Ενδοοικογενειακή βία. Αποτυχία αποτελεσματικής έρευνας. Έλλειψη ευαισθησίας ως προς την έμφυλη βία. Καθυστερήσεις ποινικής διαδικασίας. Παραβίαση άρθρου 3

ΑΠΟΦΑΣΗ

J.S. κατά Σλοβακίας της 22.01.2026 (προσφ. αριθ. 35767/23)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπόθεση αφορά την αποτυχία των σλοβακικών αρχών να διερευνήσουν αποτελεσματικά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας για ενδοοικογενειακή βία από τον τότε σύζυγό της, καθώς και τις υπερβολικές καθυστερήσεις της ποινικής διαδικασίας.

Η προσφεύγουσα, J.S., κατήγγειλε συστηματική σωματική και ψυχολογική κακοποίηση από τον σύζυγό της T. την περίοδο από Σεπτέμβριο 2012 έως Ιούλιο 2014. Σημειώνεται ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση, η ίδια δεν είχε υποβάλει καταγγελία στην αστυνομία ούτε είχε ζητήσει μέτρα προστασίας, μολονότι οι αρχές κινήθηκαν αυτεπαγγέλτως μόλις έλαβαν γνώση του επεισοδίου της 5ης Ιουλίου 2014. Η κακοποίηση περιελάμβανε χαστούκια, στραγγαλισμό, κλωτσιές, προσβολές, εξευτελισμό, απειλές θανάτου και καταναγκαστικό έλεγχο. Ο T. είχε ήδη καταδικαστεί για βίαιη επίθεση κατά της προσφεύγουσας στις 5 Ιουλίου 2014. Ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα έπασχε από σύνδρομο κακοποιημένης γυναίκας και μετατραυματική διαταραχή στρες.

Παρά τις καταθέσεις της προσφεύγουσας, των ανήλικων τέκνων της, πολλών μαρτύρων και τα πορίσματα της ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης, ο T. αθωώθηκε τρεις φορές από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το δικαστήριο έκρινε ότι κανείς μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε τη συμπεριφορά του T. όπως περιγραφόταν στο κατηγορητήριο και αμφισβήτησε τα πορίσματα του ψυχολόγου πραγματογνώμονα. Τελικώς, το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξε βία μεταξύ των συζύγων, αλλά έκρινε ότι αυτή είχε αμοιβαίο χαρακτήρα, αποκλείοντας έτσι τον ποινικό της χαρακτήρα.

Η ποινική διαδικασία ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων διήρκεσε συνολικά άνω των επτά ετών, με δύο αναπομπές της υπόθεσης στο πρωτοδικείο λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας.

Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή υπό το πρίσμα του δικονομικού σκέλους του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μεταχείριση την οποία περιέγραψε η προσφεύγουσα υπερέβαινε το ελάχιστο όριο σοβαρότητας για την εφαρμογή του άρθρου 3, καθώς προκάλεσε αισθήματα φόβου, αγωνίας και ανασφάλειας. Ο ισχυρισμός της συνιστούσε αμφισβητήσιμο («arguable») ισχυρισμό κακομεταχείρισης που ενεργοποιούσε τη θετική υποχρέωση του Κράτους.

Ως προς την εκπλήρωση των θετικών υποχρεώσεων, το Δικαστήριο επεσήμανε τη φορμαλιστική προσέγγιση των εγχώριων δικαστηρίων. Τα δικαστήρια αγνόησαν πολλά αποδεικτικά στοιχεία που υποστήριζαν τις κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων των τέκνων, συγγενών και του θεράποντος ψυχιάτρου της προσφεύγουσας. Επίσης, απέρριψαν αυθαίρετα την ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη και στηρίχθηκαν στην υποτιθέμενη αμοιβαιότητα της βίας για να αποκλείσουν τον ποινικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του T.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εγχώρια δικαστήρια απέτυχαν να αναλύσουν την υπόθεση από την προοπτική της έμφυλης βίας και να διενεργήσουν αξιολόγηση ευαίσθητη στο πλαίσιο («context-sensitive assessment»). Επιπλέον, οι σημαντικές καθυστερήσεις της διαδικασίας εξέθεσαν την προσφεύγουσα σε παρατεταμένη αβεβαιότητα και δευτερογενή θυματοποίηση.

Ως προς τον ισχυρισμό βάσει του άρθρου 14 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8, το Δικαστήριο τον απέρριψε ως προδήλως αβάσιμο, κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε εκ πρώτης όψεως ευρεία παθητικότητα των αρχών στην παροχή προστασίας σε γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας ούτε διακριτή μεταχείριση στη δική της υπόθεση. Η προσφεύγουσα, προς στήριξη του «συστημικού» χαρακτήρα του παραπόνου της, είχε επικαλεστεί, μεταξύ άλλων, και τις αποφάσεις Kontrová κατά Σλοβακίας και E.S. and Others κατά Σλοβακίας.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικονομικού σκέλους του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε 16.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, J.S., γεννήθηκε το 1980 και κατοικεί στο Prešov της Σλοβακίας. Ήταν παντρεμένη με τον T. από το 2001 και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, που γεννήθηκαν το 2002 και το 2005.

Στις 6 Ιουλίου 2014, η αστυνομία άσκησε ποινική δίωξη κατά του T. για επικίνδυνη και απειλητική συμπεριφορά που φέρεται ότι διαπράχθηκε στις 5 Ιουλίου 2014, συνιστάμενη σε λεκτική και σωματική επίθεση κατά της προσφεύγουσας, απειλές θανάτου και πρόκληση τραυματισμών. Ο T. καταδικάστηκε για το αδίκημα αυτό με ποινική διαταγή της 8ης Δεκεμβρίου 2014 σε οκτώ μήνες φυλάκιση.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 2014, βάσει του φακέλου της ανωτέρω υπόθεσης, η αστυνομία κίνησε αυτεπαγγέλτως ποινική έρευνα για το αδίκημα της κακοποίησης από πρόσωπο οικείο προς το θύμα, κατ’ άρθρο 208 §§ 1(α) και 2(δ) του Ποινικού Κώδικα, για πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν μεταξύ Σεπτεμβρίου 2012 και 4 Ιουλίου 2014.

Στις 26 Νοεμβρίου 2014, απαγγέλθηκαν κατηγορίες κατά του T. Στις 19 Ιουνίου 2015, ο T. παραπέμφθηκε σε δίκη με κατηγορητήριο που περιέγραφε ότι επανειλημμένα, για μακρό χρονικό διάστημα και υπό την επήρεια αλκοόλ, επιτέθηκε λεκτικά και σωματικά στην προσφεύγουσα (με χαστούκια, στραγγαλισμό και κλωτσιές), την προσέβαλε και την ξευτέλισε, την απείλησε με θάνατο, της προκάλεσε φόβο και αγωνία μέσω ελέγχου και παρακολούθησης, και την εξανάγκασε σε σεξουαλική επαφή. Τα ανωτέρω είχαν ως αποτέλεσμα η προσφεύγουσα να αναπτύξει σύνδρομο κακοποιημένης γυναίκας και τα τέκνα της μετατραυματική διαταραχή στρες.

Οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας επιβεβαιώθηκαν από τη μητέρα της και τα ανήλικα παιδιά της, τα οποία κατέθεσαν ότι ο πατέρας τους, όταν ήταν μεθυσμένος, συμπεριφερόταν πολύ άσχημα και φοβούνταν για τη μητέρα τους. Η αδελφή της προσφεύγουσας και άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του θεράποντος ψυχιάτρου της, κατέθεσαν ότι είχαν παρατηρήσει μώλωπες και οίδημα στην προσφεύγουσα και στην κόρη της. Ο πατέρας του T. δήλωσε ότι υπήρχαν καυγάδες μεταξύ της προσφεύγουσας και του T. και ότι σε μία περίπτωση τα παιδιά τον κάλεσαν για να του πουν ότι ο T. είχε χτυπήσει την προσφεύγουσα.

Μεταξύ 9 Σεπτεμβρίου 2015 και 15 Απριλίου 2016 διεξήχθησαν έξι συνεδριάσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου Košice II. Ο ψυχολόγος πραγματογνώμονας παρουσίασε τα πορίσματά του ότι η προσφεύγουσα και τα τέκνα της έπασχαν από μετατραυματική διαταραχή στρες, η οποία, όσον αφορά την προσφεύγουσα, συνδεόταν με σύνδρομο κακοποιημένης γυναίκας, υποδεικνύοντας ότι είχε εκτεθεί σε επιθέσεις και καταναγκαστικό έλεγχο για περισσότερο από ένα έτος. Κατά τον πραγματογνώμονα, δεν υπήρχε λόγος αμφιβολίας ότι η προσφεύγουσα είχε εκτεθεί σε καταστάσεις βίας. Ο T. χαρακτηρίστηκε ως συναισθηματικά ασταθής, επιρρεπής σε επιθετικές αντιδράσεις και εξαρτημένος από το αλκοόλ.

Στις 15 Απριλίου 2016, το Πρωτοδικείο αθώωσε τον T., κρίνοντας ότι κανένας μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε ότι ο T. συμπεριφέρθηκε κατά τον τρόπο που περιγραφόταν στο κατηγορητήριο. Η απόφαση αναιρέθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2016 κατόπιν έφεσης του εισαγγελέα και η υπόθεση αναπέμφθηκε σε διαφορετικό τμήμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Μεταξύ 9 Αυγούστου 2017 και 8 Σεπτεμβρίου 2021, το Πρωτοδικείο διεξήγαγε οκτώ συνεδριάσεις. Πολλές αναβολές ή ματαιώσεις ήταν αναγκαίες λόγω απουσίας του T. ή της δικηγόρου της προσφεύγουσας, ελαττωματικών κλήσεων, μη εμφάνισης μαρτύρων ή λόγω της πανδημίας COVID-19.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, το Πρωτοδικείο αθώωσε τον T. για δεύτερη φορά, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι πράξεις του πληρούσαν τα στοιχεία του ποινικού αδικήματος. Ασκήθηκε έφεσης από τον εισαγγελέα και το Περιφερειακό Δικαστήριο Košice την έκανε δεκτή στις 28 Ιανουαρίου 2022 και ανάπεμψε την υπόθεση, κρίνοντας ότι τα συμπεράσματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν ανακριβή.

Στις 18 Μαΐου 2022, το Πρωτοδικείο αθώωσε τον T. για τρίτη φορά. Το δικαστήριο έκρινε ότι κανένας μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε τη συμπεριφορά του T. όπως περιγραφόταν στο κατηγορητήριο. Εξέφρασε αμφιβολίες για τα πορίσματα του ψυχολόγου πραγματογνώμονα, επισημαίνοντας ότι η προσφεύγουσα παρακολουθούνταν από ψυχίατρο ήδη από το 2010, γεγονός που κατά το δικαστήριο διέψευδε τη δήλωση του πραγματογνώμονα ότι τα προβλήματά της συνδέονταν με τις συγκρούσεις με τον T. μετά τον Σεπτέμβριο 2012. Τελικώς, το δικαστήριο δέχθηκε ότι είχαν λάβει χώρα καυγάδες και σωματικές και λεκτικές επιθέσεις μεταξύ των πρώην συζύγων, αλλά, δεδομένου του αμοιβαίου χαρακτήρα τους, δεν διαπίστωσε ότι ο T. είχε διαπράξει το αδίκημα της επικίνδυνης και απειλητικής συμπεριφοράς.

Στις 15 Νοεμβρίου 2022, το Περιφερειακό Δικαστήριο Košice απέρριψε την έφεση του εισαγγελέα, κρίνοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν δεόντως και πειστικά αιτιολογημένη.

Η συνταγματική προσφυγή της προσφεύγουσας απορρίφθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο στις 26 Απριλίου 2023.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3,

Άρθρο 8,

Άρθρο 13,

Άρθρο 14

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η κακομεταχείριση πρέπει να υπερβαίνει ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3. Η αξιολόγηση του κατώτατου αυτού ορίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της φύσης και του πλαισίου της μεταχείρισης, της διάρκειάς της, των σωματικών και ψυχικών επιπτώσεών της και, σε ορισμένες περιπτώσεις, του φύλου του θύματος και της σχέσης μεταξύ θύματος και δράστη.

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η απαγόρευση της κακομεταχείρισης βάσει του άρθρου 3 καλύπτει όλες τις μορφές ενδοοικογενειακής βίας χωρίς εξαίρεση, και κάθε τέτοια πράξη ενεργοποιεί την υποχρέωση διερεύνησης. Ακόμη και ένα μεμονωμένο χτύπημα μπορεί να προκαλέσει αισθήματα φόβου και αγωνίας στο θύμα. Οι απειλές αποτελούν μορφή ψυχολογικής βίας και ένα ευάλωτο θύμα μπορεί να βιώσει φόβο ανεξαρτήτως της αντικειμενικής φύσης της εκφοβιστικής συμπεριφοράς.

Ως προς τη διαπίστωση μεταχείρισης που εμπίπτει στο άρθρο 3, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο T. παραδέχθηκε ότι περιστασιακά χαστούκισε την προσφεύγουσα, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τα τέκνα τους, ότι η θεράπουσα ψυχίατρος της προσφεύγουσας δήλωσε ότι αυτή τον φοβόταν και, κυρίως, ότι ο ψυχολόγος πραγματογνώμονας ήταν πεπεισμένος ότι είχε εκτεθεί σε επιθέσεις και καταναγκαστικό έλεγχο για περισσότερο από ένα έτος και έπασχε από σύνδρομο κακοποιημένης γυναίκας. Το Δικαστήριο δεν αμφέβαλε ότι η προσφεύγουσα φοβόταν επιθέσεις από τον T. και δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι οι φόβοι της υλοποιήθηκαν τελικώς με το περιστατικό της 5ης Ιουλίου 2014 που οδήγησε στην ποινική καταδίκη του T.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μεταχείριση, όπως περιεγράφη από την προσφεύγουσα, στην οποία αυτή υποβλήθηκε και η οποία στρεφόταν κατά της ταυτότητάς της και υπονόμευε την ακεραιότητα και αξιοπρέπειά της, κατ’ ανάγκη της προκάλεσε αισθήματα φόβου, αγωνίας και ανασφάλειας που υπερέβαιναν το απαιτούμενο όριο σοβαρότητας για να εμπίπτουν στο άρθρο 3. Η προσφεύγουσα είχε επομένως θεμελιώσει αμφισβητήσιμο ισχυρισμό κακομεταχείρισης που ενεργοποιούσε τη θετική υποχρέωση του Κράτους βάσει της διάταξης αυτής.

Ως προς την εκπλήρωση της θετικής υποχρέωσης του Κράτους, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα δεν διατύπωσε ειδικό παράπονο σχετικά με την αστυνομική έρευνα, η οποία πράγματι επέτρεψε τη συλλογή σημαντικού όγκου αποδεικτικών στοιχείων και την ταχεία παραπομπή του υποτιθέμενου δράστη. Το Δικαστήριο επικεντρώθηκε στο κατά πόσον η υπόθεση της προσφεύγουσας υποβλήθηκε σε προσεκτικό έλεγχο εντός εύλογου χρόνου από τα εγχώρια δικαστήρια.

Το Δικαστήριο δεν μπόρεσε παρά να επισημάνει τη φορμαλιστική προσέγγιση των εγχώριων δικαστηρίων στις περιστάσεις της υπόθεσης της προσφεύγουσας, καθώς αρνήθηκαν να λάβουν υπόψη στοιχεία κρίσιμα για τη συνολική αξιολόγηση της υπόθεσης.

Αρχικά, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο κύριος λόγος αθώωσης του T. ήταν ότι κανένας μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε ότι ο T. συμπεριφέρθηκε κατά τον τρόπο που περιγραφόταν στο κατηγορητήριο. Ωστόσο, το εύρημα αυτό φαινόταν να έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα πολλά αποδεικτικά στοιχεία που υποστήριζαν τις κατηγορίες κατά του T., τα οποία τα δικαστήρια παρέβλεψαν χωρίς καμία εξήγηση. Πρωτίστως, υπήρχαν οι καταθέσεις των τέκνων της προσφεύγουσας, τα οποία μίλησαν για τη βίαιη συμπεριφορά του πατέρα τους που είχαν γίνει μάρτυρες και στην οποία είχαν επίσης εκτεθεί. Επιπλέον, οι καταθέσεις της προσφεύγουσας φάνηκε να επιβεβαιώνονται από πολλούς μάρτυρες, μεταξύ των οποίων συγγενείς και γείτονες, η μητέρα και η αδελφή της, ο πατέρας του T. και ο θεράπων ψυχίατρός της, που είχαν δει τους τραυματισμούς της.

Το Δικαστήριο παρατήρησε περαιτέρω ότι ο ψυχολόγος πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα έπασχε από σύνδρομο κακοποιημένης γυναίκας και μετατραυματική διαταραχή στρες και ότι δεν υπήρχε λόγος αμφιβολίας ότι είχε εκτεθεί σε καταστάσεις βίας. Παρά ταύτα, και μολονότι ο πραγματογνώμονας εξήγησε ότι η ψυχιατρική θεραπεία που είχε υποβληθεί η προσφεύγουσα το 2010 δεν είχε καμία σχέση με το ανωτέρω σύνδρομο, το οποίο προφανώς αναπτύχθηκε αργότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε – μάλλον αυθαίρετα, κατά την άποψη του Δικαστηρίου – ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα επισκεπτόταν ψυχίατρο από το 2010 έθετε υπό αμφισβήτηση τη δήλωση του πραγματογνώμονα ότι τα προβλήματά της συνδέονταν με τις συγκρούσεις της με τον T. μετά τον Σεπτέμβριο 2012. Φάνηκε ακόμη πιο εντυπωσιακό ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι η πραγματογνωμοσύνη διαψεύστηκε από τις καταθέσεις των δασκάλων των παιδιών, οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με την ίδια την προσφεύγουσα. Επιπλέον, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγνόησε τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων ότι ο T. ήταν συναισθηματικά ασταθής, επιρρεπής σε επιθετικές αντιδράσεις και εξαρτημένος από το αλκοόλ, και δεν αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε εκφράσει φόβο γι’ αυτόν.

Το Δικαστήριο δεν μπόρεσε παρά να παρατηρήσει ότι, παρά τα εκτεταμένα αυτά αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαίωσαν τις καταθέσεις της προσφεύγουσας, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έδωσε έμφαση στις μάλλον ισχνές μαρτυρίες όσων δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν τα γεγονότα που περιγράφονταν στο κατηγορητήριο. Επιπλέον, το δικαστήριο δεν εξήγησε γιατί το γεγονός ότι ο T. παραδέχθηκε ότι περιστασιακά χαστούκιζε την προσφεύγουσα και την παρενοχλούσε λεκτικά δεν λήφθηκε ως στοιχείο σε βάρος του, τουλάχιστον για το αδίκημα της επικίνδυνης και απειλητικής συμπεριφοράς. Αντιθέτως, ενώ δέχθηκε ότι υπήρξε βία, το δικαστήριο στηρίχθηκε στην υποτιθέμενη αμοιβαιότητά της για να αποκλείσει τον ποινικό της χαρακτήρα, καταδεικνύοντας έτσι την έλλειψη ευαίσθητης προσέγγισης ως προς το φύλο στην παρούσα υπόθεση.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιέγραψε λεπτομερώς όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, ήταν υπερβολικά φορμαλιστικό στα συμπεράσματά του και δεν επέδειξε επίγνωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας, αποτυγχάνοντας να αναλύσει τις περιστάσεις της υπόθεσης από την προοπτική της έμφυλης βίας και να διενεργήσει αξιολόγηση ευαίσθητη στο πλαίσιο («context-sensitive assessment») της αξιοπιστίας των διαφόρων καταθέσεων. Ειδικότερα, οι καταθέσεις της προσφεύγουσας δεν φάνηκε να τοποθετήθηκαν στο κατάλληλο πλαίσιο, ιδίως σε σχέση με άλλες μαρτυρικές καταθέσεις που επιβεβαίωναν την εκδοχή της και την πραγματογνωμοσύνη, και τα συμφραζόμενα στοιχεία, όπως το ιστορικό, το συνεχές μοτίβο και η δυναμική της βίας του T. κατά της προσφεύγουσας, που προσδιορίστηκαν στην ποινική διαταγή της 8ης Δεκεμβρίου 2014, αγνοήθηκαν πλήρως.

Ως προς το τελευταίο σημείο, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι κάθε ποινική υπόθεση πρέπει να κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που είτε επιβεβαιώνουν είτε διαψεύδουν τις κατηγορίες. Ωστόσο, έκρινε ότι σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, η αποτυχία εξέτασης αλληλένδετων περιστατικών που εμπίπτουν στο ίδιο μοτίβο επιθετικής συμπεριφοράς ισοδυναμεί με παραβίαση της υποχρέωσης υποβολής των υποθέσεων αυτών στον προσεκτικό έλεγχο που απαιτείται από τα εγχώρια δικαστήρια βάσει της Σύμβασης.

Τέλος, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι κατά την εξέταση της αποτελεσματικότητας μιας έρευνας βάσει του άρθρου 3, λαμβάνει επίσης υπόψη την ταχύτητα της διαδικασίας, απαίτηση που πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με άλλες παραμέτρους που επηρεάζουν την (αν)αποτελεσματικότητα της έρευνας. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας αλλά και κατά πόσον οι αποφάσεις ακυρώθηκαν επανειλημμένα λόγω παραλείψεων των κατώτερων δικαστηρίων.

Σχετικά, το Δικαστήριο είχε ήδη παρατηρήσει ότι όσον αφορά το στάδιο της αστυνομικής έρευνας, οι εγχώριες αρχές επέδειξαν την απαιτούμενη ταχύτητα· πράγματι, ο T. παραπέμφθηκε 9 μήνες μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης στις 24 Σεπτεμβρίου 2014.

Ωστόσο, σημαντικές καθυστερήσεις σημειώθηκαν μετά την παραπομπή του T. σε δίκη, λόγω του γεγονότος ότι οι πρωτόδικες αθωωτικές αποφάσεις αναιρέθηκαν δύο φορές και ότι, μετά την πρώτη αναίρεση, το Πρωτοδικείο (με διαφορετική σύνθεση) χρειάστηκε σχεδόν πέντε έτη για να εκδώσει νέα απόφαση, στην οποία απλώς επανέλαβε την προηγούμενη αιτιολογία του. Συνολικά, η διαδικασία ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων διήρκεσε περισσότερα από 7 έτη, εκθέτοντας την προσφεύγουσα σε παρατεταμένη κατάσταση αβεβαιότητας και άλλες αρνητικές επιπτώσεις της μακροχρόνιας διαδικασίας. Ειδικότερα, αναγκάστηκε να αναβιώσει τα οδυνηρά γεγονότα πολλές φορές κατά τη διάρκεια τριών επαναλήψεων της δίκης, γεγονός που αναγκαστικά της προκάλεσε περιττή ταλαιπωρία και απογοήτευση, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εάν οι μηχανισμοί του ποινικού δικαίου που στοχεύουν στην αποτροπή και τιμωρία ποινικών πράξεων κακοποίησης είχαν εφαρμοστεί με αποτελεσματικό και ταχύ τρόπο.

Συνοψίζοντας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές χειρίστηκαν πράγματι το ζήτημα – ιδίως οι σοβαρές ελλείψεις που περιγράφηκαν ανωτέρω, δηλαδή η αποτυχία διενέργειας αξιολόγησης ευαίσθητης στο πλαίσιο και ο αργός ρυθμός της ποινικής διαδικασίας κατά του T. – αποκάλυψε αποτυχία εκ μέρους τους να εκπληρώσουν τις θετικές τους υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 3.

Ως προς τα παράπονα βάσει των άρθρων 8 και 13, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπό το φως της διαπίστωσης παραβίασης του άρθρου 3, δεν υπήρχε ανάγκη εξέτασής τους καθώς δεν εγείρουν χωριστό ζήτημα (παρότι κρίθηκαν παραδεκτά).

Ως προς τον ισχυρισμό παραβίασης του άρθρου 14 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8, το Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία του σύμφωνα με την οποία η αποτυχία ενός Κράτους να προστατεύσει τις γυναίκες από ενδοοικογενειακή βία παραβιάζει το δικαίωμά τους σε ίση προστασία ενώπιον του νόμου και ότι αυτή η αποτυχία δεν χρειάζεται να είναι εκ προθέσεως. Ωστόσο, οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην προκειμένη υπόθεση βάσει του άρθρου 3 δεν αποκάλυπταν διακριτή στάση εκ μέρους των αρχών και δεν του επέτρεπαν να συμπεράνει ότι η σλοβακική αστυνομία ή άλλες εθνικές αρχές υποτιμούσαν συστηματικά ή αρνούνται να αντιμετωπίσουν υποθέσεις βίας κατά γυναικών.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Σλοβακία δεν έχει μέχρι σήμερα επικυρώσει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας («Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης»). Παρατήρησε επίσης ότι η Επιτροπή CEDAW εξέφρασε ανησυχία για την έλλειψη ειδικού ορισμού της ενδοοικογενειακής βίας ως αδικήματος στον Ποινικό Κώδικα και την ανεπαρκή τιμωρία των δραστών βίας μεταξύ συντρόφων και γυναικοκτονίας.

Ωστόσο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι στην παρούσα υπόθεση η προσφεύγουσα αναφέρθηκε μόνο γενικά σε μη προσδιοριζόμενες εκθέσεις της Επιτροπής CEDAW και της CAT, χωρίς να παράσχει στατιστικά ή άλλα στοιχεία που να αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως μεταχείριση διάκρισης εκ μέρους των σλοβακικών αρχών προς γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, μια τέτοια γενική αναφορά δεν αρκούσε για να αποδείξει θεσμικές στάσεις ή συστηματικά μοτίβα διακρίσεων.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσφεύγουσα φέρει το αρχικό εκ πρώτης όψεως βάρος απόδειξης διαφορετικής μεταχείρισης, το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ότι η προσφεύγουσα απέδειξε εκ πρώτης όψεως ευρεία παθητικότητα εκ μέρους των εγχώριων αρχών όσον αφορά την παροχή αποτελεσματικής προστασίας σε γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Επιπλέον, δεν υπέβαλε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι αρχές που χειρίστηκαν τη συγκεκριμένη υπόθεσή της ενήργησαν με τρόπο ή με πρόθεση διάκρισης προς αυτήν.

Το Δικαστήριο έκρινε επομένως ότι οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στην προκειμένη υπόθεση, οι οποίες απορρέουν από την αποτυχία των δικαστηρίων να ενεργήσουν ταχέως και να ασκήσουν προσεκτικό έλεγχο, ενώ αντίκεινται στο άρθρο 3 της Σύμβασης, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποκαλύπτουν από μόνες τους στάση διάκρισης εκ μέρους των αρχών.

Κατά συνέπεια, το παράπονο αυτό ήταν προδήλως αβάσιμο και απορρίφθηκε.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

«Ενώ δέχθηκε ότι υπήρξε βία, το δικαστήριο στηρίχθηκε στην υποτιθέμενη αμοιβαιότητά της για να αποκλείσει τον ποινικό της χαρακτήρα, καταδεικνύοντας έτσι την έλλειψη ευαίσθητης προσέγγισης ως προς το φύλο στην παρούσα υπόθεση» (§ 57).

ΣΧΟΛΙΟ

Η απόφαση J.S. κατά Σλοβακίας αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τις δικονομικές υποχρεώσεις των κρατών στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και ιδίως στην ανάγκη υιοθέτησης ευαίσθητης προσέγγισης ως προς την έμφυλη βία.

Η απόφαση εντάσσεται σε μια σειρά υποθέσεων όπου το Δικαστήριο έχει εξετάσει την αποτελεσματικότητα των ποινικών ερευνών σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας. Στην υπόθεση Volodina κατά Ρωσίας της 09.07.2019 (προσφ. αριθ. 41261/17), το Δικαστήριο τόνισε ότι οι αρχές πρέπει να καταβάλλουν σοβαρή προσπάθεια να διαπιστώσουν τι συνέβη και δεν πρέπει να βασίζονται σε βιαστικά ή ατεκμηρίωτα συμπεράσματα. Στην υπόθεση Tunikova κ.α. κατά Ρωσίας της 14.12.2021 (προσφ. αριθ. 55974/16 κ.λπ.), επιβεβαιώθηκε ότι η υποχρέωση διενέργειας αποτελεσματικής έρευνας σε όλες τις πράξεις ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο των υποχρεώσεων του Κράτους βάσει του άρθρου 3.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η παραπομπή του Δικαστηρίου στις αποφάσεις C. κατά Ρουμανίας της 30.08.2022 (προσφ. αριθ. 47358/20) και X. κατά Ελλάδας της 13.02.2024 (προσφ. αριθ. 38588/21), όπου είχε κριθεί ότι τα εγχώρια δικαστήρια απέτυχαν να αναλύσουν τις υποθέσεις από την προοπτική της έμφυλης βίας και να διενεργήσουν ευαίσθητη αξιολόγηση στο πλαίσιο. Η παρούσα απόφαση επιβεβαιώνει και ενισχύει αυτή τη νομολογιακή γραμμή.

Αξιοσημείωτη είναι η κριτική του Δικαστηρίου στην αυθαίρετη απόρριψη της πραγματογνωμοσύνης του ψυχολόγου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η διαπίστωση του πραγματογνώμονα ότι η προσφεύγουσα έπασχε από σύνδρομο κακοποιημένης γυναίκας αποτελεί κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, καθώς εξηγεί τη συμπεριφορά των θυμάτων που συχνά παρερμηνεύεται από δικαστήρια που δεν διαθέτουν εξειδικευμένη γνώση.

Η απόφαση υπογράμμισε επίσης τη σημασία της εξέτασης αλληλένδετων περιστατικών που εντάσσονται στο ίδιο μοτίβο βίαιης συμπεριφοράς. Η ενδοοικογενειακή βία σπανίως αποτελεί μεμονωμένο γεγονός· συνήθως πρόκειται για συνεχές μοτίβο που κλιμακώνεται με την πάροδο του χρόνου. Η αποτυχία των εγχώριων δικαστηρίων να συνεκτιμήσουν την προηγούμενη καταδίκη του T. για βίαιη επίθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ελλείψεως.

Ενδιαφέρουσα είναι η απόρριψη του ισχυρισμού βάσει του άρθρου 14. Το Δικαστήριο διατήρησε υψηλό κατώφλι για τη διαπίστωση συστημικής διάκρισης, απαιτώντας είτε στατιστικά στοιχεία είτε άλλα εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν θεσμικές στάσεις ή συστηματικά μοτίβα διακρίσεων. Η απλή επίκληση εκθέσεων διεθνών οργάνων χωρίς εξειδίκευση στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν αρκεί. Αυτή η προσέγγιση, αν και δογματικά ορθή, μπορεί να καταστήσει δυσχερή τη διαπίστωση παραβιάσεων του άρθρου 14 σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων

Η έμφαση στην ανάγκη διερεύνησης της ενδοοικογενειακής βίας με τρόπο ευαίσθητο ως προς το φύλο απαντά και στη νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην υπόθεση González κ.λπ. («Cotton Field») κατά Μεξικού της 16.11.2009, το Διαμερικανικό Δικαστήριο τόνισε την υποχρέωση των κρατών να διερευνούν τη βία κατά των γυναικών με τη δέουσα επιμέλεια («due diligence»), λαμβάνοντας υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο διάκρισης και βίας στο οποίο εντάσσεται.

Αντίστοιχα, η Επιτροπή CEDAW στη Γενική Σύσταση αριθ. 35 (2017) έχει τονίσει ότι τα κράτη υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι οι δικαστικές διαδικασίες δεν επηρεάζονται από στερεότυπα ή προκαταλήψεις.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Η απόφαση J.S. κατά Σλοβακίας είναι δογματικά ορθή και συνεπής με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας. Η διαπίστωση παραβίασης του δικονομικού σκέλους του άρθρου 3 βασίζεται σε δύο θεμέλια. Αφενός στη φορμαλιστική προσέγγιση των εγχώριων δικαστηρίων και στην αποτυχία τους να διενεργήσουν αξιολόγηση ευαίσθητη στο πλαίσιο, αφετέρου στις υπερβολικές καθυστερήσεις της διαδικασίας.

Η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι ισορροπημένη. Δεν υποκαθιστά τα εγχώρια δικαστήρια στην αξιολόγηση των αποδείξεων ούτε κρίνει την ουσία της ποινικής υπόθεσης. Εστιάζει αντ’ αυτού στη μεθοδολογία που ακολούθησαν τα δικαστήρια και στην έλλειψη ευαισθησίας ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας.

Η κριτική του Δικαστηρίου στη στήριξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στην «αμοιβαιότητα» της βίας είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η αντίληψη ότι η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να είναι «αμοιβαία» αγνοεί τη δυναμική της εξουσίας και του ελέγχου που διέπει τις σχέσεις αυτές και τη διαφορά μεταξύ πρωτογενούς βίας και αμυντικής αντίδρασης του θύματος.

Ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού βάσει του άρθρου 14, η θέση του Δικαστηρίου είναι αυστηρή αλλά συνεπής με προηγούμενη νομολογία. Ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η ίδια η φορμαλιστική και μη ευαίσθητη ως προς το φύλο αντιμετώπιση της υπόθεσης από τα εγχώρια δικαστήρια αποτελεί ένδειξη συστημικού προβλήματος. Η απαίτηση για στατιστικά στοιχεία ή ευρύτερη τεκμηρίωση μπορεί να είναι δυσανάλογα επαχθής για μεμονωμένους προσφεύγοντες.

Η μνεία του Δικαστηρίου στη μη επικύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης από τη Σλοβακία, αν και δεν επηρεάζει άμεσα την κρίση της υπόθεσης, αποτελεί σαφή ένδειξη προς το κράτος για την ανάγκη ενίσχυσης του νομικού πλαισίου προστασίας.

Συμπερασματικά, η J.S. κατά Σλοβακίας αποτελεί σημαντικό προηγούμενο για την υποχρέωση των κρατών να διερευνούν αποτελεσματικά την ενδοοικογενειακή βία, υιοθετώντας ευαίσθητη προσέγγιση ως προς το φύλο και αποφεύγοντας στερεοτυπικές αντιλήψεις που υπονομεύουν την προστασία των θυμάτων.

To Top