Αριθμός 163/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαϊτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Ο. Κ. του Β., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαριαλένα Παπαχρήστου, για αναίρεση της απόφασης 517/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Ε. Κ. του Θ., κάτοικο …, ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 4073/2024 από 31.5.2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 602/24.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 4073/2024 από 31.05.2024 αίτηση της Ο. Κ. του Β. και της Α., που γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1966 και κατοικεί στην Αθήνα, οδός …, για αναίρεση της καταδικαστικής με αριθμ. 517/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, έχει ασκηθεί νομότυπα, με την επίδοση του δικογράφου της, στις 31.05.2024, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 474 παρ.2Α ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α του ΚΠΔ βιβλίο στις 13. 05.2024), σύμφωνα με τα άρθρα 462 , 464, 473 παρ.2 και 3, 504 παρ1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασής της και την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ” του ΚΠΔ και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, λόγω λήψης υπόψη παράνομων αποδεικτικών μέσων. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων, ερήμην του υποστηρίζοντος την κατηγορία Ε. Κ. του Θ., που δεν εμφανίστηκε, κατά την αναφερόμενη στην αΡΧΠ τΠζ παρούσας δικάσιμο, μολονότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο, όπως προκύπτει από τα από 01.07.2024 και από 12.07.2024 αποδεικτικά επιδόσεως της Ανθυπαστυνόμου Λ. Ι. και του Αρχιφύλακα Μ. Ε., αντίστοιχα, προς τον ίδιο και προς τον αντίκλητο του Κ. Α. Δικηγόρο Χαλκίδος.
Α) Με τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ οριζόταν ότι “Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών…… Με την ταυτάριθμη διάταξη του αντίστοιχου άρθρου του ισχύοντος ΠΚ, ( ν. 4619/2019), πριν αυτή τροποποιηθεί με το άρθρο 86 του ν.4855/2021, οριζόταν “Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή……
Από τις πιο πάνω διατάξεις ευμενέστερη, κατά τον χρόνο έκδοσης (27.03.2024) της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ποινή, είναι η πιο πάνω διάταξη του νέου ΠΚ (ν.4619/2019), όπως ίσχυε πριν την άνω τροποποίησή της με το άρθρο 86 του ν.4855/2021, αφού αυτή προβλέπει μόνο ποινή φυλάκισης, με χαμηλότερο ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης (έως τρία έτη) αντί της φυλάκισης (έως 5 έτη) που προέβλεπε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 86 του ν.4855/2021 και αντί της φυλάκισης τουλάχιστον 3 μηνών (έως 5 έτη) που προέβλεπε η ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ. Ως προς δε την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής ευμενέστερη είναι η διάταξη αυτή, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άνω άρθρο 86 του ν.4855/2021, λόγω της κατάργησης της επιβαρυντικής περίστασης της κλοπής με διάρρηξη, που προβλεπόταν στην ίδια διάταξη πριν από την άνω τροποποίησή της, ενώ ως προς την αντικειμενική υπόσταση της βασικής μορφής του πλημμελήματος της απλής κλοπής, δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ως άνω τροποποιήσεων της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 372 παρ.1 του ΠΚ. Έτσι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστάτευε και προστατεύει και υπό την ισχύ του νέου Π.Κ., (με τον οποίο άλλαξε προς το ευνοϊκότερο, μόνον η ποινική μεταχείριση, κατά τα προαναφερόμενα), το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση της βασικής μορφής του πλημμελήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ’ αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεσή του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 573/2022). Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό τη νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού, κατά τον προορισμό του, ο σκοπός δε παράνομης ιδιοποιήσεως ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος. Ετσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 23/2020). Η αξία του αντικειμένου της κλοπής, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της, εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής της υπόστασης και περαιτέρω, μόνο αν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελής ισχυρισμός ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας, που οδηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 377 Π.Κ., σε επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, ανακύπτει υποχρέωση για ειδική αιτιολόγηση της κρίσεως του δικαστηρίου ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ή όχι ευτελούς αξίας (ΑΠ 658/2021, ΑΠ 293/2020, ΑΠ 714/2019, ΑΠ 653/2013). Η αξιολόγηση αυτή του αντικειμένου της κλοπής αποτελεί κρίση περί τα πράγματα, για την οποία κρίνει κυριαρχικά το Δικαστήριο της ουσίας, με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν εκάστοτε την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων, συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν η αξία αυτή, που είναι διαβαθμίσιμη έννοια, είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής και δεν χρήζει πρόσθετης αιτιολογίας. (ΑΠ 185/2023, ΑΠ 425/2022, ΑΠ 31/2022). Για την υποκειμενική υπόσταση του πλημμελήματος της κλοπής απαιτείται να υπάρχει σκοπός παράνομης ιδιοποίησης, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, αφού αυτός είναι ο σκοπός του δράστη να δημιουργήσει αυθαίρετα μια πλήρη κυριαρχική σχέση του ίδιου προς το πράγμα, ίδια κατά περιεχόμενο, με αυτή του νόμιμου κυρίου, με τη διαφορά ότι αυτή δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιο και επιτυγχάνεται με την ενσωμάτωση του πράγματος στην περιουσία του δράστη με ταυτόχρονο αποκλεισμό του κυρίου από αυτό. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 ΠΚ, που ορίζει ότι “Αν περισσότερες από μια πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων”, σαφώς συνάγεται, ότι έγκλημα κατ’ εξακολούθηση είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που χωρίζονται μεταξύ τους χρονικά, αλλά προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ύπαρξη της ίδιας απόφασης για την εκτέλεσή τους.
Β) Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ’ αυτή, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στο έγκλημα της κλοπής, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε, όπως αδιάφορα είναι και τα ελατήρια της βουλήσεως του δράστη και τα κίνητρα της κλοπής (ΑΠ 1262/2019). Η, κατά τα άνω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005). Όσο δε αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, στη διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ, (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύοντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη από συστηματική άποψη κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία (Αιτιολογική έκθεση Ν. 4620/2019 – Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σελ.52- 56). Τούτων παρέπεται, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, όπως είναι η άρνηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, που του αποδίδεται, (ΑΠ 1262/2019) εξακολουθούν λόγω της φύσης τους, ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα στα πλαίσια των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ’ αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. (ΑΠ 32/2021, ΑΠ 2036/2019). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε, για πρώτη φορά, από την Ελλάδα, με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου, με το Ν.Δ. 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι “Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε …, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως”. Αναγνωρίζεται, δηλαδή, στον κατηγορούμενο, το δικαίωμα για “δίκαιη δίκη”, όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης, υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Στην έννοια της δίκαιης δίκης, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων και η υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων. Και ναι μεν, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ισχύοντος ΚΠΔ, μπορεί, όμως, να συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους, από την διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ’ του ΚΠΔ λόγους και τότε, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της δικαστικής αποφάσεως. Μια τέτοια πλημμέλεια, που μπορεί να έχει σαν συνέπεια, την απόλυτη ακυρότητα, είναι και η μη τήρηση της υποχρέωσης για αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων. Το περιεχόμενο, δε, της πλημμέλειας αυτής και την επάρκεια της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, προσδιορίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το οποίο αναφέρει ότι, “το άρθρο 6 παρ.1 υποχρεώνει τα δικαστήρια να αιτιολογούν τις αποφάσεις των. Δεν πρέπει όμως να γίνεται αντιληπτό ότι το άρθρο αυτό απαιτεί από τα δικαστήρια μια λεπτομερή απάντηση σε κάθε επιχείρημα των μερών. Η έκταση της υποχρέωσης αιτιολογίας μπορεί να ποικίλλει κατά τη φύση της αποφάσεως. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπ’ όψιν, ιδίως, η διαφορά των μέσων που ένας διάδικος μπορεί να εγείρει και οι διαφορές στα συμβαλλόμενα κράτη σχετικά με τις νομικές διατάξεις, τα έθιμα, τις θεωρητικές αντιλήψεις και την παρουσίαση και σύνταξη δικαστικών αποφάσεων. Γ Γ αυτό, το ζήτημα εάν ένα δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογίας κατά το άρθρο 6 της Συμβάσεως δεν μπορεί να αναλυθεί παρά μόνο υπό το φως των περιστάσεων της δικαζόμενης υποθέσεως. Η έννοια της δίκαιης δίκης απαιτεί, όπως ένα εσωτερικό δικαστήριο, που αιτιολόγησε βραχέως την απόφασή του, είτε ενσωματώνοντας τις αιτιολογίες του κατώτερου δικαστηρίου ή κατ’ άλλο τρόπο, να έχει πράγματι ερευνήσει τα κύρια ζητήματα, που του υπεβλήθησαν και να μην έχει αρκεσθεί στην απλή επικύρωση των συμπερασμάτων ενός κατώτερου δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, παρ’ ότι, όπως προελέχθη, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο αναίρεσης, εντούτοις η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης της καταδικαστικής απόφασης, στα πλαίσια που διαμορφώνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, για “δίκαιη δίκη” που παρέχεται από το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και γεννά απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ’ του ΚΠΔ, επιτρέπουσα την άσκηση αναιρέσεως, κατά της καταδικαστικής απόφασης, για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ισχύοντος ΚΠΔ (ΑΠ 29/2023, 1241/2022, 1810/2019, ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 748/2020). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 689/2020). Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 1/2018, 1/2005).
Γ) Επίσης, κατά το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στον πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Δ) Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν.3674/10.7.2008, “αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι κατ’ εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και, επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, αποδεικτικό μέσο που έχει αποκτηθεί με τέτοιες πράξεις. Η χρησιμοποίηση δε στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ’ Κ.Ποιν.Δ., η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Σκοπός της αποδεικτικής απαγόρευσης αξιοποίησης αποδεικτικού μέσου που αποκτήθηκε παρανόμως είναι η προστασία θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία ο συντακτικός νομοθέτης έχει αναγνωρίσει ως υπέρτερα της βασικής αρχής του ποινικού δικαίου για διερεύνηση της ουσιαστικής αλήθειας. Εξάλλου, ειδικότερη συνταγματική πρόβλεψη για τις αποδεικτικές απαγορεύσεις επήλθε με την προσθήκη της παραγρ. 3 στο άρθρο 19 Σ από τον αναθεωρητικό νομοθέτη (2001), η οποία επέφερε μια αποφασιστική αλλαγή στις δυνατότητες αξιοποίησης αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί με προσβολή θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, αφού πλέον, κατά τους ορισμούς της διάταξης αυτής, “Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9 Α”. Τα συνταγματικά δικαιώματα που ο νομοθέτης επέλεξε να ανάγει σε απολύτως απαραβίαστα είναι εκείνα που προστατεύονται από τα άρθρα 9, 9 Α και 19 Σ. Εξάλλου, το άρθρο 9 του Συντάγματος προστατεύει το οικιακό άσυλο και τον ιδιωτικό- οικογενειακό βίο. Με την θέσπιση απαγόρευσης αξιοποίησης αποδεικτικού υλικού που αποκτήθηκε κατά παράβαση του άρθρου αυτού, ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει το άτομο από παραβιάσεις συντελούμενες από κρατικό όργανα κατά τη διαδικασία της κατ’ οίκον έρευνας. Ο ιδιωτικός βίος, αντίστοιχα, του οποίου η προστασία κατοχυρώνεται από την ως άνω διάταξη, κινδυνεύει από πράξεις παρακολούθησης όχι μόνον των κρατικών οργάνων, αλλά και από ιδιώτες. Κατά δε το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνσμοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος : “Κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του Νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων”. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ’ αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή του νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων του εκείνων που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο ο ίδιος κάθε φορά προσδιορίζει. Έτσι, εκτός από την ερωτική ζωή, τα ζητήματα υγείας και την οικογενειακή ζωή του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή. Το άτομο δικαιούται πλέον να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο, με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις πέντε ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Σύμφωνα δε με το Ν.2472/1997, , “Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης {Μάρτιος/Απρίλιος/Μάϊος 2017}, μετά τις τροποποιήσεις του στο άρθρο 6 και την προσθήκη άρθρου 7 Α με το άρθρο 8 του Ν.2819/2000 και στα άρθρα 7, 7Α, 11, 19 με το άρθρο 34 του Ν.2915/2001) αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του άνω νόμου ορίζεται ότι “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα” είναι “κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων”. “Υποκείμενο των δεδομένων” είναι “το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός η περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική”. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, αλλά και τις αιτιολογικές σκέψεις 14-17 στο προοίμιο της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα δεδομένα εικόνας, εφόσον αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα, αποτελούν προσωπικά δεδομένα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ’ του άνω Ν.2472/1997 ως “επεξεργασία” Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα” νοείται “κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή” (ΑΠ 254/2021, ΑΠ 954/2020). Περαιτέρω, τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δεν είναι απόλυτα. Όπως και κάθε άλλο συνταγματικό δικαίωμα, μπορούν να περιορισθούν, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και αν η άσκησή τους προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, την οποία το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει πλέον ρητά, ορίζοντας “Τα δικαιώματα του ανθρώπου …τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί… πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το Νόμο… και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Εξάλλου, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και απρόσωποι και να προβλέπονται από τον νόμο, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι τυπικός. Τέλος, τα ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την ως άνω παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 25 του Συντάγματος, “τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν”. Πρόκειται για την λεγόμενη “τριτενέργεια” των συνταγματικών δικαιωμάτων. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ α’, β’ και γ’ του ν.2472/1997, τα Δεδομένα Προσωπικού Χαρακτήρα “για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους σαφείς και νόμιμους σκοπούς, και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας.”. Η συλλογή και επεξεργασία πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επεμβαίνει όσο το δυνατόν λιγότερο στην προσωπική ζωή του ατόμου, με ηπιότερα μέσα επίτευξης του σκοπού, για τον οποίο συγκεντρώνονται οι πληροφορίες. Για να είναι νόμιμη η επεξεργασία θα πρέπει να διενεργείται για τον σκοπό, στη θεραπεία του οποίου αποσκοπεί και όχι για άλλο σκοπό (ΣτΕ 1343/2022, ΣτΕ 194/2021, ΣτΕ 316/2021, ΣτΕ 1616/2012). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.2 του αυτού ως άνω ν.2472/1997, εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του “η επεξεργασία δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται: α) από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών,…”. Περαιτέρω, το άρθρο 5 παρ. 1 του ως άνω ν.2472/1997 ορίζει: “Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του”. Ο θεμελιώδης όμως αυτός κανόνας, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου, δεν είναι απόλυτος. Έτσι, ο ίδιος ο ν.2472/1997 – ο οποίος επαναλαμβάνει, εν προκειμένω, την τότε ισχύουσα κοινοτική Οδηγία 95/46/ΕΚ – ορίζει στο άρθρο 5 παρ. 2α έως ε’ ότι, “Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: … ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών”. Έτσι, η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας τους, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού και της ικανοποιήσεως και άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (ΣτΕ 1343/2022, ΣτΕ 194/2021, ΣτΕ 316/2021, ΣτΕ 1616/2012) και συνταγματικών αρχών, όπως είναι το δικαίωμα της έννομης προστασίας (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος) και οι αρχές της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης. Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Το παραπάνω επιχείρημα αντλείται από το άρθρο 7 παρ. 2 γ’ του Ν.2472/1997, που αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, αλλά εφαρμόζεται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με το οποίο “Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: … γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου”. Προϋπόθεση όμως για τη νόμιμη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης είναι ότι τα δεδομένα, των οποίων ζητείται η χορήγηση ή τα οποία χρησιμοποιούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (αρχή της αναγκαιότητας), και δη ενόψει της συγκεκριμένης δίκης που εκκρεμεί. Η αναγκαιότητα δε, υφίσταται όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Τα δεδομένα, επίσης, δεν πρέπει να είναι περισσότερα από όσα είναι απολύτως απαραίτητα για την υπεράσπιση του δικαιώματος (αρχή της αναλογικότητας, (ΣτΕ 1343/2022, ΣτΕ 194/2021, ΣτΕ 316/2021, ΣτΕ 1616/2012). Έτσι, έχει κρίνει κατ’ επανάληψη η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ότι η χρήση ενώπιον δικαστηρίου προσωπικών δεδομένων που έχουν συλλεχθεί χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ενδιαφερομένου είναι θεμιτή αν “ο επιδιωκόμενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα” (βλ.σχ. ΟλΑΠ 1/2017, Αρχή Προστασίας Δεδομένων 57/2009, 9/2005 και 8/2005). Εξάλλου, ο Κανονισμός 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 “για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)” τέθηκε σε ισχύ στις 25 Μάιου του 2018, με διττό στόχο: την ενίσχυση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών και την ανεμπόδιστη διακίνηση των δεδομένων αυτών. Στη σκέψη 4 του Προοιμίου αυτού επισημαίνεται, ότι “το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτο δικαίωμα – πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης συνείδησης και θρησκείας την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία”. Υπό αυτήν την έννοια, το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα και συνεπώς δεν πρέπει να δίδεται προβάδισμα μόνο στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν επί τάπητος υπάρχουν άλλα αντικρουόμενα συνταγματικώς προστατευόμενα έννομα αγαθά, όπως η πρόσβαση στη δικαιοσύνη και η χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, ειδικότερα δε, κατά την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ο εφαρμοστής του δικαίου πρέπει να εξισορροπήσει τα συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας. Στα πλαίσια αυτά γίνεται δεκτό, ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των όρθρων 1, 2, 3 παρ.1,4 παρ.1, 5 παρ.1 στοιχ. ε, 7 παρ.2 δ στοιχ. γ του ν.2472/1997, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 177, 217, 251, 358, 575 Κ.Ποιν.Δ., είναι δυνατόν να προσκομισθούν και να αναγνωσθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου έγγραφα που άπτονται των προσωπικών ή και ευαίσθητων δεδομένων, προκειμένου να αναζητηθεί και ευρεθεί η ουσιαστική αλήθεια της υπόθεσης (ΑΠ 254/2021, ΑΠ 954/2020). Πολύ περισσότερο μπορούν να προσκομισθούν και να επισκοπηθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου φωτογραφίες τρίτων (έγγραφα) που εξήχθησαν από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης με κάμερες, εγκατεστημένο από φυσικό πρόσωπο σε ιδιωτικό χώρο, για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών, που κατ’άρθρο 3 παρ.2 του ν.2472/1997 εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω νόμου, αφού ναι μεν δεν αποτυπώνουν την εικόνα του εγκαταστήσαντος το κύκλωμα αυτό φυσικού προσώπου και των συγγενών του σε προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες, πλην όμως οι τρίτοι, των οποίων αποτυπώνονται οι εικόνες, εισήλθαν χωρίς δικαίωμα στον ιδιωτικό αυτό χώρο για τη διάπραξη αδικήματος, εκθέτοντες οικειοθελώς τα προσωπικά τους δεδομένα στην εμβέλεια των καμερών του κλειστού αυτού κυκλώματος και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι απολύτως απαραίτητη η προσκόμιση των εικόνων αυτών (φωτογραφιών) των τρίτων, τους οποίους, άλλωστε, δεν αποτυπώνουν σε ιδιωτικές στιγμές, για την υπεράσπιση του δικαιώματος του φυσικού προσώπου ενώπιον δικαστηρίου, ενόψει της συγκεκριμένης δίκης, αφού ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα. Ειδικότερα, το ζήτημα της χρήσης συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για το σκοπό της προστασίας προσώπων και αγαθών ρυθμίζεται στην Οδηγία 1/2011 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Βασική προϋπόθεση, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας είναι η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια αφενός ότι τα συλλεγόμενα στοιχεία πρέπει να είναι αναγκαία και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό, και αφετέρου ότι ο σκοπός αυτός δεν δύναται να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα. Επίσης, όπως προβλέπεται στο άρ. 2 παρ. α της προαναφερθείσας οδηγίας, “… ο σκοπός της προστασίας προσώπων ή/και αγαθών δικαιολογείται από το έννομο συμφέρον ή την νομική υποχρέωση του ιδιοκτήτη ή του διαχειριστή ενός χώρου να προστατεύσει τον χώρο, καθώς και τα αγαθά που ευρίσκονται στον χώρο αυτό από παράνομες πράξεις …” και “η προστασία προσώπων ή/και αγαθών με συστήματα βιντεοεπιτήρησης μπορεί να επιδιώκεται είτε (…) είτε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π Ι.Δ.) ή φυσικό πρόσωπο που διαχειρίζεται τον χώρο ή έχει νόμιμο δικαίωμα ή υποχρέωση σύμφωνα με διατάξεις νόμου ή σε εκτέλεση σύμβασης με τον κύριο του χώρου.”. Στα πλαίσια αυτά γίνεται δεκτό ότι σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 177, 243, 251, 358, 364 [ήδη 362] 575 Κ.Π.Δ., είναι δυνατόν να προσκομισθούν και να αναγνωσθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου έγγραφα που άπτονται των προσωπικών ή και ευαίσθητων δεδομένων, προκειμένου να αναζητηθεί και ευρεθεί η ουσιαστική αλήθεια της υπόθεσης (ΑΠ 254/2021, ΑΠ 954/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ’αριθμ. 517/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, το Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ’ είδος, αποδεικτικών μέσων (την ανωμοτί κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τις φωτογραφίες, οι οποίες επισκοπήθηκαν, την απολογία της κατηγορουμένης), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, τα εξής, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: “Η μητέρα και η θεία της κατηγορουμένης είναι συγκυρίες ενός οικοπέδου που βρίσκεται στον οικισμό … του Δήμου Κύμης Αλιβερίου Εύβοιας, στη θέση “…”, στο οποίο έχουν ανεγερθεί δύο κάθετες ιδιοκτησίες. Ο υποστηρίζων την κατηγορία είναι ιδιοκτήτης όμορης ιδιοκτησίας. Ήδη από το έτος 2009 μεταξύ της κατηγορουμένης, η οποία εκπροσωπούσε τις ως άνω συνιδιοκτήτριες, και του υποστηρίζοντος την κατηγορία υφίσταται διαμάχη εξαιτίας της κατασκευής από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία και το μάρτυρα, Η. Κ., κατασκευών, που σύμφωνα με την κατηγορουμένη έχουν λάβει χώρα πάνω σε δύο κοινοτικούς δρόμους, μ5 αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η διέλευση το:>ν εκπροσωπούμενων από την κατηγορουμένη προς το ακίνητο τους, αλλά και προς τον έτερο κοινοτικό δρόμο στη θέση “…” με κατεύθυνση την πηγή “Κάτω βρύση” του χωριού. Ακολούθησαν καταγγελίες της κατηγορουμένης, ως εκπροσώπου των ως άνω συνιδιοκτητριών, στην Πολεοδομία Κύμης και έκδοση της υπ’ αριθμό …2010 έκθεση αυτοψίας σε βάρος του υποστηρίζοντος την κατηγορία, με την οποία διαπιστώθηκε “η στρώση δαπέδου ακάλυπτου χώρου, στο οποίο υφίσταται παλαιά διώροφη κατοικία, με λίθινες πλάκες Καρύστου επιφάνειας 31,26 τ.μ. και περίφραξη (στηθαία) από σιδερένια κιγκλιδώματα συνολικού μήκους 15,50 μ., με τμήμα της πλακόστρωσης και τμήμα περίφραξης να καταλαμβάνουν πιθανώς κοινόχρηστο δρόμο (αδιέξοδο δημοτικό δρόμο), σε συνέχεια της κλιμακωτής κεκλιμένης πλακόστρωσης όμορης ιδιοκτησίας”, και β) η με αριθμό …2010 έκθεση αυτοψίας σε βάρος των Η. Κ. και Μ. Κ., με την οποία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων κατασκευών, επίσης η στρώση δαπέδων ακάλυπτου χώρου οικοπέδου συνολικής επιφανείας 55,16 τ.μ., η στηθαία περίφραξη από σιδερένια κιγκλιδώματα μήκους 7,10 μ. και η τοποθέτηση δύο σιδερένιων καγκελόπορτων, οι οποίες (οι κατασκευές) πιθανώς καταλαμβάνουν κοινόχρηστο χώρο. Ένσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία κατά της 1/2010 έκθεσης αυτοψίας έγινε δεκτή με την από 22-7-2010 απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Ενστάσεων Αυθαιρέτου, ενόψει του ότι είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του η με ΑΠ 1824/14- 7-2010 άδεια εργασιών μικρής κλίμακας. Στη συνέχεια, ο υποστηρίζουν την κατηγορία προέβη στην ανέγερση νέων κατασκευών, για τις οποίες η κατηγορουμένη, ως εκπρόσωπος των ως άνω συνιδιοκτητριών, υπέβαλε στις 3-8-2010 καταγγελία στην Πολεοδομία Κύμης, οπότε και συντάχθηκε η με αριθμό …2010 έκθεση αυτοψίας με την οποία διαπιστώθηκε η κατασκευή χωρίς οικοδομική άδεια των ακόλουθων κατασκευών: α) περίφραξης αποτελούμενης από σιδερογωνίες ως ορθοστάτες και τοποθέτηση οριζοντίως πλανισμένων σανίδων επικολλημένης κατά μήκος παλαιάς αυθαίρετης περίφραξης σιδερένιων κιγκλιδωμάτων, που έχει καταγραφεί με την 1/2010 έκθεση αυτοψίας, και β) κατασκευής εξωτερικής κλίμακας από οπλισμένο σκυρόδεμα και κιγκλίδωμα κατά ένα τμήμα συνολικού μήκους 6,00 μ. και πλάτους 1,05 μ. και πλάτους 0,80μ. με δεκαπέντε βαθμίδες (29 Χ 17 cm), και πλατύσκαλο στη βάση της διάστασης 1,00 Χ 1,05 μ. και έτερο τμήμα από λιθοδομή επί εδάφους συνολικού μήκους 3,00 μ. και πλάτους 0,80 μ. με πέντε βαθμίδες. Κατά της τελευταίας ανωτέρω έκθεσης αυτοψίας (52/2010), ο υποστηρίζουν την κατηγορία υπέβαλε ενώπιον του ΣΥΠΟΘΑ την με αριθμό πρωτ. …2010 ένσταση, η οποία έγινε δεκτή με το με αριθμό …2014 Πρακτικό του, ενόψει της υπαγωγής των αυθαίρετων κατασκευών στο ν, 4178/2013. Ακολούθως, κατά του ως άνω Πρακτικού, η κατηγορουμένη, ενεργούσα ως πληρεξούσια και εκπρόσωπος των ως άνω συνιδιοκτητριών, υπέβαλε την με αριθμό πρωτ. 19137/28-7-2014 αίτηση θεραπείας, ζητώντας την επανεξέταση του θέματος, η οποία έγινε δεκτή με το με αριθμό … 2014 Πρακτικό του ΣΥΠΟΘΑ Π.Ε. Ευβοίας. Στη συνέχεια, ο υποστηρίζουν την κατηγορία κατέθεσε την με αριθμό πρωτ. 458/31-3-2015 αίτηση θεραπείας, κατά της τελευταίας ανωτέρω απόφασης του ΣΥΠΟΘΑ, ζητώντας την επανεξέταση της, επί της οποίας εξεδόθη τελικά, το με αριθμό 18/23-1 1-2015 πρακτικό του ιδίου ανωτέρω οργάνου, με το οποίο έγινε δεκτή η αίτηση θεραπείας του υποστηρίζοντος την κατηγορία και τέθηκε και πάλι σε ισχύ το …2014 πρακτικό – απόφαση περί υπαγωγής των αυθαιρέτων εργασιών στο ν. 4178/2013, αποφαινόμενο ότι: α) δεν προκύπτει από κάποιο ουσιώδες επίσημο έγγραφο “δρόμος” ή “δουλεία διόδου” να διέρχεται εντός της ιδιοκτησίας του υποστηρίζοντος την κατηγορία, έτσι που να φαίνεται ότι εξυπηρετεί την ιδιοκτησία της μητέρας της κατηγορουμένης, β) οι κάθετες ιδιοκτησίες των εκπροσωπούμενων από την κατηγορουμένη έχουν άμεση πρόσβαση σε αναγνωρισμένη δημοτική οδό του Δ.Δ. … και δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ότι δεν δύνανται να εισέρχονται στην οικία τους. Ακολούθησε αίτηση ακύρωσης της ως άνω απόφασης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, το οποίο με την υπ’ αριθμό A310/2019 απόφασή του απέρριψε την αίτηση ακύρωσης. Παρά ταύτα, η κατηγορουμένη, χωρίς να υπάρχει καμία απόφαση αρμοδίου οργάνου ή δικαστηρίου που να δικαιώνει τους ισχυρισμούς της, επιθυμεί παρατύπως να διέρχεται μέσα από τις φραγμένες ιδιοκτησίες του υποστηρίζοντος την κατηγορία και του πρώτου μάρτυρα. Ακολούθως, προέκυψε ότι περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2017 ο υποστηρίζουν την κατηγορία και ο πρώτος μάρτυρας διαπίστωσαν στις ιδιοκτησίες τους κλοπές των διαχωριστικών σιδερένιων περιφράξεων και δέντρα, τα οποία είχαν κοπεί από τον κορμό. Για το λόγο αυτό αποφάσισαν να τοποθετήσουν μια κάμερα παρακολούθησης κλειστού κυκλώματος του ιδιωτικού τους χώρου, με την σχετική επιγραφή ότι ο ιδιωτικός τους χώρος βιντεοσκοπείτο. Στις 31-3-2017, 9-4- 2017, 16-4-2017 και 14-5-2017, η κατηγορούμενη, αφού εισήλθε εντός της ιδιοκτησίας του υποστηρίζοντος την κατηγορία: α) την 31-3- 2017 αφαίρεσε από κοινού με άγνωστο πρόσωπο τα κιγκλιδώματα που χώριζαν την ιδιοκτησία του υποστηρίζοντος την κατηγορία από την ιδιοκτησία του πρώτου μάρτυρα, διακοσμητικά πέτρινα αντικείμενα και άλλα αντικείμενα που βρίσκονταν στην αυλή του, β) την 9-4-2017 αφαίρεσε από κοινού με το ανωτέρω άγνωστο πρόσωπο ένα κομμάτι κιγκλιδώματος, μία μεγάλη σιδερένια πολυθρόνα κήπου και έναν πλαστικό κάδο απορριμμάτων, γ) τη 16-4-2017 αφαίρεσε ένα παλιό μεγάλο καζάνι αντίκα και δ) τη 14-5-2017 αφαίρεσε ένα πέτρινο διακοσμητικό από τον αύλειο χώρο με σκοπό να ιδιοποιηθεί τα ανωτέρω κινητά πράγματα παράνομα. Οι προπεριγραφόμενες πράξεις της κατηγορούμενης προκύπτουν ιδίοις από την επισκόπηση των φωτογραφιών του κατηγορητηρίου, οι οποίες είναι εκτυπώσεις των λήψει^ν της ως άνο3 κάμερας παρακολούθησης, από τις οποίες αναγνωρίζεται η κατηγορουμένη να προβαίνει στις ως άνω πράξεις, σε συνδυασμό με την κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία και του πρώτου μάρτυρα, ενώ η αξία των προαναφερόμενων κλοπιμαίων υπολογίζεται περίπου στο ποσό των 3.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο η αξία των κιγκλιδωμάτων που αφαιρέθηκαν προσεγγίζει το ποσό των 1.000 ευρώ και ότι το καζάνι που αφαιρέθηκε ήταν αντίκα. Η κατηγορουμένη αρνείται ότι τέλεσε τις ως άνω πράξεις και υποστήριξε ότι κατά τις ως άνω ημερομηνίες βρισκόταν στην εργασία της, στο Δήμο Αθηναίων, ως Προϊστάμενη της Διεύθυνσης Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών του Δήμου Αθηναίων. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της αυτού επικαλείται την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Χ., Προϊστάμενου Πληροφορικής του Δήμου Αθηναίων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο οποίος κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη στις 14-5-2017 ήταν στην εργασία της, η κατάθεση του οποίου, ωστόσο, ανατρέπεται από τις καταθέσεις του υποστηρίζοντος την κατηγορία και του πρώτου μάρτυρα αλλά και από τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες. Ομοίως προς απόδειξη του ισχυρισμού της η κατηγορουμένη προσκομίζει την από 1-11-2022 βεβαίωση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Διαχείρισης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού του Τμήματος Ελέγχου Απασχόλησης του Δήμου Αθηναίων, σύμφωνα με την οποία, όπως προέκυπτε από τα στοιχεία της υπηρεσίας και την εφαρμογή του ηλεκτρονικού παρουσιολογίου, η κατηγορουμένη όλες τις ως άνω ημερομηνίες, 31-3-2017 ημέρα Παρασκευή, 9-4-2017 ημέρα Κυριακή 16-4-2017 ημέρα Κυριακή του Πάσχα, και 14-5- 2017 ημέρα Κυριακή, εργάσθηκε κανονικά. Ωστόσο, τα ως άνω βεβαιούμενα δεν δύνανται να ανατρέψουν τα όσα ως άνω έγιναν δεκτά καθώς, όπως προκύπτει από την απολογία της κατηγορουμένης, το ηλεκτρονικό παρουσιολόγιο για τη Διεύθυνση, στην οποία προΐστατο, τηρείτο με ευθύνη της ιδίας, η οποία αφού εισερχόταν στο σύστημα με τους προσωπικούς της κωδικούς βεβαίωνε την παρουσία τόσο της ίδιας όσο και των υφισταμένων της. Η ίδια δε με την ιδιότητά της αυτή είχε τη δυνατότητα, αφού στο σύστημα δεν φαινόταν η ώρα προσέλευσης ή αποχώρηση της, να εισέλθει σε αυτό, να βεβαιώσει την παρουσία της και, ακολούθως, να αποχωρήσει, οπότε θα φαινόταν ότι είχε βρεθεί στην εργασία της χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε παραμείνει και σε αυτή, όπως προκύπτει από την απολογία της. Εξάλλου, η ίδια δεν δικαιολόγησε επαρκώς την ανάγκη παρουσίας στην εργασία της μη εργάσιμες ημέρες (9-4-2017, 14-5-2017), πόσο μάλλον την Κυριακή του Πάσχα (16-4-2017) και μάλιστα εκτελώντας υπερωριακή εργασία, από τις δέκα το πρωί έως τις έντεκα το βράδυ, όπως η ίδια κατέθεσε. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η αποδιδόμενη στην ίδια πράξη συνιστά αυτοδικία και όχι κλοπή, ο οποίος είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός (βλ. ΑΠ 413/2021 ΝΟΜΟΣ) δεν είναι βάσιμος καθώς η κατηγορουμένη δεν περιορίσθηκε π.χ. στο να ρίξει τα κιγκλιδώματα, ώστε να μπορεί να διέρχεται από τον αύλειο χώρο της οικίας του υποστηρίζοντος την κατηγορία, ούτε π.χ. ενημέρωσε για το μέρος που τυχόν είχε εναποθέσει αυτά, αλλά αφαίρεσε αυτά μαζί με άλλα αντικείμενα που σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν πεποίθηση της ότι είχε δικαίωμα επ’ αυτών, γεγονός από το οποίο συνάγεται ο σκοπός της να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ομοίως και ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η αποδιδόμενη στην ίδια πράξη συνιστά κλοπή ευτελούς αξίας, ο οποίος είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός δεν είναι βάσιμος καθώς η αξία των αντικειμένων που αφαίρεσε η κατηγορουμένη, ανέρχεται, όπως προεκτέθηκε, περίπου στο ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο δεν καθιστά την κλοπή ευτελούς αξίας.
Συνεπώς, με βάση όσα ως άνω έγιναν δεκτά η κατηγορουμένη θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη όπως και πρωτοδίκως”.
Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη με το εξής, επί λέξει, διατακτικό: “Στον οικισμό … του Δήμου Κύμης Αλιβερίου Εύβοιας, την 31.03.2017, την 09.04.2017, τη 16.04.2017 και τη 14.05.2017, ενεργώντας από κοινού με αγνώστων στοιχείων ταυτότητας δράστη επ’ ονόματι “Διονύσης” και κατά μόνας, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφαίρεσε με πρόθεση από την κατοχή άλλου ξένο καθ’ ολοκληρία κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, αφού εισήλθε εντός της ιδιοκτησίας του εγκαλούντος Ε. Κ. του Θ., α) την 31.03.2017 αφαίρεσε από κοινού με τον ανωτέρω άγνωστο δράστη τα κιγκλιδώματα που χώριζαν την ιδιοκτησία του εγκαλούντος από την ιδιοκτησία Η. Κ., διακοσμητικά πέτρινα αντικείμενα και άλλα αντικείμενα που βρίσκονταν στην αυλή του, β) την 09.04.2017 αφαίρεσε από κοινού με τον ανωτέρω άγνωστο δράστη ένα κομμάτι κιγκλιδώματος, μία μεγάλη σιδερένια πολυθρόνα κήπου κι έναν πλαστικό κάδο απορριμμάτων, γ) τη 16.04.2017 αφαίρεσε ένα παλιό μεγάλο καζάνι αντίκα και δ) τη 14.05.2017 αφαίρεσε ένα πέτρινο διακοσμητικό από τον αύλειο χώρο της οικίας του εγκαλούντος, με σκοπό να ιδιοποιηθεί τα ανωτέρω κινητά πράγματα παράνομα”. Τέλος, της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω πλημμελήματος του άρθρου 372 παρ.1 α του νέου ΠΚ (ν.4619/2019), για την τέλεση του οποίου καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, μεταξύ των οποίων και οι επισκοπηθείσες 37 φωτογραφίες, υπ’αριθμ.1 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων του κατηγορητηρίου, οι οποίες εξήχθησαν από το βίντεο του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης παρακολούθησης ιδιωτικού χώρου (αύλειου) της οικίας του εγκαλούντος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, για το οποίο δεν απαιτείτο η κατά το άρθρο 6 του ν.2472/1997 άδεια της αρχής ή γνωστοποίηση της λειτουργίας του, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.2α’ του αυτού ως άνω ν.2472/1997, όπως προεκτίθεται στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο Δ, ως και οι επισκοπηθείσες 11 φωτογραφίες, υπ’αριθμ.2 του καταλόγου των προσκομισθέντων από την κατηγορουμένη και αναγνωσθέντων εγγράφων, καθώς και οι σκέψεις (νομικοί συλλογισμοί) με τις οποίες υπήγαγε τα πιο πάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις οικείες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 14, 16, 17, 18, 26 εδ.α’, 27παρ.1, 51, 53, 57, 79, 98 παρ.1, 372 παρ.1α του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ (Ν.4619/2019) και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 86 του Ν. 4855/2021, ως επιεικέστερου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εν σχέσει με την κατάγνωση της ενοχής της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για την προαναφερόμενη πράξη, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης, σχετικώς με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω αδικήματος. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: 1) Αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (η ανωμοτί κατάθεση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων και οι πιο πάνω 37 συν 11 φωτογραφίες οι οποίες επισκοπήθηκαν, ως και η απολογία της κατηγορουμένης), από την εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. 2) Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπ’όψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και α) η υπ’αριθμ.73/2022 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, που προσκομίστηκε από την αναιρεσείουσα και αναγνώσθηκε, (υπ’αριθμ.19 του καταλόγου των προσκομισθέντων και αναγνωσθέντων εγγράφων), αφού το γεγονός ότι αθωώθηκε με αυτή η αναιρεσείουσα από την κατηγορία της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, επειδή το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε ότι είχαν ήδη καταστραφεί από άγνωστο δράστη στο διάστημα 22-28 Ιανουαρίου 2017, τα μαύρα διαχωριστικά κιγκλιδώματα, δεν αναιρεί το αποδεικτικό πόρισμα της ήδη προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο έγινε δεκτό ότι αφαιρέθηκαν με σκοπό ιδιοποίησης από την αναιρεσείουσα διαχωριστικά κιγκλιδώματα και μέρος αυτών κατά τις μεταγενέστερες χρονολογίες 31.03.2017 και 09.04.2017, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για τα ίδια κιγκλιδώματα, καθώς και β) η από 01.11.2022 βεβαίωση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Διαχείρισης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού του Τμήματος Ελέγχου Απασχόλησης του Δήμου Αθηναίων, με την οποία βεβαιώνεται ότι η αναιρεσείουσα εργάσθηκε κανονικά τις ημερομηνίες 31.03.2017, ημέρα Παρασκευή, 09.04.2017 ημέρα Κυριακή, 16.04.2017 ημέρα Κυριακή του Πάσχα και 14.05.2017 ημέρα Κυριακή, η οποία αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αναξιόπιστη, επειδή δέχθηκε ότι από την απολογία της αναιρεσείουσας προέκυψε ότι αυτή τηρούσε με δική της ευθύνη, το ηλεκτρονικό παρουσιολόγιο της Διεύθυνσης, στην οποία προϊστατο και αφού εισερχόταν στο σύστημα με τους προσωπικούς της κωδικούς βεβαίωνε την παρουσία τόσο της ίδιας, όσο και των υφισταμένων της και ως εκ τούτου, καθώς και του γεγονότος ότι στο σύστημα δεν φαινόταν η ώρα προσέλευσης ή αποχώρησής της, είχε τη δυνατότητα να εισέλθει σε αυτό, να βεβαιώσει την παρουσία της και ακολούθως, να αποχωρήσει, οπότε θα φαινόταν ότι είχε βρεθεί στην εργασία της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε παραμείνει και σε αυτή. Το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι, δεν αξιολογήθηκε η περικοπή της απολογίας της, όπου ισχυρίστηκε ότι για να αποχωρήσει από την υπηρεσία της έπρεπε να λάβει σχετική άδεια από τον Προϊστάμενο της, την οποία, στις κρίσιμες χρονολογίες, δεν έλαβε, δεν ευσταθεί, αφού η προϋπόθεση αυτή απαιτείται για τη νόμιμη απουσία του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, ενώ η απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι η κατηγορουμένη, η οποία είχε την ευθύνη τήρησης του ηλεκτρονικού παρουσιολογίου, μπορούσε, χρησιμοποιώντας τους προσωπικούς της κωδικούς, να απουσιάσει και άνευ αδείας του Προϊσταμένου της, ήτοι μη νόμιμα από την υπηρεσία της. 3) Αιτιολογείται δε, με σαφήνεια και πληρότητα η ταυτότητα των αντικειμένων (κιγκλιδώματα, διαχωριστικά της ιδιοκτησίας του εγκαλούντος από την ιδιοκτησία του μάρτυρος Η. Κ. και μέρος αυτών, διακοσμητικά αντικείμενα και άλλα αντικείμενα (πέτρινα) που βρίσκονταν στην αυλή του εγκαλούντος, μία μεγάλη σιδερένια πολυθρόνα κήπου και ένα πλαστικό κάδο απορριμμάτων, ένα παλιό μεγάλο καζάνι αντίκα και ένα ακόμη πέτρινο διακοσμητικό από τον αύλειο χώρο της οικίας του εγκαλούντος, που αφαιρέθηκαν από την αναιρεσείουσα χωρίς να απο:ιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας περαιτέρω προσδιορισμός της ώρας αφαίρεσής τους, των διαστάσεων των κιγκλιδωμάτων που αφαιρέθηκαν, του ακριβούς αριθμού {που είναι τουλάχιστον δύο, αφού χρησιμοποιείται πληθυντικός αριθμός} και των χαρακτηριστικών των πέτρινων διακοσμητικών αντικειμένων του αύλειου χώρου του εγκαλούντος, από τον οποίο αφαιρέθηκαν, καθώς και του τρόπου με τον οποίο αφαιρέθηκαν τα κιγκλιδώματα και το μεγάλο καζάνι αντίκα, ως και των κινήτρων από τα οποία ωθήθηκε στις πιο πάνω πράξεις και μάλιστα κατ’εξακολούθηση και όχι άπαξ, μολονότι υπήρχε σχετική επιγραφή ότι ο χώρος βιντεοσκοπείται, η κατηγορουμένη, παρά την κοινωνική της θέση, την επαγγελματική της ιδιότητα (Διευθύντρια Διεύθυνσης του Δήμου Αθηναίων) και την οικονομική της κατάσταση, τα οποία (κίνητρα) σε κάθε περίπτωση, εντοπίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση στην υφισταμένη αντιδικία μεταξύ του εγκαλούντος αφενός και της μητέρας και της θείας της αναιρεσείουσας, αφετέρου, αναφορικά με την ύπαρξη ή μη διόδου πρόσβασης στο ακίνητο των τελευταίων διά μέσου του ακινήτου του εγκαλούντος. 4) Καθόσον δε αφορά τον υπερχειλή δόλο ιδιοποίησης της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, αιτιολογείται πλήρως στην απόφαση, απαντώντας έτσι, συνάμα και στον αρνητικό της ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας από κλοπή σε αυτοδικία, ότι τα προαναφερόμενα κινητά αφαιρέθηκαν με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η κατηγορουμένη δεν περιορίστηκε στο να ρίξει κάτω τα κιγκλιδώματα και να τα αφήσει στον αύλειο χώρο του εγκαλούντος ή να τα εναποθέσει σε άλλο χώρο, ενημερώνοντας σχετικώς τον τελευταίο, αλλά τα αφαίρεσε, μαζί με τα άλλα αντικείμενα, που σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν πεποίθησή της ότι είχε δικαίωμα επ’ αυτών, εκδηλώνοντας έτσι, τον σκοπό της να τα οικειοποιηθεί όλα παράνομα. 5) Τέλος, με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίστηκε ανελέγκτως η αξία των αφαιρεθέντων πραγμάτων σε 3.000 ευρώ εκ των οποίων τα 1.000 ευρώ αναφέρονται στην αξία των κιγκλιδωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι και το καζάνι που αφαιρέθηκε ήταν αντίκα και ήταν ανάλογης αξίας και απορρίφθηκε έτσι, με την προσήκουσα αιτιολογία ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η κλοπή των πιο πάνω πραγμάτων ήταν ευτελούς αξίας του άρθρου 377 ΠΚ.
Συνεπώς, όλοι οι αρνητικοί ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας απαντήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας με την πλήρως αιτιολογημένη κρίση του περί της ενοχής της. Ο δε ενιαίος τρόπος εκφοράς της απάντησης του Δικαστηρίου επί των αρνητικών ισχυρισμών και επιχειρημάτων της κατηγορουμένης, μαζί με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή είναι δόκιμος, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί εντάσσονται στην κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία συνδέει άρρηκτα το δικαίωμα υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, ως υπερασπιστικού δικαιώματος, που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία, κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σε αυτή της τελικής κρίσης του δικαστηρίου (ΑΠ 32/2021, ΑΠ 101/2018). Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως λ.χ. των φωτογραφιών που επισκοπήθηκαν και, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν απεικονίζουν την ίδια, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών της αναιρεσείουσας, που κατά την άποψή της, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και σε ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς αμφισβήτηση των εις βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ του ΚΠΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασής της και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον αφορά την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί της ενοχής της ήδη αναιρεσείουσας και τότε κατηγορουμένης.
Τέλος, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ’ του ίδιου Κώδικα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 177 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και των άρθρων 9, 9Α και 19 παρ.3 του Συντάγματος, ως και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 2 στοιχ.β’, 3 παρ.2 στοιχ.β και 7 παρ.2 στοιχ.ε του ν.2472/1997, έλαβε υπόψη του και θεμελίωσε την καταδικαστική σε βάρος της κρίση σε απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του φωτογραφίες που εξήχθησαν από κλειστό κύκλωμα καταγραφής σκηνών ιδιωτικού χώρου, που όμως καταλαμβάνει και εξωτερικούς δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους, παραβιάζοντας, έτσι τα υπερασπιστικά της δικαιώματα.
Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στη μείζονα πρόταση υπό στοιχ.Δ και ενόψει των αναφερομένων αναλυτικά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην προκείμενη περίπτωση, είναι νόμιμη η δικονομική αξιοποίηση του συγκεκριμένου βιντεοληπτκού υλικού, καθώς και των εξ αυτού εξαχθεισών φωτογραφιών, από το κλειστό κύκλωμα καταγραφής ιδιωτικού χώρου (αύλειου χώρου ιδιοκτησίας του εγκαλούντος), κατά τις παραδοχές της απόφασης και όχι κοινόχρηστου χώρου (διόδου), όπως αβασίμως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, λόγω της σοβαρότητος των εξακολουθητικών κλοπών, που τελέστηκαν και ως το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, από το οποίο δύναται να προκύψει ο δράστης των υπό κρίση άδικων πράξεων. Πρωτίστως δε διότι, στην εν λόγω περίπτωση το παραβιασθέν συνταγματικό δικαίωμα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας στα προσωπικά της δεδομένα (άρθρ. 9 Α του Συντάγματος) δεν άπτεται αμέσως του σκληρού πυρήνα της προσωπικής της σφαίρας, που θα απαιτούσε τη συναίνεση αυτής, αφού η συμπεριφορά, που καταγράφηκε και περιέχεται στο ένδικο βιντεοληπτικό υλικό και στις εξ αυτού εξαχθείσες φωτογραφίες, ουδεμία σχέση έχει με πράξεις της σε ιδιωτικό της χώρο ή σε εξωτερικό δημόσιο ή κοινόχρηστο χώρο, ούτε έχει καμιά σχέση με την ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, δεδομένου ότι, οι κάμερες κλειστού κυκλώματος κατέγραψαν τις κινήσεις της σε ιδιωτικό χώρο, που ανήκει σε τρίτο και στον οποίο αυτή εισήλθε παράνομα, χωρίς δικαίωμα και μάλιστα, εν γνώσει της ότι βιντεοσκοπούνται οι κινήσεις της, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η βιντεοσκόπηση του ιδιωτικού (αύλειου χώρου) του εγκαλούντος εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του ν.2472/1997, είχε τοποθετήσει προειδοποιητική πινακίδα για τη λειτουργία του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, χωρίς να έχει σχετική υποχρέωση, ο εγκαλών, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης βιντεοσκοπείτο ιδιωτικός του χώρος, στον οποίο κατά τις παραδοχές της απόφασης εισήλθε παράνομα η κατηγορουμένη και όχι ιδιωτικός προσωπικός χώρος της κατηγορουμένης ή εξωτερικός δημόσιος ή κοινόχρηστος χώρος, όπως η ίδια ισχυρίζεται, ενώ επιβάλλεται η αξιοποίηση των φωτογραφιών της και από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, εν όψει του ότι τα πληγέντα από τις υπό κρίση πράξεις της αγαθά κρίνονται σαφώς υπέρτερα εκείνου της προστασίας των προσωπικών της δεδομένων. Σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση θα οδηγούσε σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη, εν προκειμένω του παθόντος Ε. Κ., σε δικαστική ακρόαση και προστασία (άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος), αφού δεν θα μπορούσε να γίνει χρήση του μοναδικού αποδεικτικού μέσου, στο οποίο βασίζεται η καταγγελία του, με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία του απροστάτευτου εν λόγω θύματος των άνω αξιοποίνων πράξεων, ήτοι υπέρτερων εννόμων αγαθών, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας Κατ’ ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, καμία ακυρότητα δεν δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και τις ανωτέρω 37 φωτογραφίες, που εξήχθησαν από το ως άνω κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης, χωρίς μάλιστα να αντιλέξει η κατηγορουμένη, που παραστάθηκε με συνήγορο στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος μάλιστα προέβη σε σχολιασμό τους, κατ’άρθρο 358 ΚΠΔ, (σελ.18 της προσβαλλόμενης), εφόσον, όπως εκτενώς αναπτύχθηκε παραπάνω, δεν πρόκειται για αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο προέκυψε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρου 177 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. ή των συνταγματικών διατάξεων 19 παρ. 3 και 9Α του Συντάγματος ή της διάταξης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα. Επομένως, η τελευταία δεν στερήθηκε οιουδήποτε υπερασπιστικού του δικαιώματος, παρεχόμενου ρητά από το νόμο και συνακόλουθα ο τρίτος από το άρθρο και 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ., λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.
Κατ’ακολουθίαν, και οι τρεις αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, εφόσον δε, δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 4073/2024 από 31.05.2024 αίτηση της Ο. Κ. του Β. και της Α., που γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1966 και κατοικεί στην Αθήνα, οδός …, για αναίρεση της καταδικαστικής με αριθμ. 517/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Επιβάλλει σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
