Παρατήρηση αρ. 13 της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Παιδιού: Παρατίθεται ως συμπληρωματικό ερμηνευτικό πλαίσιο, καθόσον στην υποενότητα «Reporting» (εντός της ενότητας Β΄ επί του άρθρου 19 § 2, παρ. 45-58) η Επιτροπή συνιστά την ανάπτυξη ασφαλών, γνωστών, εμπιστευτικών και προσβάσιμων μηχανισμών αναφοράς κακοποίησης για παιδιά, εκπροσώπους τους και τρίτους, καθώς και τη διασφάλιση προστασίας του επαγγελματία που υποβάλλει καλόπιστη αναφορά. Πηγή: UN Committee on the Rights of the Child, General Comment No. 13 (2011) on Article 19, ενότητα «Reporting» (παρ. 45-58).

ΙΑ) Συγκριτικό πλαίσιο— Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Στην υπόθεση V.R.P., V.P.C. κ.ά. κατά Νικαράγουας, απόφαση της 08.03.2018, το Διαμερικανικό Δικαστήριο τόνισε την ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια, την ανάγκη έμφυλης και παιδοκεντρικής προσέγγισης και την αποφυγή επαναθυματοποίησης κατά τη διερεύνηση σεξουαλικής βίας σε βάρος ανήλικης. Η σύγκριση με την M.P. είναι χρήσιμη μόνο ως προς την κοινή έμφαση σε αποτελεσματικούς και παιδοκεντρικούς μηχανισμούς προστασίας δεν είναι ταυτοτική, διότι η M.P. αφορά ποινική καταδίκη του καταγγέλλοντος γονέα υπό το άρθρο 10 ΕΣΔΑ, ενώ η V.R.P. αφορά κρατική ευθύνη για πλημμελή και επαναθυματοποιητική διερεύνηση σεξουαλικής βίας. Πηγή: I/A Court H.R., Case of V.R.P., V.P.C. et al. v. Nicaragua, Judgment of 08.03.2018.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ και διεθνές πλαίσιο

Juppala v. Finland, no. 18620/03, 02.12.2008 Nikula v. Finland, no. 31611/96, ECHR 2002-II Selistö v. Finland, no. 56767/00, 16.11.2004 Karhuvaara and Iltalehti v. Finland, no. 53678/00, ECHR 2004-X X and Y v. the Netherlands, 26.03.1985, Series A no. 91 Stubbings and Others v. the United Kingdom, 22.10.1996, Reports 1996-IV A. v. the United Kingdom, 23.09.1998, Reports 1998-VI Guja v. Moldova [GC], no. 14277/04, ECHR 2008 Animal Defenders International v. the United Kingdom [GC], no. 48876/08, ECHR 2013 Erla Hlynsdóttir v. Iceland (no. 3), no. 54145/10, 02.06.2015 Aksu v. Turkey [GC], nos. 4149/04 και 41029/04, ECHR 2012 Pedersen and Baadsgaard v. Denmark [GC], no. 49017/99, ECHR 2004-XI Yankov v. Bulgaria, no. 39084/97, ECHR 2003-XII M.P. and E.B. v. Finland, no. 71785/12, απόφαση απαραδέκτου, 17.04.2014, συναφής αλλά μη παρατιθέμενη επί της ουσίας. Για συγκριτικό πλαίσιο εκτός ΕΔΔΑ: I/A Court H.R., V.R.P., V.P.C. et al. v. Nicaragua, Judgment of 08.03.2018 UN Committee on the Rights of the Child, General Comment No. 13 (2011).

To Top