Καταδίκη για μη αποτελεσματική έρευνα καταγγελίας κακοποίησης ανηλίκου

ΑΠΟΦΑΣΗ

M.G. κατά Λιθουανίας της 20.02.2024 (προσφ. αριθ. 6406/21)

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο δικονομικό σκέλος σε υπόθεση αφορώσα απόπειρα σεξουαλικής κακοποίησης 17χρονου αγοριού από σύντροφο συγγενούς του. Η ποινική διαδικασία διήρκεσε σχεδόν 6 έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε πολλαπλές ιατρικές εξετάσεις λόγω ελλειπτικών πραγματογνωμοσυνών, ενώ η ψυχολογική αξιολόγηση διατάχθηκε μόλις τρία έτη μετά τα γεγονότα και μόνο κατόπιν αιτήματος του ιδίου. Ο δράστης καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση με αναστολή, χωρίς τα εθνικά δικαστήρια να παράσχουν επαρκή και πειστική αιτιολογία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή ήταν προδήλως δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του αδικήματος.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ — M.G. ΚΑΤΑ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ (2024)

Η απόφαση M.G. κατά Λιθουανίας αφορά την απόπειρα σεξουαλικής κακοποίησης του προσφεύγοντος, τότε 17 ετών, στις 14 Αυγούστου 2014, εντός της οικίας του, από τον R.V., σύντροφο της θείας του. Ο R.V. εισήλθε βιαίως στο δωμάτιο του προσφεύγοντος, τον κτύπησε επανειλημμένα στο κεφάλι και στον κορμό, τον έπιασε στον λαιμό και στα γεννητικά όργανα, αφαίρεσε τα εσώρουχά του και απείλησε να τον βιάσει. Η επίθεση διεκόπη με την άφιξη της αστυνομίας. Ο προσφεύγων υπέστη μετατραυματική αγχώδη διαταραχή.

Η ποινική διαδικασία διήρκεσε 5 έτη και 11 μήνες. Τρεις διαδοχικές ιατρικές πραγματογνωμοσύνες κατά την προανάκριση απέτυχαν να εκτιμήσουν επαρκώς τις σωματικές βλάβες, ενώ η ψυχιατρική-ψυχολογική αξιολόγηση διατάχθηκε μόλις στο στάδιο της δίκης, τρία και πλέον έτη μετά τα γεγονότα, μόνο κατόπιν αιτήματος του θύματος. Ο R.V. καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη από το Εφετείο, βασιζόμενο εν μέρει στη μακρά διάρκεια της διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση. Ο προσφεύγων έλαβε επίσης 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας, γεγονός που αξιοποιείται στη σύμφωνη γνώμη ως δικονομική αποσαφήνιση ως προς τη διάκριση από το άρθρο 41 ΕΣΔΑ.

Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ καταγγέλλοντας ότι η διαδικασία ήταν υπερβολικά μακρά και η ποινή υπερβολικά επιεικής. Το Δικαστήριο (Δεύτερο Τμήμα) εξέτασε τις καταγγελίες υπό το δικονομικό σκέλος του άρθρου 3 ΕΣΔΑ και διαπίστωσε ομοφώνως παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ M.G. ΚΑΤΑ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ

Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1996 και διαμένει στο Κάουνας. Στις 14 Αυγούστου 2014, σε ηλικία 17 ετών, δέχθηκε επίθεση στην οικία του από τον R.V., σύντροφο της θείας του, ο οποίος βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Ο R.V. εισήλθε βίαια στο δωμάτιο που μοιραζόταν ο προσφεύγων με τον 2χρονο αδελφό του, τον κτύπησε πολλαπλώς, τον έπιασε στον λαιμό και στα γεννητικά όργανα, αφαίρεσε τα εσώρουχά του και απείλησε να τον βιάσει. Ο προσφεύγων νοσηλεύθηκε επί 11 ημέρες με κτυπήματα στο στομάχι και τον δεξιό νεφρό, ελαφρά διάσειση και διαταραχή προσαρμογής.

Η προανάκριση ξεκίνησε αυθημερόν. Τρεις διαδοχικές ιατρικές πραγματογνωμοσύνες της Κρατικής Υπηρεσίας Ιατροδικαστικής (SFMS) κατέληξαν σε αντιφατικά συμπεράσματα: η πρώτη διαπίστωσε αμελητέα σωματική βλάβη αλλά κρίθηκε ανεπαρκώς αιτιολογημένη, η δεύτερη και η τρίτη κατέληξαν ότι ο προσφεύγων δεν είχε υποστεί σωματικές βλάβες, αγνοώντας ωστόσο μαρτυρικές καταθέσεις που επιβεβαίωναν ορατά σημάδια. Η ψυχολογική-ψυχιατρική αξιολόγηση διατάχθηκε μόλις τον Φεβρουάριο 2017, κατόπιν αιτήματος του ίδιου του θύματος, και ολοκληρώθηκε τον Μάιο 2018, διαπιστώνοντας μετατραυματική αγχώδη διαταραχή.

Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Κάουνας καταδίκασε τον R.V. σε τριετή φυλάκιση (Ιανουάριος 2019). Το Εφετείο (Δεκέμβριος 2019) επικύρωσε την ποινή αλλά ανέστειλε την εκτέλεσή της, επικαλούμενο μεταξύ άλλων τη μακρά διάρκεια της διαδικασίας, χωρίς ωστόσο να εξηγήσει ποιες περιστάσεις ή πτυχές του χαρακτήρα του R.V. δικαιολογούσαν την αναστολή. Ο R.V. υποχρεώθηκε μόνο να καταβάλει 1.000 ευρώ σε κρατικό ταμείο αρωγής θυμάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο (Ιούλιος 2020) επικύρωσε την εφετειακή απόφαση.

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ

Άρθρο 3 (δικονομικό σκέλος)

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3 ΕΣΔΑ — Παραβίαση (δικονομικό σκέλος)

Το Δικαστήριο εξέτασε πρώτα αν η μεταχείριση του προσφεύγοντος υπερέβαινε το ελάχιστο όριο σοβαρότητας. Λαμβάνοντας υπόψη την ανηλικότητά του, τη βιαιότητα της επίθεσης, την απειλή βιασμού στο ίδιο του το σπίτι, την οικογενειακή σχέση με τον δράστη και τη μετατραυματική αγχώδη διαταραχή που υπέστη, έκρινε ότι τα γεγονότα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, δημιουργώντας υποχρέωση αποτελεσματικής έρευνας.

Ως προς τη διάρκεια, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι αρχές δεν παρέμειναν αδρανείς, αλλά ο κύριος παράγοντας καθυστέρησης ήταν οι επανειλημμένες ιατρικές εξετάσεις λόγω σοβαρών ελλείψεων στις πρώτες πραγματογνωμοσύνες. Η τρίτη εξέταση διήρκεσε 8 μήνες, η ψυχολογική αξιολόγηση ξεκίνησε ένα έτος μετά τη διαταγή διενέργειάς της, και η συνολική διάρκεια (5 έτη και 11 μήνες) δεν πληρούσε την απαίτηση ταχύτητας και εύλογης επιτάχυνσης.

Ως προς τη δευτερογενή θυματοποίηση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο προσφεύγων υποβλήθηκε σε πολλαπλές ιατρικές εξετάσεις λόγω αποτυχίας προηγούμενων πραγματογνωμόνων να παράσχουν δεόντως αιτιολογημένες εκθέσεις, ενώ αναγκάστηκε να υποστεί ψυχολογική αξιολόγηση τρία και πλέον έτη μετά τα γεγονότα, θέτοντας σε κίνδυνο πρόσθετο ψυχικό τραύμα. Τούτο αντιβαίνει στην υποχρέωση αντιμετώπισης της ιδιαίτερης ευαλωτότητας του παιδιού (X κ.α. κατά Βουλγαρίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], παρ. 192).

Ως προς την ποινή, το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε το ύψος της τριετούς φυλάκισης αυτό καθαυτό, αλλά εξέτασε την αναστολή εκτέλεσής της. Διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν παρείχαν επαρκή και πειστική αιτιολογία: δεν αξιολόγησαν την ανηλικότητα του θύματος, το γεγονός ότι η επίθεση έλαβε χώρα στην οικία του ενώπιον του 2χρονου αδελφού του, την οικογενειακή σχέση με τον δράστη, τις συνέπειες στην ψυχική υγεία, ούτε εξήγησαν γιατί οι ίδιες περιστάσεις που οδήγησαν στην απόρριψη αιτήματος απαλλαγής από ποινική ευθύνη δεν εξετάστηκαν κατά την αναστολή. Η ποινή (αναστολή, καταβολή 1.000 ευρώ σε κρατικό ταμείο, επικοινωνία με επιμελητή ανά δεκαπενθήμερο) κρίθηκε προδήλως δυσανάλογη προς την παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Η υποβολή του προσφεύγοντος σε πολλαπλές ιατρικές εξετάσεις λόγω αδυναμίας των προηγούμενων πραγματογνωμόνων να παράσχουν δεόντως αιτιολογημένες και πλήρεις εκθέσεις, καθώς και η υποχρέωσή του να υποβληθεί σε ψυχολογική αξιολόγηση αρκετά έτη μετά τα επίμαχα γεγονότα επειδή οι αρχές είχαν παραλείψει να διατάξουν τέτοια αξιολόγηση σε προγενέστερο στάδιο, ενείχε τον κίνδυνο πρόκλησης πρόσθετου ψυχικού τραύματος και ήταν ασυμβίβαστη με την υποχρέωση του κράτους να αντιμετωπίσει επαρκώς την ιδιαίτερη ευαλωτότητα και τις αντίστοιχες ανάγκες του παιδιού» (παρ. 115).

ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ M.G. ΚΑΤΑ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ

Σύνδεση υπερβολικής διάρκειας διαδικασίας με δυσαναλογία ποινής υπό το πρίσμα του άρθρου 3: Η απόφαση αποτελεί μία από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο αξιολογεί συνδυαστικά τη διάρκεια της διαδικασίας και το ύψος και την μορφή της ποινής στο πλαίσιο του δικονομικού σκέλους του άρθρου 3, διαπιστώνοντας ότι η υπερβολική διάρκεια -για την οποία ευθύνονταν κυρίως οι αρχές- λειτούργησε ως μοχλός μείωσης της ποινής σε βάρος των δικαιωμάτων του θύματος.

Ρητή αναγνώριση κινδύνου δευτερογενούς θυματοποίησης μέσω επανειλημμένων πραγματογνωμοσυνών: Το Δικαστήριο εφάρμοσε ρητά τις αρχές της Σύμβασης Lanzarote και της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ, κρίνοντας ότι η υποβολή ανηλίκου θύματος σεξουαλικής κακοποίησης σε πολλαπλές ιατρικές εξετάσεις λόγω ελλειπτικών πραγματογνωμοσυνών, καθώς και η καθυστερημένη ψυχολογική αξιολόγηση, αποτελούν αφ’ εαυτών στοιχεία αναποτελεσματικής έρευνας.

Απαίτηση επαρκούς αιτιολογίας αναστολής ποινής σε σεξουαλικά εγκλήματα κατά ανηλίκων: Η απόφαση θεσπίζει αυξημένες απαιτήσεις αιτιολογίας όταν τα εθνικά δικαστήρια επιλέγουν την αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, χωρίς ωστόσο να αποκλείει κατ’ αρχήν αυτή τη δυνατότητα.

ΣΧΟΛΙΟ — ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ M.G. ΚΑΤΑ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ

Η απόφαση M.G. κατά Λιθουανίας εντάσσεται στο πλαίσιο μίας σειράς αποφάσεων του ΕΔΔΑ που εξετάζουν τις θετικές δικονομικές υποχρεώσεις των κρατών-μελών σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας κατά ανηλίκων (X κ.α. κατά Βουλγαρίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], Sabalić κατά Κροατίας, N.Ç. κατά Τουρκίας), ενισχύοντας τη νομολογιακή γραμμή που απαιτεί αποτελεσματική ποινική απάντηση η οποία δεν δημιουργεί εντύπωση ατιμωρησίας.

Η σύμφωνη γνώμη του Δικαστή Krenc (συντασσομένου του Δικαστή Koskelo): Ο Δικαστής Krenc, ενώ συμφώνησε πλήρως με τη διαπίστωση παραβίασης λόγω υπερβολικής διάρκειας, εξέφρασε επιφυλάξεις ως προς τον έλεγχο της βαρύτητας της ποινής από το ΕΔΔΑ. Επισήμανε ότι η επιμέτρηση ποινής αποτελεί πρωτίστως αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού. Υπογράμμισε ότι η αναστολή εκτέλεσης ποινής δεν ταυτίζεται με ατιμωρησία και ότι τα εθνικά δικαστήρια ήταν υποχρεωμένα να σταθμίσουν τα ανταγωνιστικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκη εντός εύλογου χρόνου (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Επίσης, εξέφρασε ανησυχία για τη σύγχυση μεταξύ της αποζημίωσης που επιδικάστηκε στον προσφεύγοντα στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας (6.000 ευρώ από τον R.V.) και της δίκαιης ικανοποίησης κατά το άρθρο 41 ΕΣΔΑ.

Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Οι “Guidelines on Justice in Matters involving Child Victims and Witnesses of Crime” (ECOSOC Res. 2005/20, 22.07.2005) συγκροτούν ειδικό διεθνές πλαίσιο για την αποφυγή επανατραυματισμού του παιδιού-θύματος μέσα από την ίδια τη διαδικασία (π.χ. περιορισμός επαναλαμβανόμενων ενεργειών που αναγκάζουν το παιδί να «ξαναζήσει» τα γεγονότα). Περαιτέρω, η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, στο Γενικό Σχόλιο αρ. 14 (2013), προσφέρει μεθοδολογικό «κανόνα διαδικασίας»: το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλει να λειτουργεί ως πρωταρχική μέριμνα και ως ερμηνευτικό φίλτρο σε κάθε δικαστική/διοικητική πράξη που το αφορά.

Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Γνωμοδοτική Γνώμη OC-17/02 της 28.08.2002, έχει αναγνωρίσει ότι τα κράτη οφείλουν να εγγυώνται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ιδίως όταν το παιδί είναι θύμα σεξουαλικής βίας.

Η M.G. κατά Λιθουανίας εντάσσεται αρμονικά σε αυτή τη διεθνή νομολογιακή τάση. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Οδηγία 2012/29/ΕΕ απαιτεί ρητά προστασία των θυμάτων από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, ενώ και ο FRA αναδεικνύει την προστασία αυτή ως δομικό πυλώνα αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη για τα θύματα.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η απόφαση εγείρει σημαντικά δογματικά ερωτήματα:

Τα όρια του ελέγχου της ποινής από το ΕΔΔΑ: Όπως ορθά επισημαίνει ο Δικαστής Krenc, η ανάμειξη του ΕΔΔΑ στον έλεγχο της βαρύτητας της ποινής θέτει ζητήματα σεβασμού της αρχής της επικουρικότητας και του περιθωρίου εκτίμησης. Η απόφαση δεν ορίζει με σαφήνεια το κριτήριο πέραν του οποίου η αναστολή εκτέλεσης ποινής καθίσταται «προδήλως δυσανάλογη», αφήνοντας σημαντικό περιθώριο αβεβαιότητας για τα εθνικά δικαστήρια. Ωστόσο, το ίδιο το σκεπτικό διαβάζεται πειστικότερα ως «έλεγχος αιτιολογίας και προστασία από εντύπωση ατιμωρησίας» παρά ως γενικός επανυπολογισμός ποινής, ιδίως όταν απουσιάζει επεξεργασία κρίσιμων παραγόντων (ανηλικότητα, τόπος, συνέπειες, οικογενειακό πλαίσιο).

Η σχέση μεταξύ άρθρων 3 και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ: Η απόφαση αναγνωρίζει ότι η μείωση ή αναστολή ποινής μπορεί να αποτελεί κατάλληλη θεραπεία για την υπερβολική διάρκεια ποινικής διαδικασίας κατά το άρθρο 6 παρ. 1, αλλά ταυτοχρόνως κρίνει ότι η αναστολή στη συγκεκριμένη υπόθεση παραβιάζει το άρθρο 3. Τούτο δημιουργεί μια εγγενή ένταση: όταν η υπερβολική διάρκεια οφείλεται στις ίδιες τις αρχές, αμφότερα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου (εύλογη διάρκεια) και του θύματος (αποτελεσματική ποινική αντίδραση) πλήττονται ταυτοχρόνως, χωρίς η απόφαση να προσφέρει σαφή μεθοδολογία εξισορρόπησης. Ίσως εδώ βρίσκεται η «σιωπηρή» υπόμνηση της επικουρικότητας. Η θεραπεία του άρθρου 6 δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με τρόπο που αποδυναμώνει τη θετική δικονομική προστασία του άρθρου 3 σε υποθέσεις παιδιών-θυμάτων.

Η απουσία επιβολής διορθωτικών μέτρων: Παρότι η απόφαση κρίνει ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν επέβαλαν στον R.V. κανένα από τα προβλεπόμενα στον Ποινικό Κώδικα μέτρα (π.χ. πρόγραμμα διόρθωσης συμπεριφοράς, απαγόρευση επικοινωνίας), δεν διευκρινίζει αν η επιβολή τέτοιων μέτρων θα αρκούσε για να καταστεί η αναστολή συμβατή με το άρθρο 3. Κατά τη δογματική ανάγνωση, το κλειδί φαίνεται να είναι ο συνδυασμός (α) ουσιαστικής αιτιολογίας, (β) πραγματικής προστασίας του θύματος, και (γ) ποινικής απάντησης που δεν εκπέμπει «ατιμωρησία» – όχι ένα μεμονωμένο μέτρο.

Η σημασία της μεταγενέστερης νομοθετικής τροποποίησης: Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η λιθουανική νομοθεσία τροποποιήθηκε (η τροποποίηση του άρθρου 75 τέθηκε σε ισχύ την 01.07.2020) ώστε, ειδικά ως προς τη ρύθμιση «μερικής αναστολής» σε σοβαρά εγκλήματα, να εξαιρούνται ορισμένες κατηγορίες, μεταξύ αυτών εγκλήματα σεξουαλικής φύσης – σιωπηρή αναγνώριση της νομοθετικής ανεπάρκειας. Η διατύπωση αυτή είναι ακριβέστερη από μια γενική θέση ότι «αποκλείεται πλέον η αναστολή» σε κάθε σεξουαλικό έγκλημα, διότι η ίδια η απόφαση περιγράφει ειδικότερη δομή και πεδίο εφαρμογής της τροποποίησης.

Συμπέρασμα: Η απόφαση ενισχύει σημαντικά το πλαίσιο προστασίας ανηλίκων θυμάτων σεξουαλικής βίας υπό το δικονομικό σκέλος του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, συνδέοντας τη διάρκεια της διαδικασίας, τον κίνδυνο δευτερογενούς θυματοποίησης και τη δυσαναλογία ποινής σε ένα ενιαίο πλαίσιο αξιολόγησης.. Η διεθνής και ενωσιακή ύλη (ECOSOC 2005/20, CRC GC14, Οδηγία 2012/29/ΕΕ) καθιστά πλέον δυσκολότερο να αντιμετωπίζεται η διαδικαστική «φθορά» του παιδιού-θύματος ως παράπλευρη απώλεια. Μετατρέπεται σε αυτοτελές κριτήριο ποιότητας της έρευνας.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:

  • X and Others v. Bulgaria [GC], 02.02.2021, Application no. 22457/16 • S.M. v. Croatia [GC], 25.06.2020, Application no. 60561/14 • M.C. v. Bulgaria, 04.12.2003, Application no. 39272/98 • Sabalić v. Croatia, 14.01.2021, Application no. 50231/13 • Smiljanić v. Croatia, 25.03.2021, Application no. 35983/14 • N.Ç. v. Turkey, 09.02.2021, Application no. 40591/11 • C.A.S. and C.S. v. Romania, 20.03.2012, Application no. 26692/05 • Söderman v. Sweden [GC], 12.11.2013, Application no. 5786/08 • Nikolova and Velichkova v. Bulgaria, 20.12.2007, Application no. 7888/03 • Zontul v. Greece, 17.01.2012, Application no. 12294/07 • Pulfer v. Albania, 20.11.2018, Application no. 31959/13 • Kraulaidis v. Lithuania, 08.11.2016, Application no. 76805/11 • Myumyun v. Bulgaria, 03.11.2015, Application no. 67258/13 • Vardanyan and Khalafyan v. Armenia, 08.11.2022, Application no. 2265/12 • Nicolae Virgiliu Tănase v. Romania [GC], 25.06.2019, Application no. 41720/13 • Irene Wilson v. the United Kingdom (dec.), 23.10.2012, Application no. 10601/09
To Top