ΑΠΟΦΑΣΗ
Chong Coronado κατά Ανδόρας της 23.07.2020 (προσφ. αριθ. 37368/15)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3γ της ΕΣΔΑ σε υπόθεση Παναμέζου υπηκόου ο οποίος καταδικάσθηκε ερήμην σε πενταετή κάθειρξη για ξέπλυμα χρήματος στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος και υποχρεώθηκε να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στην Ανδόρα για να ασκήσει ένδικο μέσο (recours d’audience) κατά της πρωτοβάθμιας ερήμην απόφασης. Ο προσφεύγων ισχυρίσθηκε ότι η εμφάνισή του θα συνεπαγόταν στέρηση της ελευθερίας του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση αυτοπρόσωπης εμφάνισης δεν συνιστά δυσανάλογη επιβάρυνση, λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας αναστολής εκτέλεσης της ποινής και της εκούσιας αποφυγής της δικαιοσύνης εκ μέρους του προσφεύγοντος καθώς και του ειδικού ενδιαφέροντος του Κράτους να εξασφαλίσει τη φυσική παρουσία του κατηγορουμένου σε διαδικασία πλήρους επανεξέτασης (réexamen de pleine juridiction).
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ — CHONG CORONADO ΚΑΤΑ ΑΝΔΟΡΑΣ (2020)
Η απόφαση Chong Coronado κατά Ανδόρας αφορά τον Ernesto Emilio Chong Coronado, Παναμέζο υπήκοο γεννηθέντα το 1978, ο οποίος καταδικάσθηκε ερήμην στις 2 Απριλίου 2014 από το Tribunal de Corts (πρωτοβάθμιο ποινικό δικαστήριο) σε ποινή πέντε ετών κάθειρξης (τρία εκτιτέα), χρηματική ποινή 600.000 ευρώ, απέλαση και απαγόρευση εισόδου στην Ανδόρα για είκοσι έτη, για ξέπλυμα χρήματος στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος. Ο προσφεύγων, αν και γνώριζε την ημερομηνία της δίκης, αρνήθηκε να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου, ενώ είχε ήδη αρνηθεί να καταθέσει ενώπιον Παναμέζου δικαστή κατόπιν διεθνούς δικαστικής συνδρομής.
Ο προσφεύγων άσκησε έφεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου (ποινικό τμήμα), το οποίο την απέρριψε, κρίνοντας ότι έπρεπε προηγουμένως να ασκήσει «recours d’audience» (ανακοπή ερημοδικίας) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απαιτούσε αυτοπρόσωπη εμφάνιση στην Ανδόρα (ή, κατά τη διατύπωση της εσωτερικής διάταξης, να «εμφανισθεί ή να εντοπισθεί» στην Ανδόρα). Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την προσφυγή του, σημειώνοντας ότι ο κίνδυνος στέρησης ελευθερίας ήταν μόνο δυνητικός, δεδομένου ότι το δικαστήριο μπορούσε να αναστείλει την εκτέλεση της καταδίκης (ολικά ή μερικά) έως την κρίση επί του recours d’audience, μολονότι η απόφαση εκτελείται κατ’ αρχήν κατά την εξέταση του ενδίκου μέσου.
Το ΕΔΔΑ (Πρώτο Τμήμα), ομοφώνως, δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρο της επιλογής του κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ότι είχε εκουσίως αποφύγει τη δικαιοσύνη, ότι μπορούσε ευλόγως να προβλέψει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του, και ότι η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης (χορηγηθείσα σε περίπου 80% των περιπτώσεων) καταδεικνύει ότι δεν υποχρεώθηκε να «αυτοπαραδοθεί» για να κριθεί εκ νέου η υπόθεσή του.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 6 §§ 1 και 3 γ)
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 ΕΣΔΑ – Μη παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη
Το Δικαστήριο εξέτασε τα αιτήματα υπό τους συνδυασμένους κανόνες του άρθρου 6 §§ 1 και 3 γ). Υπενθύμισε ότι άρνηση απονομής δικαιοσύνης (déni de justice) στοιχειοθετείται κατ’ αρχήν όταν πρόσωπο καταδικασθέν ερήμην δεν μπορεί να επιτύχει επανεξέταση της κατηγορίας σε πραγματικό και νομικό επίπεδο, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα εμφάνισης ή ότι σκοπίμως απέφευγε την απονομή δικαιοσύνη (Sejdovic κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 56581/00, §§ 81-95· Krombach κατά Γαλλίας, αριθμ. προσφ. 29731/96, § 85). Ωστόσο, δεν επιτρέπεται η υποχρέωση του κατηγορουμένου να «αυτοπαραδοθεί» ως προϋπόθεση άσκησης ένδικου μέσου· τούτο θα ισοδυναμούσε με εξάρτηση της δίκαιης δίκης από μια αφόρητη εγγύηση: τη σωματική ελευθερία (Krombach, § 87). Η ίδια αρχή τίθεται στη νομολογία και ως ζήτημα «δίκαιης ισορροπίας» μεταξύ εκτέλεσης αποφάσεων και πρόσβασης σε δικαστήριο (Omar κατά Γαλλίας, 29.07.1998, αριθμ. προσφ. 24767/94, § 40).
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι: (α) η εγχώρια νομοθεσία παρέχει δυνατότητα πλήρους επανεξέτασης μέσω του recours d’audience· (β) ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο της επιλογής του στην πρωτοβάθμια δίκη· (γ) η εμφάνισή του αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για επανεξέταση· (δ) μπορούσε να ζητήσει αναστολής εκτέλεσης, η οποία χορηγήθηκε σε περίπου 80% των περιπτώσεων· (ε) ο ίδιος είχε εκουσίως και συστηματικά αποφύγει τη δικαιοσύνη, αρνούμενος ακόμη και να καταθέσει ενώπιον Παναμέζου δικαστή· (στ) μπορούσε ευλόγως να προβλέψει τις νομικές συνέπειες της συμπεριφοράς του. Το συνολικό σύστημα επιδιώκει δίκαιη ισορροπία μεταξύ εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων και δικαιωμάτων υπεράσπισης. Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση (ομοφώνως).
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Το ενδιαφέρον του Κράτους να διασφαλίσει τη φυσική παρουσία των κατηγορουμένων στη δίκη τους μπορεί να υπερισχύσει του φόβου τους ότι θα συλληφθούν με αυτή την ευκαιρία» (παρ. 39).
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ CHONG CORONADO ΚΑΤΑ ΑΝΔΟΡΑΣ
Αξιολόγηση αναλογικότητας βάσει εμπειρικών δεδομένων πρακτικής: Η απόφαση εισάγει τη χρήση εμπειρικών στατιστικών στοιχείων – το ποσοστό 80% χορήγησης αναστολής εκτέλεσης – ως κριτήριο αξιολόγησης της αναλογικότητας περιορισμού στην πρόσβαση σε δικαστήριο, επεκτείνοντας τη μεθοδολογία ελέγχου πέραν της αμιγώς κανονιστικής ανάλυσης και χρησιμοποιώντας την πρακτική εφαρμογή ως ένδειξη ότι δεν επιβάλλεται «αυτοπαράδοση» de facto.
Διάκριση μεταξύ υποχρέωσης «αυτοπαράδοσης» και υποχρέωσης εμφάνισης: Το Δικαστήριο οριοθετεί ρητά τη διαφορά μεταξύ του να υποχρεωθεί κάποιος να «αυτοπαραδοθεί» (se constituer prisonnier) και του να υποχρεωθεί απλώς να εμφανισθεί αυτοπροσώπως (comparaître personnellement), εφόσον υπάρχει λειτουργική δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης.
Ενίσχυση της αρχής ότι ο φυγόδικος φέρει τις συνέπειες: Η απόφαση ενισχύει τη νομολογιακή γραμμή κατά την οποία πρόσωπο που εκουσίως υπεκφεύγει τη δικαιοσύνη δεν μπορεί να επικαλεσθεί τον φόβο σύλληψης ως εμπόδιο στην πρόσβασή του σε δικαστήριο, εφόσον μπορούσε ευλόγως να προβλέψει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του (πρβλ. και τη ρητή αξιοποίηση από το Δικαστήριο της Eliazer κατά Κάτω Χωρών, 16.10.2001, αριθμ. προσφ. 38055/97, §§ 34-36, καθώς και Arman Hasser κατά Ελβετίας (déc.), 27.04.2000, για την υπεροχή του συμφέροντος αντιφατικής συζήτησης έναντι του «φόβου σύλληψης»).
ΣΧΟΛΙΟ – ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ CHONG CORONADO ΚΑΤΑ ΑΝΔΟΡΑΣ
Η απόφαση Chong Coronado κατά Ανδόρας συνιστά σημαντική συνεισφορά στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τα όρια του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο σε πλαίσιο ερήμην καταδίκης και τη σχέση μεταξύ υποχρέωσης αυτοπρόσωπης εμφάνισης και δικαιωμάτων υπεράσπισης.
Η ένταση μεταξύ πρόσβασης σε δικαστήριο και εκτέλεσης αποφάσεων: Η απόφαση αναδεικνύει την εγγενή ένταση μεταξύ δύο θεμελιωδών αξιών: αφενός, της αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικαστήριο και, αφετέρου, του θεμιτού συμφέροντος του Κράτους να εξασφαλίσει την εκτέλεση ποινικών αποφάσεων. Η λύση που υιοθετείται – η «δίκαιη ισορροπία» (juste équilibre) – στηρίζεται κατ’ ουσίαν στη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης ως «βαλβίδα ασφαλείας» του συστήματος, σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα του recours d’audience ως διαδικασίας πλήρους επανεξέτασης (en fait et en droit) ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
Η σημασία της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου: Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου – ιδίως η εκούσια αποφυγή εμφάνισης, η άρνηση κατάθεσης ακόμη και στη χώρα κατοικίας του, η συστηματική μη συνεργασία – αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη στάθμιση. Τούτο συνάδει με τη γενική αρχή ότι η παραίτηση από δικαίωμα πρέπει να είναι εκούσια, εν γνώσει και σαφής και ότι, πριν συναχθεί σιωπηρή παραίτηση, πρέπει να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε «ευλόγως να προβλέψει» τις συνέπειες της στάσης του (πρβλ. Sejdovic, § 87).
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) για το άρθρο 14 του ΔΣΑΠΔ, τονίζει ότι η δίκη ερήμην επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις και ότι πρέπει να διασφαλίζεται αποτελεσματική δυνατότητα επανεξέτασης. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση Barreto Leiva κατά Βενεζουέλας της 17.11.2009 (Σειρά C αριθ. 206), έχει υπογραμμίσει ότι το δικαίωμα προσφυγής δεν μπορεί να εξαρτάται από δυσανάλογες προϋποθέσεις. Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ στην παρούσα απόφαση – δυνατότητα αναστολής ως αντιστάθμισμα – φαίνεται να εμπίπτει στα αποδεκτά νομολογιακά όρια.
Σε επίπεδο επιστημονικής συζήτησης, η νεότερη βιβλιογραφία για τις δίκες-διαδικασίες in absentia σε διεθνές και ενωσιακό πλαίσιο επισημαίνει συστηματικά δύο «κόκκινες γραμμές»: (i) η παρουσία/συμμετοχή του κατηγορουμένου δεν εξαντλείται τυπικά στο στάδιο της δίκης, αλλά επεκτείνεται σε κρίσιμες διαδικαστικές φάσεις, και (ii) η επανεξέταση και η επανάληψη πρέπει να είναι πραγματική και αποτελεσματική, όχι απλά θεωρητική. Υπό το πρίσμα αυτό, η «στατιστική» επίκληση της αναστολής (80%) λειτουργεί ως ένδειξη πραγματικής δυνατότητας, αλλά αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της εξατομίκευσης: αν δηλαδή, στην κατηγορία υποθέσεων όπου η αναστολή συστηματικά απορρίπτεται λόγω κινδύνου φυγής, η υποχρέωση εμφάνισης τείνει να συγχωνευθεί με «αυτοπαράδοση» de facto — ακριβώς το σενάριο που η γραμμή Krombach-Omar απαγορεύει σε επίπεδο ουσίας.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η απόφαση εγείρει σημαντικά δογματικά ερωτήματα:
Η αξιοπιστία του στατιστικού κριτηρίου: Η προσφυγή στο ποσοστό 80% ως απόδειξη αναλογικότητας εγείρει μεθοδολογικά ζητήματα. Το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η αναστολή δεν χορηγήθηκε – ιδίως σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου φυγής, ακριβώς όπως η κατάσταση του προσφεύγοντος – σημαίνει ότι η «δυνατότητα» αναστολής δεν ισοδυναμεί με «εγγύηση». Το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ρητά τις πιθανότητες χορήγησης αναστολής στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε ανέλυσε, με όρους προβλεψιμότητας, το κατά πόσον τα κριτήρια της εθνικής πρακτικής (έλλειψη κατοικίας στην Ανδόρα, βαρύτητα κατηγορίας, ποινή, κ.λπ.) θα οδηγούσαν «κατά κανόνα» σε απόρριψη.
Θεωρητική δυνατότητα και πραγματικότητα: Ο προσφεύγων αντιμετώπιζε βαρύτατες κατηγορίες, στερούνταν κατοικίας στην Ανδόρα και είχε ήδη φύγει – παράγοντες που κατά την ίδια εθνική πρακτική (παρ. 15) συνιστούσαν λόγους απόρριψης αναστολής. Η θεωρητική δυνατότητα αναστολής χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση δεν αρκεί κατ’ ανάγκην για να ικανοποιήσει τις εγγυήσεις του άρθρου 6.
Οι ευρύτερες συνέπειες για φυγόδικους: Η απόφαση ενδέχεται να ερμηνευθεί ως νομιμοποίηση συστημάτων που de facto εξαρτούν την πρόσβαση σε ένδικα μέσα από τη φυσική παρουσία σε χώρα όπου εκκρεμεί ποινή κάθειρξης, εφόσον υπάρχει θεωρητική δυνατότητα αναστολής. Η σύγχρονη τεχνολογία (τηλεδιάσκεψη) θα μπορούσε να προσφέρει λιγότερο περιοριστικά μέσα επίτευξης του ίδιου σκοπού (ιδίως όταν ο «σκοπός» δεν είναι η εκτέλεση της ποινής αλλά η διασφάλιση κατ΄αντιμωλία συζήτησης και αμεσότητας· σημείο στο οποίο το ίδιο το Δικαστήριο υπαινίσσεται τη σύνδεση των προβαλλόμενων λόγων έφεσης με την αρχή της αμεσότητας).
Συμπέρασμα: Η απόφαση Chong Coronado κατά Ανδόρας επιβεβαιώνει ότι η υποχρέωση αυτοπρόσωπης εμφάνισης για άσκηση ένδικου μέσου κατά ερήμην καταδίκης δεν παραβιάζει κατ’ ανάγκην το άρθρο 6, εφόσον υφίσταται λειτουργική δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης και ο κατηγορούμενος εκουσίως υπεκφεύγει την εμφάνιση και παρουσία του ενώπιον των οργάνων της δικαιοσύνης. Ωστόσο, η στήριξη σε στατιστικά δεδομένα αντί εξατομικευμένης αξιολόγησης και η παράλειψη εξέτασης λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών αφήνουν ανοικτό το ερώτημα κατά πόσον η δίκαιη ισορροπία διασφαλίζεται πράγματι σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Sejdovic v. Italy [GC], 01.03.2006, Application no. 56581/00 • Colozza v. Italy, 12.02.1985, Application no. 9024/80 • Krombach v. France, 13.02.2001, Application no. 29731/96 • Medenica v. Switzerland, 14.06.2001, Application no. 20491/92 • Poitrimol v. France, 23.11.1993, Application no. 14032/88 • Omar v. France, 29.07.1998, Application no. 24767/94 • Van Geyseghem v. Belgium [GC], 21.01.1999, Application no. 26103/95 • Eliazer v. the Netherlands, 16.10.2001, Application no. 38055/97 • Sanader v. Croatia, 12.02.2015, Application no. 66408/12 • Somogyi v. Italy, 18.05.2004, Application no. 67972/01 • Tolmachev v. Estonia, 09.07.2015, Application no. 73748/13 • Bivolaru v. Romania (no. 2), 02.10.2018, Application no. 66580/12 • Arman Hasser v. Switzerland (dec.), 27.04.2000, Application no. 33050/96 • Lala v. the Netherlands, 22.09.1994, Application no. 14861/89 • Pelladoah v. the Netherlands, 22.09.1994, Application no. 16737/90 • Papon v. France (no. 2), 25.07.2002, Application no. 54210/00 • Zubac v. Croatia [GC], 05.04.2018, Application no. 40160/12 • Jones v. the United Kingdom (dec.), 09.09.2003, Application no. 30900/02
Πηγή :echrcaselaw.com
