Αριθμός 81/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της απόφασης 9, 26/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά. Με κατηγορούμενο τον Κ. Μ. του Γ., κάτοικο … Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλετρά.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16-11-2023 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Σ. Τ. και έλαβε αριθμό 58/2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1038/23.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 16-11-2023, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 58/2023, αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου) για αναίρεση της απόφασης 9,26/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο κατηγορούμενος Κ.. Μ.. του Γ. κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία για τα αδικήματα α) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β) της απόπειρας ανθρωποκτονίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 εδ. α`, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2α`, 507 και 508 του ΚΠοινΔ), περιέχει δε παραδεκτό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ [Ν.4619/2019] ορίζεται, ότι “1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών”, ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι “2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη.” Οι νέες διατάξεις του άρθρου 299 ΠΚ σε σχέση με τις προηγούμενες, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν διαφέρουν ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερες ως προς τις απειλούμενες ποινές, αφού, κατά μεν την παράγραφο 1, αντί της ισοβίου καθείρξεως, που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, προβλέπεται διαζευκτικώς και η ποινή καθείρξεως από δέκα (10) έως δέκα πέντε (15) έτη, κατά δε την παράγραφο 2, αντί της ποινής καθείρξεως από πέντε (5) έως (20) έτη, η προβλεπόμενη τώρα ποινή είναι κάθειρξη από πέντε (5) έως δεκαπέντε (15) έτη (άρθρ. 52 παρ. 2 νέου ΠΚ), ενώ είναι ευμενέστερες και από τις διατάξεις του άρθρου 299 ΠΚ , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ α’ 215/12-11-2021), που προβλέπει πλέον για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με δόλο μόνο την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, “με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται”. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανατώσεως του άλλου. Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστη και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου, έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητος (ΑΠ 755/2022, ΑΠ 360/2020). Σύμφωνα με το άρθρο 211 του νέου Κ.Ποιν.Δ., “Η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατανομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο” . Με βάση την διάταξη αυτή απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνης της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του, καθώς και της μαρτυρικής κατάθεσης άλλου προσώπου που έχει ως μοναδική πηγή της πληροφόρησης του τον συγκατηγορούμενο. Ως συγκατηγορούμενος για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως πρέπει να θεωρηθεί όχι μόνον ο με την έννοια των άρθρων 45 έως 49 του Ποινικού Κώδικα συναυτουργός, ηθικός αυτουργός, συνεργός, αλλά και κάθε άλλος, του οποίου η αξιόποινη πράξη στηρίζεται στο ίδιο βιοτικό συμβάν, όπως η κατάθεση ή απολογία του κατηγορουμένου, οπότε ανεξάρτητα από το αν χωρίσθηκε η δίκη γι` αυτούς λόγω διαφορετικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων, που είναι αρμόδια για να δικάσουν τις κατηγορίες εκάστου, δεν παύει η ιδιότητά τους ως συγκατηγορουμένων (ΑΠ300/2014).Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στις παρασχεθείσες εξηγήσεις ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά συνδυαστικά τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στις εξηγήσεις ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου του, όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, από την ίδια πιο πάνω διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται απολύτως η αξιοποίηση και του αποδεικτικού μέσου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, ωστόσο, όμως, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό αποδεικτικό έρεισμα μιας καταδίκης. Υποδεικνύεται, δηλαδή, στο δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου μόνο στην ύπαρξη μαρτυρικής κατάθεσης ή εξηγήσεων ή απολογίας του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, που θεωρείται διαβλητή και αμφίβολης ειλικρίνειας, έτσι ώστε, όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή σε εξηγήσεις ή σε απολογία συγκατηγορουμένου να ελέγχεται αναιρετικά, επί πλέον και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 726/2021, ΑΠ 533/2020). Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, προκειμένου ειδικά για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης. Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων. Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνη η σκέψη, ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το Δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας (ΟλΑΠ 1/2020) .Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αριθμό 9,26/2023, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο κατά πλειοψηφία για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και αθώο ομόφωνα για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με το εξής διατακτικό: “1) ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΑΘΩΟ λόγω αμφιβολιών, κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο, για την α’ πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ήτοι για το ότι: 1) Στη Λεμεσό Κύπρου στις 17-7-2009 περί ώρα 00:15 , ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά το στάδιο της απόφασης και κατά στάδιο της εκτέλεσης, με πρόθεση σκότωσε άλλον και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ περπατούσε στο πεζοδρόμιο της οδού … και βρισκόταν έμπροσθεν του καφεστιατορίου ”…” στον αριθμό …. της οδού αυτής, με πυροβόλο όπλο, πού έφερε μαζί του, πυροβόλησε τον Μ. Κ., ο οποίος καθόταν στη βεράντα του ανωτέρω καφεστιατορίου και τον τραυμάτισε στην κοιλιακή χώρα και στο στήθος, γεγονός πού είχε ως αποτέλεσμα ως μόνης ενεργού αιτίας, να επέλθει ο θάνατος του. ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ ΑΘΩΟ τον κατηγορούμενο για τη β’ πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας, ήτοι για το ότι: Στη Λεμεσό Κύπρου στις 17-7-2009 περί ώρα 00:15′, ενεργώντας με πρόθεση, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή να σκοτώσει άλλον, επιχείρησε πράξη πού περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, όμως το παραπάνω έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Ειδικότερα, ενώ περπατούσε στο πεζοδρόμιο της οδού … και βρισκόταν έμπροσθεν του καφεστιατορίου με την επωνυμία … στον αριθμό … της οδού αυτής, με πυροβόλο όπλο που έφερε μαζί του πυροβόλησε τον Ν. B., ο οποίος περπατούσε με τρεις ομοεθνείς του στο πεζοδρόμιο έξωθεν του ανωτέρω καφεστιατορίου και τον τραυμάτισε στην αριστερή γλουτιαϊα χώρα με σκοπό να τον σκοτώσει. Όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή όχι από δική του βούληση, αλλά για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, καθώς ο ως άνω παθών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε διαμπερές τραύμα στον αριστερό γλουτό, το οποίο, λόγω της άμεσης παρέμβασης, δεν κατέστη θανατηφόρο”. Για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στο σκεπτικό του της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά λέξη, τα ακόλουθα: ” Από τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από την όλη αποδεικτική διαδικασία και τη συζήτηση της υπόθεσης και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης Α) κατά την πλειοψηφούσα άποψη πέντε μελών της σύνθεσης και δη του δεξιού και του αριστερού τακτικού μέλους της Θ. Κ. και Α. Α., εφετών, καθώς και των Γ. Δ., Α. Ρ. και Ε. Κ., ενόρκων, δεν αποδείχθηκε μετά βεβαιότητας η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο Έλληνα υπήκοο Κ. Μ. του Γ. και της Ρ., γεννηθέντος την 16-11-1997 στη Ρωσία, α’ αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (την οποία φέρεται ότι τέλεσε ο τελευταίος στη Λεμεσό Κύπρου στις 17-7-2009 περί ώρα 00:15, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά το στάδιο της απόφασης και κατά στάδιο της εκτέλεσης· σκοτώνοντας με πρόθεση άλλον και συγκεκριμένα ότι στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ περπατούσε στο πεζοδρόμιο της οδού … και βρισκόταν έμπροσθεν του καφεστιατορίου … στον αριθμό 55 της οδού αυτής, με πυροβόλο όπλο, πού έφερε μαζί του, πυροβόλησε τον Μ. Κ., ο οποίος καθόταν στη βεράντα του ανωτέρω καφεστιατορίου και τον τραυμάτισε στην κοιλιακή χώρα και στο στήθος, γεγονός πού είχε ως αποτέλεσμα ως μόνης ενεργού αιτίας, να επέλθει ο θάνατος του) και Β) Κατά την ομόφωνη άποψη του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο υπό στοιχείο β’ αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση (την οποία φέρεται ότι τέλεσε στη Λεμεσό Κύπρου στις 17-7-2009 περί ώρα 00:15′, ενεργώντας με πρόθεση και συγκεκριμένα ότι στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή να σκοτώσει άλλον, επιχείρησε πράξη πού περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, όμως το παραπάνω έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Ειδικότερα, ότι, ενώ περπατούσε στο πεζοδρόμιο της οδού … και βρισκόταν έμπροσθεν του καφεστιατορίου με την επωνυμία “…” στον αριθμό .. της οδού αυτής, με πυροβόλο όπλο που έφερε μαζί του πυροβόλησε τον N. B., ο οποίος περπατούσε με τρεις ομοεθνείς του στο πεζοδρόμιο έξωθεν του ανωτέρω καφεστιατορίου και τον τραυμάτισε στην αριστερή γλουτιαία χώρα με σκοπό να τον σκοτώσει, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή όχι από δική του βούληση, αλλά για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, καθώς ο ως άνω παθών μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε διαμπερές τραύμα στον αριστερό γλουτό, το οποίο, λόγω της άμεσης παρέμβασης, δεν κατέστη θανατηφόρο). Οι αμφιβολίες της άνω πλειοψηφούσας άποψης του Δικαστηρίου για την τέλεση από τον κατηγορούμενο της υπό στοιχείο α’ άνω πράξης και η ομόφωνη άποψη του Δικαστηρίου για τη μη τέλεση απ’ αυτόν της υπό στοιχείο β’ πράξης εδράζονται ιδίως στο ότι: α) η παρούσα δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος του κατηγορούμενου στηρίζεται αποκλειστικά σε προανακριτικό υλικό που συλλέχθηκε προ 14 ετών από τις αστυνομικές αρχές της Κύπρου, όπου όμως τελικά, ελλείψει στοιχείων, ανεστάλησαν οι κατηγορίες για τις ίδιες πράξεις για όλους τους εκεί κατηγορουμένους (Σ. Γ. Α., Α. Ι. Α., Π. Κ., Α. B. και Λ. Λ.), κατόπιν σχετικού αιτήματος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Κύπρου και όλοι οι άνω κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν από τις σχετικές κατηγορίες που αντιμετώπιζαν (βλ. το από 1-8-2013 έγγραφο της Αναπλ. Γεν. Διευθύντριας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας Μ. Μ., καθώς και το υπ’ αριθ. 20744/09/12-4-2010 έγγραφο του Κακουργιοδικείου Λεμεσού), β) ουδέποτε ο άνω κατηγορούμενος προσήχθη ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου, ούτε έγινε σε βάρος του στην Κύπρο οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, η οποία, σημειωτέον, για τις ίδιες πράξεις επαναλήφθηκε τυπικό (αυτεπάγγελτα) σε βάρος του στην Ελλάδα, λόγω της ελληνικής υπηκοότητάς του και της σε βάρος του ανωμοτί κατάθεσης του εκ των αρχικών υπόπτων Π. Κ. ενώπιον των Κυπριακών Αστυνομικών Αρχών (βλ. ιδίως την απολογία του άνω κατηγορούμενου σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό), χωρίς έκτοτε να εισφερθεί στη δικογραφία κάποιο ουσιώδες πρόσθετο στοιχείο που να δύναται να διαφοροποιήσει την άποψη του Δικαστηρίου τούτου από την προαναφερθείσα των άμεσα εμπλακέντων Κυπριακών Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών, γ) από την υπάρχουσα στη δικογραφία εκτυπωθείσα ανάλυση του βίντεο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης ΑΤΜ πλησίον του τόπου τέλεσης των άνω πράξεων, δεν προκύπτουν στον απαιτούμενο βαθμό καθαρότητας και σαφήνειας τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δράστη, λόγω της μακρινής και από ψηλά λήψης της κάμερας, του σκότους και του ότι ο δράστης φορά καπέλο τύπου τζόκευ με χαμηλό γείσο. Εξάλλου, δεν αρκεί για την ταυτοποίηση του άνω κατηγορούμενου ως δράστη, η σωματοδομή του δράστη που αποτυπώνεται στην άνω εκτυπωθείσα ανάλυση βίντεο (ενόψει και του ότι αυτή απέχει σημαντικά ως προς το ύψος και το πάχος από αυτήν του κατηγορουμένου), ούτε το γεγονός ότι στην ανακριτική απολογία του ο άνω κατηγορούμενος αναφέρει ότι κατά τη θητεία του στο στρατό υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις, γ) κανένα πειστήριο του εγκλήματος που υπάρχει στη δικογραφία δεν ενοχοποιεί τον εδώ κατηγορούμενο (πιστόλι, δακτυλικά αποτυπώματα, ίχνη DΝΑ, ανάλυση στοιχειωδώς ευκρινούς βίντεο κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων, αποτυπώσεις κλήσεων κινητών τηλεφώνων, κ.λ.π.) και ουδείς μάρτυρας (αυτόπτης ή μη) δεν κατέθεσε προανακριτικά ή στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι αυτός ήταν ο δράστης, όπως και ουδείς συγγενής του θανόντος και του παθόντος από τις άνω αξιόποινες πράξεις δεν προκύπτει ότι απέδωσε ποτέ την ευθύνη γι’ αυτές στον κατηγορούμενο, ούτε και εξακολουθεί να του την αποδίδει, δ) οι από 19-8-2009, 20-8-2009 και 30-8-2009 ανωμοτί προανακριτικές καταθέσεις στους αστυνομικούς του Σταθμού ΤΑΕ Λεμεσού του συλληφθέντος για τις ίδιες πράξεις ως υπόπτου Π. Κ., οι οποίες είναι οι μόνες που εμφανίζουν τον κατηγορούμενο Κ. Μ. ως δράστη της υπό στοιχείο α’ άνω αξιόποινης πράξης έναντι αμοιβής 30.000,00 ευρώ (η β’ πράξη αφορά τυχαία διερχόμενο από το σημείο Ρώσο τουρίστα), κρίνονται αναξιόπιστες, ενόψει του ότι δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αξιόπιστο στοιχείο, δεν έχουν ειρμό, δείχνουν εμπάθεια και ερείδονται στην ήδη ανατραπείσα συμμετοχή του ιδίου άνω υπόπτου στις ένδικες αξιόποινες πράξεις ως οδηγού της μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού που μετέφερε το δολοφόνο στη σκηνή του φονικού. Έτσι, κρίνεται περισσότερο πιθανό να δόθηκαν από τον άνω ύποπτο υπό πίεση από τις Κυπριακές Αστυνομικές Αρχές, σε μια προσπάθειά του να ελαφρύνει τη θέση του και να αποδώσει σε άλλους το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης επειδή για τις ίδιες πράξεις οι Κυπριακές Αστυνομικές Αρχές εμφάνιζαν και αυτόν ως συνυπαίτιο, πολύ δε περισσότερο εάν συνεκτιμηθεί ότι σ’ αυτές διαφοροποιείται από την πρώτη του από 17-8-2009 προανακριτική κατάθεση, στην οποία ουδέν κατέθεσε σε βάρος του εδώ κατηγορούμενου ε) από την από 25-6-2013 βεβαίωση του Διευθυντή της Αρχής Κρατικών Εκθέσεων Λευκωσίας αποδεικνύεται ότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος από την 1-6-2009 έως και 30-6-2009 διατηρούσε εκθεσιακό χώρο (περίπτερο) στις εγκαταστάσεις της Διεθνούς Έκθεσης Εμπορευμάτων στη Λευκωσία, όπου εξέθετε και προωθούσε τα εμπορεύματα της βιοτεχνίας του (είδη ένδυσης) και αναζητούσε νέες συνεργασίες (βιοτεχνίες, αντιπροσώπους) με τους συμφερότερους οικονομικούς όρους, όπως κατέθεσε απολογούμενος ανακριτικά αλλά και στο ακροατήριο στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, γεγονός που δικαιολογεί την εμφανή παρουσία του επί μακρόν σε γνωστό ξενοδοχείο της Κύπρου έως την ημερομηνία τέλεσης των άνω πράξεων και σε κάθε περίπτωση δεν συνάδει με επαγγελματία δολοφόνο, που έρχεται από το εξωτερικό για να σκοτώσει και να φύγει, προσπαθώντας εύλογα να μη γίνει στο μεταξύ αντιληπτή η παρουσία του. Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος των αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση που του αποδίδονται, λόγω αμφιβολιών, κατά πλειοψηφία πέντε μελών της σύνθεσης, όσον αφορά την πρώτη και ομόφωνα, όσον αφορά τη δεύτερη”.
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και με τα οποία να αιτιολογείται, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου και ειδικότερα για την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω πράξεων, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, ούτε παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής αυτού. Ειδικότερα η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την έννοια που αναπτύχθηκε ανωτέρω, αλλά ελλιπής καθόσον : Α) Αναφορικά με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση : Δεν αιτιολογούνται επαρκώς και με σαφήνεια οι παραδοχές της προσβαλλόμενης περί μη αξιοπιστίας των καταθέσεων του Π. Κ., δεδομένου ότι αυτές ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα α) από τη μαρτυρία του Ο. Γ., υπαλλήλου στην υποδοχή του ξενοδοχείου Caravel όπου διέμενε ο κατηγορούμενος και ο οποίος καταθέτει ότι ο τελευταίος στις 17-7-2009 επέστρεψε στο ξενοδοχείο στις 01.00 ήτοι εντός του αναγκαίου χρόνου για την τέλεση του εγκλήματος (00.15) , την εξαφάνιση του χρησιμοποιηθέντος όπλου και την επιστροφή του στο ως άνω ξενοδοχείο , σε συνδυασμό με τις καταθέσεις του ανωτέρου μάρτυρος και της υπαλλήλου του ξενοδοχείου Ε. Ν., οι οποίοι βεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος δεν έβγαινε από το ξενοδοχείο αλλά συνήθιζε να μένει καθ’όλη τη διάρκεια της διαμονής του στην πισίνα του ξενοδοχείου, β) από τις φωτογραφίες που ελήφθησαν από κάμερα ασφαλείας παρακείμενης τράπεζας, όπου εμφανίζεται ο δράστης του εγκλήματος με καπελάκι τύπου τζόκεϊ, ο σωματότυπος του οποίου προσιδιάζει με αυτόν του κατηγορούμενου και γ) από την ομολογημένη από τον κατηγορούμενο άμεση ανάγκη του για εύρεση χρημάτων που είχε κατά τον επίδικο χρόνο, καθόσον η επιχείρηση εμπορίας ενδυμάτων που διατηρούσε αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, γεγονός που ώθησε αυτόν στη διάπραξη ληστειών. Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αιτιολογεί το λόγο που ο Π. Κ., με τον οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είχε τυπικές σχέσεις, κατονόμασε αυτόν ως τον αυτουργό της δολοφονίας του Μ. Κ. αλλά και την γνωριμία του κατηγορούμενου με τον Ιρακινό υπήκοο A. B. , με τον οποίο μετέβησαν μαζί στην Κύπρο και μάλιστα διέμειναν στο ίδιο δωμάτιο του ως άνω ξενοδοχείου, για τον οποίο ο Π. Κ. έχει καταθέσει ότι και αυτός είχε συμμετοχή στη δολοφονία του Μ. Κ.. Τέλος η προσβαλλόμενη δεν αιτιολογεί επαρκώς το λόγο παραμονής του κατηγορουμένου στη Λεμεσό της Κύπρου από 7-7-2009 μέχρι 17-7-2009 (ημέρα της δολοφονίας του Μ. Κ.) και την επιστροφή του την ίδια ημέρα στην Ελλάδα , ενώ η αναφορά της προσβαλλόμενης στην από 25-6-2013 βεβαίωση του Διευθυντή της Αρχής Κρατικών Εκθέσεων Λευκωσίας αφορά σε προγενέστερο του επίμαχου χρονικό διάστημα (1-6-09 έως 30-6-09). Β) Αναφορικά με το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του Ρώσου υπηκόου N. B., που τραυματίστηκε από σφαίρα πυροβόλου όπλου διερχόμενος πεζός από τον τόπο της δολοφονίας του Μ. Κ.: Η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της ”…δεν αποδείχθηκε πέραν κάθε αμφιβολίας το ακριβές σημείο όπου βάδιζε ο ανωτέρω ρώσος υπήκοος ούτε η ακριβής απόστασή του από το σημείο όπου καθόταν ο Μ. Κ.ς”, αγνοεί το παντάπασιν αποδειχθέν πραγματικό γεγονός δηλ. ότι αυτή η σφαίρα δεν μπορεί ακριβώς την ίδια στιγμή, δηλ. στις 17-7-09 και ώρα 00.15, να εκτοξεύτηκε από άλλο όπλο πλην αυτού του κατηγορουμένου ο οποίος την ίδια ακριβώς στιγμή σε δημόσιο ανοιχτό χώρο πυροβόλησε κατά του Μ. Κ.. Εξάλλου, η αιτιολογία ότι “….ότι διατηρούνται αμφιβολίες ως προς το δόλο του και ειδικότερα τόσο ως προς το εάν αυτός (ο κατηγορούμενος) όταν στόχευε και πυροβολούσε κατά του Μ. Κ. που καθόταν στη βεράντα του ανωτέρω καταστήματος, θεώρησε ως ενδεχόμενο ότι μία από τις βολίδες που κατευθύνονταν προς τον τελευταίο θα έπληττε τον πεζό Ν. B. και θα προκαλούσε είτε το θανάσιμο τραυματισμό του είτε κάποια σωματική βλάβη, όσο και ως προς το εάν αυτός αποδέχθηκε την πραγμάτωση των ανωτέρω συνεπειών για τον ως άνω πεζό από εξοστρακισμό βολίδας του πυροβόλου όπλου που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να πλήξει τον Μ. Κ….” δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική και εμπεριστατωμένη δεδομένου ότι όταν κάποιος και ειδικά επαγγελματίας εκτελεστής, πυροβολεί με πρόθεση εναντίον ενός ατόμου, σε δημόσιο πολυσύχναστο χώρο, είναι λογικό επακόλουθο να αποδέχεται ότι κάποια από τις σφαίρες ενδεχομένως θα αστοχήσει ή θα εξοστρακιστεί και θα πλήξει άλλο άτομο και προφανώς αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό . Ακολούθως τούτων, εφ’ όσον στην προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με τα αδικήματα, για το οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος, υπάρχουν λογικά κενά, ασάφειες και επιλεκτικές αιτιολογίες, που περιλαμβάνονται στον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης και ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα των κριθέντων εγκλημάτων, ήτοι έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει κατά παραδοχή του, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Αναιρεί την απόφαση με αριθ. 9,26/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς . –
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2024. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή : areiospagos.gr
