ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 241/2025 Παράλειψη δικαστηρίου να εξετάσει κατ’ οίκον έκτιση ποινής 

Αριθμός 241/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό – Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Δ. Κ. του Ε., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της αποφάσεως 780,841/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Ε. Ν. του Χ., 2. Σ. Κ. του Δ. και 3. Μ. Κ. του Δ., κατοίκων …, που δεν εμφανίστηκαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22-3-2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 347/24.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να: Α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της: 1) περί απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορούμενου για την αναγνώριση της συνδρομής, στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ’ ΠΚ και σε περίπτωση παραδοχής του και ως προς τις επιβληθείσες επιμέρους ποινές αλλά και τη συνολική ποινή και 2) περί του τρόπου έκτισης της επιβληθείσας, σ’ αυτόν, ποινής, με εγκλεισμό του σε Κατάστημα Κράτησης, Β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της για νέα συζήτηση και Γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 22-3-2024 αίτηση του Δ. Κ. του Μ., κατοίκου Αγίας Βαρβάρας Αττικής και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ.Μαλανδρίνου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 780, 841/2023 απόφασης του Β’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα πέντε [15] ετών και έξι [6] μηνών, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρο 474 παρ. 2 Α ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 5-3-2024 και η δήλωση έγινε στις 22-3-2024, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3, ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’, Ε’, Θ’ ΚΠΔ]. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, χωρίς την παρουσία των υποστηριζόντων την κατηγορία Ε. Ν. του Χ., Σ. Κ. του Δ. και Μ. Κ. του Δ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από 12-4-2024 αποδεικτικά επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. προς τους ίδιους με θυροκόλληση και τα από 8-5-2024 αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. προς τον αντίκλητο δικηγόρος τους αντίστοιχα.
Κατά το άρθρο 299 του παλαιού ΠΚ “Ανθρωποκτονία με πρόθεση: 1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης”. Κατά το ταυτάριθμό άρθρο του νέου ΠΚ (ν.4619/2019) πριν την τροποποίηση της παρ.1 αυτού με το άρθρο 63 του ν.4855/2021 “Ανθρωποκτονία με δόλο 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη”. Μετά δε την παραπάνω τροποποίηση της παρ.1 του ως άνω άρθρου με το άρθρο 63 του Ν. 4855/2021 “Ανθρωποκτονία με δόλο 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη”. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι διαφέρουν μόνο ως προς την ποινική μεταχείριση του δράστη ανθρωποκτονίας με πρόθεση (δόλο) και ότι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, ως προς την ποινή, είναι η διάταξη του άρθρου 299 του ν.4619/2019. Καθόσον όμως αφορά τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο, οι διατάξεις ουδόλως διαφέρουν και προς τούτο απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε, δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος. Ειδικότερα, για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται είτε θετική ενέργεια, δηλαδή άμεση ή έμμεση επίδραση επί του σώματος του θύματος, είτε παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας κατά το άρθρο 15, που οδηγεί αιτιωδώς στην οριστική ανακοπή της λειτουργίας του εγκεφάλου του θύματος και συνεπώς, στον θάνατό του, εφόσον η ανθρωποκτονία είναι έγκλημα αποτελέσματος. Καθόσον αφορά δε, την αφαίρεση της ζωής άλλου με ενέργεια, η επίδραση επί του σώματος του θύματος μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, δεδομένου ότι στο ως άνω άρθρο δεν τυποποιείται ορισμένη συμπεριφορά. Γι’ αυτό είναι ποινικώς αδιάφορη η ενέργεια (και το μέσο) με την οποία ο δράστης επέδρασε επί του σώματος του θύματος, αρκεί με επίδρασή του επί του σώματος του θύματος να το οδήγησε στον θάνατο. Ούτε για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με ενέργεια απαιτείται να εξειδικεύεται από το Δικαστήριο η επίδραση αυτή του δράστη επί του σώματος του θύματος, που ενδέχεται να μην μπορεί να διαπιστωθεί επακριβώς, ιδίως αν δεν έχει ανευρεθεί η σορός του θύματος, ούτε, άλλωστε, απαιτείται για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού η ανεύρεση της σορού του θύματος, αφού ο δράστης μπορεί να την έχει αποκρύψει επιμελώς, έτσι ώστε, να μην μπορεί αυτή να βρεθεί (ΑΠ 497/2021). Συνακόλουθα, αν το Δικαστήριο σχηματίσει δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε με ενέργεια τη ζωή του θύματος, δεν απαιτείται η εξειδίκευση του τρόπου και του μέσου με τα οποία ο δράστης επέφερε με ενέργειά του τον θάνατο, αφού το άρθρο 299 ΠΚ καλύπτει κάθε τρόπο τέλεσης. Η εξειδίκευση του τρόπου τέλεσης απαιτείται μόνο σε περίπτωση αρνητικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου σχετικώς με το αν η ενέργειά του, την οποία, ωστόσο, οφείλει ο ίδιος να προσδιορίζει για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός του, συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο του θύματος. Για την υποκειμενική δε στοιχειοθέτηση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (άμεσος δόλος), ενώ αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή την καταστροφή της ζωής του άλλου ανθρώπου, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει ως δυνατό το άνω εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Επίσης, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της απόφασής του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 160/2019, ΑΠ 1851/2019). Ο ανθρωποκτόνος δόλος του δράστη και η κυριαρχία της ήρεμης σκέψης του στην απόφαση ή στην εκτέλεση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, προκύπτει μεταξύ άλλων, από τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, όπως από το ότι η διάπραξη έγινε με οργάνωση, μεθοδικότητα και βάσει καλά οργανωμένου σχεδίου (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 889/2015). Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ανυπαρξία βρασμού ψυχικής ορμής, εφόσον δεν υποβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο και μάλιστα κατά τρόπον ορισμένο (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 284/2010, ΑΠ 1935/2001). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ. Το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην όμως, όταν υπάρχουν αντιφατικά ή διαφορετικά αποδεικτικά μέσα, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται γιατί το δικαστήριο πείσθηκε από το συγκεκριμένο και όχι από το άλλο αντίθετο. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται στο αν το Δικαστήριο προέβη σε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτικά μερικών μόνον εξ αυτών. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. (ΑΠ 523/2024, ΑΠ 185/2022). Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 2037/2021, ΑΠ 652/2021). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό το διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ολΑΠ 2/2011, ΑΠ 523/2024, ΑΠ 68/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, το Β’ Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων ως προς το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ο κατηγορούμενος και η Ε. Κ. είχαν τελέσει νόμιμο γάμο από το 1982, έχοντας αποκτήσει δύο τέκνα [Μ. και Σ.], ενώ ο κατηγορούμενος είχε ,ένα άλλο τέκνο από προηγούμενο γάμο [Κ.]. Το ζεύγος από το 2017 και μετά τελούσε σε διάσταση, οι δε σχέσεις τους ήταν ιδιαίτερα τεταμένες, κυρίως εξαιτίας οικονομικών διαφορών, ενώ είχαν υποβληθεί και εκατέρωθεν εγκλήσεις για ενδοοικογενειακή βία και συναφή αδικήματα [πρόκληση σωματικής βλάβης, εξύβριση, απειλή], εκ των οποίων συχνά οδηγήθηκαν αμφότεροι στο ακροατήριο με εναλλασσόμενους ρόλους στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο παρών κατηγορούμενος στις 23-6-2021 και ώρα 07.30′ μ.μ. μετέβη έξωθεν της οικίας της Ε. Κ. στην …, …, και την περίμενε σε παρακείμενο πάρκο, μέχρι να επιστρέψει από την εργασία της. Όταν είδε τη σύζυγό του περί ώρα 8.30′ – 8.45′ να προσεγγίζει την οικία της, την πλησίασε, έβγαλε από ένα τσαντάκι ένα όπλο – πιστόλι και από κοντινή απόσταση την πυροβόλησε δύο φορές, πλήττοντας την πρώτη φορά στην πρόσθια ωμική χώρα και τη δεύτερη στο δεξιό ημιμόριο της κάτω γνάθου, προκαλώντας της βαρύτατες κακώσεις από τις οποίες και μόνο προήλθε ο θάνατός της. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος, και ενώ η παθούσα ήταν ακόμη εν ζωή, δεν της προσέφερε καμία βοήθεια, ούτε κάλεσε ασθενοφόρο, αλλά αποχώρησε πεζός, διαφεύγοντας τη σύλληψη, ενώ η παθούσα διακομίσθηκε ύστερα από ειδοποίηση περιοίκων στο Νοσοκομείο, χωρίς να αποτραπεί ο θάνατός της, λόγω της βαρύτητας των τραυμάτων της. Ο κατηγορούμενος την επόμενη ημέρα, ενώ ήδη αναζητείτο από τις αστυνομικές αρχές ως ο κύριος ύποπτος για την επίμαχη δολοφονία, εμφανίσθηκε περί ώρα 17.45′ στη Διεύθυνση , όπου και συνελήφθη. Μαζί του έφερε και παρέδωσε στις αστυνομικές αρχές το ημιαυτόματο πυροβόλο όπλο – πιστόλι τύπου WEBLEY SKOTT, με το οποίο έπληξε τη θανούσα, με έναν γεμιστήρα ο οποίος έφερε τρία φυσίγγια των 0,32”, φέροντα ένδειξη στον πυθμένα <<32 AUTOCBC>>, ίδιου τύπου με τους κάλυκες που ανευρέθησαν στον τόπο του ανωτέρω περιστατικού. Ο κατηγορούμενος από την προδικασία κιόλας ισχυρίζεται πως δεν είχε σκοπό να σκοτώσει την εν διαστάσει σύζυγό του, αλλά ήθελε απλά να την φοβερίσει ώστε να του επιστρέψει κοσμήματα που ανήκαν στη θανούσα αδελφή του και για αυτόν είχαν μεγάλη από διαθέσεως [συναισθηματική] αξία, αλλά, όταν ζήτησε την επιστροφή τους, απειλώντας την με το όπλο, εκείνη, χωρίς καθόλου να φοβηθεί από το προτεταμένο όπλο, του απάντησε με απαξιωτικό τρόπο, λέγοντάς του <<χέσε μας εσύ και η αδελφή σου και η κόρη σου, παλιομαλάκα>>. Τότε [κατά τον ισχυρισμό του] έχασε την ψυχραιμία του και την πυροβόλησε. Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, έστω σε επίπεδο ενδείξεων, ότι μεταξύ της θανούσας και του κατηγορουμένου έλαβε χώρα όχι μόνο η ανωτέρω λογομαχία [που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως <<σοβαρή αφορμή>>], αλλά και οιοσδήποτε μεταξύ τους διάλογος. Εξάλλου, όπως απεδείχθη από τις εκατέρωθεν προσκομιζόμενες εγκλήσεις και δικαστικές αποφάσεις, οι έντονοι διαπληκτισμοί ήταν συχνό μεταξύ τους φαινόμενο τα τελευταία έτη και όχι ένα απρόβλεπτο γεγονός, που ο κατηγορούμενος δεν θα ανέμενε, σε σημείο μάλιστα ώστε να φτάσει σε τέτοιου είδους υπερδιέγερση, που να αποκλείει τη σκέψη και τη στάθμιση της δυνατότητας να πράξει διαφορετικά, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη. Αντίθετα απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος είχε προσχεδιάσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τη δολοφονία της Ε. Κ., αναμένοντας έξω από την οικία της, έχοντας μαζί του παρανόμως [δηλαδή χωρίς νόμιμη άδεια] το ανωτέρω πιστόλι, το οποίο μάλιστα ήταν γεμάτο [ενώ, αν σκοπός του ήταν απλά να την φοβίσει, τότε λογικά θα ήταν χωρίς φυσίγγια]. Επίσης ο ανθρωποκτόνος δόλος του αποδεικνύεται ευκρινέστερα ότι την πυροβόλησε δύο φορές, ώστε να βεβαιωθεί για το θάνατό της. Ο ισχυρισμός δε του κατηγορουμένου ότι κατείχε και έφερε το όπλο καθόσον δύο φορές είχαν εισβάλλει στην οικία [μη κατονομαζόμενοι] Ρομά της περιοχής του προς εκφοβισμό του για μία κεραία κινητής τηλεφωνίας που είχε τοποθετήσει άνωθεν της οικίας του, αφ’ ενός [και αληθής υποτιθέμενος] δεν αναιρεί τις παραπάνω παραδοχές, αφ’ ετέρου δεν επιρρωνύεται από κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο [έγκληση, δελτίο συμβάντων κ.λπ.] Εξάλλου η τοποθέτηση της κεραίας έχει πραγματοποιηθεί ήδη από το έτος 2016 και συνεπώς, αφορά ένα τελείως παρωχημένο γεγονός. Μάλιστα πρέπει να σημειωθεί [και είναι κάτι που καταδεικνύει έτι περισσότερο το σχεδιασμό του κατηγορουμένου σε ήρεμη ψυχική κατάσταση] ότι η Ε. Κ. γνωρίζοντας για την ύπαρξη του όπλου και φοβούμενη για τη ζωή της, είχε καταγγείλει στην αστυνομία την παράνομη κατοχή του όπλου από τον κατηγορούμενο. Ωστόσο ο τελευταίος κατάφερε να παραπλανήσει τους επιληφθέντες αστυνομικούς που ερεύνησαν την οικία του, επιδεικνύοντας ένα ψεύτικο όπλο και προφασιζόμενος ότι η θανούσα, ως εκ της απειρίας της περί τα όπλα, το εξέλαβε ως αληθινό. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις του κατηγορουμένου σε σχέση με την οικονομική του εκμετάλλευση από πλευράς της θανούσας ύστερα από τη διάστασή τους, και αληθείς υποτιθέμενες, δεν συνιστούν σοβαρή αφορμή για την εκδήλωση πλήρους συγχύσεως στην κρίση του και αδυναμίας του να σταθμίσει ορθά την κατάσταση, αφού θα μπορούσε να αποταθεί στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια για τη δικαίωσή του, όπως εξάλλου έπραξε ζητώντας τη λύση του μεταξύ τους γάμου, αλλά και συχνά έπραττε προσφεύγοντας στα ποινικά δικαστήρια για δικαστική προστασία. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί υπάρξεως <<βρασμού ψυχικής ορμής>> πρέπει να απορριφθεί και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξεως της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και, κατά λογική ακολουθία, και της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας>>. Κατόπιν, το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί τέλεσης της πράξης του σε βρασμό ψυχικής ορμής κατά πλειοψηφία [6-1], κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά πλειοψηφία [6-1] και ομόφωνα της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και τον καταδίκασε σε ποινή δέκα πέντε [15] ετών για την πρώτη πράξη, σε ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών και χρηματική ποινή εξακοσίων [600] ευρώ για τη δεύτερη πράξη και σε ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών για την τρίτη πράξη και συνολικά σε ποινή κάθειρξης δέκα πέντε [15] ετών φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή εξακοσίων [600] ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: << Α] Στην … στις 03-06-2021, ενεργώντας με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σκότωσε άλλον. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο και περί ώρα 20.30′ έως και 20.45′ προσέγγισε έξωθεν της οικίας της επί της οδού … την εν διαστάσει σύζυγό του Ε. Κ. του Χρήστου και πυροβόλησε αυτήν από πολύ κοντινή απόσταση εναντίον της δύο φορές με πυροβόλο όπλο [ημιαυτόματο πυροβόλο όπλο – πιστόλι μάρκας [WEBLEY SKOTT] που έφερε μαζί του έχοντας πρόθεση να την σκοτώσει ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που του επέτρεπε την πλήρη σκέψη και ειδικότερα την έπληξε με δύο βολίδες εκ των οποίων η πρώτη εισήλθε στη δεξιά τραχηλική χώρα, με αποτέλεσμα να υποστεί βαρύτατες κακώσεις οι οποίες επέφεραν ως μόνη ενεργός αιτία το θάνατό της, Ακολούθως, διέφυγε πεζός προς την οδό … με κατεύθυνση προς Λεωφ. …. Β] Στον ως άνω τόπο και χρόνο εκ προθέσεως, έφερε πάνω του παράνομα όπλο κατά την έννοια του άρθρ. 1 του Ν.2168/1993, χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Ειδικότερα έφερε πάνω του το αναφερόμενο στην υπό στοιχείο Α πράξη ημιαυτόματο πυροβόλο όπλο – πιστόλι μάρκας WEBLEY SKOTT άνευ αδείας της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Γ] Στον ως άνω τόπο και χρόνο έκανε χρήση του ως άνω πυροβόλου όπλου [ ημιαυτόματο πυροβόλο όπλο – πιστόλι μάρκας WEBLEY – SKOTT κατά τη διάπραξη του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως αυτό περιγράφεται στην υπό στοιχείο Α πράξη>>. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση κατά το μέρος που αφορά την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ως προς την οποία πλήττεται, περιέχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική του μορφή, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 299 παρ. 1 α’ ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ’ είδος, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β] αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, για τις συνθήκες τέλεσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης και ειδικότερα οι συγκεκριμένες κινήσεις και ενέργειες του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά το χρόνο της θανάτωση του θύματος -συζύγου του σε διάσταση Ε. Κ. [ήτοι προσέγγιση του θύματος, περί ώρα 20.30′ – 20. 45′ της 03-06-2021, έξω από την ευρισκόμενη στην … και επί της οδού … οικία, όπου αυτό διέμενε, σκόπευση και δύο πυροβολισμοί από κοντινή απόσταση, με την παράνομη χρήση πυροβόλου όπλου, που έφερε παράνομα, στην πρόσθια ωμική χώρα και στο δεξιό ημιμόριο της κάτω γνάθου, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατό της, υπό συνθήκες, από τις οποίες προκύπτει ότι τόσο κατά το χρόνο της απόφασης, όσο και κατά το χρόνο της εκτέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, τελούσε σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας], οι οποίες ενέργειές του, μαρτυρούν το δόλο του [προμελετημένο] και συγκροτούν και αποδεικνύουν την δράση του σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας, ε] ειδικότερα, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του κατάστασης βρασμού ψυχικής ορμής συνεπεία της προηγηθείσας συμπεριφοράς της παθούσας προς τον ίδιο, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τόσο κατά τη λήψη της απόφασης, όσο και κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας, βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που απέκλειε τη συνδρομή του βρασμού ψυχικής ορμής, αφού κατά το διάστημα αυτό δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε ψυχική υπερδιέγερση αυτού, ούτε αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους του, που να απέκλειε ή να μείωνε την ικανότητά του να σταθμίσει τα αίτια που τον ώθησαν στην πράξη ή τον απώθησαν από αυτήν. Οι επικαλούμενες προκλήσεις εκ μέρους της παθούσας, σχετικά με την παρακράτηση κοσμημάτων της αδελφής του από την παθούσα, οι οικονομικές αντιδικίες και οι ύβρεις της παθούσας προς το πρόσωπό του, και αληθείς υποτιθέμενες [ για τις αναφερόμενες ύβρεις μάλιστα, που κατά τον αναιρεσείοντα αποτέλεσαν και την τελευταία υπερδιέγερση των συναισθημάτων του, ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αποδείχθηκαν], δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν την έννοια του βρασμού ψυχικής ορμής, ενόψει και των μακροχρόνιων αντιδικιών του αναιρεσείοντος με την παθούσα εν διαστάσει από το έτος 2017 σύζυγό του, καθώς και προσχεδιασθείσα συνάντησή του μαζί της και μάλιστα με πλήρες φυσιγγίων όπλο που κατείχε παράνομα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος τους, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 299 παρ.1 ΠΚ ως προς την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως προς την απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού περί της τέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού, ψυχικής ορμής, είναι αβάσιμοι.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται μεταξύ άλλων: α] η υπό στοιχείο α’, ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, β] η υπό στοιχείο δ’, ήτοι ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και 3] η υπό στοιχείο ε’, ήτοι ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτησή του. Περαιτέρω, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2 α’ ΠΚ [όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 5090/2024], πρέπει η ζωή του μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης να χαρακτηρίζεται από το σεβασμό στα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά δε την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο να συμμορφώνεται με αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από το συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με την πεποίθηση – υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας του κατηγορουμένου, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε, αφενός μεν η παραβίαση νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, αφετέρου δε πολλές αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Επομένως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων υπόψη και των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη και επιπλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνε με την αρχή της αναλογικότητας [ολΑΠ 2/2022, ΑΠ 741/2023]. Ακόμη, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας του άρθρου 84 παρ. 2 δ’ ΠΚ, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσης ή μείωσης των συνεπειών της πράξης [ΑΠ 741/2023, ΑΠ 271/2019]. Τέλος, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση, δηλαδή, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών του πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, διότι τότε μόνο η επιλογή του αυτή μαρτυρεί την πραγματική του διάθεση και ενέχει σοβαρή στάση για τη βελτιωμένη και χωρίς παραπτώματα διαβίωσή του για την οποία και πρέπει να επιβραβευθεί. Και τούτο διότι κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση νοείται ότι συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη εκείνου,, ο οποίος πράγματι μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις συνέπειες της αξιόποινης πράξης του με την αποχή του μετά ταύτα από οιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και εγκληματική δράση [ΑΠ 741/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 33/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων υπέβαλε δια του συνηγόρου του εγγράφως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α’, δ’ και ε’ ΠΚ, επικαλούμενος για τη θεμελίωση αυτών τα ακόλουθα περιστατικά: <<Ο κατηγορούμενος, ηλικίας σήμερα 76 ετών είναι πατέρας τριών [3] τέκνων και δη της Κ., της Σ. και της Μ., με εγγόνια από τις δύο τελευταίες θυγατέρες του. Ο ίδιος, από νεαρής ηλικίας και προς εξασφάλιση των προς το ζην όσο και της πολυμελούς πλέον οικογένειάς του, διατηρούσε καθαριστήριο, λειτουργώντας ως ιδιοκτήτης της επιχείρησης και απασχολώντας σε αυτήν, προσωπικό, το οποίο εξαρτάτο, οικονομικά, αποκλειστικά από αυτόν. Παρά τη σχετικά ομαλή πλέον, εν γένει, οικονομική και επαγγελματική του πορεία, έχει κατά καιρούς αντιμετωπίσει οικονομικές και επαγγελματικές δυσκολίες και ανατροπές, πολλές εκ των οποίων υπήρξαν προϊόν και αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του ίδιου του θύματος και της οικογενείας του, αλλά και άλλες, στις οποίες ανταποκρινόταν με υπομονή και υπομονή και τις οποίες, επί τη βάσει της συστηματικής και διαρκούς εργασίας του, κατόρθωνε να ξεπερνά, ανταπεξερχόμενος επαρκώς και αξιοπρεπώς στις υποχρεώσεις της πολυμελούς οικογενείας του Παράλληλα ως κίνηση αβροφροσύνης και αμέριστης εμπιστοσύνης και αγάπης εκ μέρους του, προέβη στην παραχώρηση του καταστήματος – καθαριστηρίου που είχε από τον πατέρα του … στο όνομα του θύματος και πριν ακόμη νυμφευθεί … προκειμένου να εξασφαλίσει το μέλλον της οικογενείας του και εν συνεχεία μετά από δύο περίπου έτη τη παντρεύτηκε διότι την λάτρευε … Φρόντιζε με αγάπη και τα παιδιά του και τα εγγόνια του και είχε αναλάβει και όλα τα έξοδα των εγγονιών του [φροντιστήρια , δαπάνες διαβίωσης κ.λπ.]. … Μέχρι την έναρξη της προσωρινής του κρατήσεως, διατελούσε εντίμως, αποτελώντας υπόδειγμα επαγγελματία και οικογενειάρχη, διατηρώντας άριστες σχέσεις με το οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό του περίγυρο, χωρίς ποτέ κανείς να τον έχει μεμφθεί για το παραμικρό και χωρίς ποτέ να έχει αποτελέσει αφορμή για αρνητικό σε βάρος του σχόλιο. Παραμένει νομοταγής, φιλήσυχος, έντιμος, ευσυνείδητος, εργατικός και φιλότιμος… Ο κατηγορούμενος προέβη σε αυθόρμητη εξαρχής εμφάνιση και ομολογία στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα, αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι πρόκειται για ειλικρινή μεταμέλειά του… Στις 30-5-2023 οι υποστηρίζουσες την κατηγορία Μ. Κ. και Σ. Κ. κατέθεσαν αγωγή … με την οποία ζητούν να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος [εναγόμενος] ανάξιος να κληρονομήσει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος τη σύζυγό του Ε. Κ. και την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία της. Ο κατηγορούμενος Δ. Κ., προς το σκοπό αποφυγής διενέξεων με τις κόρες του και υποστηρίζουσες την κατηγορία λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, ήδη υπέγραψε πρακτικό επιτυχούς διαμεσολάβησης, με το οποίο αναγνώρισε αμέσως την κληρονομική του αναξιότητα, αποδεικνύοντας εμπράκτως την μεταμέλειά του και την μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά του, καθώς και την ανυπαρξία οιασδήποτε προθέσεώς του – που ψευδώς του <<αποδίδουν>> οι υποστηρίζουσες την κατηγορία – να έχει οικονομικά οφέλη από το θάνατο της συζύγου του, όπως επίσης και το ψεύδος των πρωτόδικων καταθέσεων ότι θέλει να τις ταλαιπωρεί Επιπλέον στο πρακτικό αυτό δήλωσε όπως έπραξε εξαρχής ότι σε καμία περίπτωση δεν αποδέχεται και δεν συνομολογεί ότι θανάτωσε την Ε. Κ. σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αλλά εν βρασμώ ψυχής και ότι δεν αποδέχεται και δεν συνομολογεί τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην αγωγή, πέραν του γεγονότος της θανάτωσης της συζύγου του από τον ίδιο [πράγμα που έχει ομολογήσει οικειοθελώς εξαρχής]… Στις 16-6-2023 οι υποστηρίζουσες την κατηγορία.. και η κόρη της Σ. Κ. Ε. – Μ. Κ. κατέθεσαν [ως ενάγουσες] την από 20-4-2023 αγωγή με την οποία ζητούν αποζημίωση … λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν … από το θανάσιμο τραυματισμό της Ε. Κ.. Ο κατηγορούμενος υπέγραψε ιδιωτικό συμφωνητικό υπαγωγής της διαφοράς σε διαμεσολάβηση προς το σκοπό της αποφυγής των διενέξεων με τις κόρες του… καθώς και την ενήλικη εγγονή του … αποδεικνύοντας και εμπράκτως την μεταμέλειά του και την μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, καθώς και την ανυπαρξία οιασδήποτε αντιπαλότητας ή αρνητικών συναισθημάτων προς τις κόρες του που ψευδώς του <<αποδίδουν>>, για να τον παρουσιάσουν ψευδώς ως κακό σύζυγο και πατέρα, όπως επίσης και το ψεύδος των πρωτόδικων καταθέσεών τους ότι θέλει να τις βασανίζει … Ο κατηγορούμενος πέρα από το γεγονός ότι ομολόγησε απευθείας την άδικη αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη του, συγχρόνως εντός φυλακής, στο πλαίσιο της προσωρινής του κράτησης, εργάστηκε στα μεροκάματα των φυλακών και ποτέ δεν ενόχλησε συγκρατούμενό του, όπως επιβεβαιώνεται από τις βεβαιώσεις διαγωγής της φυλακής. Από την τέλεση της πράξης του έως σήμερα και παρά το γεγονός ότι διατελεί κρατούμενος, ο κατηγορούμενος, επέδειξε και επιδεικνύει άψογη συμπεριφορά μη έχοντας απασχολήσει πάλι με οποιουδήποτε είδους παραβατική ή πειθαρχική συμπεριφορά τις Αρχές, δικαστικές, αστυνομικές και σωφρονιστικές. Συνεχίζει δε ταύτα, φιλήσυχα και νομοταγώς, ευσυνείδητα και συμμορφούμενος εκ χαρακτήρος, με τους κανόνες του σωφρονιστικού καταστήματος και τις υποδείξεις των σωφρονιστικών υπαλλήλων, εξακολουθώντας να απολαμβάνει την εκτίμηση και την συμπαράσταση του κοινωνικού, επαγγελματικού και φιλικού του περιγύρου, με τον οποίο διατηρεί άριστες σχέσεις. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος αποτέλεσε υπόδειγμα αναστροφής της όποιας παραβατικής του συμπεριφοράς, καθώς επέδειξε διαγωγή άριστη, συνεργαζόμενος και εναρμονιζόμενος απολύτως με τις υποδείξεις και τις αρχές λειτουργίας του σωφρονιστικού καταστήματος, στο οποίο κρατείται, όπως άλλωστε προκύπτει και από την αντιστοίχως χορηγηθείσα βεβαίωση περί καλής διαγωγής του>>. Το Δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία: << Εν προκειμένω από την επισκόπηση του από 7-6-2021 αποσπάσματος ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου αποδεικνύεται ότι αυτός έχει έξι [6] συνολικά αμετάκλητες καταδίκες για πλημμεληματικές παραβάσεις και συγκεκριμένα μία για παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ [ποινή φυλακίσεως 25 ημερών], μία για πρόκληση σωματικής βλάβης εξ αμελείας και παράβαση ΚΟΚ [ποινή φυλακίσεως 20 ημερών], δύο για το αδίκημα της εξυβρίσεως [από 15 ημέρες φυλάκιση εκάστη] και δύο για το αδίκημα παραβιάσεως υποχρεώσεως διατροφής [ σε ποινές φυλακίσεως 2 μηνών και 45 ημερών. Και αν μεν κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, ως τροποποιημένη ισχύει, οι δύο πρώτες παραβάσεις θεωρούνται ως ελαφρά πλημμελήματα, ενώ το ίδιο θα μπορούσε να υποστηριχθεί ευπροσώπως και για το αδίκημα της εξυβρίσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί και για την παραβίαση υποχρεώσεως διατροφής και δη κατ’ εξακολούθηση. Μάλιστα οι έξι συνολικά πλημμεληματικές καταδίκες αποδεικνύουν ότι η ροπή του προς την παραβατικότητα, έστω χαμηλής σχετικά εντάσεως, είναι σταθερή και όχι ένα περιστασιακό γεγονός. Εξάλλου, όπως ο ίδιος κατέθεσε απολογούμενος, προκειμένου να καταδείξει την αχάριστη συμπεριφορά της θανούσας έναντί του, η μεταβίβαση της ατομικής του επιχειρήσεως εγένετο εικονικά, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αναγκαστικής εις βάρος του εκτελέσεως από την μη καταβολή της διατροφής στη θυγατέρα του από τον προηγούμενο γάμο του. Πέραν δε τούτου ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος κατέθεσε απολογούμενος, κατείχε το όπλο με το οποίο έπληξε τη θανούσα ήδη από το 2012, δηλαδή κατείχε για διάστημα 8-9 ετών όπλο παρανόμως [αφού δεν είχε νόμιμη άδεια προς τούτο άδεια], κάτι που σε καμία περίπτωση δεν συνάδει με άτομο που έζησε σύννομο βίο. Πολλώ δε μάλλον που κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο [που εν προκειμένω δεν υπάρχει] αλλά με την από πεποίθηση υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη [ολΑΠ 2/2022]. Επίσης, ο κατηγορούμενος δεν πληροί τις προϋποθέσεις όπως του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, διότι η καλή συμπεριφορά θα πρέπει να αποδεικνύεται από θετικά στοιχεία, δηλωτικά της αρμονικής συμβιώσεώς του για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να αρκεί η ”παθητική” απλώς συμπεριφορά, δηλαδή η μη κακή συμπεριφορά του δράστη [ΑΠ 442/2022…].
Εν προκειμένω με βάση την από 15-11-2023 βεβαίωση του Σωφρονιστικού Καταστήματος Μαλανδρίνου η διαγωγή του κατηγορουμένου ως κρατουμένου χαρακτηρίζεται απλά ”καλή” και η συμπεριφορά του έναντι του προσωπικού απλά ”ενδεδειγμένη” , ενώ, όπως κατέθεσε απολογούμενος, πλέον δεν εργάζεται εντός της φυλακής. Επίσης το διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την τέλεση της πράξεως του [3-6-2021] έως σήμερα [12-12-2023] δεν μπορεί κατ’ αντικειμενική [και όχι υποκειμενική] θεώρησή του να θεωρηθεί ως σχετικά μεγάλο, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ>>. Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α’ και ε ‘ΠΚ και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ο αναιρεσείων μέχρι την τέλεση των ανωτέρω πράξεων δεν έζησε σύννομο βίο, αλλά είχε διαπράξει τις αναφερόμενες πράξεις, οι οποίες ορθά αξιολογήθηκαν ως σοβαρές, ενώ επιπλέον έφερε παράνομα όπλο, το οποίο είχε προμηθευθεί πολύ νωρίτερα από την πράξη και είχε φροντίσει να παραπλανήσει τις αστυνομικές αρχές ως προς την ύπαρξή του μετά την έρευνα που ακολούθησε την σχετική καταγγελία του θύματος. Ακόμη, η υπογραφή πρακτικού διαμεσολάβησης επί αγωγής των θυγατέρων του για κήρυξη κληρονομικής αναξιότητας και για καταβολή ψυχικής οδύνης, η καλή συμπεριφορά του κατά το χρόνο της κράτησής του, η οποία εντάσσονταν στην προσπάθειά του να μειώσει το χρόνο της ποινής του [μεροκάματα] και η απουσία κάθε ποινικής ή πειθαρχικής εμπλοκής του δεν αρκούν για την θεμελίωση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι αποτέλεσμα επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, τούτο δε ενισχύεται από το ότι ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι τέλεσε το έγκλημά του σε κατάσταση ψυχικού βρασμού. Επιπλέον, από την τέλεση της πράξης του έως σήμερα δεν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε με τη συνδρομή και άλλων περιστατικών αρμονικής διαβίωσης του δράστη στην κοινωνία μετά την πράξη, να συναχθεί η ψυχική μεταστροφή του και ο σταθερός εναρμονισμός του προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Τέλος, ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε περιστατικά ικανά να στηρίξουν τον ισχυρισμό του περί ειλικρινούς μετάνοιας, ενώ τα αναφερόμενα πρακτικά διαμεσολάβησης, που έγιναν μετά την άσκηση αγωγών από τις θυγατέρες του και την εγγονή του και η εμφάνισή του στις αστυνομικές αρχές, από τις οποίες όμως αναζητείτο ως ύποπτος για τη δολοφονία της εν διαστάσει συζύγου του, δεν αρκούν για την αναγνώριση στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ’ ΠΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι τέλεσε το έγκλημά του σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και, ως εκ τούτο, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αόριστο αυτό ισχυρισμό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 105 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, << ‘Οποιος καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή και έχει υπερβεί το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας εκτίει ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, εκτός αν το δικαστήριο, με ειδική αιτιολογία, κρίνει ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων. Αν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή …>>. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικάζον την ουσία της υπόθεσης δικαστήριο, μετά την απαγγελία της απόφασής του για την επιβολή της πρόσκαιρης στερητικής της ελευθερίας ποινής , υποχρεούται, χωρίς να απαιτείται αίτημα για την κατ’ οίκον έκτιση της ποινής από τον καταδικασθέντα, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την προς τούτο συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 παρ. 1 ΠΚ και είτε να διατάξει την κατ’ οίκον έκτιση της ποινής, είτε να μην τη διατάξει αιτιολογημένα. Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο παραλείψει να αποφανθεί για την κατ’ οίκον έκτιση της ποινής, μολονότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις,, θεμελιώνεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ αναιρετικός λόγος για υπέρβαση εξουσίας [ΑΠ 655/2023, ΑΠ 1071/2021]. Στην προκειμένη περίπτωση, το Β’ Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 780, 841/2023 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα πέντε [15] ετών και έξι [6] μηνών, που εκτίεται σε κατάστημα κράτησης. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη υπόψη ότι αυτός διήγε το 76ο έτος της ηλικίας του και επομένως συνέτρεχαν στο πρόσωπό του, κατά τα ως άνω, οι προϋποθέσεις της κατ’ οίκον έκτισης της ποινής, που του επιβλήθηκε και ότι με το να μην ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή στο πρόσωπό του και να μην αποφανθεί περί αυτής, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο μετά την απαγγελία της απόφασής του για την επιβολή της πρόσκαιρης στερητικής της ελευθερίας ποινής στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 105 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα, αφού η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο συνολική ποινή ανερχόταν σε δέκα πέντε [15] έτη και έξι [6] μήνες, το Δικαστήριο έπρεπε να διερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 παρ. 1 ΠΚ και είτε να διατάξει την κατ’ οίκον έκτιση της ποινής, είτε να μην την διατάξει αιτιολογημένα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον τρόπο έκτισης της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 522, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 159 Ν.4598/2021].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 780, 841/2023 απόφασης του Β’ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ως προς τον τρόπο έκτισης της ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top