ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 118/2025 Αποζημίωση για αδικαιολόγητη κράτηση και καταδίκη

Αριθμός 118/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη και Τριανταφύλλη Δρακοπούλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την από 20.4.2022 αίτηση του αιτούντος Θ. Κ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιλάογλου, περί επιδίκασης αποζημίωσης από το Δημόσιο διότι κρατήθηκε με καταδικαστική απόφαση η οποία μετέπειτα εξαφανίστηκε αμετάκλητα συνεπεία ενδίκου μέσου.
Ο αιτών ζητεί την επιδίκαση αποζημίωσης, η οποία αίτηση καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 632/2022.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να του επιδικασθεί αποζημίωση που ανέρχεται στο ποσό των 30 ευρώ την ημέρα για 1632 ημέρες κράτησης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα “Κάθε πρόσωπο θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης έχει δικαίωμα αποζημίωσης” και κατά το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ “1.Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια. Κανείς δεν επιτρέπεται να στερηθεί την ελευθερία του παρά μόνο στις παρακάτω περιπτώσεις και σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία… 5. Κάθε πρόσωπο, θύμα σύλληψης ή κράτησης, υπό συνθήκες αντίθετες προς τις παραπάνω διατάξεις, έχει δικαίωμα επανόρθωσης”, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος “Νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν άδικα ή παράνομα ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν παράνομα την προσωπική τους ελευθερία”. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής συνταγματικής διάταξης η παροχή αποζημίωσης με δικαστική απόφαση σε αδίκως προφυλακισθέντες ή καταδικασθέντες ή στερηθέντες την ελευθερία τους προϋποθέτει τη διάγνωση από δικαστήριο του αδίκου ή παρανόμου χαρακτήρα της στέρησης της ελευθερίας του κατηγορηθέντος, ο οποίος στη συνέχεια κηρύχθηκε αθώος ή απηλλάγη από τις κατηγορίες, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, κατόπιν πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (Εισαγγελέα, ανακριτή), εντεταγμένου στη διαδικασία της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη (ΑΠ 444/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 535 παρ 1 του ΚΠοινΔ “‘Εχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το Δημόσιο αποζημίωση: α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ενδίκου μέσου και γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώθηκαν με δικαστική απόφαση ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας. Επίσης αποζημίωση δικαιούνται όσα από τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρήθηκαν μετέπειτα με ποινή μικρότερης διάρκειας από αυτή που εξέτισαν αρχικά. Αποζημίωση δικαιούνται και οι κρατηθέντες, για τους οποίους στη συνέχεια έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη ή κηρύχθηκε απαράδεκτη με αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, εφόσον οι λόγοι της οριστικής παύσης ή του απαραδέκτου της ποινικής δίωξης ήταν πρόδηλο ότι συνέτρεχαν κατά το χρόνο έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης ή του παραπεμπτικού βουλεύματος ή η ποινική δίωξη θεωρήθηκε σαν να μην έγινε κατ’ άρθρο 77”. Κατά το άρθρο 536 του ίδιου Κώδικα “Το Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση, αν εκείνος που καταδικάσθηκε ή κρατήθηκε προσωρινά έγινε από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής κράτησης”, κατά δε το άρθρο 538 παρ. 1, 2 ΚΠοινΔ “1. Εκείνος που έχει δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση, υποβάλλει την αίτησή του στο ίδιο δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο που εξέδωσε την αθωωτική απόφαση ή βούλευμα ή εξαφάνισε την καταδικαστική απόφαση συνεπεία ενδίκου μέσου… 2. Η αίτηση υποβάλλεται γραπτά και παραδίδεται στον εισαγγελέα του αρμόδιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από το αμετάκλητο της απόφαση ή του βουλεύματος ή από την έκδοση της απόφαση επί της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας”. Ακολούθως, κατά το άρθρο 539 παρ. 1, 2, 3 ΚΠοινΔ “1. Η αίτηση εισάγεται αμέσως στο δικαστήριο ή στο δικαστικό συμβούλιο προς εκδίκαση, αφού ειδοποιηθεί ο αιτών ή ο αντίκλητός του για να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή στο δικαστικό συμβούλιο… 2. Το δικαστήριο και το δικαστικό συμβούλιο αποτελείται κατά προτίμηση από τους ίδιους δικαστές που αποφάνθηκαν για την ποινική υπόθεση. 3. Σχετικά με την υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, αφού προηγουμένως ακουστούν ο αιτών και ο Εισαγγελέας”. Κατά δε το άρθρο 540 ΚΠοινΔ “Σε περίπτωση, που γίνει δεκτή η αίτηση για αποζημίωση, επιδικάζεται στον αιτούντα αμετακλήτως κατ’ αποκοπή αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των είκοσι (20) ευρώ ούτε ανώτερη των πενήντα (50) ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου. Το κατώτερο και το ανώτερο όριο της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων”, ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 542 παρ.1 του αυτού ως άνω Κώδικα “Οι διατάξεις των άρθρων 535 – 540 εφαρμόζονται ανάλογα και από τον ‘Αρειο Πάγο, όταν αυτός απαλλάσσει εκείνον που καταδικάσθηκε ή παραπέμφθηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα”.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι αίτηση για αποζημίωση μπορεί να υποβάλει και εκείνος που κρατήθηκε με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ενδίκου μέσου, ότι η αίτηση υποβάλλεται στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αθωωτική απόφαση ή εξαφάνισε την καταδικαστική απόφαση συνεπεία ενδίκου μέσου, ότι αν το εκδόν την αθωωτική απόφαση είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, η αίτηση εισάγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου προς εκδίκαση, πρέπει δε να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από το αμετάκλητο της απόφασης. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση, αν εκείνος που καταδικάσθηκε ή κρατήθηκε προσωρινά έγινε από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής κράτησης. Παραίτιος από πρόθεση, όρος ο οποίος διαφοροποιείται όχι μονολεκτικά αλλά και εννοιολογικά από εκείνον του υπαιτίου, θεωρείται εκείνος που με τη συμπεριφορά του, η οποία δεν είναι ανάγκη να χαρακτηρίζεται ως υπαίτια ή να θεμελιώνει οποιαδήποτε ενοχή, συνετέλεσε στην προσωρινή κράτηση ή την καταδίκη του, αποτέλεσμα το οποίο είτε επεδίωξε ο ίδιος, είτε το αποδέχθηκε ως ενδεχόμενο ή αναγκαίο (ΑΠ 1458/2023, ΑΠ 448/2014, ΑΠ 1279/2007). Για να αποκλεισθεί το δικαίωμα αποζημίωσης απαιτείται πάντως, να υφίσταται σχέση αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ της συμπεριφοράς και της καταδίκης του μετέπειτα αθωωθέντος , ως πρόθεση δε μπορεί να θεωρηθεί μεταξύ άλλων ενεργειών και παραλείψεων του προσωρινώς κρατηθέντος ή καταδικασθέντος, η άρνηση απολογίας, η ψευδής ομολογία ή ψευδής δήλωση (ΑΠ 444/2015). Προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δικαιώματος για αποζημίωση είναι να έχει εκτιθεί ολοκληρωτικά η ποινή από τον αιτούντα – αδίκως καταδικασθέντα, διότι ασφαλώς δεν δικαιούται αποζημίωσης ο καταδικασθείς του οποίου η ποινή ανεστάλη κατά τα άρθρα 99 επ. ΠΚ. Για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 20.4.2022 αίτηση, η οποία εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού μετά από παραπομπή από το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 166/2022 απόφασής του, το υπ’ αριθμ. 632/27.6.2022 έγγραφο του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1118/2022 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, ο αιτών Θ. Κ. εκθέτει ότι με την υπ’ αριθμ. 410/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης καταδικάστηκε σε δις ισόβια κάθειρξη για τα εγκλήματα α) της απιστίας στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, από υπάλληλο, στρεφομένης κατά νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α περ. γ’ ΠΚ, από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και με ελάττωση της περιουσίας κατά ποσό που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ, με τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης της πράξης επί μακρό χρονικό διάστημα και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος και β) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας από υπάλληλο, στρεφομένης κατά νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α περ. γ’ ΠΚ, από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, με επιδιωχθέν όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία κατά ποσό που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ, με τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης της πράξης επί μακρό χρονικό διάστημα και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος. ‘Ότι στη συνέχεια, κατόπιν ασκηθείσας επί της άνω απόφαση έφεσής του εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 394/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η άνω καταδικαστική απόφαση έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα κατ’ αυτού ποινική δίωξη για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ’ εξακολούθηση, κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της κακουργηματικής απιστίας για το ποσό των 1354960,40 ευρώ και ένοχος για την ίδια επιμέρους πράξη για το ποσό των 128.280,82 ευρώ και του επεβλήθη γι’ αυτή ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, αφού του αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ και τελικά μετά την άσκηση αναίρεσης κατά της άνω καταδικαστικής απόφασης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 261/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ε’ Ποινικό Τμήμα), η οποία αφού αναίρεσε την ως άνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, τον κήρυξε αθώο για τη μερικότερη πράξη της απιστίας ποσού 47017,98 ευρώ και έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ’ αυτού ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής για την ίδια μερικότερη πράξη της απιστίας για το υπόλοιπο ποσό των 81263,82 ευρώ. Περαιτέρω εκθέτει ότι δεν έγινε από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης του και αιτείται να του επιδικασθεί το ποσό των 81600 ευρώ, άλλως οποιοδήποτε ποσό κριθεί από το Δικαστήριο εύλογο ως κατ’ αποκοπή αποζημίωση για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική του βλάβη, επικαλούμενος ότι αδίκως καταδικάστηκε και κρατήθηκε κατά το αναφερόμενος την αίτησή του χρονικό διάστημα, αφού μετέπειτα αθωώθηκε, ύστερα από άσκηση ενδίκων μέσων. Η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε στις 20.4.2022 αρμοδίως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο εξέδωσε την άνω 394/2019 εν μέρει αθωωτική απόφαση για την υπόθεση και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από το αμετάκλητο της εν λόγω απόφασης, το οποίο (αμετάκλητο) επήλθε μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 261/2022 αθωωτικής απόφασης του Αρείου Πάγου, στις 18.2.2022, η οποία όμως όπως προκύπτει από τα τηρούμενα βιβλία στη γραμματεία του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου αρχειοθετήθηκε στις 21.3.2022 (που αποτελεί και την εναρκτήρια ημερομηνία της προθεσμίας των 30 ημερών του άρθρου 538 παρ.2 ΚΠοινΔ) και εισήχθη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μετά από παραπομπή από το Πενταμελές Εφετείο Θράκης. Επομένως παραδεκτά η εν λόγω αίτηση εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 538 παρ. 1α’ και 542 παρ.1 ΚΠοινΔ είναι νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 535 επ. ΚΠοινΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθμ. 410/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, ο κατηγορούμενος και ήδη αιτών Θ. Κ. του Κ. κηρύχθηκε ένοχος των αξιόποινων πράξεων α) της απιστίας στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας από υπάλληλο, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.α’ ΠΚ, στρεφόμενης κατά νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α περ.γ’ ΠΚ, από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και με ελάττωση της περιουσίας κατά ποσό που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 1483241,22 ευρώ, με τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης της πράξης επί μακρό χρονικό διάστημα και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος και β) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσας από υπάλληλο, στρεφομένης κατά νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α’ περ. γ’ του ΠΚ, από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, με επιδιωχθέν όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία κατά ποσό που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 1483241,22 ευρώ, με τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης της πράξης επί μακρό χρονικό διάστημα και της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος και του επεβλήθη ποινή ισόβιας κάθειρξης για κάθε μία των πράξεων αυτών. Τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, κατά την καταδικαστική ως άνω απόφαση, ο κατηγορούμενος και ήδη αιτών τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 3.12.2004 έως την 16.4.2010, υπό την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία “…” και το διακριτικό τίτλο “…”, η οποία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου απ’ αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α’ περ. γ’ ΠΚ, το οποίο ιδρύθηκε με βάση τις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και στην οποία μετείχε, μεταξύ άλλων νπδδ, ΟΤΑ α’ βαθμού με ποσοστό υπερβαίνον το 50%. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος και ήδη αιτών άσκησε κατά της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης την υπ’ αριθμ….2016 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 394/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η άνω καταδικαστική απόφαση: α) έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα κατ’ αυτού ποινική δίωξη για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου, καθόσον κατά το σκεπτικό της, η πράξη αυτή φέρει πλέον τον χαρακτηρισμό της παράβασης του άρθρου 375 παρ.2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ με διάταξη του οποίου (άρθρο 461 ΠΚ) καταργήθηκε ο ΠΚ που ίσχυε από την 1.1.1951 καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε τον νόμο αυτό και άρα και το άρθρο 358 (υπεξαίρεση περί την υπηρεσία), για την οποία απαιτείται έγκληση και η δικαιούμενη σε υποβολή έγκλησης ως άνω ανώνυμη εταιρεία δεν δήλωσε εντός της προθεσμίας των τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νέου ΠΚ ότι επιθυμεί την πρόοδο της δίκης για το εν λόγω αδίκημα, β) κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της κακουργηματικής απιστίας κατ’ εξακολούθηση για το ποσό των 1354960,40 ευρώ και ένοχος για την ίδια πράξη για το ποσό των 128280,82 ευρώ και του επεβλήθη γι’ αυτή ποινή κάθειρξης πέντε (5)ετών, αφού του αναγνωρίσθηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ. Κατά το καταδικαστικό μέρος της απόφασης αυτής ο κατηγορούμενος και ήδη αιτών άσκησε την υπ’ αριθμ. …2020 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 261/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ), η οποία, αφού αναίρεσε την ως άνω καταδικαστική απόφαση, κήρυξε αθώο αυτόν για την μερικότερη πράξη της απιστίας ποσού 47017,98 ευρώ και έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ’ αυτού ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για την ίδια μερικότερη πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη ποσού 81263,82 ευρώ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ακόμη ότι για την παραπάνω υπόθεση ο αιτών παρέμεινε κρατούμενος (προσωρινά κρατούμενος, καταδικασθείς) από 27.7.2015 έως 13.1.2020, ότε αποφυλακίσθηκε, με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 394/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, έχων εκτίσει την ποινή του πραγματοποιώντας (196) ημέρες εργασίας ευεργετικού υπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 46 του Ν. 2776/1999 (βλ. το από 13.1.2020 αποφυλακιστήριο του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Κομοτηνής). Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα με την αίτηση και επικαλούμενα από τον αιτούντα έγγραφα, προκύπτει ότι αυτός, προτού κρατηθεί, ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Ξάνθη, στις αρχές του έτους 2000 ορίστηκε Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην Ξάνθη ως άνω εταιρείας “…”, θέση από την οποία παραιτήθηκε στις 10.3.2010, λόγω της καταδίκης του από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, με πράξη της Προϊσταμένης της Δ/νσης Δικηγορικού Λειτουργήματος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του αφαιρέθηκε η άδεια άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος, με συνέπεια να απωλέσει τα εισοδήματα από την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος και να έχει τα προς το ζην από τα μισθώματα κάποιων ακινήτων του. Ο αιτών τυγχάνει διαζευγμένος και είναι πατέρας τριών ενηλίκων τέκνων, ήτοι του Κ., ηλικίας σήμερα 32 ετών, αποφοίτου της Σχολής Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών του Πολυτεχνείου Κρήτης, της Μ. – Μ., ηλικίας σήμερα 30 ετών, απόφοιτης της Σχολής Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης και του Γ. Ρ., ηλικίας σήμερα 26 ετών, αποφοίτου της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καθ’ όλο δε το διάστημα της κράτησής του είχε υπό την προστασία του την υπέργηρη και ασθενή μητέρα του, ηλικίας 84 ετών. Ενόψει των προεκτεθέντων, ο αιτών παρέμεινε αδίκως προσωρινά κρατούμενος και καταδικασμένος εντός φυλακής, από 27.7.2015 έως 13.1.2020, ήτοι επί 1632 ημέρες, χωρίς ο ίδιος να γίνει από πρόθεση “παραίτιος” της προσωρινής κράτησής του και της καταδίκης του και κράτησης του για τις ως άνω πράξεις, που σημειωτέον δικαζόμενες είχε αρνηθεί κατηγορηματικά ότι είχε τελέσει, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδιαίτερα από τις ως άνω α) υπ’ αριθμ. 394/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης με την οποία εξαφανίστηκε η καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης και για μεν την κακουργηματική υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση έπαυσε οριστικά η εναντίον του ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου της, για δεν την επιμέρους κακουργηματική απιστία κατ’ εξακολούθηση κηρύχθηκε αθώος για το ποσό των 1354960,40 ευρώ και ένοχος για την ίδια πράξη για το ποσό των 128280,82 ευρώ και β) υπ’ αριθμ. 261/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την καταδικαστική ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης κήρυξε αυτόν αθώο για την μερικότερη πράξη της απιστίας ποσού 47017,98 ευρώ και έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα κατ’ αυτού ποινική δίωξη για την ίδια μερικότερη πράξη ποσού 81263,82 ευρώ λόγω παραγραφής εξαιτίας του πλημμεληματικού χαρακτήρα της.
Συνεπώς, συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση όλες οι προϋποθέσεις, όπως ο αιτών, ο οποίος κρατήθηκε προσωρινά, καταδικάστηκε και κρατήθηκε εντός φυλακής για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα των 1632 ημερών δυνάμει της υπ’ αριθμ. 410/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, η οποία εξαφανίστηκε συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου και μετέπειτα αθωώθηκε κατά τα προεκτεθέντα, αφού είχε εκτίσει ολοκληρωτικά την επιβληθείσα σ’ αυτόν ποινή και ο οποίος (αιτών) δεν έγινε παραίτιος για την παραπάνω καταδίκη του, τύχει αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο για το χρονικό διάστημα που κρατήθηκε άδικα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η κρινόμενη αίτηση και, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου – αιτούντος, να επιδικασθεί σ’ αυτόν κατ’ αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη (άρθρο 540 ΚΠοινΔ), το ποσό των τριάντα (30) ευρώ και συνολικά για χίλιες εξακόσιες τριάντα δύο (1632) ημέρες, το χρηματικό ποσό των σαράντα οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα (48960) ευρώ (δηλαδή 1632 ημέρες Χ 30 ευρώ ημερησίως).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20.4.2022 αίτηση του Θ. Κ. του Κ./νου, κατοίκου …, για επιδίκαση σ’ αυτόν αποζημίωσης συνολικά για περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη λόγω της καταδίκης και της κράτησής του για χρονικό διάστημα χιλίων εξακοσίων τριάντα δύο (1632) ημερών, με καταδικαστική απόφαση η οποία μετέπειτα εξαφανίστηκε αμετάκλητα συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου.
ΕΠΙΔΙΚΑΖΕΙ στον αιτούντα κατ’ αποκοπή αποζημίωση συνολικά για περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, το ποσό των τριάντα (30) ευρώ για κάθε ημέρα κράτησης και συνολικά για χίλιες εξακόσιες τριάντα δύο (1632) ημέρες, το χρηματικό ποσό των σαράντα οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα (48.960) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top