ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  17/2025 Υπό όρο απόλυση – Νέο έγκλημα και αθροιστική εκτέλεση ποινής

Αριθμός 17/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί αναιρέσεως της υπ’αριθμ. Δ ΜΕΚ 1006/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με κατηγορούμενο τον Α. Π. του Τ., κάτοικο Άνω Λιοσίων, ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2024 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Ν. Α., η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, Β. Χ., έλαβε αριθμό 279/2024 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 400/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 551 ΚποινΔ συνάγεται, ότι κατά της απόφασης, με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή (συγχωνευτικής απόφασης) επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον καταδικασμένο και στον εισαγγελέα για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων και αυτός της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 11-4-2024 με αριθ.εκθ. 279/2024 αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της υπ’ αριθ. 217/24-9-2020 συγχωνευτικής απόφασης του Δ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 11-4-2024, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ως δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού η ανέκκλητη εν λόγω απόφαση, που εκδόθηκε στις 22-3-2024, φέρεται να υπογράφηκε και καταχωρήθηκε μόνο στο ειδικό βιβλίο αποφάσεων κατ’άρθρο 142 ΚΠΔ στις 26-3-2024 με αριθ.1011, ενώ δεν έχει καταχωριστεί στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, καθόσον δυνάμει της υπ’αριθ.πρωτ. 2273/21-7-2020 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατόπιν της υπ’αριθ.3/2020 απόφασης της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την παρ.4 εδ.β’ του άρθρου 142 ΚΠΔ εξαιρούνται της υποχρέωσης καθαρογραφής και καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεως συγχωνεύσεως ποινών, όπως η προσβαλλομένη, έχει δε μοναδικό λόγο την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή (άρθρα 505, 507, 551 παρ.5 εδ. τελευταίο, σε συνδ. με άρθρ. 473 παρ. 1, 3 και 474 Κ.Π.Δ ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν σαν να ήταν παρών και ο αιτών-κατάδικος Α. Π. του Τ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο αν και, όπως προκύπτει από το από 18-4-2024 αποδεικτικό επίδοσης προς τον ίδιο προσωπικά του Β. Α. Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού (άρθρα 512 παρ. 1 ΚΠΔ), είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο για την αρχική δικάσιμο της 29-5-2024 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κατόπιν αιτήματός του, και όφειλε να εμφανιστεί στην τελευταία αυτή δικάσιμο χωρίς νέα κλήτευση σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 Β, 108 και 109 του Π.Κ., αν από την απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, υπό τον όρο της ανάκλησης, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής, το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση ή άρση, η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε. Η ισόβια κάθειρξη θεωρείται ότι εκτίθηκε, αν περάσουν δέκα έτη από την απόλυση χωρίς να γίνει ανάκληση ή άρση της απόλυσης. Αν όμως μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη από ένα έτος, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της απόλυσης. Η απόλυση δηλαδή υπό τον όρο της ανάκλησης, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή αλλά στάδιο της εκτέλεσής της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ. Α.Π. 106/1991), η δε άρση της απόλυσης επέρχεται αυτοδικαίως, μόλις η καταδίκη για το νέο έγκλημα γίνει αμετάκλητη έστω και μετά τη λήξη του χρόνου δοκιμασίας, αρκεί το έγκλημα αυτό να έχει τελεσθεί εντός του χρόνου της δοκιμασίας (ΑΠ 423/2021, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 500/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 Π.Κ., οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για τον καθορισμό ως εκτιτέας μιας συνολικής ποινής σε περίπτωση συρροής στερητικών της ελευθερίας ποινών, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε, και αν τελέσθηκε αυτή. Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ. 1 εδ. α’ Κ. Ποιν. Δ., η οποία συνιστά ουσιαστική ποινική διάταξη κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής και ορίζει, ότι “αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή”, δηλαδή τα άρθρα 94 επ. Π.Κ., συνάγεται ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης κατά τα άρθρα 105 Β επ. του ισχύοντος Π.Κ., συμπέσει στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους για άλλη (ή και περισσότερες) από δόλο τελεσθείσα πράξη (ή πράξεις), παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί και η νέα (ή οι νέες) συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής, που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανάκλησης, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, που επέβαλε στον υπό όρο απολυθέντα ποινή φυλακίσεως ανώτερη του ενός έτους για έγκλημα, το οποίο έπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 Π.Κ., αποκλείοντας έτσι τη συγχώνευση με τη νέα ποινή (ΑΠ 423/2021, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 500/2019, ΑΠ 496/2019, ΑΠ 349/2019, ΑΠ 648/2018). Η αθροιστική έκτιση συντρεχουσών ποινών εφαρμόζεται και πριν η νέα καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, διότι και προ του αμετακλήτου αυτής συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, της σωφρονιστικής κύρωσης, δηλαδή του κατάδικου, ο οποίος κατά το χρόνο της δοκιμασίας του εκτράπηκε σε βαριά από δόλο, εγκληματική διαγωγή, αφού η τέλεση των νέων πράξεων ανάγεται μέσα στο χρόνο αυτό και η αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος-κατηγορουμένου, κατά τη διατύπωση του άρθρου 108 Π.Κ., δύναται να επέλθει οποτεδήποτε. Η αυτοδίκαιη άρση της υφ’ όρον απόλυσης και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας και για το οποίο του επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή πάνω από ένα έτος και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠΔ (ΑΠ 423/2021, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 496/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του υπό κρίση αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής: Ο Α. Π. του Τ. με την υπ’ αριθμ.1295/5-5-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκαέξι (16) ετών και οκτώ (8) μηνών, για τις πράξεις ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένων κλοπών κατ’εξακολούθηση, απάτης με υπολογιστή, πλαστογραφίας κατ’εξακολούθηση, μετάθεσης πινακίδων, λαθρεμπορίας και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Για την αιτία αυτή κρατήθηκε στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, απ’όπου αποφυλακίσθηκε στις 15-7-2010, λαβών υφ’ όρον απόλυση, σύμφωνα με τα άρθρα 105-110 του ΠΚ, δυνάμει του υπ’αριθμ. …2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημελειοδικών Πειραιώς με το οποίο διατάχθηκε η με τον όρο της ανάκλησης απόλυσή του, με εναπομείναν ανασταλέν υπόλοιπο ποινής προς έκτιση (εκ της άνω συγχωνευτικής απόφασης) πέντε (5) έτη, ένα (1) μήνα και οκτώ (8) ημέρες, και υπό τους όρους που αναφέρονται σε αυτό μέχρι να περάσει ο χρόνος δοκιμασίας του που λήγει στις 23-8-2015 (βλ.αποφυλακιστήριο). Εντός του χρόνου της δοκιμασίας του (αρχομένου από 15-7-2010 και λήγοντος την 23-8-2011) ο ανωτέρω διέπραξε νέο από δόλο έγκλημα και ειδικότερα το αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών στο Δημόσιο (άρθρ.25 του ν.1882/1990) με χρόνο τέλεσης το χρονικό διάστημα από 1-9-2010 έως 1-9-2011, για το οποίο καταδικάσθηκε, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών με τριετή αναστολή, με την υπ’αριθ.6/7-1-2016 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’αριθ.1429/10-10-2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά- με την οποία απορρίφθηκε έφεσή του ως ανυποστήρικτη- και κατέστη αμετάκλητη (βλ.από 12-10-2017 βεβαίωση Γραμματείας Εφετείου Πειραιώς, 690/3-4-2023 βεβαίωση Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και 227/23-3-2023 βεβαίωση Γραμματέως Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου). Το ως άνω γεγονός όμως επήγετο την αυτοδίκαιη άρση της κατά τα άνω υπό όρο απόλυσής του και την αθροιστική έκτιση ολοκλήρου του υπολοίπου της ποινής του, ήτοι των πέντε (5) ετών, ενός (1) μηνός και οκτώ (8) ημερών, της προαναφερόμενης προηγούμενης ποινής του. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Εκτέλεσης Ποινών της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών η υπ’αριθ.889/26-5-2023 διαπιστωτική πράξη δυνάμει της οποίας αφενός διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη άρση της υφ’όρον απόλυσής του και αφετέρου παραγγέλθηκε η εκ νέου φυλάκισή του και αθροιστική έκτιση του ανασταλέντος ως άνω υπολοίπου της ποινής του. Κατά το χρόνο εισόδου του στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, στις 26-5-2023, προς αθροιστική έκτιση του κατά τα ανωτέρω ανασταλέντος υπολοίπου της υπ’αριθ.1295/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προέκυψε ότι αυτός εξέτιε και έτερη ποινή και δη αυτή της κάθειρξης επτά (7) ετών που του είχε επιβληθεί με την υπ’αριθ.1093/13-10-2021 απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για το αδίκημα της πλαστογραφίας από κοινού και κατ’εξακολούθηση στρεφομένης κατά του Ελληνικού Δημοσίου με όφελος άνω των 120.000 ευρώ και αντίστοιχη ζημία, με χρόνο τέλεσης το χρονικό διάστημα από 28-4-2004 έως 16-7-2004, ήτοι προγενέστερο του χρόνου δοκιμασίας, όπως αυτός καθορίστηκε, κατά τα ανωτέρω, κατά την υφ’όρον αποφυλάκισή του. Ακολούθως, με την από 20-2-2024 υπ’ αριθμ.πρωτ.3819/2024 αίτησή του, ο ανωτέρω κατάδικος υπέβαλε ενώπιον του Δ’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το αίτημα συγχώνευσης των ποινών, που του είχαν επιβληθεί με τις προαναφερθείσες δύο καταδικαστικές αποφάσεις και συγκεκριμένα α) με την υπ’αριθ.1295/5-5-2009 απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 13 ετών και οκτώ μηνών, και όφειλε να εκτίσει αθροιστικώς το υπόλοιπο των πέντε ετών, ενός μηνός και οκτώ ημερών και β) με την υπ’αριθ.1093/13-10-2021 απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία του είχε επιβληθεί κάθειρξη επτά ετών. Το ως άνω Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την εν λόγω αίτηση με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθ.1006/22-3-2024, απόφασή του και καθόρισε, κατά συγχώνευση, συνολική ποινή κάθειρξης δεκαοκτώ (18) ετών και οκτώ (8) μηνών. Η προσμέτρηση, όμως και της ποινής, που του επιβλήθηκε με την παραπάνω 1295/5-5-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μέρος της οποίας είχε εκτιθεί και για το υπόλοιπο είχε χορηγηθεί απόλυση υπό όρο, με το προμνημονευόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, ήταν ανεπίτρεπτη κατά το νόμο, διότι αυτή υπόκειται, όπως προαναφέρθηκε, σε αθροιστική έκτιση, λόγω της αυτοδίκαιης άρσης της ως άνω απόλυσης (άρθρ. 108 ΠΚ), ενόψει του ότι ο αιτών-κατάδικος διέπραξε νέο έγκλημα από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας και του επιβλήθηκε για αυτό η (υπερβαίνουσα το ένα έτος) προεκτεθείσα ποινή φυλάκισης, οπότε έπρεπε να εκτίσει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της ποινής, που είχε ανασταλεί με την υπό όρο απόλυσή του. Το γεγονός δε, ότι η απόφαση, με την οποία αυτός καταδικάστηκε εκ νέου, δεν κατέστη τυχόν αμετάκλητη εντός του χρόνου δοκιμασίας, δεν ασκεί επιρροή στην αυτοδίκαιη άρση της απόλυσης, αφού η τέλεση της νέας αξιόποινης πράξης ανάγεται μέσα στο χρόνο αυτό και όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αμετάκλητη καταδίκη του αιτούντος- καταδίκου, κατά τη διατύπωση του άρθρου 108 Π.Κ., δύναται να επέλθει οποτεδήποτε. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεπιμέτρησε εσφαλμένα και την ποινή που του είχε επιβληθεί με την 1295/5-55-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ η ποινή αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε να συγχωνευθεί. Ενόψει τούτων, όπως κατά τα άνω αποφάσισε το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 108 ΠΚ και 551 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠοινΔ, η οποία είναι ουσιαστική κατά το μέρος της που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής, αφού έδωσε σ’ αυτές την έννοια ότι είναι επιτρεπτή η συγχώνευση της επιβληθείσας με την υπ’αριθ.1295/2009 απόφαση ποινής (της ποινής, δηλαδή, μέρος της οποίας έχει εκτιθεί, είχε χορηγηθεί αναστολή υφ’ όρο για το υπόλοιπο και κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, ο απολυθείς καταδικάσθηκε αμετάκλητα για αδίκημα εκ δόλου, σε ποινή μεγαλύτερη του ενός (1) έτους), ενώ η πραγματική τους έννοια είναι ότι η συγχώνευση της ποινής αυτής, είναι ανεπίτρεπτη καθώς, είναι αθροιστικώς εκτιτέο το υπόλοιπο της επιβληθείσας με την απόφαση αυτή (υπ’ αριθ.1295/2009) ποινής και, συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στο Δικαστήριο της ουσίας δεν συντρέχει, αφού δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω εκδίκασής της και, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ, πρέπει η αίτηση για τον καθορισμό συνολικής ποινής, για την οποία έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί από τον Άρειο Πάγο, ως απαράδεκτη (ΑΠ 639/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ.1006/2024 απόφαση του Δ’ Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Απορρίπτει την από 20-2-2024 υπ’αριθ.πρωτ.3819/2024 αίτηση του Α. Π. του Τ. και της Σ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, για καθορισμό συνολικής ποινής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2024. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top