ΑΠΟΦΑΣΗ
Vasile Rusu κατά Ρουμανίας της 04.11.2025 (προσφ. αριθ. 53021/20)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων, Ρουμάνος υπήκοος γεννηθείς το 1963, καταδικάστηκε από το Πρωτοδικείο του Arad στις 2 Απριλίου 2019 για συνέργεια σε φοροδιαφυγή και συμμετοχή lato sensu σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με συνολική ποινή κάθειρξης εννέα ετών. Η δίκη στον πρώτο βαθμό διεξήχθη ερήμην του, καθώς απουσίαζε παρά τη νόμιμη κλήτευσή του. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση, ζητώντας να του κοινοποιηθούν τα δικόγραφα στη διεύθυνσή του στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το Εφετείο της Timișoara προέβη σε επανειλημμένες προσπάθειες κλήτευσης του προσφεύγοντος: απέστειλε κλητεύσεις στη διεύθυνσή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, κινητοποίησε τον μηχανισμό διεθνούς δικαστικής συνδρομής, τοιχοκόλλησε κλητεύσεις στο δικαστήριο και απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα στις διευθύνσεις που είχαν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για επικοινωνία με το δικαστήριο. Οι βρετανικές αρχές επιχείρησαν να επιδώσουν την κλήτευση, αλλά ο προσφεύγων δεν εντοπίστηκε, αν και οι γείτονές του διαβεβαίωσαν ότι διέμενε στη συγκεκριμένη διεύθυνση.
Τον Απρίλιο 2020, ο προσφεύγων ζήτησε αναστολή της διαδικασίας ή αναβολή της δικασίμου της 29ης Απριλίου 2020, επικαλούμενος τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς λόγω της πανδημίας Covid-19 που τον εμπόδιζαν να ταξιδέψει από το Ηνωμένο Βασίλειο στη Ρουμανία. Ο προσφεύγων εξέφρασε την επιθυμία να παραστεί αυτοπροσώπως και να διορίσει συνήγορο της επιλογής του. Το Εφετείο απέρριψε τα αιτήματα κρίνοντας ότι αυτά αποσκοπούσαν σε παρέλκυση της διαδικασίας.
Με απόφαση της 13 Μαΐου 2020, το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη και την ποινή. Ο προσφεύγων άσκησε αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2020. Συνελήφθη και άρχισε να εκτίει την ποινή του στις 10 Μαΐου 2023.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή υπό το πρίσμα του άρθρου 6 §§ 1 και 3(c). Υπενθύμισε ότι η διεξαγωγή δίκης ερήμην του κατηγορουμένου δεν είναι από μόνη της μη συμβατή με το άρθρο 6, υπό την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να ζητήσει επανεξέταση της υπόθεσής του όταν δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα παράστασης ούτε επιδίωξε να αποφύγει τη δίκη.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε πλήρη γνώση της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του, έχοντας εξεταστεί τρεις φορές κατά την προανάκριση. Παρατήρησε ότι το Εφετείο εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για την ενημέρωσή του σχετικά με τις δικασίμους. Ο προσφεύγων είχε συγκεκριμένη και επίκαιρη γνώση των εξελίξεων της διαδικασίας, όπως αποδεικνύεται από τα αιτήματά του που αναφέρονταν ρητά στις ημερομηνίες συγκεκριμένων δικασίμων.
Σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να αξιολογηθεί μεμονωμένα χωρίς να ληφθεί υπόψη η στάση του προσφεύγοντος σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Το Εφετείο είχε ήδη χορηγήσει αναβολή για να διορίσει ο προσφεύγων συνήγορο της επιλογής του, ευκαιρία που δεν αξιοποίησε. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ο προσφεύγων δεν υπέβαλε γραπτά υπομνήματα ούτε πρότεινε αποδεικτικά μέσα. Η αιφνίδια επιθυμία του να παραστεί αυτοπροσώπως εκδηλώθηκε ακριβώς όταν, λόγω της πανδημίας Covid-19, η φυσική παρουσία του κατέστη αδύνατη.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η υπόθεση αφορούσε πραγματικά περιστατικά του 2009 και ήλθε ενώπιον των δικαστηρίων το 2017. Η απόρριψη του αιτήματος αναβολής, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής στάσης του προσφεύγοντος, δεν ήταν παράλογη. Επιπλέον, το Εφετείο απλά επικύρωσε την καταδίκη και την ποινή που είχε επιβληθεί σε πρώτο βαθμό, χωρίς να τροποποιήσει το ποινικό σκέλος.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και λαμβανομένης υπόψη της διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στις εθνικές αρχές, η εξέταση της έφεσης ερήμην του προσφεύγοντος και η άρνηση ακύρωσης της διαδικασίας δεν συνιστούσαν δυσανάλογο μέτρο. Διαπίστωσε ομόφωνα μη παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3(c) της ΕΣΔΑ. Δεν επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, γεννηθείς το 1963 και κάτοικος Βουκουρεστίου, ήταν διευθυντής εταιρείας και κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε σύνθετες χρηματοοικονομικές συναλλαγές που οδήγησαν σε κατηγορίες για συνέργεια σε φοροδιαφυγή, συμμετοχή lato sensu σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης.
Στις 2 Απριλίου 2019, το Πρωτοδικείο του Arad τον καταδίκασε για τις δύο πρώτες κατηγορίες και τον αθώωσε για την τρίτη, επιβάλλοντας ποινή κάθειρξης 6 ετών, η οποία αυξήθηκε σε 9 έτη λόγω υποτροπής και ενεργοποίησης προηγούμενης ποινής με αναστολή. Επίσης, διατάχθηκε η καταβολή αποζημίωσης προς το Δημόσιο ύψους 14.195.391 ρουμανικών λέϊ.
Ο προσφεύγων άσκησε έφεση στις 4 Απριλίου 2019, ζητώντας να του κοινοποιηθούν τα έγγραφα σε διεύθυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διέμενε βάσει μισθωτηρίου συμβολαίου του Δεκεμβρίου 2018. Το Εφετείο του Timișoara προέβη σε επανειλημμένες προσπάθειες κλήτευσης, συμπεριλαμβανομένης διεθνούς δικαστικής συνδρομής. Οι κλητεύσεις μέσω συστημένων επιστολών χάθηκαν κατά την επεξεργασία τους από τις ταχυδρομικές υπηρεσίες του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στις 21 Φεβρουαρίου 2020, λόγω των δυσκολιών κλήτευσης, το Εφετείο διαχώρισε τη δίκη του προσφεύγοντος από αυτή των λοιπών εκκαλούντων. Στις 14 και 27 Απριλίου 2020, ο προσφεύγων ζήτησε αναστολή της διαδικασίας ή αναβολή της δικασίμου της 29ης Απριλίου, επικαλούμενος την αδυναμία ταξιδιού λόγω Covid-19. Τα αιτήματα απορρίφθηκαν και η υπόθεση εκδικάστηκε ερήμην του.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 6 § 1,
Άρθρο 6 § 3(c)
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 §§ 1 και 3(c)
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 § 1, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το § 3(c), κατοχυρώνει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παραστεί στη δίκη του. Η διεξαγωγή δίκης ερήμην δεν είναι αυτή καθαυτή ασύμβατη με τη Σύμβαση, αλλά αρνησιδικία συντρέχει όταν ο καταδικασθείς ερήμην δεν μπορεί να επιτύχει επανεξέταση της υπόθεσης, εφόσον δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα παράστασης ούτε επιδίωξε να αποφύγει τη δίκη.
Στην προκειμένη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων γνώριζε την ποινική διαδικασία σε βάρος του, έχοντας εξεταστεί τρεις φορές στην προανάκριση. Η προσφυγή του δεν αφορούσε το στάδιο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπου επίσης δεν παρέστη. Υπέβαλε έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν εμποδίστηκε από την άσκηση ενδίκων μέσων.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Εφετείο κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ενημερώσει τον προσφεύγοντα σχετικά με τις δικασίμους: απέστειλε κλητεύσεις σε όλες τις γνωστές διευθύνσεις του στη Ρουμανία και το εξωτερικό, τοιχοκόλλησε κλητεύσεις στο δικαστήριο, κινητοποίησε διεθνή δικαστική συνδρομή και απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα. Ο προσφεύγων είχε γνώση τουλάχιστον τριών δικασίμων, όπως προκύπτει από αιτήματα που υπέβαλε με ρητή αναφορά στις συγκεκριμένες ημερομηνίες.
Όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής λόγω Covid-19, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι το Εφετείο είχε ήδη χορηγήσει αναβολή για να διορίσει ο προσφεύγων συνήγορο, ευκαιρία που δεν αξιοποίησε. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν υπέβαλε γραπτές προτάσεις ούτε πρότεινε αποδεικτικά μέσα. Ο προσφεύγων συνεχώς δήλωνε ότι δεν διέθετε ηλεκτρονική διεύθυνση, παρότι επικοινωνούσε με το δικαστήριο μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της συντρόφου του. Η αιφνίδια επιθυμία του να παραστεί αυτοπροσώπως εκδηλώθηκε ακριβώς όταν η φυσική παρουσία του κατέστη αδύνατη λόγω της πανδημίας.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές αρχές ευλόγως συνήγαγαν ότι η στάση του προσφεύγοντος αποσκοπούσε σε παρέλκυση της διαδικασίας. Σημείωσε επίσης ότι το Εφετείο απλώς επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση χωρίς να επιδεινώσει την ποινική του θέση και ότι η έκτακτη ανακοπή του εξετάστηκε διεξοδικά.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η εκδίκαση ερήμην της έφεσης και η απόρριψη της αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας δεν συνιστούσαν δυσανάλογο μέτρο αφού διασφαλίστηκε η συνολική δικαιότητα της διαδικασίας.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3(c) της ΕΣΔΑ.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Το Δικαστήριο κρίνει ότι το Εφετείο κατέβαλε κάθε προσπάθεια που θα μπορούσε ευλόγως να αναμένεται από αυτό εντός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου για να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να συμμετάσχει στην κατ’ έφεση διαδικασία και ότι ο προσφεύγων συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό, με τη στάση του καθ’ όλη τη διαδικασία, στη δημιουργία της κατάστασης κατά την οποία, όταν πραγματοποιήθηκε η δικάσιμος εξέτασης της έφεσής του στις 29 Απριλίου 2020 υπό το πρίσμα της πανδημίας Covid-19, εμποδίστηκε να συμμετάσχει σε αυτήν» (παρ. 81).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση Vasile Rusu κατά Ρουμανίας της 4ης Νοεμβρίου 2025 (αριθμ. προσφ. 53021/20) αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη δίκη ερήμην σε δευτεροβάθμιο στάδιο, ιδιαίτερα υπό τις έκτακτες συνθήκες της πανδημίας Covid-19.
Η απόφαση επιβεβαίωσε τις αρχές που εγκαθιδρύθηκαν στις υποθέσεις Colozza κατά Ιταλίας της 12.02.1985 (αριθμ. προσφ. 9024/80), Sejdovic κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 01.03.2006 (αριθμ. προσφ. 56581/00) και Medenica κατά Ελβετίας της 14.06.2001 (αριθμ. προσφ. 20491/92): η δίκη ερήμην είναι συμβατή με το άρθρο 6 εφόσον ο κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικαιώματος παράστασης ή επιδίωξε να αποφύγει τη δίκη. Επιπλέον, κατά την πάγια νομολογία, όταν δεν αποδεικνύεται σαφής παραίτηση ή πρόθεση αποφυγής, το άρθρο 6 απαιτεί να παρέχεται δυνατότητα ουσιαστικής επανεξέτασης («fresh determination») μετά την ενημέρωση του καταδικασθέντος (παρ. 58-59 της απόφασης).
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αξιολόγηση της άρνησης του Εφετείου να αναβάλει την ακροαματική διαδικασία της 29ης Απριλίου 2020 λόγω των ταξιδιωτικών περιορισμών της πανδημίας. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι είχε ήδη χορηγηθεί αναβολή για την πρόσληψη συνηγόρου επιλογής του, με προειδοποίηση ότι δεν θα χορηγηθεί νέα αναβολή για τον ίδιο λόγο (παρ. 75). Επιπλέον, η αλλαγή στάσης του προσφεύγοντος – δηλαδή η αιφνίδια επιθυμία προσωπικής παράστασης – συνέπεσε ακριβώς με τη στιγμή που η φυσική παρουσία του κατέστη αδύνατη λόγω της πανδημίας, γεγονός που ενίσχυσε τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς του ως παρελκυστικής (παρ. 76-77).
Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Δικαστηρίου στη δυνατότητα συμμετοχής μέσω τηλεδιάσκεψης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο Νόμος 302/2004 περί διεθνούς δικαστικής συνεργασίας προέβλεπε τη δυνατότητα ακρόασης κατηγορουμένου μέσω τηλεδιάσκεψης (άρθρο 235), ενώ και το Διάταγμα 195/2020 προέβλεπε, στο μέτρο του δυνατού, τη διεξαγωγή ακροαματικών διαδικασιών με τηλεδιάσκεψη (άρθρο 42 § 3). Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της γενικής στάσης του προσφεύγοντος, του γεγονότος ότι δεν ήταν προσβάσιμος από τις βρετανικές αρχές και της δήλωσής του ότι δεν διέθετε ηλεκτρονική διεύθυνση (email), το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη πρόταση συμμετοχής μέσω τηλεδιάσκεψης δεν μπορούσε να καταλογιστεί σε βάρος του Εφετείου (παρ. 78-79). Η προσέγγιση αυτή συνάδει με την απόφαση Jallow κατά Νορβηγίας της 02.12.2021 (αριθμ. προσφ. 36516/19), όπου κρίθηκε ότι η συμμετοχή μέσω τηλεδιάσκεψης δεν είναι καθαυτή ασύμβατη με το δικαίωμα σε δημόσια ακροαματική διαδικασία, εφόσον εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό.
Η υπόθεση διαφοροποιείται από την Bivolaru κατά Ρουμανίας (αρ. 2) της 02.10.2018 (αριθμ. προσφ. 66580/12). Εκεί, ως προς το ζήτημα της προσωπικής ακρόασης, το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση, επισημαίνοντας ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν προτείνει εξέταση μέσω τηλεδιάσκεψης, την οποία ο προσφεύγων αρνήθηκε· έτσι, η μη φυσική παρουσία του δεν αποδόθηκε σε έλλειψη μέτρων εκ μέρους των αρχών αλλά στη δική του στάση. Στη Vasile Rusu, αντιθέτως, το κρίσιμο σημείο είναι ότι το Εφετείο επιχείρησε, εντός του ισχύοντος πλαισίου, να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του προσφεύγοντος, αλλά οι πραγματικές συνθήκες της πανδημίας και η στάση του ίδιου οδήγησαν τελικά στην απουσία του (παρ. 81).
Αξιοσημείωτη είναι η εφαρμογή του Προεδρικού Διατάγματος 195/2020 περί κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη Ρουμανία. Σύμφωνα με το άρθρο 43 § 2 του Διατάγματος, οι υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εξαιρούνταν από την αυτοδίκαιη αναστολή των δικαστικών διαδικασιών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση του Εφετείου να αναστείλει τη διαδικασία δεν αποτέλεσε αυθαίρετη ή προδήλως παράλογη ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης (παρ. 73).
Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ παρουσιάζει ομοιότητες με τη νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε υποθέσεις δίκαιης δίκης. Στην υπόθεση Castillo Petruzzi κ.ά. κατά Περού της 30.05.1999 (Ser. C No. 52), το Δικαστήριο τόνισε τη σημασία του δικαιώματος υπεράσπισης ως θεμελιώδους στοιχείου της δίκαιης δίκης, απαιτώντας από τα Κράτη να εξασφαλίζουν πραγματική δυνατότητα υπεράσπισης και συμμετοχής του κατηγορουμένου στη διαδικασία. Σημειώνεται ότι η υπόθεση Castillo Petruzzi δεν αφορά κατ’ ουσίαν δίκη ερήμην αλλά παραβιάσεις δικονομικών εγγυήσεων σε δίκη ενώπιον «δικαστών χωρίς πρόσωπο» (faceless judges), αξιοποιείται όμως εδώ συγκριτικά ως προς την έμφαση στην «πραγματική» (effective) άσκηση της υπεράσπισης. Παρά ταύτα, το Διαμερικανικό σύστημα τείνει να υιοθετεί αυστηρότερη προσέγγιση, θεωρώντας ότι η απουσία του κατηγορουμένου δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως παραίτηση από θεμελιώδη δικαιώματα χωρίς ρητή και εκούσια δήλωση.
Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο πλαίσιο του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), έχει αναπτύξει νομολογία σχετικά με την ερήμην δίκη. Στην υπόθεση Mbenge κατά Ζαΐρ της 25.03.1983 (Αναφορά αριθ. 16/1977), η Επιτροπή έκρινε ότι η δίκη ερήμην επιτρέπεται μόνον εφόσον ο κατηγορούμενος έχει κλητευθεί εγκαίρως και έχει ενημερωθεί για τη διαδικασία, διαπιστώνοντας παραβίαση στην περίπτωση εκείνη διότι ο προσφεύγων δεν είχε κλητευθεί νομίμως στην κατοικία του.
Το Γενικό Σχόλιο αρ. 32 (2007) της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υπογραμμίζει ότι, όταν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση ερήμην χωρίς να έχει αποδειχθεί έγκυρη και ενημερωμένη παραίτηση ή πρόθεση αποφυγής, το κράτος οφείλει να προβλέπει δυνατότητα επανεξέτασης/επανάληψης της δίκης, μετά την ουσιαστική ενημέρωση του καταδικασθέντος. Στο ίδιο πλαίσιο, η Επιτροπή έχει διευκρινίσει ότι η αρχή ne bis in idem δεν εμποδίζει την εκ νέου εκδίκαση σε τέτοια συμφραζόμενα.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση ακολουθεί την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ περί δίκης ερήμην και αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες προκλήσεις που δημιούργησε η πανδημία Covid-19 στην απονομή δικαιοσύνης.
Ταυτόχρονα, η απόφαση καταλείπει ορισμένα ερωτηματικά. Πρώτον, το Δικαστήριο δεν εξέτασε επαρκώς κατά πόσον οι εθνικές αρχές όφειλαν αυτεπαγγέλτως να προτείνουν τη διεξαγωγή της δίκης μέσω τηλεδιάσκεψης, λύση ρητώς προβλεπόμενη τόσο στο ρουμανικό δίκαιο (Νόμος 302/2004 περί διεθνούς δικαστικής συνεργασίας) όσο και στο Προεδρικό Διάταγμα 195/2020. Δεύτερον, η απόδοση σημαντικής βαρύτητας στη στάση του προσφεύγοντος θέτει ζητήματα σχετικά με το εάν ο κατηγορούμενος υποχρεούται να καταβάλει ενεργητικές προσπάθειες για την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων ή εάν αυτό αποτελεί πρωτίστως υποχρέωση του Κράτους.
Συμπερασματικά, η Vasile Rusu αποτελεί μία προσθήκη στην εφαρμογή του άρθρου 6 σε περιπτώσεις ερήμην δικών υπό έκτακτες συνθήκες, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει – ιδίως συγκρίνοντας με τις θέσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ – ότι το ΕΔΔΑ παραμένει πιο επιεικές προς τα Κράτη όσον αφορά τις προϋποθέσεις νόμιμης δίκης ερήμην.
