ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 472/2025 Κατάργηση επιβαρυντικής περίστασης κλοπής και μετατροπή της πράξης σε πλημμέλημα – Παραγραφή του αξιοποίνου

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό-Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α. Μ. του Μ., κατοίκου Δρέπανου Κοζάνης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μαύρο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 392/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 24-2-2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 237/2023.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, Β) να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα της απόφασης που θα εκδοθεί και στους συγκαταδικασθέντες, με την άνω απόφαση, Α. Τ. του Χ. και Κ. Μ. του Ι., οι οποίοι δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης Γ) να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η κατά όλων των ανωτέρω ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την πράξη για την οποία καταδικάστηκαν και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 24-2-2023 αίτηση του Α. Μ. του Μ., κατοίκου Δρέπανου Κοζάνης, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 392/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της πράξης της κλοπής κατ’ εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία, από δράστες περισσότερους από δύο, που ενώθηκαν προς διάπραξη κλοπών και οι οποίοι αφαίρεσαν από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία πράγμα αφιερωμένο σ’ αυτή και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα [12] μηνών, με τριετή αναστολή, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στη γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας [άρθρα 466 παρ. 2, 474 παρ. 1 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 8-2-2023 και η δήλωση έγινε στις 24-2-2023, δηλαδή εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούχο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α, 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Ε’ ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι: << Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου>> Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο <<όλον>>. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν, δεν αποκλείεται δε στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς [ΑΠ 101/2022, ΑΠ 885/2022]. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, η παραδοχή της οποίας, μέχρι την κατάργησή της, οδηγούσε σε επίταση της απειλούμενης κατά του δράστη ποινής [ΑΠ 861/2023]. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος μεταβάλει τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης και την υποβαθμίζει σε πλημμέλημα, με συνέπεια να επέρχεται μεταβολή ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο όχι μόνο ως προς την προβλεπόμενη ποινή αλλά και ως προς το χρόνο της παραγραφής, αφού το πλημμέλημα υπόκειται σε βραχύτερη παραγραφή από αυτή του κακουργήματος. Τέλος, επιεικέστερος είναι ο νόμος που απαιτεί επιπλέον στοιχείο για τη συγκρότηση συγκεκριμένου αδικήματος, ενώ αντίθετα δυσμενέστερος και ως εκ τούτου μη εφαρμοζόμενος αναδρομικά είναι ο νεότερος νόμος που καταργεί στοιχείο απαιτούμενο από τον προγενέστερο νόμο, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η πράξη [ΑΠ 861/2023]. Περαιτέρω, υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ, περίπτωση διακεκριμένης κλοπής αποτελούσε η περ. α’ του άρθρου 374, σύμφωνα με την οποία η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών << αν από τόπ0 προορισμένο για θρησκευτική λατρεία αφαιρέθηκε πράγμα αφιερωμένο σ’ αυτή>>, ενώ υπό τον ισχύοντα νέο ΠΚ η εν λόγω περίπτωση αποτελεί, κατ’ άρθρο 374 παρ. 1 α, και πάλι, διακεκριμένη κλοπή και τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή << αν ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας>>. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο νομοθέτης του νέου ΠΚ στην περίπτωση της διακεκριμένης κλοπής, που ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σ’ αυτή, προσθέτει νέο στοιχείο στην έννοια και την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και δη το αφιερωμένο στη θρησκευτική λατρεία πράγμα να είναι καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ιστορικής σημασίας. Έτσι, η περί διακεκριμένης κλοπής διάταξη του άρθρου 374 παρ. 1 α του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη της προηγούμενης, αφού προστίθεται σε αυτήν στοιχείο και όρος που δεν υπήρχε στην προηγούμενη και είναι, συνεπώς, κατά τους ορισμούς του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, εφαρμοστέα, αφού ελλείποντος του όρου αυτού, η πράξη εμπίπτει στη βασική διάταξη περί κλοπής του άρθρου 372 ΠΚ και είναι πλημμέλημα. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 374 περ. δ’ του προϊσχύσαντος ΠΚ, η κλοπή, δηλαδή η αφαίρεση εκ μέρους του δράστη [ολικά ή εν μέρει] κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείτο με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, ενώ κατά την ίδια διάταξη [374 παρ. 1] του ισχύοντος νέου ΠΚ: << Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: α] ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας, β] ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα, ή σε άλλο δημόσιο τόπο ή γ] η συνολική αξία των αφαιρεθέντων πραγμάτων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ>>. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η νομοτυπική μορφή της πράξης της κλοπής δεν έχει αλλάξει, αφού κλοπή και πάλι διαπράττει όποιος αφαιρεί ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό μα το ιδιοποιηθεί παράνομα, πλην όμως η διάταξη του άρθρου 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού από τις αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις διακεκριμένων κλοπών απαλείφθηκε η ενδιαφέρουσα εν προκειμένω περίπτωση κλοπής που τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες. Η ως άνω διάταξη [του άρθρου 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ] είναι επίσης επιεικέστερη και έναντι της μεταγενέστερης αντίστοιχης διάταξης, όπως αυτή ισχύει από τις 18-12-2019, σύμφωνα με την οποία η κλοπή διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της και όταν, μεταξύ άλλων, τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών [άρθρο 374 παρ. 1 περ. δ’, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν.4637/2019. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ, η κλοπή ακόμη και αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα, αφού μετά την κατάργηση των εν λόγω διακεκριμένων παραλλαγών, εμπίπτει στη βασική διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ [ΑΠ 68/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 41/2020]. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε [ολΑΠ 2/2022, ΑΠ 757/2022]. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο [ολΑΠ 2/2022, ΑΠ 476/2022]. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε [ΑΠ 783/2022, ΑΠ 221/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων ως προς το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Οι κατηγορούμενοι με πρόθεση και από κοινού, τέλεσαν με περισσότερες πράξεις περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι στους ακολούθως αναφερόμενους οικισμούς του Νομού Γρεβενών, κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-2013 μέχρι 2-8-2013, ενεργώντας από κοινού, έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, διέρρηξαν Ιερού; Ναούς οικισμών του Νομού Γρεβενών και αφαίρεσαν από αυτούς πράγματα αφιερωμένα στη θρησκευτική λατρεία, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους, ή επιχείρησαν να προβούν σε αντίστοιχες πράξεις, τις οποίες δεν ολοκλήρωσαν, λόγω εξωτερικών εμποδίων ανεξάρτητων της θελήσεώς τους, ως ακολούθως: Α] Στις 2-8-2013 και περί ώρα 01.00, αφού στάθμευσαν έξω από τον Ι. Ν. Θεοτόκου του οικισμού Ρ. Γ. το οδηγούμενο από τον Α. Μ. Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο με αριθ. κυκλοφορίας …, ιδιοκτησίας της Β. Μ., στο οποίο επέβαιναν και οι Τ. και Μ., εισήλθαν στον περίβολο του ναού με σκοπό να παραβιάσουν τη θύρα του και να εισέλθουν σ’ αυτόν, έχοντας αποφασίσει από κοινού να αφαιρέσουν από αυτόν πράγματα αφιερωμένα στη θρησκευτική λατρεία,. Ωστόσο, δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν την πράξη τους, καθότι έγιναν αντιληπτοί από κατοίκους του οικισμού, οι οποίοι και τους πλησίασαν με σκοπό να τους εμποδίσουν να τελέσουν την πράξη που είχαν αποφασίσει. Μόλις οι κατηγορούμενοι τους αντιλήφθηκαν, απομακρύνθηκαν με μεγάλη ταχύτητα από το σημείο με το ίδιο ως άνω όχημα, Β] Κατά το χρονικό διάστημα από 25.7 μέχρι 31.7.2013 και σε άγνωστο ακριβές χρονικό σημείο, αφού από κοινού παραβίασαν τη θύρα του Ι. Ν. Αγίου Νικολάου του οικισμού Σύδενδρου Γρεβενών, εισήλθαν σ’ αυτόν και αφαίρεσαν ένα [1] μπρούτζινο μανουάλι ύψους 1,5 περίπου μέτρων και αξίας διακοσίων [200] ευρώ, Γ] Σε χρονικό σημείο πριν τις 1.8.2013 και σε άγνωστο ακριβές χρονικό σημείο, αφού από κοινού παραβίασαν τη θύρα του Ι. Ν. Αγίων Αποστόλων του οικισμού Αγίου Γεωργίου Γρεβενών, εισήλθαν σ’ αυτό και αφαίρεσαν δύο [2] μπρούτζινα μανουάλια ύψους 1,5 περίπου μέτρων το καθένα και αξίας χιλίων [1000] ευρώ το καθένα και ένα [1] μπρούτζινο μανουάλι ύψους ενός [1] περίπου μέτρων και αξίας πεντακοσίων [500] ευρώ. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε όλα τα ρηθέντα αποδεικτικά μέσα και ενισχύεται αφενός από το γεγονός ότι όλες οι προαναφερόμενες διαρρήξεις έγιναν με την ίδια μέθοδο και αφετέρου από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν έξω από τον Ν. Θεοτόκου του οικισμού Ροδιά Γρεβενών, προκειμένου να παραβιάσουν τη θύρα του, και μόλις έγιναν αντιληπτοί από τους κατοίκους του οικισμού, τράπηκαν σε φυγή, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι πράγματι οι κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση αφαίρεσης αντικειμένων προοριζόμενων για θρησκευτική λατρεία από τον ανωτέρω Ιερό Ναό, πλην όμως μόλις έγιναν αντιληπτοί έσπευσαν να φύγουν. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω αποδιδόμενων σε αυτούς πράξεων. Επιπλέον, στους κατηγορούμενος θα πρέπει να αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, ήτοι του ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους, καθόσον αυτή είχε αναγνωρισθεί και από την προσβαλλόμενη απόφαση>>. Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, αφού έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τις πλημμεληματικές πράξεις λόγω παραγραφής, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, με την ως άνω ελαφρυντική περίσταση, για τις κακουργηματικές πράξεις, με το ακόλουθο διατακτικό: <<Με πρόθεση και από κοινού, τέλεσαν με περισσότερες πράξεις περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι στους ακολούθως αναφερόμενους οικισμούς του Νομού Γρεβενών κατά το χρονικό διάστημα από 25.7.2013 μέχρι 2.8.2013, ενεργώντας από κοινού, έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες διέρρηξαν Ιερούς Ναούς οικισμών του Νομού Γρεβενών και αφαίρεσαν από αυτούς πράγματα αφιερωμένα στη θρησκευτική λατρεία, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους, ή επιχείρησαν να προβούν σε αντίστοιχες πράξεις, τις οποίες δεν ολοκλήρωσαν λόγω εξωτερικών εμποδίων ανεξάρτητων της θελήσεώς τους, ως ακολούθως: α] Στις 2.8.2013 και περί ώα 01.00, αφού στάθμευσαν έξω από τον Ι. Ν. Θεοτόκου του οικισμού Ρ. Γ. το οδηγούμενο από τον Α. Μ. Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο με αριθ. κυκλοφορίας …, ιδιοκτησίας της Β. Μ., στο οποίο επέβαιναν και οι Τ. και Μ., εισήλθαν στον περίβολο του ναού με σκοπό να παραβιάσουν τη θύρα και να εισέλθουν σ’ αυτόν, έχοντας αποφασίσει από κοινού να αφαιρέσουν πράγματα αφιερωμένα στη θρησκευτική λατρεία. Ωστόσο, δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν την πράξη τους, καθότι έγιναν αντιληπτοί από κατοίκους του οικισμού, οι οποίοι και τους πλησίασαν με σκοπό να τους εμποδίσουν να τελέσουν την πράξη που είχαν αποφασίσει. Μόλις οι κατηγορούμενοι τους αντιλήφθηκαν, απομακρύνθηκαν με μεγάλη ταχύτητα από το σημείο με το ίδιο ως άνω όχημα. Β] Κατά το χρονικό διάστημα από 25.7 μέχρι 31.7.2013 και σε άγνωστο ακριβές χρονικό σημείο, αφού από κοινού παραβίασαν τη θύρα του Ι. Ν. Αγίου Νικολάου του οικισμού Σύδενδρου Γρεβενών, εισήλθαν σ’ αυτόν και αφαίρεσαν ένα [1] μπρούτζινο μανουάλι ύψους 1,5 περίπου μέτρων και αξίας διακοσίων [200] ευρώ. Γ] Σε χρονικό σημείο πριν τις 1.8.2013 και σε άγνωστο ακριβές χρονικό σημείο, αφού από κοινού παραβίασαν τη θύρα του Ι. Ν. Αγίων Αποστόλων του οικισμού Αγίου Γεωργίου Γρεβενών, εισήλθαν σ’ αυτόν και αφαίρεσαν δύο [2] μπρούτζινα μανουάλια ύψους 1,5 περίπου μέτρων το καθένα και αξίας χιλίων [1000] ευρώ το καθένα και ένα [1] μπρούτζινο μανουάλι ύψους ενός [1] περίπου μέτρου και αξίας πεντακοσίων [500] ευρώ>>. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συγχρόνως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 374 παρ. 1 του νέου ΠΚ. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: α] ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων αφαίρεσε μέσα από τους ιερούς ναούς τέσσερα συνολικά μπρούτζινα μανουάλια, συνολικής αξίας 2.700 ευρώ, εν τούτοις ουδέν διέλαβε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό περί του στοιχείου – όρου που προστέθηκε, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, στην αντικειμενική υπόσταση της διάταξης του άρθρου 374 παρ. 1 α’ του νέου ΠΚ [διάταξη που εφάρμοσε και με βάση την οποία δίκασε, όπως προκύπτει από τη ρητή αναφορά στη σελίδα 16 των πρακτικών, στο σημείο που αναγράφονται οι εφαρμοσθείσες διατάξεις, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο <<374 παρ. 1 α ΠΚ>>], για το εάν τα αφαιρεθέντα μανουάλια ήταν καλλιτεχνική ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας. Όμως, το γεγονός αυτό είναι απολύτως κρίσιμο, αφού χωρίς να πληρούται ο όρος αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η σε βαθμό κακουργήματος διακεκριμένη κλοπή, με επακόλουθο η πράξη να φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και να εμπίπτει στη βασική διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ, β] δέχεται ότι ο αναιρεσείων, προκειμένου να αφαιρέσει τα κινητά πράγματα [μπρούτζινα μανουάλια], για τα οποία κρίθηκε ένοχος, είχε ενωθεί με τους συγκατηγορούμενούς του για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, εφαρμόζοντας δηλαδή την καταργημένη με το νέο ΠΚ διάταξη της περίπτ. δ’ του άρθρο 374 του προϊσχύσαντος ΠΚ, ενώ, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη, σαφώς προκύπτει ότι μετά τη θέση σε ισχύ του νέου ΠΚ, η κλοπή ακόμη και αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και εμπίπτει στη βασική διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και σύμφωνα με όσα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η σε βαθμό κακουργήματος διακεκριμένη κλοπή, τετελεσμένη και σε απόπειρα, που φέρεται να διέπραξε ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 25-7-2013 μέχρι 1-8-2013, διότι αφενός τα αφαιρεθέντα μανουάλια δεν ήταν καλλιτεχνικής η αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας και είχαν συνολική αξία 2.700 ευρώ [200+1.000+1.000+500], αφετέρου δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί η καταργημένη με το νέο ΠΚ διάταξη του άρθρου 374 περ. δ’ του άρθρου 374 του προϊσχύσαντος ΠΚ και, συνεπώς, η πράξη φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και εμπίπτει στη βασική διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι βάσιμοι.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 β’, 368 περ. β’ και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος διαπιστώνοντας την συμπλήρωσή της, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και βάσιμος ένας από τους λόγους αναίρεσης, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρο 368 περ. β’ ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το αξιόποινο των επί μέρους πράξεων της ως άνω κατ’ εξακολούθηση αξιόποινης πράξης της διακεκριμένης κλοπής, που φέρονται τελεσθείσες από 25-7-2013 έως 2-8-2013, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την παραγραφή, έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, αφού από τον ως άνω χρόνο τέλεσής τους μέχρι και σήμερα παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι κατά τα προαναφερθέντα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, σχετικά με την πλημμεληματική πλέον μορφή της πράξης της κλοπής και την παραγραφή του αξιοποίνου αυτής, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ποινική δίωξη για τις ως άνω πράξεις.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδ. α’ ΚΠΔ. <<Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους>>. Κατά ην έννοια της παραπάνω διάταξης δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές δε προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου αυτού είναι: α] να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούται να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β] οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ] οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι συγκατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος [ΑΠ 68/2021, ΑΠ 691/2020, ΑΠ 1006/2019]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατά τα ανωτέρω λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο του άνω αναιρεσείοντος, αλλά αφορούν και τους συγκαταδικασθέντες, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, για τις ίδιες ως άνω αξιόποινες πράξεις συμμετόχους – συναυτουργούς σε αυτές, Α. Τ. του Χ. και Κ. Μ. του Ι., οι οποίοι δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, πρέπει, κατ’ άρθρο 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί και στους προαναφερθέντες, συγκατηγορουμένους και συγκαταδικασθέντες στη δευτεροβάθμια δίκη και ωφελούμενους, Α. Τ. του Χ. και Κ. Μ. του Ι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 392/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, κατά το καταδικαστικό της μέρος.
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της απόφασης που θα εκδοθεί και στους συγκαταδικασθέντες με την άνω 392/2022 απόφαση, Α. Τ. του Χ. και Κ. Μ. του Ι., οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατά των κατηγορουμένων [αναιρεσείοντος και συγκαταδικασθέντων με αυτόν] για την αξιόποινη πράξη της κλοπής, ήτοι ως προς το ότι: << με πρόθεση και από κοινού, τέλεσαν με περισσότερες πράξεις περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι στους ακολούθως αναφερόμενους οικισμούς του ομού Γρεβενών κατά το χρονικό διάστημα από 25-7-2013 μέχρι 2-8-2013, ενεργώντας από κοινού, έχοντας ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, διέρρηξαν Ιερούς Ναούς οικισμών του Νομού Γρεβενών και αφαίρεσαν από αυτούς πράγματα αφιερωμένα στη θρησκευτική λατρεία, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους, ή επιχείρησαν να προβούν σε αντίστοιχες πράξεις, τις οποίες δεν ολοκλήρωσαν λόγω εξωτερικών εμποδίων ανεξάρτητων της θελήσεώς τους, ως ακολούθως: Α] Στις 2-8-2013 και περί ώρα 01.00, αφού στάθμευσαν έξω από τον Ι. Ν. Θεοτόκου του οικισμού Ρ. Γ. το οδηγούμενο από τον Α. Μ. Ι. Χ. Φ. αυτοκίνητο με αριθ. κυκλοφορίας …, ιδιοκτησίας της Β. Μ., στο οποίο επέβαιναν και οι Τ. και Μ., εισήλθαν στον περίβολο του ναού με σκοπό να παραβιάσουν τη θύρα του και να εισέλθουν σ’ αυτόν, έχοντας αποφασίσει από κοινού να αφαιρέσουν από αυτόν πράγματα αφιερωμένα στη θρησκευτική λατρεία. Ωστόσο, δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν την πράξη τους, καθότι έγιναν αντιληπτοί από κατοίκους του οικισμού, οι οποίοι και τους πλησίασαν με σκοπό να τους εμποδίσουν να τελέσουν την πράξη που είχαν αποφασίσει. Μόλις οι κατηγορούμενοι τους αντιλήφθηκαν, απομακρύνθηκαν με μεγάλη ταχύτητα από το σημείο με το ίδιο ως άνω όχημα. Β] Κατά το χρονικό σημείο από 25-7 έως 31-7-2013 και σε άγνωστο ακριβές χρονικό σημείο, αφού από κοινού παραβίασαν τη θύρα του Ι. Ν. Αγίου Νικολάου του οικισμού Σύδενδρου Γρεβενών, εισήλθαν σ’ αυτόν και αφαίρεσαν ένα [1] μπρούτζινο μανουάλι ύψους 1,5 μέτρου και αξίας διακοσίων [200] ευρώ, Γ] Σε χρονικό διάστημα πριν τις 1-8-2013, και σε άγνωστο ακριβές σημείο, αφού από κοινού παραβίασαν τη θύρα του Ι. Ν. Αγίων Αποστόλων του οικισμού Αγίου Γεωργίου Γρεβενών, εισήλθαν σ’ αυτόν και αφαίρεσαν δύο [2] μπρούτζινα μανουάλια ύψους 1,5 περίπου μέτρων το καθένα και αξίας χιλίων [1000] ευρώ το καθένα και ένα [1] μπρούτζινο μανουάλι ύψους ενός [1] μέτρου και αξίας πεντακοσίων [500] ευρώ>>.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή : areiospagos.gr

To Top