Αριθμός 120/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Φώτιο Μουζάκη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’αριθμ. 360/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ε. Σ. του Α., κάτοικο …, ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. Π. Θ. του Χ., κάτοικο ομοίως, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 02 Οκτωβρίου 2023 έκθεσή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Ν. Κ., έλαβε αριθμό 54/2023, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/2023.
Αφού άκουσε Τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ζ’Ποινικό Τμήμα) η υπ’ αριθμ. 52/2023 αίτηση αναιρέσεως της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 360/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.
ΙΙ. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 εδ. α’ ΚΠΔ, “μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507” (του ιδίου Κώδικα), δηλαδή μέσα σε ένα(1) μήνα από την καταχώριση της απόφασης, στο υπό του άρθρου 473 παρ.3, του ιδίου Κώδικα, προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ΚΠΔ). Επομένως, η ένδικη υπ’ αριθμ. 52/2-10-2023 αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που στρέφεται κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία, επικαλούμενος ως λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά και της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 περ. β’και δ’ΚΠΔ σε συνδυασμό με 510 παρ.1 στοιχ. Α’ΚΠΔ) και η οποία (αναίρεση) ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως [εν όψει του ότι, η ως άνω προθεσμία ασκήσεως αυτής, αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου, κατ’άρθρον 473§4 ΚΠΔ, και η τελευταία ημέρα (30-9-2023) της προθεσμίας αυτής, μετά την αναστολή της, όπως και η επομένη αυτής (1/10/2023), ήταν, ως προθεσμίες ενεργείας, αργίες – Σάββατο και Κυριακή, αντιστοίχως] στις 2-10-2023, δηλαδή εντός της μηνιαίας (όπως προσδιορίζεται αυτή, μετά την τροποποίηση του άρθρου 507 ΚΠΔ με το άρθρο 155 του ν. 4855/2021) προθεσμίας από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 21-8-2023, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης τους προαναφερόμενους (ιδίως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά και της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο), πρέπει να ερευνηθεί ως προς την βασιμότητα του λόγου της, σημειουμένου ότι, ο κατηγορούμενος Ε. Σ., όπως και ο αντίκλητος δικηγόρος του Αθανάσιος Μπρούγκας, παρότι κλητεύθηκαν από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση της υπ’ αριθ. 889/23-10-2023 κλήσης προς αυτούς (βλ. αντίστοιχα, τα από 2-11-2023 και 24-10-2023 αποδεικτικά επιδόσεως, στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας και στη Βέροια, του Αρχιφύλακα Ν.. Τ. και του Αρχιφύλακα Ρ. Π.) προκειμένου να εμφανισθεί ο κατηγορούμενος στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αυτός δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και, κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρών.
ΙΙΙ. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 335/2023, ΑΠ 650/2019). Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 548/2023, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 160/2020, ΑΠ 28/2017). Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 353/2023, ΑΠ 782/2022). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου το άρθρο 235§1 εδ.α’ του προισχύσαντος Ποινικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της εν προκειμένω άδικης πράξης (Ιούνιος του 2017), υπάλληλος, ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιοσδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 έως 50.000 ευρώ. Με την διάταξη του ίδιου άρθρου του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) διατηρήθηκε ταυτόσημη η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δωροληψίας υπαλλήλου, αλλά η απειλούμενη ποινή ορίστηκε σε φυλάκιση και χρηματική ποινή.
Συνεπώς, η τελευταία είναι ευμενέστερη και εφαρμόζεται και στην υπό κρίση περίπτωση, με βάση τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, αφού προβλέπεται με αυτήν ποινή φυλάκισης (δηλαδή, με ελάχιστο όριο τις 10 ημέρες αντί εκείνου του “τουλάχιστον ενός έτους” με βάση την προϊσχύσασα διάταξη του παλαιού ΠΚ, αλλά και από την μεταγενέστερη τροποποίησή της, με το άρθρο 38 ν. 5090/2024, που προβλέπει, επίσης, φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όπως υπό τον παλαιό ΠΚ, και είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της δωροληψίας υπαλλήλου απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρ. 13 περ.α’ ΠΚ, η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων) για ενέργεια ή παράλειψή του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει. (Ολ ΑΠ 6/1998). Ωφελήματα μπορεί να είναι κάθε χαριστική παροχή, υλικής ή μη φύσης, επί της οποίας ο δράστης υπάλληλος δεν έχει νόμιμη αξίωση (ΑΠ 8/2023). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου ότι απαιτεί ή δέχεται ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. (ΑΠ 123/2022, ΑΠ 606/2021, ΑΠ917/2020, ΑΠ748/2020). Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσής του, που κατά την άνω διάταξη είναι: α) η απαίτηση ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την ενέργεια ή την παράλειψη, μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνο έγκλημα (ΑΠ 1277/2023, ΑΠ 1302/2022, ΑΠ 1297/2022, ΑΠ 123/2022, ΑΠ 718/2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ, με τη διατύπωση “σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του” καταλαμβάνονται και πράξεις που δεν ανάγονται στον στενό κύκλο των ανατεθειμένων στον υπάλληλο αρμοδιοτήτων, αλλά αυτός μπορεί να διαπράξει επ’ ευκαιρία της εκτελέσεως των καθηκόντων του ή επωφελούμενος από τη θέση που κατέχει. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 93 έως 100 του ΠΔ 141/1991 στα καθήκοντα της Ελληνικής αστυνομίας ανάγονται η πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων με αντίστοιχες ενέργειες, το δε προσωπικό αυτής υποχρεούται να αναφέρει στους προϊσταμένους του κάθε πληροφορία που έχει στη διάθεσή του για την τέλεση αξιόποινης πράξης (αρθρ.95§3), να διενεργεί ελεύθερα έρευνες σε δημόσιους χώρους (αρθρ.96§3), να επιτηρεί άτομα που θεωρούνται ύποπτα διάπραξης εγκλημάτων (αρθρ.99), να επιτηρεί δημόσια κέντρα και ύποπτα μεταφορικά μέσα για την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων (αρθρ.100, 101). Τέλος, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Αστυνομικών (Π.Δ.254/2004), οι τελευταίοι οφείλουν να ενεργούν πάντοτε με σκοπό την εξασφάλισης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και τη διαφύλαξη των νομίμων συμφερόντων των πολιτών, να εφαρμόζουν το Νόμο, να εκτελούν τα καθήκοντά τους με αμεροληψία, αντικειμενικότητα, διαφάνεια, να βεβαιώνουν χωρίς διακρίσεις τις παραβάσεις του νόμου, να ενεργούν συλλήψεις όταν αυτό προβλέπεται από τις διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου, να προστατεύουν την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή των πολιτών, να απορρίπτουν σθεναρά κάθε προσπάθεια δωροδοκίας του και να επιδιώκουν με την εν γένει συμπεριφορά, εμφάνιση, διαγωγή και διαβίωσή τους να αποτελούν παράδειγμα καλού πολίτη και ακέραιου αστυνομικού, καθώς και να μην χρησιμοποιούν την ιδιότητά τους για να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη.
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Tριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την υπ’ αριθμ. 360/2023 απόφασή του, ληφθείσα κατά πλειοψηφία, κήρυξε ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο Ε. Σ. του Α. απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω μη νομότυπης υποβολής εγκλήσεως σε βάρος του για την πράξη της απάτης, όπως κρίθηκε ότι κατόπιν ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού και κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας έφερε τον χαρακτήρα αυτό, αντί της δωροληψίας υπαλλήλου που είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη, ενώ κήρυξε αθώα την δεύτερη κατηγορουμένη Π. Θ. (ως προς την οποία δεν πλήττεται με την αναίρεση η προσβαλλόμενη απόφαση) για το αδίκημα της δωροδοκίας υπαλλήλου, δεχόμενη (σελ. 91 έως τη μέση της σελίδας 93 αυτής), στο νομικό και αποδεικτικό πόρισμά του, τα ακόλουθα: ” Οι διατάξεις του άρθρου 235 παρ. 1 του παλαιού Π.Κ., όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο τέλεσης της φερόμενης πράξης της παθητικής δωροδοκίας (τον Ιούνιο του 2017), μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 3666/2008 (…….), την αντικατάσταση της παρ. 2 με το άρθρο 3 παρ. 4α του Ν. 3943/2011 (…….) και την αναπροσαρμογή του αναφερόμενου σ’ αυτήν (παρ. 2 του άρθρου 235 του Π.Κ.) χρηματικού ποσού με το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν. 4055/2012 (…….), ορίζουν ότι: “1. Υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτου, για ενέργεια ή παράλειψη του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Ενώ, οι διατάξεις του άρθρου 235 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (………), ορίζουν ότι: “1. Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψη του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή”. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας υπαλλήλου) απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α’ του Π.K., η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων) για ενέργεια ή παράλειψη του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, η οποία σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από τον νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεστακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, ή αντίκειται στα καθήκοντα του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή όχι ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την υλοποιήσει (………). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψη του, αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντα του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσης του, που κατά την άνω διάταξη είναι: α) η απαίτηση ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την ενέργεια ή την παράλειψη, μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνο έγκλημα. Περαιτέρω, από την αντιπαραβολή και σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτές έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας υπαλλήλου) στη βασική του μορφή τιμωρείται ως πλημμέλημα, χαρακτηρίζεται δε κακούργημα με τη συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων (………). Τέλος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ του ΚΠΔ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο και ιδίως όταν μεταξύ άλλων κατά την περ. γ’ καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 53 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις της μάρτυρος κατηγορίας και των μαρτύρων υπεράσπισης, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με ας απολογίες των κατηγορουμένων, και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως, εκτιμώμενα όλα κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ.1 του ΚΠΔ), αποδείχθηκε και το δικαστήριο κατά πλειοψηφίαν και πέραν πάσης αμφιβολίας πείστηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της δωροληψίας υπαλλήλου εις βάρος της Θ. Π., αλλά τέλεσε κατόπιν επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας και κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, την πράξη της απάτης εις βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης, όπως αυτά (τα στοιχεία της απάτης) περιγράφονται ειδικότερα κατωτέρω στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνει το παρόν αιτιολογικό, με το οποίο και συνιστά ένα ενιαίο και αναπόσπαστο σύνολο (……….). Διότι στον ειδικότερα αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ενήργησε μόνον εξ αφορμής της ιδιότητας του ως αστυνομικού και όχι κατά κατάχρηση της υπαλληλικής και αστυνομικής του ιδιότητας και οι μελλοντικές ενέργειες που της υποσχέθηκε ότι θα προβεί, πλην όμως ψευδώς, αφού είχε ειλημμένη απόφαση να μην τις πραγματοποιήσει, δεν τελούσαν σε άμεση συνάρτηση με την άσκηση των καθηκόντων του, αφού δεν ήταν ούτε ο καθ’ ύλη, ούτε ο κατά τόπο, ούτε ο κατά χρόνο αρμόδιος αστυνομικός υπάλληλος, για να προβεί σε αυτά που παρέστησε ψευδώς ότι θα πράξει. Συγκεκριμένα έως 4/6/2017 υπηρετούσε με απόσπαση στη Διεύθυνση Αστυνομίας Ημαθίας και από 5/6/2017 έχοντας οργανική θέση στο Επιτελείο της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ημαθίας και επομένως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα αιτούμενα από την Θ. Π., που αφορούσαν μη πιθανολογούμενη και μόνον ενδεχόμενη υπηρεσιακή προσφορά του στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας. Έτσι κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος δεν ήταν ο κατά τόπο και κατά χρόνο αρμόδιος αστυνομικός υπάλληλος, αλλά ούτε και καθ’ ύλη αρμόδιος ήταν, αφού ο κατηγορούμενος δεν ήταν καν της δίωξης των ναρκωτικών. Επειδή όμως με την ισχύ του νέου ΠΚ, το έγκλημα της απάτης απαιτεί πλέον έγκληση, όπως ορίζεται στο άρθρο 405 παρ. 1 εδ. α’ του νέου ΠΚ, και η ποθούσα της απάτης ουδέποτε υπέβαλε έγκληση κατά την προδικασία, ούτε κατά τα οριζόμενα στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ, ούτε καν ενώπιον των υπαλλήλων των εσωτερικών υποθέσεων, ενώ ακόμη και σήμερα ξεκαθαρίζει επ’ ακροατηρίω ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη για τα εις βάρος της τελεσθέντα, την αλήθεια όμως των οποίων επαρκώς επιβεβαιώνει και αποδεικνύει, εκ του λόγου δε αυτού και επειδή εφαρμόζεται ο επιεικέστερος νόμος, που είναι ο παρών νέος ΠΚ, που απαιτεί για την απάτη έγκληση, πρέπει ελλείψει απαιτούμενης εγκλήσεως να κηρυχθεί η ποινική δίωξη απαράδεκτη, εφόσον δεν υπάρχει έγκληση που απαιτείται για τη δίωξη για την πράξη της απάτης, κατ’ άρθρο 368 περ.γ’ του νέου ΚΠΔ, αλλά ούτε και για την πράξη για την οποία έχει ασκηθεί αρχικά η ποινική δίωξη.”… Από την αιτιολογία αυτή, της κατά πλειοψηφία ληφθείσας ως ανωτέρω αποφάσεως, προκύπτει ότι, με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 235 παρ.1 ΠΚ (μη εφαρμόζοντας αυτήν παρά τις αρχικές του παραδοχές, στη σελ. 91 της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την έννοια αυτής) και (κατ’ επέκταση) εσφαλμένα υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ, ενώ, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο πράξη είναι αυτή της δωροληψίας υπαλλήλου (235 παρ.1 εδ. α’ ΠΚ, όπως -όμως- ίσχυε, ως προς τις προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις, υπό το καθεστώς του ν. 4619/2019 – νέου ΠΚ), για την οποία είχε ασκηθεί και η ποινική δίωξη, αφού η μελλοντική ενέργεια για την οποία και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του το αθέμιτο ωφέλημα (10.000 €), είχε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του όπως αυτά διαλαμβάνονται στους σχετικούς νόμους και τους κανονισμούς της υπηρεσίας του που επιβάλλουν στους αστυνομικούς να ενεργούν για την πρόληψη και την καταστολή των εγκλημάτων (άρθρ.93 επ. Π.Δ.141/1991, Κώδικας Δεοντολογίας Αστυνομικών ΠΔ 254/2004, άρθρ. 11, 13, 30§3 Ν.4249/2014) συναρτώμενη εξάλλου και προς την φύση της υπηρεσίας του ως αστυνομικού οργάνου, ανεξαρτήτως της θέσεως στην οποία υπηρετούν, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως (υπό
ΙΙΙ) νομικές παραδοχές.
V. Επομένως, επειδή ο προεκτεθείς λόγος αναίρεσης, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (συγκεκριμένα, του άρθρου 235 παρ.1 εδ. α’ΠΚ), που προβλέπεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, είναι βάσιμος [παρέλκουσας της έρευνας του ετέρου λόγου περί απόλυτης ακυρότητας εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. β’και δ’ΚΠΔ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’, σε σχέση με ότι η μεταβολή της κατηγορίας έγινε από το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να ενημερώσει τον πρώτο κατηγορούμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας για να αντιμετωπίσει αυτήν, αφού, κατά τα ανωτέρω, κρίνεται ότι εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και δεν εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 235 παρ.1 εδ. α’ΠΚ (όπως τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμοστέα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, υπό την επιεικέστερη μορφή της ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, με το ν. 4619/2019, εφόσον αυτός κριθεί ένοχος) και, επομένως, εσφαλμένα μεταβλήθηκε η κατηγορία σε απάτη, που είχε ως συνέπεια να κηρυχθεί απαράδεκτη η εναντίον αυτού ποινική δίωξη λόγω ελλείψεως εγκλήσεως, αντί να κριθεί επί της ουσίας η κατ’αυτού κατηγορία με βάση την ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη], πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί (κατά το σκέλος της που προσβάλλεται με την αναίρεση η υπό κρίση αναίρεση και αφορά μόνο τον κατηγορούμενο Ε. Σ.) η υπ’ αριθ. 360/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει, σύμφωνα με τα άρθρα 512, 519 και 522 ΚΠΔ (μη δυναμένου να εφαρμοσθεί του άρθρου 518§ 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την με αρ. εκθ. 52/2023 αναίρεση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Αναιρεί, για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους, την με αρ. 360/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, κατά το σκέλος της μόνο που αφορά στον κατηγορούμενο Ε. Σ..
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, η αρχαιότερη, εν ενεργεία, της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή : areiospagos.gr
