ΑΠΟΦΑΣΗ
Achtypi κατά Ελλάδας της 03.02.2026 (προσφ. αριθ. 58669/19)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ – ACHTYPI ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ (2026)
Η απόφαση Achtypi κατά Ελλάδας αφορά την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ) λόγω δηλώσεων που περιλαμβάνονταν σε δικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά συγκατηγορουμένης της προσφεύγουσας, ενώ η ίδια η προσφεύγουσα δεν είχε ακόμη δικαστεί.
Η προσφεύγουσα, Ελληνίδα υπήκοος γεννηθείσα το 1953, εργαζόταν ως δημόσια υπάλληλος στο τμήμα απονομής συντάξεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Το 2013 ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον της και άλλων τεσσάρων ατόμων για απάτη σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, παράβαση καθήκοντος και υπεξαγωγή εγγράφων. Μετά από αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης από τον Άρειο Πάγο λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, η υπόθεση παραπέμφθηκε εκ νέου στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών.
Με την υπ’ αριθ. 2634/2019 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κλητήριο θέσπισμα ήταν άκυρο και οι κατηγορίες είχαν παραγραφεί. Χώρισε τη διαδικασία κατά της προσφεύγουσας από εκείνη κατά των λοιπών συγκατηγορουμένων και παρέπεμψε την υπόθεσή της στον αρμόδιο εισαγγελέα. Ωστόσο, κατά την εξέταση της ποινικής ευθύνης της Ε.Μ. για ηθική αυτουργία σε απάτη, το δικαστήριο προέβη σε εκτενείς αναφορές στο ρόλο της προσφεύγουσας, διαπιστώνοντας ρητά ότι αυτή είχε δόλο να αυξηθεί η σύνταξη του δικαιούχου και ότι τέλεσε την πράξη της απάτης. Δηλαδή δεν περιορίστηκε σε ουδέτερη αφήγηση των πραγματικών περιστατικών, αλλά προχώρησε σε αξιολογική και νομική αποτίμηση στοιχείων της πράξης και, ειδικά, του υποκειμενικού της στοιχείου.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το δικαστήριο υπερέβη τα αναγκαία όρια για τη θεμελίωση της ευθύνης της ηθικής αυτουργού, καθώς δεν ήταν απαραίτητο να εξεταστεί η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) της προσφεύγουσας. Επιπλέον, το δικαστήριο παρέλειψε να διευκρινίσει ότι δεν προέβαινε σε έμμεση κρίση επί της ενοχής της προσφεύγουσας, αναφερόμενο σε αυτήν επανειλημμένα είτε ως «κατηγορουμένη» είτε με το πλήρες ονοματεπώνυμό της, χωρίς καμία επιφύλαξη.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ACHTYPI ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1953 και κατοικεί στη Νέα Σμύρνη. Εργαζόταν ως δημόσια υπάλληλος στο τμήμα απονομής συντάξεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Το 2013 ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της προσφεύγουσας, της Ε.Μ. (επίσης υπαλλήλου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και τριών ακόμη ατόμων για απάτη σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, παράβαση καθήκοντος και υπεξαγωγή εγγράφων. Με την υπ’ αριθ. 76/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, κρίθηκαν ένοχοι κατ’ έφεση. Μετά από αναίρεση που άσκησε η προσφεύγουσα, ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθ. 697/2019 απόφασή του έκανε δεκτή την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αναίρεσε την καταδίκη και παρέπεμψε την υπόθεση εκ νέου στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών.
Κατά την επανεκδίκαση, το δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2634/2019 απόφασή του της 6ης Μαΐου 2019 διαπίστωσε ότι το κλητήριο θέσπισμα ήταν άκυρο και, ως εκ τούτου, οι κατηγορίες κατά της προσφεύγουσας είχαν παραγραφεί. Χώρισε τη διαδικασία κατά της προσφεύγουσας από εκείνη κατά των λοιπών συγκατηγορουμένων και παρέπεμψε την υπόθεσή της στον αρμόδιο εισαγγελέα για περαιτέρω ενέργειες.
Στην ίδια απόφαση, το δικαστήριο προχώρησε στην εκτίμηση της ποινικής ευθύνης της Ε.Μ. για ηθική αυτουργία σε απάτη και την έκρινε ένοχη. Η απόφαση περιελάμβανε πολλαπλές αναφορές στο ρόλο της προσφεύγουσας, με ρητή μνεία του πλήρους ονοματεπωνύμου της. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα συνέταξε νέο έντυπο υπολογισμού ημερών ασφάλισης, εξέδωσε αποφάσεις απονομής σύνταξης βάσει αναληθών στοιχείων και είχε δόλο να αυξηθεί η σύνταξη του αδελφού της Ε.Μ. Το δικαστήριο κατέληξε ότι η Ε.Μ., με τις πιέσεις και τις παρακλήσεις της, παρακίνησε την προσφεύγουσα να τελέσει την απάτη, την οποία η τελευταία τελικά διέπραξε.
Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθ. 2480/2021 διάταξη του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η ποινική δίωξη κατά της προσφεύγουσας έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ
Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ (Τεκμήριο αθωότητας)
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ – Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας
Το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή, καθώς δεν ήταν προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 στοιχ. α΄ της Σύμβασης ούτε απαράδεκτη για οποιονδήποτε άλλο λόγο.
Ως προς τις γενικές αρχές, το Δικαστήριο παρέπεμψε στις αποφάσεις Karaman κατά Γερμανίας (αριθ. 17103/10, §§ 41, 42 και 63, της 27.02.2014) και Bauras κατά Λιθουανίας (αριθ. 56795/13, §§ 50-52, της 31.10.2017).
Το Δικαστήριο διαπίστωσε καταρχάς ότι η Ε.Μ. δικάστηκε χωριστά από την προσφεύγουσα. Μολονότι οι διαδικασίες είχαν αρχικά κινηθεί από κοινού, στη συνέχεια χωρίστηκαν και η δίωξη κατά της προσφεύγουσας έπαυσε οριστικά. Το Δικαστήριο δεν είχε λόγο να θεωρήσει αδικαιολόγητη την απόφαση χωρισμού (βλ. κατ’ αναλογία Bauras, ό.π., § 54). Παρατήρησε επίσης ότι οι δηλώσεις του δικαστηρίου δεν είχαν τελικά προδικαστική επίδραση στην ποινική διαδικασία κατά της προσφεύγουσας, η οποία έπαυσε οριστικά (βλ. C.O. κατά Γερμανίας, αριθ. 16678/22, § 69, της 17.09.2024).
Ωστόσο, το Δικαστήριο εξέτασε αν η αιτιολογία του εθνικού δικαστηρίου ήταν διατυπωμένη κατά τρόπο που συνιστούσε πρόωρη έκφραση ενοχής (βλ. Karaman, ό.π., § 65).
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι αναφορές του δικαστηρίου στη συμμετοχή τρίτων που ενδέχεται να δικαστούν αργότερα χωριστά μπορεί να είναι απαραίτητες για την εκτίμηση της ενοχής εκείνων που βρίσκονται υπό δίκη. Τα ποινικά δικαστήρια οφείλουν να διαπιστώνουν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όσο το δυνατόν ακριβέστερα και δεν μπορούν να τα παρουσιάζουν ως απλούς ισχυρισμούς ή υποψίες. Ωστόσο, αν πρέπει να εισαχθούν στις αποφάσεις στοιχεία σχετικά με τη συμμετοχή τρίτων, τα δικαστήρια πρέπει να αποφεύγουν να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες από τις αναγκαίες για την εκτίμηση της ευθύνης των κατηγορουμένων που δικάζονται ενώπιόν τους (ό.π., § 64).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο εξέτασε την ποινική ευθύνη της Ε.Μ. και την έκρινε ένοχη για ηθική αυτουργία σε απάτη που τέλεσε η προσφεύγουσα. Με την προσέγγιση αυτή, δεν παρέσχε απλώς μια πραγματολογική περιγραφή των ενεργειών της προσφεύγουσας, αλλά τις αξιολόγησε και από νομική άποψη, υπό το πρίσμα του αν συντρέχει η αντικειμενική υπόσταση της απάτης και μέρος της υποκειμενικής υπόστασης.
Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το εθνικό δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα είχε δόλο να αυξηθεί η σύνταξη του δικαιούχου. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η διαπίστωση αυτή αφορούσε συστατικό στοιχείο της απάτης κατά το άρθρο 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι τον σκοπό προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους, στο πλαίσιο της σχετικής νομικής ορολογίας: «υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου», «υπερχειλής δόλος». Ωστόσο, η επίμαχη απόφαση αφορούσε μόνο την ποινική ευθύνη της Ε.Μ. ως ηθικού αυτουργού. Σύμφωνα με τα άρθρα 46 έως 48 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, και σύμφωνα με τη σχετική πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου που επικαλέστηκε η Κυβέρνηση, για την εξέταση της ποινικής ευθύνης του ηθικού αυτουργού είναι ουσιώδες να διαπιστωθεί αν συντρέχει η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος από τον αυτουργό. Δεν είναι όμως αναγκαίο να εξεταστεί η υποκειμενική υπόσταση του αυτουργού, καθώς αυτή είναι ανεξάρτητη από εκείνη του ηθικού αυτουργού. Επομένως, η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι το δικαστήριο υποχρεούτο να διαπιστώσει το δόλο της προσφεύγουσας για να θεμελιώσει την ποινική ευθύνη της Ε.Μ. ως ηθικού αυτουργού, σε αντίθεση με τις υποθέσεις Karaman (ό.π., §§ 66-67) και C.O. κατά Γερμανίας (ό.π., § 63).
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι, διαπιστώνοντας το δόλο της προσφεύγουσας, το εθνικό δικαστήριο παρέλειψε να αποφύγει την παροχή περισσότερων πληροφοριών από τις αναγκαίες για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης της Ε.Μ., δηλαδή το πρόβλημα δεν ήταν η αναφορά σε γεγονότα, αλλά η υπέρβαση σε «κρίση» περί υποκειμενικών στοιχείων της προσφεύγουσας, πέραν του αναγκαίου για την αξιολόγηση της ηθικής αυτουργίας.
Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης αν το εθνικό δικαστήριο κατέστησε επαρκώς σαφές ότι δεν προέβαινε εμμέσως και στην κρίση επί της ενοχής της προσφεύγουσας (βλ. Karaman, ό.π., § 67). Στην επίμαχη απόφαση, το δικαστήριο χώρισε τη διαδικασία κατά της προσφεύγουσας πριν εξετάσει την ευθύνη της Ε.Μ. Ωστόσο, κατά την εκτίμηση της ευθύνης της Ε.Μ., αναφερόταν επανειλημμένα στην προσφεύγουσα είτε ως «κατηγορουμένη» είτε με το πλήρες ονοματεπώνυμό της, παρότι είχε ήδη διαπιστωθεί ότι η ποινική της ευθύνη θα κριθεί σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η καθιερωμένη έννοια και τα αποτελέσματα των νομικών όρων κατά το εσωτερικό δίκαιο (βλ. Fleischner κατά Γερμανίας της 03.10.2019, αριθ. 61985/12, §§ 65 και 69). Αναγνώρισε ότι, αν και η προσφεύγουσα ήταν τεχνικά «κατηγορουμένη» στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην επίμαχη απόφαση, οι ανεπιφύλακτες δηλώσεις δεν συνοδεύονταν από καμία διευκρίνιση ότι η εκτίμηση της ποινικής της ευθύνης δεν αποτελούσε αντικείμενο εκείνης της διαδικασίας αλλά θα επαφιόταν σε χωριστή ποινική διαδικασία (σε αντίθεση με τις αποφάσεις Karaman, § 70, Bauras, § 54, και C.O. κατά Γερμανίας, § 68).
Λαμβάνοντας υπόψη (α) το γεγονός ότι το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας, υπερέβη τα αναγκαία κατά το εσωτερικό δίκαιο όρια για την καταδίκη της Ε.Μ., και (β) την απουσία οποιασδήποτε διευκρίνισης ικανής να διαλύσει την εντύπωση ότι προέβαινε εμμέσως στην κρίση επί της ποινικής ευθύνης της προσφεύγουσας, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι επίμαχες δηλώσεις στην αιτιολογία της υπ’ αριθ. 2634/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών συνιστούσαν πρόωρη έκφραση της ενοχής της προσφεύγουσας.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ.
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ ACHTYPI ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Η απόφαση Achtypi κατά Ελλάδας εμπλουτίζει τη νομολογία του ΕΔΔΑ για το τεκμήριο αθωότητας στο πλαίσιο χωριστών ποινικών διαδικασιών, προβαίνοντας σε διευκρίνιση μάλλον παρά σε «καινοτομία» με τη στενή έννοια:
Εφαρμογή σε υποθέσεις ηθικής αυτουργίας: Η απόφαση αποσαφηνίζει τα όρια των δηλώσεων που μπορεί να κάνει ένα δικαστήριο για τον αυτουργό όταν δικάζει τον ηθικό αυτουργό. Ενώ η διαπίστωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι αναγκαία, η εξέταση της υποκειμενικής υπόστασης (δόλου) του αυτουργού υπερβαίνει τα αναγκαία όρια όταν διατυπώνεται ως δικανική κρίση περί ενοχής και υπαιτιότητας του τρίτου και όχι ως απολύτως αναγκαία περιγραφή των γεγονότων.
Διάκριση από προηγούμενη νομολογία: Σε αντίθεση με τις υποθέσεις Karaman και C.O. κατά Γερμανίας, όπου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η διαπίστωση της συμπεριφοράς του τρίτου ήταν απαραίτητη, στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε την αναγκαιότητα εξέτασης του δόλου της προσφεύγουσας.
Σημασία της χρήσης νομικών όρων: Η απόφαση υπογραμμίζει ότι η επανειλημμένη χρήση του όρου «κατηγορουμένη» και του πλήρους ονοματεπωνύμου, χωρίς επιφύλαξη ότι η ποινική ευθύνη θα κριθεί σε άλλη διαδικασία, συνιστά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.
Απαίτηση ρητής διευκρίνισης: Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι ακόμη και όταν ο χωρισμός των διαδικασιών γίνεται πριν από την εκτίμηση της ευθύνης του συγκατηγορουμένου, απαιτείται ρητή διευκρίνιση ότι δεν προσδιορίζεται η ενοχή του τρίτου, π.χ. με ρητή επιφύλαξη ότι κάθε αναφορά γίνεται αποκλειστικά για τις ανάγκες της κρίσης επί της ευθύνης του κατηγορουμένου που δικάζεται.
ΣΧΟΛΙΟ – ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ACHTYPI ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Βασίλης Χειρδάρης
Η απόφαση Achtypi κατά Ελλάδας εντάσσεται στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για την προστασία του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο χωριστών ποινικών διαδικασιών και αποτελεί σημαντική υπενθύμιση για τα ελληνικά δικαστήρια.
Επιβεβαίωση θεμελιωδών αρχών
Η απόφαση επαναλαμβάνει τις αρχές που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Karaman κατά Γερμανίας. Τα ποινικά δικαστήρια, όταν εξετάζουν την ευθύνη ενός κατηγορουμένου, μπορούν να αναφέρονται σε τρίτους που θα δικαστούν χωριστά, αλλά πρέπει να αποφεύγουν να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες από τις αναγκαίες και να διευκρινίζουν ότι δεν προσδιορίζουν την ενοχή τους, ώστε να μη δημιουργείται ούτε υπολανθάνουσα «δικανική ετυμηγορία» για πρόσωπο που δεν είναι αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης.
Ειδικότερα ζητήματα της υπόθεσης
Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι αφορά τη σχέση αυτουργού και ηθικού αυτουργού στο ελληνικό ποινικό δίκαιο. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, κατά τα άρθρα 46-48 ΠΚ, για τη θεμελίωση της ευθύνης του ηθικού αυτουργού είναι αναγκαία η διαπίστωση της αντικειμενικής υπόστασης, όχι όμως και η εξέταση της υποκειμενικής υπόστασης του αυτουργού. Η διαπίστωση του δόλου της προσφεύγουσας υπερέβη τα αναγκαία όρια, παρά το ότι η Κυβέρνηση προσπάθησε να την εντάξει στο στοιχείο του «σκοπού προσπορισμού παράνομου οφέλους» (υπερχειλής δόλος). Το ΕΔΔΑ όμως έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκε η αναγκαιότητα αυτής της κρίσης για την ευθύνη της ηθικής αυτουργού.
Συγκριτική ανάλυση με νομολογία ΕΔΔΑ
Η απόφαση ακολουθεί τη γραμμή προηγούμενων αποφάσεων αλλά διακρίνεται σε ένα ουσιώδες σημείο: ενώ στις υποθέσεις Karaman και C.O. κατά Γερμανίας το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναφορές στον τρίτο ήταν αναπόφευκτες, στην παρούσα υπόθεση διαπίστωσε ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε την αναγκαιότητα. Αυτό καθιστά την απόφαση πιο απαιτητική ως προς την επίκληση και τεκμηρίωση της «αναγκαιότητας» εκ μέρους του κράτους και, πρακτικά, λειτουργεί ως αυστηρότερη υπενθύμιση αυτοσυγκράτησης στη δικανική γλώσσα.
Η απόφαση Bauras κατά Λιθουανίας παρέχει το γενικό πλαίσιο για τις χωριστές διαδικασίες, ενώ η απόφαση Fleischner κατά Γερμανίας υπογραμμίζει τη σημασία της καθιερωμένης έννοιας των νομικών όρων στο εσωτερικό δίκαιο.
Πρακτικές συνέπειες για την ελληνική έννομη τάξη
Η απόφαση έχει άμεσες πρακτικές συνέπειες για τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια:
Πρώτον, όταν χωρίζεται η διαδικασία λόγω ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος ή παραγραφής, το δικαστήριο πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στις αναφορές του για τον κατηγορούμενο του οποίου η υπόθεση χωρίστηκε.
Δεύτερον, σε υποθέσεις ηθικής αυτουργίας, η διαπίστωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι επαρκής· η δε αναφορά στον δόλο του αυτουργού δεν είναι αναγκαία και μπορεί να οδηγήσει σε παραβίαση του άρθρου 6 § 2, όταν πρόκειται για ρητή δικανική διαπίστωση και αξιολόγηση της υποκειμενικής υπόστασης του τρίτου (και όχι για απολύτως αναγκαία περιγραφή του τρόπου τέλεσης).
Τρίτον, απαιτείται ρητή διευκρίνιση ότι οι αναφορές στον τρίτο δεν συνιστούν κρίση επί της ενοχής του. Συναφώς, είναι πρακτικά χρήσιμη (ιδίως σε αποφάσεις με εκτενή αιτιολογία) η υιοθέτηση διατυπώσεων «για τις ανάγκες της κρίσης επί της ευθύνης της/του Χ», «χωρίς να προδικάζεται η ποινική ευθύνη του/της Υ», καθώς και, όπου ενδείκνυται, η χρήση αρχικών αντί πλήρους ονοματεπωνύμου.
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
Η απόφαση είναι δογματικά ορθή και εντάσσεται στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου.
Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι οι δηλώσεις δεν είχαν τελικά προδικαστική επίδραση στην υπόθεση της προσφεύγουσας, η οποία έπαυσε λόγω παραγραφής. Ωστόσο, έκρινε ότι αυτό δεν αρκεί για να αποκλείσει την παραβίαση. Η σημαντική αυτή προσέγγιση υπογραμμίζει την αυτοτέλεια της προστασίας του τεκμηρίου αθωότητας ως δικαιώματος που προστατεύει και τη φήμη και την υπόληψη του ατόμου, ιδίως όταν το κράτος, μέσω δικαστικής απόφασης, αποδίδει σε συγκεκριμένο πρόσωπο «ενοχικό» αφήγημα με νομικούς όρους χωρίς επιφύλαξη.
Συμπέρασμα: Η απόφαση Achtypi κατά Ελλάδας αποτελεί σαφές μήνυμα προς τα ελληνικά δικαστήρια ότι ακόμη και όταν η διαδικασία χωρίζεται λόγω δικονομικών αναγκών, η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να είναι διατυπωμένη με τρόπο που σέβεται το τεκμήριο αθωότητας όσων δεν έχουν ακόμη δικαστεί.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Karaman v. Germany, 27.02.2014, Application no. 17103/10
- Bauras v. Lithuania, 31.10.2017, Application no. 56795/13
- C.O. v. Germany, 17.09.2024, Application no. 16678/22
- Fleischner v. Germany, 03.10.2019, Application no. 61985/12
