Καταδίκη Γιαγιάς για Δυσφήμιση λόγω Αναφοράς Υποψίας Κακοποίησης του Ανηλίκου Εγγονού της σε Ιατρό – Παραβίαση της Ελευθερίας της Έκφρασης και Κίνδυνος Chilling Effect

ΑΠΟΦΑΣΗ

Juppala κατά Φινλανδίας της 02.12.2008 (προσφ. αριθ. 18620/03)

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, γεννημένη το 1929, παρατήρησε μώλωπα στην πλάτη του τριετούς εγγονού της μετά από επίσκεψή του στον πατέρα του και τον μετέφερε σε γιατρό, αναφέροντας ότι το παιδί της είχε πει πως ο πατέρας το είχε χτυπήσει. Ο γιατρός, αφού εξέτασε και συνομίλησε με το παιδί, ενημέρωσε τις αρχές πρόνοιας. Ο πατέρας ζήτησε από την αστυνομία να διερευνήσει αν η προσφεύγουσα είχε διαπράξει αδίκημα δυσφήμισης και το Εφετείο του Turku την κήρυξε ένοχη, χωρίς ωστόσο να επιβάλει ποινή, καταδικάζοντάς την μόνο σε καταβολή αποζημίωσης και εξόδων.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι η ποινική καταδίκη της προσφεύγουσας για την καλόπιστη έκφραση υποψίας παιδικής κακοποίησης σε ιατρό δεν ανταποκρινόταν σε «πιεστική κοινωνική ανάγκη» και ισοδυναμούσε με δυσανάλογο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης, γεννώντας αποτρεπτικό αποτέλεσμα (chilling effect) για όσους ενεργούν για την προστασία παιδιών από κακοποίηση. Διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ και επιδίκασε 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη, 3.616,41 ευρώ για αποζημίωση και 2.695,83 ευρώ για έξοδα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η προσφεύγουσα, φινλανδικής υπηκοότητας, γεννηθείσα το 1929, στις 20 Ιουλίου 2000 μετέφερε τον τριετή εγγονό της σε γιατρό, αφού είχε εντοπίσει μώλωπα στην πλάτη του μετά από επίσκεψη του παιδιού στον πατέρα του, Τ. Σύμφωνα με την ιατρική έκθεση, η προσφεύγουσα δήλωσε στον γιατρό ότι είχε παρατηρήσει μώλωπα που ενδεχομένως οφειλόταν σε χτύπημα και ότι η συμπεριφορά του παιδιού ήταν ασυνήθιστη μετά την επίσκεψη στον πατέρα. Η γιαγιά ανέφερε επίσης στον γιατρό ότι το παιδί της είχε εκμυστηρευθεί πως ο πατέρας το είχε χτυπήσει με γροθιά, ενώ τον Ιανουάριο του ίδιου έτους είχε επίσης παρατηρήσει ενδείξεις βίας. Ο γιατρός κατέγραψε ότι ο μώλωπας ήταν συμβατός με χτύπημα, πράγμα που επιβεβαίωνε τα λεγόμενα του παιδιού, και – παρά την αντίρρηση της προσφεύγουσας – προέβη την ίδια ημέρα σε αναφορά προς τις αρχές πρόνοιας ανηλίκων.

Στις 17 Αυγούστου 2000 ο Τ. ζήτησε από την αστυνομία να διερευνηθεί αν η προσφεύγουσα είχε διαπράξει αδίκημα ισχυριζόμενη ότι είχε χτυπήσει τον γιο του, και στις 22 Αυγούστου 2000 ζήτησε επιπλέον τη διερεύνηση τυχόν αδικήματος στέρησης προσωπικής ελευθερίας. Στις 26 Απριλίου 2001 ο εισαγγελέας άσκησε δίωξη κατά της προσφεύγουσας για «δυσφήμιση», με τον Τ. να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, ζητώντας αποζημίωση ύψους 10.000 φινλανδικών μάρκων (περίπου 1.682 ευρώ).

Στις 24 Αυγούστου 2001 το Πρωτοδικείο του Tampere απάλλαξε την προσφεύγουσα κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, καθώς δεν προέκυψε με βεβαιότητα αν η προσφεύγουσα υπαινίχθηκε τα αποδιδόμενα πραγματικά περιστατικά ή αν η ιατρική έκθεση αντανακλούσε τα συμπεράσματα του γιατρού. Η προεδρεύουσα δικαστής εξέφρασε ωστόσο μειοψηφούσα γνώμη, θεωρώντας την προσφεύγουσα ένοχη. Στις 20 Φεβρουαρίου 2002, το Εφετείο του Turku, μετά από προφορική συζήτηση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κήρυξε την προσφεύγουσα ένοχη «δυσφήμισης χωρίς δόλο». Το Εφετείο έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε δημιουργήσει στον γιατρό την εντύπωση ότι ο πατέρας είχε χτυπήσει τον γιο του κατά το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, χωρίς να επικαλεστεί εύλογους λόγους προς υποστήριξη του ισχυρισμού της. Το γεγονός ότι το ίδιο το παιδί είχε αναφέρει στον γιατρό ότι ο πατέρας το είχε χτυπήσει δεν κρίθηκε επαρκές, δεδομένης της ηλικίας του και του ότι η γιαγιά είχε συζητήσει μαζί του για τον μώλωπα την προηγούμενη βραδιά. Παρά την καταδίκη, δεν επιβλήθηκε ποινή, αλλά η προσφεύγουσα υποχρεώθηκε σε καταβολή αποζημίωσης ύψους 504,56 ευρώ και δικαστικών εξόδων ύψους 2.861,11 ευρώ. Στις 17 Δεκεμβρίου 2002 το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια άσκησης ενδίκου μέσου.

Η προσφεύγουσα προσέφυγε στο Στρασβούργο επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ, υποστηρίζοντας ιδίως ότι η ελευθερία έκφρασης στο πλαίσιο της σχέσης ιατρού-ασθενούς απαιτεί ιδιαίτερη προστασία, αναλόγως προς αυτή που αναγνωρίζεται στη σχέση συνηγόρου-δικαστηρίου (Nikula v. Finland, § 44). Το ΕΔΔΑ, ομόφωνα, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10 ΕΣΔΑ – Ελευθερία έκφρασης. Παραβίαση

Τα μέρη δεν αμφισβήτησαν ότι η ποινική καταδίκη της προσφεύγουσας αποτελούσε επέμβαση στο δικαίωμά της στην ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνει το άρθρο 10 § 1, ούτε ότι η επέμβαση εξυπηρετούσε τον θεμιτό σκοπό της προστασίας της υπόληψης ή των δικαιωμάτων τρίτων κατά την έννοια του άρθρου 10 § 2. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε αυτή την εκτίμηση. Δέχθηκε επιπλέον ότι η επέμβαση ήταν «προβλεπόμενη από τον νόμο», καθώς η ποινική καταδίκη στηριζόταν σε εύλογη ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα και η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στην οικεία διάταξη του Νόμου περί Αστικής Ευθύνης (Nikula v. Finland, § 34, Selistö v. Finland, § 34, Karhuvaara and Iltalehti v. Finland, § 43).

Κρίσιμο ζήτημα παρέμεινε η αξιολόγηση του αν η επέμβαση ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» και «αναλογική προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό», καθώς και αν οι λόγοι που προέβαλαν οι εθνικές αρχές ήταν «συναφείς και επαρκείς» (§ 40).

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η υπόθεση θέτει δύο αντικρουόμενα συμφέροντα υψίστης κοινωνικής σημασίας: από τη μία, την ανάγκη προστασίας των παιδιών από κακοποίηση από τους ίδιους τους γονείς τους και, από την άλλη, την ανάγκη προστασίας των γονέων από αδικαιολόγητη επέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή ή από τον κίνδυνο αβάσιμης σύλληψης και ποινικής δίωξης (§ 41). Το Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία του, κατά την οποία τα παιδιά και άλλα ευάλωτα άτομα δικαιούνται ιδιαίτερης κρατικής προστασίας υπό μορφή αποτελεσματικής αποτροπής έναντι σοβαρών προσβολών της προσωπικής τους ακεραιότητας (X and Y v. the Netherlands, §§ 21-27, Stubbings and Others v. the United Kingdom, §§ 62-64 και σε A. v. the United Kingdom, § 22, καθώς και σε άρθρα 19 και 37 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού).

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, όταν η πηγή της κακοποίησης είναι ο ίδιος ο γονέας, το παιδί βρίσκεται σε κίνδυνο από τον πρωταρχικό και φυσικό προστάτη του εντός του ιδιωτικού χώρου της κατοικίας. Η παιδική κακοποίηση είναι ιδιαιτέρως δυσχερής ως αντικείμενο δικαστικής καταστολής, διότι η ίδια η αποκάλυψή της είναι δυσχερής: τα βρέφη και τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να μιλήσουν, ενώ τα μεγαλύτερα συνήθως διστάζουν λόγω φόβου (§ 42). Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα είχε ενεργήσει ορθά, εξετάζοντας αν ο μώλωπας στην πλάτη του αγοριού είχε προκληθεί εκ προθέσεως, και, δεδομένης της υποψίας της, συμβουλεύτηκε γιατρό, ο οποίος ορθώς αποφάσισε να ενημερώσει τις αρχές πρόνοιας. Η σοβαρότητα της παιδικής κακοποίησης ως κοινωνικού προβλήματος απαιτεί όπως τα πρόσωπα που ενεργούν σε καλή πίστη (mutatis mutandis από Guja v. Moldova [GC], § 77), με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, να μην επηρεάζονται από τον φόβο ποινικής δίωξης ή αγωγής όταν αποφασίζουν να διαβιβάσουν τις υποψίες τους σε επαγγελματίες υγείας ή κοινωνικές υπηρεσίες.

Βασικό στοιχείο της συλλογιστικής του Δικαστηρίου αποτελεί η διαπίστωση ότι, αν και η προσφεύγουσα είχε καταδικαστεί απλώς για δυσφήμηση «εν αγνοία» – έννοια που πρέπει να διακρίνεται από τη δυσφήμηση «εν γνώσει» – η απειλή εκ των υστέρων ποινικής επανεξέτασης της δήλωσης μιας ανησυχούσας γιαγιάς που έγινε με καλή πίστη στον γιατρό του παιδιού δεν συνάδει με το ηθικό καθήκον κάθε ενήλικα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα ενός παιδιού (§ 43). Το Δικαστήριο έκρινε «ανησυχητικό» το γεγονός ότι το Εφετείο δεν είχε επιτρέψει στην προσφεύγουσα, η οποία είχε αναμφίβολα δει το μώλωπα στην πλάτη του αγοριού, να επαναλάβει αυτό που της είχε πει το αγόρι – μια δήλωση την οποία το ίδιο το παιδί  είχε επαναλάβει στον γιατρό.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν είχε προβληθεί ούτε ενώπιον των εθνικών αρχών ούτε ενώπιόν του ο ισχυρισμός ότι η προσφεύγουσα ενήργησε επιπόλαια, χωρίς να ενδιαφέρεται για τη βασιμότητα των λεγομένων του παιδιού· αντιθέτως, και ο επαγγελματίας υγείας – ο γιατρός – προέβη σε δική του αξιολόγηση και θεώρησε ότι η περίπτωση έπρεπε να αναφερθεί στις αρχές πρόνοιας (§ 44).

Συνεπώς, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτός ο περιορισμός του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης στον τομέα αυτόν ως αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία. Οι επαρκείς λόγοι για την επέμβαση δεν αποδείχθηκαν και η περιοριστική παρέμβαση δεν ανταποκρινόταν σε καμία «πιεστική κοινωνική ανάγκη» (§ 45).

Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ (ομόφωνα). Επιδίκαση 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη, 3.616,41 ευρώ για αποζημίωση και 2.695,83 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Η δυνατότητα έκφρασης μιας υποψίας παιδικής κακοποίησης, διαμορφωμένης σε καλή πίστη, στο πλαίσιο κατάλληλης διαδικασίας αναφοράς, πρέπει να είναι διαθέσιμη σε κάθε άτομο χωρίς το δυνητικό “chilling effect” μιας ποινικής καταδίκης ή υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης για την προκληθείσα ζημία ή τα έξοδα που υπέστη» (παρ. 43).

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η θεμελίωση ενός νομολογιακού αναχώματος υπέρ της αναφοράς κακοποίησης. Η απόφαση Juppala εισάγει ένα σαφές νομολογιακό ανάχωμα έναντι της ποινικοποίησης των αναφορών υποψίας κακοποίησης παιδιών που γίνονται σε καλή πίστη προς επαγγελματίες υγείας. Το Δικαστήριο, χωρίς να καθιερώνει τυπική ασυλία υπέρ των αναφερόντων, εξισορροπεί τα αντιτιθέμενα συμφέροντα με ιδιαίτερη έμφαση στην πρακτική αποτελεσματικότητα της προστασίας του παιδιού, αναγνωρίζοντας ότι η απειλή ποινικής δίωξης μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα αποτροπής (chilling effect) της αναφοράς, με καταστροφικές συνέπειες για τα παιδιά που τελούν σε κατάσταση κινδύνου.

Η αναλογική συγγένεια με τη λογική των «ευαίσθητων πεδίων λόγου». Η απόφαση δεν διατυπώνει ρητά επέκταση της λογικής που είχε καθιερωθεί στη Nikula v. Finland ως προς την ενισχυμένη προστασία του λόγου της υπεράσπισης στα δικαστήρια. Ωστόσο, παρουσιάζει λειτουργική συγγένεια με τη Nikula ως προς την ανάγκη ενισχυμένης προστασίας λόγου που διατυπώνεται σε θεσμικό πλαίσιο και υπηρετεί ουσιώδες δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον. Η σύγκριση πρέπει επομένως να παραμείνει αναλογική, δεδομένου ότι δεν ταυτίζεται.

Η σύνδεση με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ και τη διεθνή προστασία του παιδιού. Η ρητή αναφορά του Δικαστηρίου στις υποθέσεις X and Y v. the NetherlandsStubbings και A. v. the United Kingdom δεν είναι τυπική αλλά συνιστά ένταξη της υπόθεσης στο ευρύτερο πλαίσιο των θετικών υποχρεώσεων του Κράτους να προστατεύει τα παιδιά από σοβαρές προσβολές της σωματικής και ψυχικής τους ακεραιότητας. Η Juppala, πάντως, παραμένει απόφαση αποκλειστικά υπό το άρθρο 10 και δεν διαπιστώνει αυτοτελή παραβίαση των άρθρων 3 ή 8 της ΕΣΔΑ.

Η ισορροπία ανάμεσα στον έλεγχο εκ των προτέρων και τη μετέπειτα αξιολόγηση. Το Δικαστήριο επισημαίνει την «λεπτή και δύσκολη γραμμή» που πρέπει να τηρηθεί μεταξύ μιας πρόωρης και μιας καθυστερημένης δράσης (§ 42). Η απόφαση αναγνωρίζει ότι το κόστος της εκ των υστέρων ποινικής ή αστικής έκθεσης του καλόπιστου αναφέροντος μπορεί να αποθαρρύνει κρίσιμες αναφορές, χωρίς όμως να απαλλάσσει πρόσωπα που ενεργούν κακόπιστα ή επιπόλαια.

Η διάσταση της κοινωνικής παρά της νομικής λειτουργίας του άρθρου 10. Η Juppala συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα προσέγγισης του άρθρου 10 ΕΣΔΑ όχι ως εγγύηση ατομικής αυτό-έκφρασης αλλά ως εγγύηση λειτουργικής επικοινωνίας με κοινωνικό πρόσημο – μιας λειτουργικής ελευθερίας που επιτρέπει την ενεργοποίηση μηχανισμών προστασίας των παιδιών εντός της οικογενειακής σφαίρας. Ως προς αυτό, η απόφαση παρουσιάζει περιορισμένη αναλογική συγγένεια με τη νομολογία περί whistleblowing (Guja v. Moldova [GC], Heinisch v. Germany), καίτοι σε εντελώς διαφορετικό πραγματικό πεδίο.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η απόφαση Juppala κατά Φινλανδίας εντάσσεται στο σώμα των αποφάσεων του ΕΔΔΑ που διαμορφώνουν την έννοια της ελευθερίας της  έκφρασης ως εργαλείου προστασίας ευάλωτων τρίτων και όχι απλώς ως δικαίωμα του ίδιου του ομιλούντος. Ο νομολογιακός της πυρήνας είναι η διαμόρφωση ενός chilling-effect ειδικά προσαρμοσμένου στη ζώνη αλληλεπίδρασης ιδιώτη και ιατρού, όταν πρόκειται για αναφορά υποψίας κακοποίησης παιδιού.

Η αρθρωτική συλλογιστική του chilling effect. Η συγκεκριμένη απόφαση αξίζει ιδιαίτερης μελέτης ως προς τη μεθοδολογία που υιοθετεί το Δικαστήριο. Αντί να προχωρήσει σε ένα καθαρό αναλογικό έλεγχο της συγκεκριμένης ποινής (που ήταν και αρκετά ήπια, καθώς δεν επιβλήθηκε ποινή, παρά μόνο αστική αποζημίωση), το Δικαστήριο μεταθέτει το κέντρο βάρους στη συστημική επίδραση της ίδιας της δυνατότητας ποινικής δίωξης. Η σύγκριση με τη δημοσιογραφική νομολογία, όπως Goodwin v. the United Kingdom [GC] και Cumpănă and Mazăre v. Romania [GC], μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο επικουρικά, ως παράδειγμα της σημασίας του chilling effect, και όχι ως πλήρης εξομοίωση των πραγματικών και θεσμικών συμφραζομένων. Πηγή: ΕΔΔΑ, Juppala v. Finland, παρ. 43-45· HUDOC.

Η σημασία της καλής πίστης ως αποφασιστικού κριτηρίου. Η απόφαση κάνει εμφανή χρήση του κριτηρίου της καλής πίστης, αντλώντας έμπνευση από την Guja v. Moldova [GC] (παρ. 77), η οποία αφορά την προστασία των καταγγελλόντων (whistleblowers) στον δημόσιο τομέα. Η μεταφορά αυτή είναι περιορισμένη και λειτουργική: αφορά την καλή πίστη και όχι πλήρη υπαγωγή της Juppala στο δόγμα του whistleblowing.

Η σχέση με την προστασία των παιδιών από ενδοοικογενειακή βία. Η απόφαση συνδέεται οργανικά με μια σειρά αποφάσεων του ΕΔΔΑ που αναγνωρίζουν θετικές υποχρεώσεις των Κρατών στο πεδίο της προστασίας των παιδιών από βία εντός της οικογένειας: A. v. the United Kingdom της 23.09.1998, Z and Others v. the United Kingdom [GC] της 10.05.2001, E. and Others v. the United Kingdom της 26.11.2002. Ειδικότερα, η O’Keeffe v. Ireland [GC] της 28.01.2014, μεταγενέστερη της Juppala, αναγνωρίζει ρητά την ευθύνη του κράτους για τη δημιουργία θεσμικών διαύλων αναφοράς και αντιμετώπισης της παιδικής κακοποίησης. Η λογική αυτή συμπληρώνεται από την Juppala: δεν αρκεί να υπάρχουν θεσμικοί δίαυλοι αλλά  πρέπει η πρόσβαση σ’ αυτούς να μην αποθαρρύνεται με κυρωτικούς μηχανισμούς εναντίον των αναφερόντων. Πηγή: ΕΔΔΑ, Juppala v. Finland, παρ. 41-42 και 45· HUDOC, case-law on Article 3 ECHR and child abuse.

Η παράλληλη αντιμετώπιση από το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών. Η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Παιδιού των Ηνωμένων Εθνών, στις καταληκτικές παρατηρήσεις της (CRC/C/15/Add.272) της 20.10.2005 επί της τρίτης περιοδικής έκθεσης της Φινλανδίας, είχε ήδη επισημάνει τη βία κατά παιδιών και τη σεξουαλική κακοποίηση εντός της οικογένειας ως από τα σοβαρότερα εμπόδια στην πλήρη εφαρμογή των δικαιωμάτων των παιδιών στη χώρα. Αυτή η αυθεντική διεθνής διαπίστωση, που αναφέρεται ρητά στην απόφαση (§ 24), ενισχύει την ερμηνεία του άρθρου 10 ΕΣΔΑ υπό το πρίσμα των διεθνών δεσμεύσεων της Φινλανδίας ως προς το άρθρο 19 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Πηγή: UN Committee on the Rights of the Child, Concluding Observations on Finland, CRC/C/15/Add.272, 20.10.2005.

Η νομολογιακή συνέχεια και επιρροή της απόφασης. Η Juppala επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά στη μεταγενέστερη M.P. v. Finland της 15.12.2016, όπου το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 λόγω καταδίκης μητέρας για δυσφήμιση, επειδή εξέφρασε σε κοινωνική λειτουργό ανησυχίες για πιθανή σεξουαλική κακοποίηση της κόρης της. Η απόφαση αυτή αποτελεί την άμεση νομολογιακή συνέχεια της Juppala, μεταφέροντας την ίδια συλλογιστική περί chilling effect από τη σχέση ιδιώτη-ιατρού στη σχέση ιδιώτη-κοινωνικής υπηρεσίας.

Ο περιορισμός του πεδίου: τι δεν αποφάσισε το Δικαστήριο. Παρά την ευρεία επιχειρηματολογία της, η Juppala δεν κατοχυρώνει απόλυτη ασυλία για τον αναφέροντα. Το Δικαστήριο σημειώνει ρητά ότι στην προκειμένη υπόθεση δεν είχε προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η προσφεύγουσα ενήργησε επιπόλαια (recklessly) (§ 44). Συνεπώς, μια αναφορά που γίνεται με πρόδηλη αμέλεια ως προς τη βασιμότητά της θα μπορούσε θεωρητικά να μην τυγχάνει προστασίας  του άρθρου 10. Ωσαύτως, η προστασία αφορά την αναφορά σε επαγγελματία ή σε δημόσια αρχή με θεσμική αρμοδιότητα – και όχι τη δημόσια διάχυση αβάσιμων κατηγοριών, η οποία διατηρεί αυτοτελή νομοθετική και νομολογιακή αντιμετώπιση.

Η θεωρητική διάσταση: το άρθρο 10 ως προϋπόθεση για την άσκηση άλλων δικαιωμάτων. Η Juppala αναδεικνύει την οργανική σχέση του άρθρου 10 με τα άρθρα 3 και 8 της ΕΣΔΑ. Η δυνατότητα λόγου – και μάλιστα υπό ασφάλεια – αποτελεί προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των μηχανισμών προστασίας της σωματικής ακεραιότητας και της οικογενειακής ζωής του παιδιού.

Η συγκριτική διάσταση στο Διαμερικανικό σύστημα. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επίσης αναπτύξει νομολογία για την προστασία των παιδιών από την βία, αν και από διαφορετική οπτική: βλ. ιδίως Caso de los «Niños de la Calle» (Villagrán Morales y otros) vs. Guatemala της 19.11.1999 και Mendoza y otros vs. Argentina της 14.05.2013. Η σύγκριση είναι μόνο έμμεση: οι αποφάσεις αυτές τεκμηριώνουν τη σημασία της ειδικής προστασίας του παιδιού, όχι όμως ειδικό κανόνα για την προστασία του καλόπιστου αναφέροντος υπό την ελευθερία έκφρασης.

Συμπέρασμα. Η Juppala κατά Φινλανδίας αποτελεί ώριμη και σαφώς αιτιολογημένη απόφαση του ΕΔΔΑ, η οποία θεμελιώνει την αντίληψη ότι ο φόβος ποινικής ή αστικής κύρωσης δεν μπορεί, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, να αποθαρρύνει την καλόπιστη αναφορά υποψιών παιδικής κακοποίησης σε επαγγελματίες υγείας ή κοινωνικές υπηρεσίες. Πρόκειται για απόφαση που συγγενεύει λειτουργικά, χωρίς να ταυτίζεται, με τη λογική της Nikula και με ορισμένα κριτήρια της νομολογίας Guja περί καλής πίστης. Η απόφαση παραμένει σημείο αναφοράς για κάθε μεταγενέστερη εξέταση της σχέσης μεταξύ ελευθερίας έκφρασης και προστασίας των παιδιών από ενδοοικογενειακή βία, με τη δύναμη της αρχής της καλής πίστης να λειτουργεί ως ο κεντρικός άξονας ισορροπίας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Α) Nikula v. Finland: Η απόφαση αυτή, στην οποία στηρίζεται εκτενώς η Juppala, κατοχύρωσε την ενισχυμένη προστασία της ελευθερίας έκφρασης του συνηγόρου υπεράσπισης στη δικαστηριακή αίθουσα. Στην Juppala η Nikula λειτουργεί κυρίως ως σημείο αναφοράς για το γενικό κριτήριο ελέγχου του άρθρου 10 και όχι ως ρητά μεταφερόμενο «προνόμιο» της σχέσης ιατρού-ασθενούς. Πηγή: HUDOC, Nikula v. Finland, no. 31611/96, 21.03.2002, παρ. 44-56.

Β) A. v. the United Kingdom: Η απόφαση αυτή καθιέρωσε τη θετική υποχρέωση του κράτους, υπό το άρθρο 3 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1, να προστατεύει τα παιδιά από κακοποίηση εντός του ιδιωτικού τομέα. Αποτελεί το νομολογιακό θεμέλιο στο οποίο εδράζεται η εξισορρόπηση που επιχειρεί η Juppala. Πηγή: HUDOC, A. v. the United Kingdom, 23.09.1998, Reports 1998-VI, παρ. 22.

Γ) Guja v. Moldova [GC]: Η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης καθιέρωσε τη νομολογιακή δομή προστασίας των καταγγελλόντων  (whistleblowers) στο δημόσιο τομέα. Το κριτήριο της καλής πίστης, στο οποίο παραπέμπει mutatis mutandis η Juppala, έλκει τη νομική του συγγένεια από την Guja, χωρίς όμως να μετατρέπει την Juppala σε κλασική υπόθεση whistleblowing. Πηγή: HUDOC, Guja v. Moldova [GC], no. 14277/04, 12.02.2008, παρ. 77.

Δ) Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού: Το άρθρο 19 καθιερώνει ρητή υποχρέωση των Κρατών να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα – νομοθετικά, διοικητικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά – για την προστασία του παιδιού από κάθε μορφή σωματικής ή ψυχικής βίας. Η Σύμβαση έχει επικυρωθεί από όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και λειτουργεί ως ερμηνευτικό εργαλείο των θετικών υποχρεώσεων υπό τα άρθρα 3 και 8 ΕΣΔΑ. Πηγή: UN Convention on the Rights of the Child, 1989, Article 19· βλ. Juppala v. Finland, παρ. 23.

Ε) Επιτροπή Δικαιωμάτων του Παιδιού ΟΗΕ.  Καταληκτικές παρατηρήσεις για Φινλανδία (2005): Η Επιτροπή εξέφρασε ανησυχία για τη βία κατά παιδιών και τη σεξουαλική κακοποίηση εντός της φινλανδικής οικογένειας, εισηγούμενη ενίσχυση των πολιτικών αναφοράς και πρόληψης. Το ευρύτερο αυτό πλαίσιο πληροφόρησης αντλείται από το Δικαστήριο ως υλικό υπέρ της συλλογιστικής του. Πηγή: UN Committee on the Rights of the Child, Concluding Observations: Finland, CRC/C/15/Add.272, 20.10.2005.

ΣΤ) M.P. v. Finland: Η απόφαση αυτή αποτελεί την πιο άμεση μεταγενέστερη συγγενή υπόθεση της Juppala. Αφορά καταδίκη μητέρας για δυσφήμιση επειδή εξέφρασε σε κοινωνική λειτουργό ανησυχίες για πιθανή σεξουαλική κακοποίηση της κόρης της. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10, επαναλαμβάνοντας τη σημασία αποφυγής chilling effect σε καλόπιστες αναφορές παιδικής κακοποίησης. Πηγή: HUDOC, M.P. v. Finland, no. 36487/12, 15.12.2016.

Ζ) Ως προς τη θετική υποχρέωση του κράτους να θεσπίζει διαδικασίες αναφοράς: Η νομολογία Z and Others v. the United Kingdom [GC] της 10.05.2001 και E. and Others v. the United Kingdom της 26.11.2002 κατοχυρώνει την ευθύνη του κράτους όταν τα παιδιά τελούν σε παρατεταμένη κατάσταση κακοποίησης χωρίς να επεμβαίνουν οι αρμόδιες αρχές. Η Juppala συμπληρώνει αυτή τη λογική εξασφαλίζοντας ότι οι μηχανισμοί αναφοράς δεν θα παραλύουν από τον φόβο κυρώσεων. Πηγή: HUDOC, Z and Others v. the United Kingdom [GC], no. 29392/95, 10.05.2001· E. and Others v. the United Kingdom, no. 33218/96, 26.11.2002.

Η) O’Keeffe v. Ireland [GC] της 28.01.2014 (μεταγενέστερη της Juppala): Μολονότι χρονολογικά μεταγενέστερη, η O’Keeffe εμπλουτίζει αναδρομικά την κατανόηση της Juppala αναγνωρίζοντας τις θετικές υποχρεώσεις του κράτους για τη θέσπιση αποτελεσματικών μηχανισμών αναφοράς και πρόληψης της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα. Πηγή: HUDOC, O’Keeffe v. Ireland [GC], no. 35810/09,.

Θ) Joseph Dute, European Journal of Health Law: Ο Joseph Dute παρουσίασε την Juppala ως υπόθεση άρθρου 10 με ιδιαίτερη σημασία για τον ρόλο του ιατρού και την αναφορά υποψίας παιδικής κακοποίησης. Η πηγή είναι χρήσιμη ως σύντομος επιστημονικός σχολιασμός, όχι όμως ως υποκατάστατο του πλήρους κειμένου της απόφασης. Πηγή: Joseph Dute, “ECHR 2009/5 Case of Juppala v. Finland, 2 December 2008, no. 18620/03”, European Journal of Health Law 16 (2009), 185-187.

Ι) Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων . Βία κατά παιδιών: Η υπόθεση Villagrán Morales y otros vs. Guatemala της 19.11.1999 (γνωστή και ως «Niños de la Calle») αποτελεί αντίστοιχη νομολογιακή απάντηση του Διαμερικανικού συστήματος στη βία κατά παιδιών. Η κανονιστική σύνδεση με την Juppala είναι έμμεση και περιορίζεται στη γενική αρχή της ενισχυμένης προστασίας του παιδιού και  δεν αφορά ειδικά την ελευθερία έκφρασης του καλόπιστου αναφέροντος. Πηγή: IACtHR, Villagrán Morales y otros vs. Guatemala, Sentencia de 19 de noviembre de 1999, Serie C No. 63.

ΙΑ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ και ΔΣΑΠΔ: Το άρθρο 24 ΔΣΑΠΔ αναγνωρίζει το δικαίωμα του παιδιού σε κατάλληλα μέτρα προστασίας, ενώ το άρθρο 19 ΔΣΑΠΔ διασφαλίζει την ελευθερία έκφρασης. Δεν εντοπίζεται, πάντως, ειδική γενική παρατήρηση ή νομολογία της Επιτροπής που να αντιστοιχεί ευθέως στην προστασία καλόπιστης αναφοράς παιδικής κακοποίησης κατά το πρότυπο της Juppala. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 34 on Article 19 ICCPR, CCPR/C/GC/34, 12.09.2011.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:

  • Nikula v. Finland, no. 31611/96, 21.03.2002 • Selistö v. Finland, no. 56767/00, 16.11.2004 • Karhuvaara and Iltalehti v. Finland, no. 53678/00, 16.11.2004 • Tammer v. Estonia, no. 41205/98, 06.02.2001 • X and Y v. the Netherlands, 26.03.1985, Series A no. 91 • Stubbings and Others v. the United Kingdom, 22.10.1996, Reports 1996-IV • A. v. the United Kingdom, 23.09.1998, Reports 1998-VI • Z and Others v. the United Kingdom [GC], no. 29392/95, 10.05.2001 • E. and Others v. the United Kingdom, no. 33218/96, 26.11.2002 • Guja v. Moldova [GC], no. 14277/04, 12.02.2008 • Goodwin v. the United Kingdom [GC], 27.03.1996, Reports 1996-II • Cumpănă and Mazăre v. Romania [GC], no. 33348/96, 17.12.2004 • Heinisch v. Germany, no. 28274/08, 21.07.2011 • Bucur and Toma v. Romania, no. 40238/02, 08.01.2013 • O’Keeffe v. Ireland [GC], no. 35810/09, 28.01.2014 • Sofranschi v. Moldova, no. 34690/05, 21.12.2010 • M.P. v. Finland, no. 36487/12, 15.12.2016

Πηγή :echrcaselaw.com

To Top