Προστασία Ανηλίκων: Ο Ρόλος της Συναίνεσης στον Βιασμό

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι τρεις προσφεύγουσες, οι L., H.B. και M.L., ήταν ηλικίας 13, 14 και 16 ετών αντιστοίχως κατά τον χρόνο που υπέστησαν τις καταγγελλόμενες σεξουαλικές επιθέσεις. Κατήγγειλαν πράξεις βιασμού ενώπιον των γαλλικών αρχών, ωστόσο οι ποινικές διαδικασίες κατέληξαν είτε σε απαλλαγή είτε σε καταδίκη για ελαφρύτερα αδικήματα.

Η πρώτη προσφεύγουσα (L.), ηλικίας 13-14 ετών, με σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα και πολλαπλές νοσηλείες, κατήγγειλε επανειλημμένους βιασμούς από πυροσβέστες ηλικίας περίπου 21 ετών που υπηρετούσαν σε στρατώνα πλησίον της οικίας της. Τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν τον χαρακτηρισμό ως βιασμού, εκτιμώντας ότι η ανήλικη διέθετε την απαιτούμενη κατανόηση για να συναινέσει στις σεξουαλικές πράξεις, ενώ επικαλέστηκαν τη «συνήθη επιτυχία των πυροσβεστών με το γυναικείο φύλο». Η διαδικασία διήρκεσε σχεδόν 12 έτη.

Η δεύτερη προσφεύγουσα (H.B.), ηλικίας 14 ετών, υπέστη βιασμό ενώ βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής μέθης από δύο ενήλικες άνδρες 21 και 29 ετών. Επρόκειτο για την πρώτη της σεξουαλική εμπειρία. Τα δικαστήρια επικεντρώθηκαν στην «ενεργό» συμμετοχή της σε παιχνίδι κατανάλωσης αλκοόλ, αγνοώντας την αδυναμία της να συναινέσει λόγω μέθης.

Η τρίτη προσφεύγουσα (M.L.), ηλικίας 16 ετών, παρθένος, υπέστη πρωκτική διείσδυση παρά τις επανειλημμένες αρνήσεις της, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ και κάνναβης. Ο δράστης παραδέχθηκε ότι αγνόησε το «όχι» της. Τα δικαστήρια αποδέχθηκαν την εκδοχή του δράστη, χαρακτηρίζοντας τη διείσδυση ως «τυχαία». Η διαδικασία διήρκεσε σχεδόν 9 έτη.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση των άρθρων 3 και 8 της ΕΣΔΑ και στις τρεις υποθέσεις, καθώς και παραβίαση του άρθρου 14 στην υπόθεση της L. λόγω διακριτικής μεταχείρισης βάσει φύλου.

Το Δικαστήριο επιδίκασε: στην L. ποσό 25.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 16.020 ευρώ για δικαστικά έξοδα· στην H.B. ποσό 15.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα· στην M.L. ποσό 15.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η πρώτη προσφεύγουσα, L., γεννηθείσα το 1995, αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα από νεαρή ηλικία, με πολλαπλές νοσηλείες σε παιδοψυχιατρικές μονάδες, απόπειρες αυτοκτονίας και βαριά φαρμακευτική αγωγή. Μεταξύ 2008 και 2009, όταν ήταν 13-14 ετών, υπέστη επανειλημμένους βιασμούς και σεξουαλικές επιθέσεις από πολλαπλούς πυροσβέστες, όλους ηλικίας περίπου 21 ετών, που υπηρετούσαν σε στρατώνα πλησίον της οικίας της. Η Υπηρεσία Πυροσβεστικής είχε επέμβει περισσότερες από 130 φορές για περιστατικά σχετικά με την L. Ο ανακριτής απέρριψε την αίτηση συνέχισης της έρευνας για βιασμό, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ψυχολογικός εξαναγκασμός. Το Τμήμα Κατηγορίας επικύρωσε την απόφαση με αιτιολογίες που αναφέρονταν στη «συνήθη επιτυχία των πυροσβεστών με το γυναικείο φύλο» και στη «μερικές φορές ακόλαστη συμπεριφορά τους». Ο αστυνομικός που έλαβε την κατάθεση της L. τής υπέβαλε επανειλημμένως ερωτήσεις γιατί δεν αμύνθηκε «όπως θα έκανε μια γυναίκα που βιάζεται».

Η δεύτερη προσφεύγουσα, H.B., γεννηθείσα το 1998, ήταν 14 ετών όταν τον Μάιο 2013 συμμετείχε σε συγκέντρωση όπου κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ στο πλαίσιο παιχνιδιού. Σύμφωνα με την καταγγελία της, υπέστη βιασμό από δύο άνδρες ηλικίας 21 και 29 ετών, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής μέθης. Επρόκειτο για την πρώτη της σεξουαλική εμπειρία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε βιασμό με αιφνιδιασμό λόγω της κατάστασης μέθης, αλλά το Εφετείο αναίρεσε την απόφαση και απήλλαξε τους κατηγορουμένους. Το Ακυρωτικό απέρριψε την αίτηση αναίρεσης παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση.

Η τρίτη προσφεύγουσα, M.L., γεννηθείσα το 1994, ήταν 16 ετών και παρθένος όταν τον Ιούνιο 2011 υπέστη πρωκτική διείσδυση από τον κατηγορούμενο. Βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ και κάνναβης. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι η προσφεύγουσα είπε «όχι» αλλά ισχυρίστηκε ότι η διείσδυση ήταν «τυχαία» («γλίστρησε»). Τα δικαστήρια απέρριψαν τον χαρακτηρισμό ως βιασμού, αποδεχόμενα την εκδοχή του κατηγορουμένου χωρίς να αξιολογήσουν την ευαλωτότητα της προσφεύγουσας, την κατάσταση μέθης, την παρθενία της ή τις επανειλημμένες αρνήσεις της.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3,

Άρθρο 8,

Άρθρο 14

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρα 3 και 8 – Θετικές υποχρεώσεις

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα άρθρα 3 και 8 της ΕΣΔΑ επιβάλλουν στα Κράτη θετική υποχρέωση θέσπισης ποινικής νομοθεσίας ικανής να τιμωρεί αποτελεσματικά τις μη συναινετικές σεξουαλικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διαπράττονται χωρίς σωματική αντίσταση του θύματος. Η υποχρέωση αυτή εκτείνεται και στην αποτελεσματική εφαρμογή αυτής της νομοθεσίας μέσω διεξοδικής έρευνας και δίωξης.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οποιαδήποτε άκαμπτη προσέγγιση στη δίωξη σεξουαλικών εγκλημάτων, η οποία θα απαιτούσε για παράδειγμα απόδειξη σωματικής αντίστασης σε όλες τις περιπτώσεις, ενέχει τον κίνδυνο ατιμωρησίας για τους δράστες ορισμένων τύπων βιασμού και κατά συνέπεια υπονομεύει την αποτελεσματική προστασία της σεξουαλικής αυτονομίας του ατόμου.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο γαλλικός Ποινικός Κώδικας δεν περιέχει ρητή αναφορά στην έννοια της «συναίνεσης» στον ορισμό του βιασμού, απαιτώντας αντ’ αυτού απόδειξη βίας, εξαναγκασμού, απειλής ή αιφνιδιασμού. Μολονότι η απουσία συναίνεσης ελαμβάνετο υπόψη στη νομολογία των γαλλικών δικαστηρίων, το νομικό πλαίσιο κρίθηκε ανεπαρκές σύμφωνα με το άρθρο 36 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, που απαιτεί ορισμό βασισμένο στην απουσία ελεύθερης συναίνεσης.

Και στις τρεις υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν αξιολόγησαν δεόντως τον αντίκτυπο όλων των περιστάσεων που περιέβαλλαν τα γεγονότα, ούτε έλαβαν επαρκώς υπόψη την ιδιαίτερη ευαλωτότητα των προσφευγουσών, ιδίως λόγω της ανηλικότητάς τους, της ψυχολογικής τους κατάστασης και, στις δύο τελευταίες υποθέσεις, της κατάστασης μέθης τους.

Άρθρο 14 – Διάκριση λόγω φύλου

Στην υπόθεση της L., το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις του αστυνομικού κατά την ανάκριση και οι αιτιολογίες του Τμήματος Κατηγορίας περιείχαν «ηθικολογικές και ενοχοποιητικές δηλώσεις που διέδιδαν σεξιστικά στερεότυπα» και ήταν «ικανές να θίξουν την αξιοπρέπεια» της προσφεύγουσας. Οι δηλώσεις αυτές αποτελούσαν «δευτερογενή θυματοποίηση» και συνιστούσαν διακριτική μεταχείριση βάσει φύλου κατά παράβαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση των άρθρων 3 και 8 της ΕΣΔΑ και στις τρεις υποθέσεις, καθώς και παραβίαση του άρθρου 14 στην υπόθεση της L.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

«Οποιαδήποτε άκαμπτη προσέγγιση στη δίωξη σεξουαλικών εγκλημάτων, η οποία θα συνίστατο, για παράδειγμα, στην απαίτηση απόδειξης σωματικής αντίστασης σε όλες τις περιπτώσεις, ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει σε ατιμωρησία για τους δράστες ορισμένων τύπων βιασμού και κατά συνέπεια να υπονομεύσει την αποτελεσματική προστασία της σεξουαλικής αυτονομίας του ατόμου» (σκέψη 195).

ΣΧΟΛΙΟ

Η απόφαση αυτή αποτελεί ορόσημο στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τις θετικές υποχρεώσεις των Κρατών για την προστασία θυμάτων σεξουαλικής βίας, ιδίως ανηλίκων. Για πρώτη φορά, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ρητά ότι η δικαστική αιτιολογία που χρησιμοποιεί σεξιστικά στερεότυπα, επιρρίπτει ευθύνες στο θύμα και προκαλεί «δευτερογενή θυματοποίηση» συνιστά διακριτική μεταχείριση βάσει φύλου.

Η απόφαση επιβεβαιώνει και εμπλουτίζει τη νομολογία που θεμελιώθηκε με την απόφαση M.C. κατά Βουλγαρίας της 04.12.2003, προσφ. αριθ. 39272/98, όπου το Δικαστήριο έκρινε για πρώτη φορά ότι τα Κράτη υποχρεούνται να τιμωρούν κάθε μη συναινετική σεξουαλική πράξη, ακόμη και απουσία σωματικής αντίστασης του θύματος. Η παρούσα απόφαση προχωρεί περαιτέρω, εστιάζοντας στην ευαλωτότητα των ανηλίκων θυμάτων και στην ανάγκη αξιολόγησης όλων των περιβαλλόντων περιστάσεων.

Σύμφωνα με σχολιασμό του Oxford Human Rights Hub (OHRH), το Δικαστήριο κατευθύνει τη Γαλλία προς καλύτερη προστασία των ανηλίκων έναντι σεξουαλικών εγκλημάτων, υπογραμμίζοντας ότι ο νέος ορισμός του βιασμού που προέκυψε από τον νόμο της 21ης Απριλίου 2024 θα δικαιολογούσε καταδίκη σε δύο από τις τρεις υποθέσεις. Επιπλέον, το ECHR Blog χαρακτηρίζει την απόφαση ως «σημαντική» (seminal judgment), αξίζουσα να χαρακτηριστεί σημαντική υπόθεση για το 2025, καθώς θέτει τις βάσεις για τη μελλοντική αναγνώριση από το Δικαστήριο της σεξιστικής δικαστικής προκατάληψης ως συστημικού ζητήματος που υπονομεύει διαρθρωτικά την ισότητα των γυναικών ενώπιον του νόμου.

Συγκριτική ανάλυση με τη νομολογία διεθνών δικαστηρίων

Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ στην παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ομοιότητες με τη νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας κατά ανηλίκων. Στην υπόθεση González et al. (“Cotton Field”) κατά Μεξικού της 16.11.2009, το Διαμερικανικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα Κράτη φέρουν αυξημένη υποχρέωση επιμέλειας στη διερεύνηση και δίωξη εγκλημάτων σεξουαλικής βίας κατά γυναικών, ιδίως όταν υφίσταται συστημικό πρότυπο ατιμωρησίας.

Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, βάσει του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, έχει επίσης αναπτύξει σχετική νομολογία. Στην υπόθεση V.D.A. κατά Αργεντινής (Ανακοίνωση αριθ. 1608/2007) του 2011, η Επιτροπή τόνισε ότι τα Κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα θύματα σεξουαλικής βίας δεν υφίστανται δευτερογενή θυματοποίηση κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Η απόφαση είναι δογματικά συνεπής με τις προηγούμενες αποφάσεις M.C. κατά Βουλγαρίας και I.C. κατά Ρουμανίας της 24.05.2016, προσφ. αριθ. 36934/08, και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο υποθέσεων σεξουαλικής βίας κατά ανηλίκων.

Ταυτόχρονα, η απόφαση είναι προοδευτική διότι αναγνωρίζει ρητά τη «δευτερογενή θυματοποίηση» ως μορφή διακριτικής μεταχείρισης, καταδικάζει τα σεξιστικά στερεότυπα στη δικαστική αιτιολογία, και απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να αξιολογούν τις υποθέσεις σεξουαλικής βίας υπό το πρίσμα της έμφυλης βίας και της ευαλωτότητας των θυμάτων.

Συμπερασματικά, η απόφαση L. και λοιπές κατά Γαλλίας αποτελεί σταθμό στη νομολογία του ΕΔΔΑ, επιβεβαιώνοντας ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να παραμένει τυφλή απέναντι στις δομικές ανισότητες που διαπερνούν τη δικαστική αντιμετώπιση της σεξουαλικής βίας. Όταν τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν ένα παιδί 13 ετών με σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα ως ικανό να «συναινέσει» σε σεξουαλικές πράξεις με ενήλικες, όταν αναφέρονται στη «συνήθη επιτυχία» των δραστών «με το γυναικείο φύλο», τότε δεν απονέμουν δικαιοσύνη — τη στερούν. Η απόφαση αυτή υπενθυμίζει ότι η πραγματική προστασία των θυμάτων σεξουαλικής βίας δεν εξαντλείται στη θέσπιση νόμων, αλλά απαιτεί μια ριζική μεταστροφή της δικαστικής κουλτούρας: από την ενοχοποίηση του θύματος στην αναγνώριση της ευαλωτότητάς του, από τα στερεότυπα στην ουσιαστική αξιολόγηση των περιστάσεων, από την τυπική εφαρμογή του νόμου στην πραγματική απονομή δικαιοσύνης.

Πηγή : echrcaselaw.com

To Top