ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 130/2025 Ευθύνη Περιφέρειας για πλημμελή συντήρηση οδικού δικτύου – Σωματική βλάβη από αμέλεια

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Δ. Α. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Σαλαγκιώτη, για αναίρεση της απόφασης 8004/2023 του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Θ. του Θ., κάτοικο …, η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Α’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.12.2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 6-12-2023 αίτηση του Δ. Α. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 8004/2023 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, του δικάσαντος κατ’ έφεση Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ’άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α’ του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 20/11/2023 και με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για το αδίκημα της πρόκλησης σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του αιτούντος στον γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ.1,473, 474 παρ.1, 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Σημειώνεται επίσης ότι από το με ημερομηνία 10-1-2024 αποδεικτικό επίδοσης του Ανθ/μου του ΑΤ Νεάπολης Συκεών – Θεσσαλονίκης Α. Δ., προκύπτει ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την υπ’ αριθ. 1161/2023 κλήση του, νόμιμα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να εμφανισθεί στη δικάσιμο της 1-3-2024, οπότε αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης με την υπ’ αριθμ. 402/2024 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όπου συζητήθηκε η προαναφερόμενη από 6-12-2023 αίτηση του αναιρεσείοντος, η παρασταθείσα για την υποστήριξη της κατηγορίας στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, Α. Θ., πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε, ενώ δεν απαιτείται νέα κλητευσή της για την παρούσα δικάσιμο, παρόλο που δεν ήταν παρούσα όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή (άρθρο 515 παρ.1 β’ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 314 παρ.1α του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019 με τον οποίο κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019, άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ, που εφαρμόζεται εν προκειμένω), όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ενώ, κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, αν ο υπαίτιος ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Επίσης, κατά το άρθρο 28 ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, αλλά πίστεψε ότι αυτό δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί η αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και περιστάσεις και ιδίως λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της οφειλόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν(ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 32/2017). Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται (επιπλέον των όρων του άρθρου 28 ΠΚ) η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. (ΑΠ 1182/2023). Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επέλευσης του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και δύναται να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ)από ειδική σχέση, που θεμελιώνεται είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παράλειψης, με την οποία αυτός αναδείχθηκε εκουσίως την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων στα έννομα αγαθά τρίτων, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι n νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου. Προϋποτίθεται, βέβαια, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα κατωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 521/2017, ΑΠ 35/2016).

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 3155/1955 “κατασκευή – συντήρηση οδών – οδικά δίκτυα” ορίζεται ότι: “Αι οδοί της χώρας διακρίνονται εις: α) Εθνικάς, β) Επαρχιακάς και γ) Δημοτικάς ή Κοινοτικάς”, στο άρθρο 2 ότι: “1. Εθνικαί οδοί είναι: α) αι κύριαι οδικαί αρτηρίαι αι ενούσαι τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ των και μετά των μεγαλυτέρων λιμένων ή αερολιμένων ή σιδ/κών σταθμών, β) αι κυριώτεραι οδοί αι συνδέουσαι την χώραν μετά των ομόρων Επικρατειών, γ) αι οδοί αι εξυπηρετούσαι τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος, δ) αι οδοί αι εξυπηρετούσαι την άμυναν της χώρας.2. Αι εθνικαί οδοί καθορισθήσονται δια Διατάγματος εφ’ απαξ εκδοθησομένου προτάσει του Υπουργού Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων”, στο άρθρο 3 ότι: “1. Επαρχιακαί οδοί είναι άπασαι αι οδοί της χώρας, όσαι δεν είναι εθνικαί ουδέ δημοτικοί ή κοινοτικαί. 2.Αι επαρχιακοί οδοί καθορισθήσονται δια Διατάγματος εφ άπαξ δι’έκαστον νομόν εκδοθησομένου, προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, στηριζομένην εις πρακτικόν Επιτροπής…, και, στο άρθρο 5 ότι: “1.Αι εθνικαί οδοί κατασκευάζονται, ανακαινίζονται και συντηρούνται υπό του Κράτους δια της Υπηρεσίας των Δημοσίων Έργων… 2.Αι επαρχιακαί οδοί κατασκευάζονται, ανακαινίζονται και συντηρούνται υπό των Ταμείων Οδοποιίας των Νομών. 3…”. Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 2 του ανώτερου νόμου, εκδόθηκε το β.δ. της 8ης.2.1956 (ΦΕΚ.Α’47/1956), με το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως επαρχιακή οδός του Νομού Θεσσαλονίκης, μεταξύ άλλων, η οδός “Θεσσαλονίκης – Ασβεστοχωρίου – Κορυφής Κισσού δια Ρετζικίου και Χορτιάτη”. Η τελευταία δυνάμει της ΔΜΕΟ/ε/Ο/266/9.3.1995 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ.Β’293/1995), κατατάχθηκε στο πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο του Νομού Θεσσαλονίκης, ως επαρχιακός Δρόμος με αριθμό 2 (“Θεσσαλονίκη – Ασβεστοχώρι -Χορτιάτης- Κορυφή Κισσού”). Ακολούθως, στο άρθρο 7 του ν. 3481/2006, με τίτλο “Συντήρηση οδών”, ορίζεται ότι: “1… 3. Με αποφάσεις των κατά τόπους αρμόδιων Γενικών Γραμματέων των Περιφερειών της Χώρας, … καθορίζονται οι οδοί που ανήκουν στην αρμοδιότητα συντήρησης των υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Αρμόδιοι προς συντήρηση όλων των υπόλοιπων δημόσιων οδών είναι οι δήμοι και οι κοινότητες, ο καθένας μέσα στα όρια της διοικητικής του περιφέρειας. 4. Για την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 ως “συντήρηση” νοείται η αποκατάσταση των βλαβών του οδοστρώματος και των στοιχείων ασφαλείας της οδού (στηθαία, νησίδες ασφαλείας, σήμανση κ.ο.κ.), επιφυλασσομένων των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για την αρμοδιότητα και τις ευθύνες των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας… 5. Οι αρμόδιες για τη συντήρηση των οδών υπηρεσίες υποχρεούνται να ελέγχουν, τουλάχιστον ανά δεκαπενθήμερο, τις οδούς της αρμοδιότητάς τους, για τη διαπίστωση βλαβών του οδοστρώματος και των λοιπών στοιχείων ασφαλείας της οδού και να καταγράφουν τα ευρήματα σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται με ευθύνη του Προϊσταμένου τους. Τα όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεούνται να ειδοποιούν αμέσως και εγγράφως τις αρμόδιες για τη συντήρηση των οδών υπηρεσίες, για την ύπαρξη βλαβών του οδοστρώματος και των στοιχείων ασφαλείας των οδών που υποπίπτουν στην αντίληψή τους και εκθέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των χρηστών της οδού. … 6. Η αρμόδια προς συντήρηση της οδού υπηρεσία υποχρεούται να πραγματοποιήσει με όργανά της αυτοψία της βλάβης, μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες αφότου λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση αυτής και να συντάξει συνοπτική έκθεση περί της έκτασης και του είδους της και της ύπαρξης ή μη ανάγκης άμεσης αντιμετώπισης. Εφόσον κατά την αυτοψία διαπιστωθεί επικινδυνότητα της βλάβης για την οδική ασφάλεια, λαμβάνονται άμεσα από τους διενεργούντες την αυτοψία τα απαραίτητα μέτρα για την προσωρινή της αποκατάσταση, εφόσον αυτή είναι δυνατή, άλλως για την οριοθέτηση και την κατάλληλη σήμανσή της, προς αποφυγή ατυχημάτων. Η αποκατάσταση τω ν βλαβών που κρίνονται επικίνδυνες για την οδική ασφάλεια ολοκληρώνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από τη διενέργεια της αυτοψίας… 8. Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την κατάταξη και χαρακτηρισμό των οδών και τις συνέπειες που απορρέουν από την κατάταξη, κατά τις ισχύουσες διατάξεις”. Με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3481/2006 τροποποιήθηκε το καθιερωθέν με το ν. 3155/1955 σύστημα καθορισμού συντήρησης του οδικού δικτύου της χώρας, το οποίο υπό το προγενέστερο καθεστώς, συναρτάτο αποκλειστικά με το χαρακτηρισμό εκάστης οδού ως εθνικής, επαρχιακής ή δημοτικής – κοινοτικής και, χωρίς να μεταβληθούν οι περί κατάταξης των οδών διατάξεις, εισήχθη ο κανόνας ότι τα αρμόδια για τη συντήρηση των δημοσίων οδών όργανα καθορίζονται με αποφάσεις των Γενικών Γραμματέων των οικείων περιφερειών. Προβλέπεται δε ειδικότερα (άρθρο 7 παρ. 3) ότι με τις αποφάσεις αυτές προκειμένου, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, να επιτυγχάνεται η σαφής οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των περιφερειακών κρατικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και, κατ’ επέκταση, η αποτελεσματική συντήρηση των δημοσίων οδών, καταγράφονται λεπτομερώς οι οδοί που ανήκουν στην αρμοδιότητα συντήρησης των υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, ενώ ορίζεται ότι για τη συντήρηση όλων των υπόλοιπων δημόσιων οδών αρμόδιοι είναι οι δήμοι και οι κοινότητες, από την εδαφική περιφέρεια των οποίων οι εν λόγω οδοί διέρχονται και ο καθένας (δήμος ή κοινότητα) μέσα στα όρια της εδαφικής του περιφέρειας (βλ. ΣτΕ.1438/2021). Κατ’ εξουσιοδότηση του προαναφερόμενου άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 3481/2006, εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, η υπ’ αριθ.6297/27.8.2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (ΦΕΚ.Β’1866/2007), με την οποία ανατέθηκε η αρμοδιότητα συντήρησης και τεχνικής αστυνόμευσης της με αριθμό 2 επαρχιακής οδού(“Θεσσαλονίκη – Ασβεστοχώρι -Χορτιάτης- Κορυφή Κισσού”), στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης (ενότητα Β5). Εξάλλου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, στην έννοια της συντήρησης του οδικού δικτύου περιλαμβάνεται και η επίβλεψη, συντήρηση, αποκλάδωση ή υλοτομία των δέντρων που είναι φυτεμένα επί της ζώνης και εκατέρωθεν αυτού, ώστε, με τη λήψη, προληπτικώς, όλων των κατάλληλων μέτρων, να αποτραπεί η πτώση τους και να διασφαλισθεί η ανεμπόδιστη και ασφαλής κυκλοφορία των πεζών και οχημάτων και κατ’ επέκταση, η ασφαλής λειτουργία του οδικού άξονα. Ακολούθως, εκδόθηκε ο ν. 3852/2010″Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πρόγραμμα Καλλικράτης”, στο άρθρα 3 του οποίου ορίζεται ότι: “1.Οι περιφέρειες είναι αυτοδιοικούμενα κατά τόπο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και αποτελούν το δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης. 2… 3. Συνιστώνται οι εξής περιφέρειες: α… β. Η περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας η οποία περιλαμβάνει τους Νομούς … Θεσσαλονίκης…”και στο άρθρο 186 ότι: “I… II. Οι αρμοδιότητες των περιφερειών, αφορούν τους τομείς: Α… ΣΤ. Έργων – Χωροταξίας – Περιβάλλοντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, ιδίως: 1. Η κατασκευή, η συντήρηση και ανακαίνιση των οδών, που η συντήρηση τους ανήκε στην αρμοδιότητα της Κρατικής Περιφέρειας και των αντιστοιχών πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων…”. Ακολούθως, με την υπ’ αριθ.2077/7.7.2011 απόφαση του Αναπληρωτή Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας (ΦΕΚ.Β’1622/2011),η συντήρηση και τεχνική αστυνόμευση του οδικού δικτύου που αποτελούσε ευθύνη των πρώην Νομαρχιών, σύμφωνα με την ενότητα Β’ της προαναφερόμενης υπ’ αριθ. 6297/27.8.2007 απόφασης του Γεν.Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ανατέθηκε στις αντίστοιχες Διευθύνσεις Τεχνικών Έργων των Περιφερειακών Ενοτήτων της Αιρετής Περιφέρειας για το οδικό τμήμα που βρίσκεται στα διοικητικά όρια εκάστης. Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1008 του Α.Κ., παρέχεται δικαίωμα αυτοδικίας στον ιδιοκτήτη ακινήτου, με την έννοια της κοπής των κλαδιών των δέντρων του γειτονικού ακινήτου που εκτείνονται πάνω από το κτήμα του. Επομένως, ο κύριος του βλαπτόμενου ακινήτου, ακόμη και αν συγκαταλέγεται στους δημόσιους φορείς, όπως είναι η Περιφέρεια, σε περίπτωση που ανακύπτει ανάγκη αποκοπής των κλαδιών που εξέρχονται από παρακείμενη ιδιωτική ιδιοκτησία και διαταράσσουν την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας, επιτρέπεται και επιβάλλεται, για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών και την ασφαλή διέλευση των οχημάτων, να προβεί στον κατάλληλο καθαρισμό της οδού και στην αποκοπή των κλαδιών.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα μόνον κατ` επιλογήν. Αρκεί δε ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους γενικώς, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε’ του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛΑΠ 2/2011, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 64/2023, ΑΠ 861/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω, υπ’ αριθ. 8004/2023, απόφασης, το δικάσαν ως εφετείο Α’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: “Στις 6.7.2019, ημέρα Σάββατο και ώρα 20:20, το με αριθμό κυκλοφορίας … όχημα (δίκυκλη μοτοσυκλέτα), μάρκας YAMAHA, χρώματος μπλε, μη εξακριβωθείσας ιδιοκτησίας, με οδηγό τον Ι. Κ. και επιβάτη την Α. Θ., η οποία δεν φορούσε κράνος, εκινείτο επί της Λεωφόρου … (διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρα), με κατεύθυνση από … προς … Στην ως άνω Λεωφόρο, στο ύψος της στάσης του Ο.Α.Σ.Θ. “…”, έλαβε χώρα τραυματισμός της ανωτέρω από πτώση κλαδιού δέντρου που ήταν φυτεμένο παραπλεύρως της ως άνω Λεωφόρου και προσγειώθηκε στο κεφάλι της, και η τελευταία διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης “Γ.Παπανικολάου”, ενώ η μοτοσικλέτα στην οποία επέβαινε δεν έφερε εμφανείς υλικές ζημιές. Το συμβάν κατεγράφη στην από 2514/9/932/6.7.2019 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των οργάνων της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας, τα οποία επιλήφθηκαν αυτού στον τόπο του ατυχήματος, κατόπιν αναγγελίας, αυθημερόν, στις 21:00.

Περαιτέρω, βάσει του ανωτέρω πρόχειρου σχεδιαγράμματος, εκατέρωθεν της ίδιας Λεωφόρου υπάρχουν δέντρα, ενώ, κατά την αυτοψία των επιληφθέντων οργάνων, στη μεν κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα, προ της στάσης του Ο.Α.Σ.Θ. “…”, στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος βρέθηκε κομμάτι σκελετού οράσεως και επί του χωμάτινου ερείσματος (πλάτους 1,6 μέτρων) βρέθηκαν κλαδιά δέντρου, στη δε αντίθετη κατεύθυνση της ανωτέρω Λεωφόρου (προς Ασβεστοχώρι) και συγκεκριμένα, στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, παραπλεύρως του τσιμεντένιου τοιχίου, βρέθηκε αίμα. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των οργάνων αυτών, η Λεωφόρος … είναι ευθεία κατωφέρεια, με μικρή κλίση προς Θεσσαλονίκη, το οδόστρωμα, στο οποίο δεν διαπιστώθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, ήταν ασφαλτοστρωμένο και ξηρό, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή κατά την άφιξή των επιληφθέντων οργάνων, υπήρχε ορατότητα χωρίς περιορισμούς και επικρατούσε καλοκαιρία. Εκ της ανωτέρω πτώσης του κλαδιού η παθούσα υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση – κάταγμα μετωπιαίου οστού δεξιά, ενδομυελικό οίδημα Α.Μ.Σ.Σ., αυχενοβραχιαλγία δεξιά. Ο τραυματισμός της έλαβε χώρα επί της Λεωφόρου …, η οποία αποτελεί τμήμα της 2ης επαρχιακής οδού “Θεσσαλονίκης – Ασβεστοχωρίου – Χορτιάτη – Κορυφής Κισσού”, από κλαδί δέντρου το οποίο, μεταξύ άλλων, βρέθηκε αποκομμένο επί των χωμάτινων ερεισμάτων της εν λόγω οδού, όπως προκύπτει από το ως άνω από 6.7.2019 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης.

Εξάλλου, …, η 2η επαρχιακή οδός του Νομού Θεσσαλονίκης βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η δε ευθύνη για την συντήρηση του οδικού δικτύου ανήκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Τεχνικών Έργων Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης (Υ.Τ.Ε.Μ.Ε.Θ.) της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων, στα καθήκοντα του οποίου ανήκει μεταξύ άλλων και η ευθύνη κοπής χόρτων, θάμνων και της παρόδιας βλάστησης κατά μήκος των οδών που ανήκουν στην αρμοδιότητα της άνω Διεύθυνσης προκειμένου να εξασφαλίζεται η ορατότητα και ασφαλής χρήση των οδών. Το γεγονός ότι η παρακείμενη ιδιοκτησία στην οποία ήταν φυτεμένο το επίμαχο δέντρο ανήκε σε ιδιώτη ουδόλως παραλλάσσει την ευθύνητης ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας για την κοπή των κλαδιών που βρίσκονταν επάνω της δημοσίας οδού και ήταν επικίνδυνα προς πτώση… Το τελευταίο δεν ανατρέπεται απ’ το υπ’ αριθμ. πρωτ. 406169 και ημερομηνία 09/11/22 έγγραφο του Τμήματος Προστασίας Δασών και Δημόσιου Κατήγορου του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι αυτό, πέραν του ότι στερείται αρμοδιότητας το Δασαρχείο να κρίνει επί του ποιος ευθύνεται για την κοπή των κλαδιών πάνω από δημόσιους οδούς όταν η παρακείμενη ιδιοκτησία είναι ιδιωτική, απαντάει με γενικό τρόπο επί της διαδικασίας κοπής των δέντρων, χωρίς φυσικά να υπεισέρχεται σε ειδικές λεπτομέρειες, ως η ανωτέρω.

Συνεπώς, ο κατηγορούμενος είχε την αρμοδιότητα για την επίβλεψη και συντήρηση της 2ης επαρχιακής οδού “Θεσσαλονίκης- Ασβεστοχωρίου – Χορτιάτη – Κορυφής Κισσού”, ήτοι διά των αρμοδίων οργάνων της Υ.Τ.Ε.Μ.Ε.Θ. να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια και να λαμβάνει προληπτικώς τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή και απρόσκοπτη κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών επ’ αυτής, αλλά και να διενεργεί τακτικούς ελέγχους της κατάστασης της παρόδιας εν γένει βλάστησης, ώστε κάθε φορά που διαπιστώνεται κίνδυνος πτώσης των φυόμενων παραπλεύρως του οδοστρώματος δέντρων ή κλαδιών αυτών, λόγω γήρανσης, ασθένειας, ξηρασίας ή άλλης συνήθους αιτίας, να μεριμνά για την έγκαιρη κλάδευση ή αποκοπή τους, προκειμένου να μην διακυβεύεται η ασφάλεια των χρηστών της οδού. Κατά δε τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος δεν προκύπτει να επικρατούσαν ιδιαίτερης έντασης και απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες, που θα δικαιολογούσαν την κατ’ εξαίρεση αποκοπή ενός υγιούς κλαδιού δέντρου, αλλά, τουναντίον, επικρατούσε καλοκαιρία, έτσι ώστε να αποδεικνύεται ότι όντως η πτώση του εν λόγω κλαδιού επί της κεφαλής της ανωτέρω οφείλεται στην παράνομη παράλειψη να επιβλέψει ο κατηγορούμενος τον προσήκοντα έλεγχο και τη διάγνωση της κατάστασης της υγείας του κλαδιού αυτού, που είχε καταστεί επικίνδυνο λόγω ξηρασίας και σαθρότητας, δικαιολογημένης και από το γεγονός ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα κατά τους θερινούς μήνες, και να φροντίσει να ληφθούν τα απαιτούμενα προληπτικά μέτρα, προκειμένου να αποφευχθεί η πτώση του και να αποτραπεί έτσι ο τραυματισμός της ανωτέρω, με την περιποίηση και κλάδευση αυτού. Εξάλλου, η ύπαρξη επικίνδυνης βλάστησης (νεκρών δένδρων μεγάλου ύψους και μεμονωμένων ξερών κλάδων σε μεγάλο ύψος), παραπλεύρως της επίμαχης επαρχιακής οδού, αποτελεί ένα διαχρονικό πρόβλημα της περιοχής. Οι ανωτέρω δε αναφερόμενες παράνομες παραλείψεις του κατηγορουμένου, οφείλονται σε αμέλειά του, ήτοι σε έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, και συνδέονται αιτιωδώς με την αποκοπή και την πτώση κλαδιού επί της κεφαλής της παθούσας και τον επακόλουθο τραυματισμό της. Το γεγονός δε της συνυπαιτιότητας της παθούσας λόγω του ότι δεν φορούσε κράνος λαμβάνεται υπόψη μόνο κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης”.

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και επέβαλε σ’αυτόν ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: “Στα Πεύκα Θεσσαλονίκης, στις 6 Ιουλίου 2019, από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από την παραπάνω πράξη του. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας αμελώς δηλ. μην επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, όπως ήταν υποχρεωμένος ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Τεχνικών Έργων Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης (Υ.Τ.Ε.Μ.Ε.Θ.) της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων, στα καθήκοντα του οποίου ανήκει μεταξύ άλλων και η ευθύνη κοπής χόρτων, θάμνων και της παρόδιας βλάστησης κατά μήκος των οδών που ανήκουν στην αρμοδιότητα της άνω Διεύθυνσης προκειμένου να εξασφαλίζεται η ορατότητα και ασφαλής χρήση των οδών, δεν μερίμνησε ως όφειλε σύμφωνα με τα ανωτέρω για την κοπή ξερών κλαδιών δέντρων επί της Λεωφόρου …, ύψος στάσης ΟΑΣΘ “…”, με αποτέλεσμα κατά τη διέλευση του με αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλου μοτοποδηλάτου, το οποίο οδηγούσε ο Ι. Κ. του Δ. και στο οποίο επέβαινε η εγκαλούσα, Α. Θ. του Θ., και κινούνταν επί της λεωφόρου …, με κατεύθυνση από Ασβεστοχώρι προς Θεσσαλονίκη στο ύφος στάσης ΟΑΣΘ “…”, ξερό κλαδί δέντρου αποκόπηκε από αυτό και έπεσε στο κεφάλι της εγκαλούσας, με αποτέλεσμα εξαιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του αυτή να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση – κάταγμα μετωπιαίου οστού δεξιά, ενδομυελικό οίδημα Α.Μ.Σ.Σ., αυχενοβραχιαλγία δεξιά”.

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλο-συμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, τελεσθείσα δια παραλείψεως, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 314 παρ.1α’,2β’, 15 και 28 του ΠΚ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα διαλαμβάνονται ο τρόπος και οι συνθήκες τελέσεως του ως άνω αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, αφού γίνεται επαρκής αναφορά της ιδιότητας του αναιρεσείοντος και των παραλείψεων αυτού κατά την άσκηση των καθηκόντων του, που θεμελιώνουν την αμέλειά του με λεπτομερή προσδιορισμό της συμπεριφοράς του, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του προκληθέντος τραυματισμού της παθούσας. Πλέον συγκεκριμένα εκτίθενται: α) ότι ο τραυματισμός της παθούσας από την αποκοπή ξερού κλαδιού δένδρου έλαβε χώρα ενώ επέβαινε σε δίκυκλη μοτοσυκλέτα η οποία εκινείτο επί της Λεωφόρου …, η οποία αποτελεί τμήμα της 2ης επαρχιακής οδού “Θεσσαλονίκης – Ασβεστοχωρίου – Χορτιάτη – Κορυφής Κισσού”, η οποία βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, β) ότι ο αναιρεσείων ως Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Τεχνικών Έργων Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης (Υ.Τ.Ε.Μ.Ε.Θ.) της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων, είχε την αρμοδιότητα και ευθύνη για την επίβλεψη και συντήρηση της ως άνω οδού (2ης επαρχιακής οδού “Θεσσαλονίκης – Ασβεστοχωρίου – Χορτιάτη – Κορυφής Κισσού”), ήτοι όφειλε διά των αρμοδίων οργάνων της Υ.Τ.Ε.Μ.Ε.Θ. να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια και να λαμβάνει προληπτικώς τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή και απρόσκοπτη κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών επ’ αυτής, αλλά και να διενεργεί τακτικούς ελέγχους της κατάστασης της παρόδιας εν γένει βλάστησης, ώστε κάθε φορά που διαπιστώνεται κίνδυνος πτώσης των φυόμενων παραπλεύρως του οδοστρώματος δέντρων ή κλαδιών αυτών, να μεριμνά για την έγκαιρη κλάδευση ή αποκοπή τους, προκειμένου να μην διακυβεύεται η ασφάλεια των χρηστών της οδού, γ) ότι η πτώση του εν λόγω κλαδιού επί της κεφαλής της παθούσας οφείλεται στην παράνομη παράλειψη του αναιρεσείοντος διενέργειας του προσήκοντα ελέγχου και διάγνωσης της κατάστασης της υγείας του κλαδιού αυτού, που είχε καταστεί επικίνδυνο λόγω ξηρασίας και σαθρότητας, δεδομένου ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα κατά τους θερινούς μήνες, και να φροντίσει να ληφθούν τα απαιτούμενα προληπτικά μέτρα, προκειμένου να αποφευχθεί η πτώση του και να αποτραπεί έτσι ο τραυματισμός της παθούσας και δ) ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες παράνομες παραλείψεις του κατηγορουμένου, οφείλονται σε αμέλειά του, ήτοι σε έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, και συνδέονται αιτιωδώς με την αποκοπή και την πτώση κλαδιού επί της κεφαλής της παθούσας και τον επακόλουθο τραυματισμό της. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν είχε λάβει γνώση από οιαδήποτε πηγή περί της επικινδυνότητας του επίμαχου δένδρου, ώστε να παρέμβει δίνοντας τις ανάλογες εντολές δεν είναι βάσιμη, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο ίδιος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση διά των αρμοδίων οργάνων της υπηρεσίας του να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια και να λαμβάνει προληπτικώς τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή και απρόσκοπτη κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών επί της ως άνω οδού. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ'(και όχι και από το στοιχ.Β’ και Θ’) ΚΠΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναρμοδιότητάς του για επέμβαση σε δένδρα πλησίον της οδού τα οποία, όμως, βρίσκονται σε παρακείμενες ιδιωτικές ιδιοκτησίες. Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ως εφετείο Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με αναλυτική σαφή και χωρίς αντιφάσεις νομική επιχειρηματολογία κατέληξε στην κρίση ότι, το γεγονός ότι η παρακείμενη ιδιοκτησία στην οποία ήταν φυτεμένο το επίμαχο δέντρο ανήκε σε ιδιώτη, ουδόλως παραλλάσσει την ευθύνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος όφειλε δια των αρμοδίων οργάνων της ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας να φροντίσει για την κοπή των κλαδιών που εκτείνοντο πάνω από την ανωτέρω δημόσια οδό και ήταν επικίνδυνα προς πτώση, καθόσον ο κύριος του βλαπτόμενου ακινήτου, ακόμη και αν συγκαταλέγεται στους δημόσιους φορείς, όπως είναι η Περιφέρεια, σε περίπτωση που ανακύπτει ανάγκη αποκοπής των κλαδιών που εξέρχονται από παρακείμενη ιδιωτική ιδιοκτησία και διαταράσσουν την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας, επιτρέπεται και επιβάλλεται, κατ’ άρθρο 1008 του Α.Κ., για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών και την ασφαλή διέλευση των οχημάτων, να προβεί στον κατάλληλο καθαρισμό της οδού και στην αποκοπή των κλαδιών. Επιπλέον δε, προς ενίσχυση της ως άνω κρίσης του διέλαβε και τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του Κ.Ο.Κ, σύμφωνα με την οποία, όποιος έχει τις κατά τον παρόντα Κώδικα αρμοδιότητες ή την εξουσία επί του πράγματος, επί του οποίου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία, υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο, ώστε από τη δημόσια κυκλοφορία να μη δημιουργείται κίνδυνος ή ζημία τρίτων προσώπων ή άλλων έννομων αγαθών.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Π.Δ. όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν.5090/2024 με έναρξη ισχύος κατά το άρθρο 138 παρ.1 αυτού από 1-5-2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2023 αίτηση του Δ. Α. του Α., κατοίκου …, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 8004/2023 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top