ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 306/2025 Ανθρωποκτονία από Αμέλεια σε Πισίνα – Επόπτης Ασφαλείας – Ευθύνη και Επιμέλεια

Αριθμός 306/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου-Εισηγήτρια, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’αριθμ. 182/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης. Με κατηγορούμενο τον Ε. Χ. του Ε., κάτοικο … Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης ή … Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φαρσάρη-Ζαχαράκη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2024 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Δέσποινας Χρονοπούλου, έλαβε αριθμό 42/2024, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 940/2024.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ “Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507” και κατά το τελευταίο αυτό άρθρο “Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν”. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 401/2023, ΑΠ 129/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 17-10-2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 42/2024) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή του στη Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της με αριθ. 182/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, με την οποία ο κατηγορούμενος Ε. Χ. του Ε., κάτοικος … Κρήτης ή … Ηρακλείου Κρήτης, οδός Αγίου Ιωάννη και Ούλαφ Πάλμε αριθ. 1 κηρύχθηκε αθώος της πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 505 παρ. 2 εδ. α’ και 507 ΚΠΔ), καθόσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του προαναφερθέντος δικαστηρίου στις 18-9-2024 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 17-10-2024. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της που αφορούν την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα εξής: α) ο δράστης να μην έχει καταβάλει την επιβαλλομένη, με αντικειμενικά κριτήρια, προσοχή (περίσκεψη-επιμέλεια), την οποία, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, συνήθως καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με βάση τους νομικούς κανόνες τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, β) ο δράστης να είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές περιστάσεις, που συνάπτονται ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει το συγκεκριμένο αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή (να προβλέψει και να αποφύγει) την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέστηκε (και όχι οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος ή επιβλαβούς αποτελέσματος) και γ) η πράξη του δράστη, ενέργεια η παράλειψη, να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (condition sine qua non) που επικρατεί στον χώρο του ποινικού δίκαιου, ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν, αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης της αποφάσεως καθ’ όσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ. Α.Π. 1/2018, 1/2005). Τέλος, η αθωωτική απόφαση ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Ν. Δ/ρα 53/1974) και δεδομένου, ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αναδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της απόφασης και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του. (Ολ Α.Π. 3/2010). Παγίως, άλλωστε, η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι “επιλεκτική”, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ’ αυτή. γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να συνάγεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά και’ επιλογή, υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά η όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων. Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα, αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν. α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού (Ολ.ΑΠ 2/2017, ΑΠ 1343/2020, ΑΠ 1079/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 1/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενη απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευμένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 24/6/2017 οι Ιρλανδοί υπήκοοι J. D. του P. και N. S. του R. με την ηλικίας 15 ετών κόρη τους L. R. D. αφίχθηκαν στο ξενοδοχείο με την επα>νυμία …, που βρίσκεται στη Σταλίδα Χερσονήσου, Νομού Ηρακλείου για τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Μαζί τους ήταν και οι φίλοι τους P. N. και K. U. επίσης Ιρλανδοί υπήκοοι με την κόρη τους Z.. Τα δυο κορίτσια των πιο άνω ζευγαριών ήταν πολύ καλές φίλες. Το εν λόγω ξενοδοχείο διαθέτει κολυμβητική δεξαμενή. Η κολυμβητική δεξαμενή έχει σχήμα οβάλ και είναι εμβαδού εκατόν πενήντα (150) τ.μ και χωρητικότητας διακοσίων πενήντα (250) κ.μ., όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ΚΡ/2025 βεβαίωση συνδρομής νόμιμων προϋποθέσεων για την λειτουργία καταστήματος κολυμβητικής δεξαμενής, εκδοθέν την 16/05/2016 από την Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Κρήτης, βάσει της οποίας λειτουργεί. Η δεξαμενή έχει κλιμακωτό βάθος, το οποίο ξεκινάει από τα ογδόντα εκατοστά του μέτρου (0,8) και καταλήγει στα δύο μέτρα και οχτώ (2.8) εκατοστά και έχει νερό έως περίπου το χείλος της. Υπεύθυνος επόπτης της κολυμβητικής δεξαμενής ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκμεταλλευόταν και τη λειτουργία του ξενοδοχείου, κάτοχος πτυχίου ναυαγοσώστη. Σύμφωνα με την από 25/6/2017 πιο πάνω αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίσας του Αστυφύλακα του AT Χερσονήσου Ε. Μ. παρισταμένου του Αρχιφύλακα της ίδιας Υπηρεσίας Μιχαήλ Μπιτζαράκη, ο χώρος της κολυμβητικής δεξαμενής περικλείεται από σιδερένια κάγκελα ύψους περίπου μισού μέτρου, δυτικά αυτής βρίσκεται κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφε – μπαρ) και γύρω από αυτή ξαπλώστρες και τραπέζια. Το καφέ – μπαρ του ξενοδοχείου βρίσκεται σε απόσταση περίπου τεσσάρων μέτρων από την κολυμβητική δεξαμενή, από δε τις επισυναπτόμενες στην έκθεση φωτογραφίες κρίνεται ότι η ορατότητα της κολυμβητικής δεξαμενής από το χώρο του καφε – μπαρ είναι πλήρης, αφού δεν υπάρχει μεταξύ τους εμπόδιο που να την περιορίζει. Την 25/6/2017 τα δυο κορίτσια L. – R. και Z. μετέβησαν στο χώρο τις πισίνας για να κολυμπήσουν. Τα πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν την ήμερα εκείνη περιγράφουν οι γονείς της L. – R., J. D. και N. S., στην από 15/2/2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 506/νΤΜ/77/2023 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά του κατηγορουμένου και του αδελφού του Ν. Χ. του Ε.. Συγκεκριμένα εκθέτουν ότι: “Το επόμενο πρωί, στις 25 Ιουνίου 2017, η Λ. και η Ζ. κατενθουσιασμένες, μας ρώτησαν αν μπορούσαν να πάνε να κολυμπήσουν στην πισίνα. Τους απαντήσαμε καταφατικά και ότι θα τις βρίσκαμε αργότερα. Πράγματι, κατευθυνθήκαμε προς το χώρο της πισίνας όπου τις βρήκαμε να κάθονται σε δύο ξαπλώστρες με μια ομπρέλα, η οποία τους παρείχε σκιά. Καθίσαμε σε ένα τραπέζι στην απέναντι πλευρά της πισίνας από όπου κάθονταν η Λ. και η Ζ. και παραγγείλαμε πρωινό. Ακολούθως, η Λ. μας ξαναρώτησε αν ήταν εντάξει να κολυμπήσουν στην πισίνα. Τους είπαμε πως μπορούσαν, εάν δεν τις ενοχλούσε η θολότητα του νερού. Καθώς παίρναμε το πρωινό μας, η Λ. και η Ζ. ενίοτε κολυμπούσαν στην πισίνα. Μετά το πρωινό, καθίσαμε δίπλα τους στις ξαπλώστρες παραπλεύρως της πισίνας και κολυμπήσαμε μαζί τους. Τις ρωτήσαμε αν εκείνες είχαν πάρει πρωινό και απάντησαν αρνητικά, οπότε παραγγείλαμε για εκείνες γιαούρτι και φρούτα, τα οποία έφαγαν στις ξαπλώστρες τους. Αργότερα το ίδιο πρωί, η Π. και ο Κ. (οι γονείς της Z.), κατέβηκαν στην πισίνα, έχοντας μαζί τις αποσκευές τους, διότι έφευγαν εκείνη την ημέρα από το διαμέρισμά τους και πήραν πρωινό στο ίδιο τραπέζι με θέα στην πισίνα που είχαμε χρησιμοποιήσει και εμείς. Εκείνο το διάστημα, αρκετοί άλλοι επισκέπτες είχαν επίσης κατεβεί στην πισίνα και μερικοί από αυτούς κολυμπούσαν. Όταν τελείωσαν το πρωινό τους, η Π. ζήτησε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα του δωματίου μας και η δεύτερη εξ ημών τη συνόδευσα στο διαμέρισμα. Παράλληλα ο φίλος μας Κ. εξακολουθούσε να κάθεται στο τραπέζι με θέα στην πισίνα και ο πρώτος εξ ημών ξεκουραζόμουν δίπλα στην πισίνα, ενώ η Λ. και η Ζ. κολυμπούσαν στην πισίνα μαζί με άλλους που διέμεναν στο κατάλυμα και βουτούσαν πολλές φορές κάτω από την επιφάνεια του νερού της. Κάποια στιγμή όταν η Ζ. βγήκε στην επιφάνεια του νερού, δεν μπορούσε να δει την Λ.. Νόμιζε ότι η Λ. είχε βγει από την πισίνα και ότι βρισκόταν στο διαμέρισμά μας, γι’ αυτό και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Όταν η δεύτερη εξ ημών επέστρεψε στην πισίνα από το διαμέρισμα μαζί με την φίλη μας Π. και την κόρη της Ζ. δεν βρίσκαμε τη Λ. πουθενά. Καθώς δεν ήταν ορατή στην πισίνα, υποθέσαμε ότι βρισκόταν αλλού. Ρώτησα τότε τον πρώτο εξ ημών αν την είχε δει καθώς εκείνο το διάστημα μόνο εκείνος βρισκόταν στην πισίνα, αλλά εκείνος αποκρίθηκε πως όχι, καθώς είχε αποκοιμηθεί στην ξαπλώστρα της πισίνας. Στη συνέχεια αρχίσαμε όλοι έντρομοι να αναζητούμε την Λ.. Παρ’ όλα αυτά, αδυνατούσαμε να τη βρούμε και ρωτήσαμε τον πρώτο εναγόμενο αν την είχε δει. Ψάξαμε τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό μέρος διαμερισμάτων, καθώς και πέριξ του χώρου της πισίνας αρκετές φορές χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα”. Τελικά και αφού άρχισαν να σκέφτονται μήπως η ανήλικη έπεσε θύμα αρπαγής, ο κατηγορούμενος εντόπισε το σώμα της στον πυθμένα της πισίνας. Αμέσως βούτηξε και έβγαλε το σώμα της από αυτή και παρά την καρδιαοαναπνευτική αναζωογόνηση που προέβη η ανήλικη ουδέποτε ανέκτησε τις αισθήσεις της. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος της. Σύμφωνα με την ίδια πιο πάνω αγωγή των γονιών της θανούσας: “Λίγους μήνες πριν το ταξίδι, η κόρη μας ανέφερε ότι είχε συμπτώματα ζάλης. Προληπτικά, λίγες ημέρες πριν από την αναχώρησή μας, πραγματοποιήσαμε επίσκεψη στον οικογενειακό γιατρό μας προς διερεύνηση των συμπτωμάτων που ανέφερε. Κατόπιν ενδελεχούς ιατρικής εξέτασης, κατά την οποία μετρήθηκε επανειλημμένως η αρτηριακή πίεση της Λώρας, ο ιατρός μας ενημέρωσε ότι μολονότι η αρτηριακή της πίεση ήταν ελαφρώς χαμηλή, αυτή δεν ήταν σε ανησυχητικό επίπεδο και ότι η ελαφρώς αυτή χαμηλή πίεση είναι συνηθισμένη για κορίτσια της ηλικίας της. Συμπλήρωσε επίσης ότι η Λ. πιθανόν να είχε εκ γενετής χαμηλή αρτηριακή πίεση, όπως ο πρώτος εξ ημών των εναγόντων πατέρας της. Μας διαβεβαίωσε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας για την υγεία της, μας σύστησε μόνο να βεβαιωνόμαστε ότι η Λ. από τούδε και στο εξής θα πίνει άφθονο νερό και θα συμπεριλαμβάνει αρκετή ποσότητα άλατος στη διατροφή της”. Ωστόσο σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 1099/29.9.2017 ιατροδικαστική έκθεση νεκροτομής του ιατροδικαστή του ανωτέρω νοσοκομείου, Ξ. Μ., ο οποίος πραγματοποίησε τη νεκροψία – νεκροτομή στη θανούσα, οι γονείς της τον ενημέρωσαν ότι η κόρη τους έπασχε όχι μόνο από αρτηριακή υπόταση αλλά και από λιποθυμικά επεισόδια. Στην ίδια έκθεσή του ο ανωτέρω ιατροδικαστής ως συμπέρασμα για την αιτία θανάτου της ανήλικης αναφέρει: “Όπως προκύπτει από τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται σε πνιγμό εντός γλυκού ύδατος επί εδάφους αρτηριακής υπότασης και λιποθυμικών επεισοδίων. Η αιτία που προκάλεσε την απώλεια της συνείδησης ήταν η χαμηλή αρτηριακή πίεση σε συνδυασμό με τη σχετική αφυδάτωση του οργανισμού συνεπεία της υψηλής θερμοκρασίας του περιβάλλοντος και επέφερε αναγκαστικά τον πνιγμό, λόγω του υδάτινου περιβάλλοντος που βρισκόταν”. Την ήμερα του συμβάντος ο κατηγορούμενος βρισκόταν όπως κάθε ημέρα στον εξωτερικό χώρο του καφέ – μπαρ ώστε να είναι δυνατή η εκ μέρους του επόπτευση της κολυμβητικής δεξαμενής και των λουσμένων, όπως τούτο αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης Α. Σ. και την ανάγνωση των ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων που ο κατηγορούμενος προσκόμισε. Εντούτοις για το θάνατο της ανωτέρω ανήλικης ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, διότι “ως επόπτης ασφαλείας κολυμβητικής δεξαμενής εντός της ανωτέρω, επιχείρησης, απουσίαζε από τον χώρο της κολυμβητικής δεξαμενής και δεν είχε την εποπτεία του χώρου αυτής κατά την διάρκεια που η ανήλικη D. L. R. του J., βρισκόταν εντός της δεξαμενής, με αποτέλεσμα, ένεκα και της υψηλής θερμοκρασίας που επικρατούσε στον περιβάλλοντα χώρο, η ανήλικη απώλεσε την συνείδηση της και ευρισκόμενη στον πυθμένα της δεξαμενής, να πνιγεί”. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που υπάρχει στη δικογραφία και πιο πάνω εκτέθηκε και από την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του παρόντος Εφετείου, δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος την ώρα του πνιγμού της ανήλικης απουσίαζε από το χώρο της ευθύνης του, δηλ. από το χώρο της πισίνας, με συνέπεια να μην αντιληφθεί τον πνιγμό της ανήλικης. Κανείς μάρτυρας κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από το χώρο της πισίνας κατά τον ανωτέρω χρόνο ή ότι βρισκόταν στο παρακείμενο καφέ – μπαρ και μάλιστα σε τέτοιο σημείο απασχολούμενος με άλλες εργασίες, ώστε να μην μπορεί να έχει την εποπτεία της πισίνας. Οι δε προανακριτικές καταθέσεις των γονιών της παθούσας ενώπιον των προανακριτικών οργάνων του AT Χερσονήσου, σύμφωνα με τις οποίες, όταν άρχισαν να αναζητούν την κόρη τους ρωτήσαν τον κατηγορούμενο αν την είδε και εκείνος απάντησε αρνητικά, διότι έκανε άλλες εργασίες, καταρρίπτονται από το γεγονός ότι όταν το φιλικό ζευγάρι των ανωτέρω χαιρέτησε τον κατηγορούμενο, διότι αναχωρούσε από το ξενοδοχείο, τον βρήκαν στο χώρο της πισίνας και όχι αλλού. Η απουσία του κατηγορουμένου δεν αποδεικνύεται από κανένα έγγραφο αρμόδιας Δημόσιας Υπηρεσίας. Κατά την ακροαματική διαδικασία μεταξύ άλλων εγγράφων αναγνώσθηκε και η υπ’ αριθμ. πρωτ. …2017 απόφαση του Προϊστάμενου της Γενικής Δ/νσης Τουριστικής Πολιτικής/Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Κρήτης/Τμήμα Τουριστικής Ανάπτυξης Επιθεωρήσεων και Ελέγχου, με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο χρηματικό πρόστιμο, διότι “σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. 10 …2017 έγγραφο του AT Χερσονήσου ο επόπτης ασφαλείας δεν ευρέθη στην θέση του κατά την αυτοψία της Αστυνομίας την 25η Ιουνίου 2017, ημερομηνία θανατηφόρου ατυχήματος στο χώρο της κολυμβητικής δεξαμενής του ξενοδοχείου, ούτε την επόμενη, όπως προκύπτει από την επιθεώρηση της Υπηρεσίας μας στο ξενοδοχείο, αλλά ούτε και την ί8η Ιουλίου 2017 όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της αυτοψίας της αρμόδιας Υγειονομικής Υπηρεσίας”. Στο έγγραφο αυτό όμως δεν μπορεί να στηριχθεί πλήρης απόδειξη περί της ενοχής του κατηγορουμένου, καθόσον οι αστυνομικοί του AT Χερσονήσου κλήθηκαν και προσήλθαν στο ξενοδοχείο μετά το συμβάν και επομένως δεν θα μπορούσαν να βεβαιώσουν αν κατά την ώρα του πνιγμού της θανούσας ο κατηγορουμένους ήταν στη θέση του, ενώ στη συνέχεια της ίδιας ημέρας, όπως αποδεικνύεται από την πιο πάνω έκθεση αυτοψίας, κατά την διενέργειά της ο κατηγορούμενος ήταν παρών και ακολούθως προσήχθη στο AT Χερσονήσου όπου και συνελήφθη. Επίσης στο πιο πάνω έγγραφο δεν βεβαιώνεται αν την επόμενη ήμερα η πισίνα ήταν ανοικτή για τους πελάτες του ξενοδοχείου, ενόψει και του τραγικού συμβάντος της προηγούμενης ημέρας. Όσον δε αφορά την αυτοψία της Υγειονομικής Υπηρεσίας, από το υπ’ αριθμ. πρωτ. 153144/24.7.2017 έγγραφο του Τμήματος Υγειονομικού Ελέγχου και Περιβαλλοντικής Υγιεινής της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας Π.Ε. Ηρακλείου αποδεικνύεται ότι κατά την ημέρα της αυτοψίας στην κολυμβητική δεξαμενή από τους επόπτες Δημόσιας Υγείας επιδείχθηκαν σε αυτούς (δεν αναφέρεται αλλά προφανώς) από τον κατηγορούμενο το ειδικό σήμα Λειτουργίας κυρίως τουριστικών καταλυμάτων, βεβαίωση συνδρομής νόμιμων προϋποθέσεων για τη λειτουργεία της κολυμβητικής δεξαμενής και το πτυχίο ναυαγοσώστη του κατηγορουμένου, ενώ δεν επιδείχθηκαν από τον κατηγορούμενο αν και ζητήθηκαν άλλα απαραίτητα για την νόμιμη λειτουργία τη κολυμβητικής δεξαμενής έγραψα σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Σε κανένα σημείο του εγγράφου αυτού αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αν και αναζητήθηκε ως επόπτης ασφαλείας δεν ανευρέθηκε στο χώρο της κολυμβητικής δεξαμενής.
Συνεπώς δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι την ώρα του πνιγμού της ανήλικης ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον χώρο της πισίνας.
Περαιτέρω αν ήθελε υποτεθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν μεν παρών στο χώρο της κολυμβητικής δεξαμενής, ασκούσε όμως πλημμελώς τα καθήκοντα του και δεν αντιλήφθηκε από υπαιτιότητά του τον πνιγμό της ανήλικης, λεκτέα και τα ακόλουθα: Όπως και οι ίδιοι οι γονείς της θανούσας αναφέρουν στην αγωγή τους, την ώρα που η κόρη τους L. και η φίλη της Z. κολυμπούσαν στην πισίνα, παρόντες ήταν και άλλοι πελάτες του ξενοδοχείου γύρω από την πισίνα και μέσα σε αυτήν. Επίσης παρών ήταν και ο φίλος τους Κ., πατέρας της Ζ., ο οποίος ρητά αναγράφεται στην αγωγή ότι είχε καθίσει σε μια καρέκλα δίπλα στην πισίνα. Επίσης παρών ήταν και ο πατέρας της ανήλικης θανούσας, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος σε μια ξαπλώστρα δίπλα στην πισίνα και είχε αποκοιμηθεί. Από την ιατροδικαστική έκθεση νεκροτομής, σύμφωνα με την οποία η καταβύθιση της θανούσας στο νερό της πισίνας οφείλεται στην απώλεια της συνείδησής της, η οποία εφόσον έγινε σε υδάτινο περιβάλλον αναγκαστικά επέφερε τον πνιγμό της, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω αγωγή, σύμφωνα με την οποία τα δυο κορίτσια, Λ. και Ζοε, βουτούσαν πολλές φορές κάτω από την επιφάνεια του νερού, γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από τη μάρτυρα Α. Σ. όσο και από τον κατηγορούμενο και ότι σε κάποια από αυτές τις βουτιές η Ζ. βγήκε στην επιφάνεια του νερού χωρίς όμως να δει τη Λ., αποδεικνύεται ότι στην τελευταία αυτή βουτιά η Λ. απώλεσε τη συνείδησή της, επί εδάφους αρτηριακής υπότασης και λιποθυμικών επεισοδίων, παρέμεινε κάτω από την επιφάνεια του νερού και από την ενστικτώδη κίνηση της να αναπνεύσει εισρόφησε νερό, με αποτέλεσμα το σώμα της να βαρύνει και να παραμείνει στο πυθμένα της κολυμβητική δεξαμενής με αποτέλεσμα να πνιγεί σε χρόνο που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα δευτερόλεπτα, όπως κατάθεσε ο ιατροδικαστής Ορφέας Περίδης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στη δικάσιμο της 4/3/2019, κατά την οποία με την υπ’ αριθμ. 416/2019 απόφασή του ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ άρθρο 352 του ΚΠΔ και ουσιαστικά επιβεβαίωσε και η εξετασθείσα ενώπιον του παρόντος Εφετείου ιατροδικαστής Ά. Ρ..
Συνεπώς κατά το χρόνο της βύθισής της η ανήλικη δεν αντέδρασε, διότι είχε απωλέσει τις αισθήσεις της και δεν έδειξε οποιοδήποτε σημάδι ότι πνίγεται, ότι βρίσκεται σε κίνδυνο, ότι προσπαθεί να παραμείνει στην επιφάνεια του νερού ή ότι ζητεί βοήθεια με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει αντιληπτό από τον κατηγορούμενο. Δηλ. κατά την κρίση του Δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι η θανούσα αφού καταδύθηκε δεν αναδύθηκε ξανά λόγω της απώλειας της συνείδησής της. Άλλωστε ούτε και η Z. η οποία κολυμπούσε μαζί με τη θανούσα αντιλήφθηκε το παραμικρό, όπως άλλωστε κανείς από τους παρευρισκόμενους πελάτες του ξενοδοχείου.
Συνεπώς η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο κατηγορία ότι επειδή δεν είχε την εποπτεία του χώρου δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την απώλεια της συνείδησης της ανήλικης δεν αποδείχθηκε. Δεν αποδείχθηκε δηλ. ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει. Είναι προφανές ότι στα καθήκοντα του κατηγορουμένου ως επόπτη ασφαλείας δεν περιλαμβάνεται και η ανά πάσα στιγμή καταγραφή της ώρας που κάθε χρήστης της κολυμβητική δεξαμενής βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του νερού ώστε να επεμβαίνει αν κρίνει υπερβολική την ώρα της κατάδυσης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος, ότι τα δυο κορίτσια κατ’ επανάληψη και για πολλή ώρα βουτούσαν και παρέμεναν κάτω από την επιφάνεια του νερού. Η μοναδική περίπτωση που θα μπορούσε να αντιληφθεί εγκαίρως την θανούσα ήταν να βρισκόταν συνεχώς ακριβώς στο χείλος της πισίνας και να κοιτάζει συνεχώς τον πυθμένα της, υποχρέωση που δεν προβλέπεται από την οικία Υγειονομική Διάταξη για τον επόπτη ασφαλείας. Σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η ανήλικη θανούσα έχρηζε ιδιαίτερης προσοχής από τον κατηγορούμενο ώστε αυτός να υποχρεούται στο πλαίσιο των καθηκόντων του να επιτηρεί κάθε κίνησή της, διότι η θανούσα ήταν ηλικίας 15 ετών, είχε γυμνασμένο σώμα και ασχολείτο συστηματικά με την ιστιοπλοΐα και την κολύμβηση, δηλ. ήταν εξοικειωμένη με το νερό, γεγονός που ο κατηγορούμενος γνώριζε. Εκείνο που δεν γνώριζε ήταν το πρόβλημα υγείας που η θανούσα αντιμετώπιζε και ήταν αυτό που προκάλεσε τον πνιγμό της. Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι, όπως σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο της πιο πάνω αγωγής των γονιών της θανούσας αυτοί ουδέποτε ζήτησαν την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, ούτε ποτέ δήλωσαν ότι προτίθενται να παρασταθούν ως πολιτικοί ενάγοντες ή για την υποστήριξη της κατηγορίας ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, αν και γνώριζαν ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου. Ουδέποτε καταλόγισαν στον κατηγορούμενο οποιαδήποτε ευθύνη για το θάνατο της κόρης τους, αν και γνώριζαν ότι αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου και θα μπορούσαν έστω και τυπικά, αν και ρωτήθηκαν από την Αστυνομία, να ζητήσουν την τιμωρία του και μόνο όταν εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση η οποία έκρινε ότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από το χώρο της πισίνας άσκησαν την πιο πάνω αγωγή τους με την οποία ζητούν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για την απώλεια της κόρης τους.
Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορουμένου και πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος.” Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο του ότι, στην Σταλίδα Χερσονήσου Ηρακλείου και στις 25-6-2017, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και επέφερε το θάνατο άλλου. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, όντας ιδιοκτήτης της επιχείρησης με την επωνυμία “…” και με διακριτικό τίτλο “…” και ταυτόχρονα ως επόπτης ασφαλείας κολυμβητικής δεξαμενής εντός της ανωτέρω, επιχείρησης, απουσίαζε από τον χώρο της κολυμβητικής δεξαμενής και δεν είχε την εποπτεία του χώρου αυτής κατά την διάρκεια που η ανήλικη “D. L. R. του J., βρισκόταν εντός της δεξαμενής, με αποτέλεσμα, ένεκα και της υψηλής θερμοκρασίας που επικρατούσε στον περιβάλλοντα χώρο, η ανήλικη απώλεσε την συνείδηση της και ευρισκόμενη στον πυθμένα της δεξαμενής, να πνιγεί.” Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική, το δε Δικαστήριο δεν δικαιολογεί γιατί δεν πείσθηκε για την τέλεση από τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και για την ενοχή αυτού, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της απαλλακτικής κρίσης του: α) Δέχεται ότι η ορατότητα της κολυμβητικής δεξαμενής από το χώρο του καφέ-μπαρ ήταν πλήρης, αφού δεν υπήρχε μεταξύ τους κάποιο εμπόδιο που να την περιορίζει, δεν προσδιορίζει όμως αν ήταν δυνατή από το σημείο αυτό (καφέ-μπαρ) όχι απλώς η ορατότητα της κολυμβητικής δεξαμενής αλλά και η εποπτεία του χώρου της και των λουσμένων σ’ αυτήν, β) Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στον εξωτερικό χώρο του καφέ-μπαρ, ώστε να είναι δυνατή η επόπτευση του χώρου της κολυμβητικής δεξαμενής και των λουσμένων σ’ αυτήν, δεν προσδιορίζει όμως αν, κατά το χρόνο του πνιγμού της ανήλικης, ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος στον, ως άνω, χώρο, ασκούσε πράγματι εποπτεία των λουσμένων και μάλιστα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 β της ΥΑ Γ1/443/1973, σύμφωνα με την οποία απαιτείται η ανελλιπής, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της κολυμβητικής δεξαμενής, παρουσία σ’ αυτήν του εκάστοτε προβλεπόμενου προσωπικού εποπτείας των λουσμένων, γ) Δεν αιτιολογεί με πληρότητα πώς εξηγείται το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ως επόπτης ασφάλειας της κολυμβητικής δεξαμενής , παρότι παρών, δεν αντελήφθη ότι η ανήλικη λουόμενη κατά την κατάδυση της καθυστέρησε αδικαιολόγητα να αναδυθεί, ώστε να επέμβει αμέσως και να προσφέρει τη δέουσα βοήθεια, αλλά αντίθετα απαιτήθηκε μεγάλο χρονικό διάστημα (περί τα 40 λεπτά) για να εντοπιστεί η λουόμενη χωρίς τις αισθήσεις της στον πυθμένα της κολυμβητικής δεξαμενής, δ) Ενώ δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών στον, ως άνω, χώρο, περαιτέρω, με αντιφατική και ενδοιαστική αιτιολογία, που δημιουργεί ασάφεια ως προς το βαθμό δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου, δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι αυτός απουσίαζε από τον εν λόγω χώρο. στ) Ομοίως με αντιφατική και ενδοιαστική αιτιολογία διαλαμβάνει την παραδοχή ότι αν ήθελε υποτεθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν μεν παρών στο χώρο της κολυμβητικής δεξαμενής, ασκούσε όμως πλημμελώς τα καθήκοντά του και δεν αντιλήφθηκε από υπαιτιότητα του τον πνιγμό της ανήλικης (δεχόμενο έτσι το Δικαστήριο, υποθετικά έστω, αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου), δεν αποδείχθηκε ότι δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει. Καταλήγει δε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην παραπάνω κρίση του, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο κατηγορία ότι, επειδή δεν είχε εποπτεία του χώρου, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την απώλεια συνείδησης της ανήλικης, με την ελλιπή αιτιολογία ότι τόσο η Z., η οποία κολυμπούσε μαζί με την ανήλικη, όσο και οι λοιποί παρευρισκόμενοι πελάτες του ξενοδοχείου (οι οποίοι βεβαίως δεν ασκούσαν, όπως ο κατηγορούμενος, καθήκοντα επόπτη ασφάλειας), δεν αντιλήφθηκαν το γεγονός ότι η ανήλικη αφού καταδύθηκε δεν αναδύθηκε ξανά λόγω της απώλειας της συνείδησής της. Κατόπιν των παραπάνω, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης και πρέπει κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Αναιρεί τη με αριθ. 182/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, με την οποία ο κατηγορούμενος Ε. Χ. του Ε. κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
-Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Iανουαρίου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή : areiospagos.gr

To Top