Καθυστέρηση στην επανεξέταση της υπό όρους απόλυσης ανηλίκου – Παραβίαση της απαίτησης ταχείας δικαστικής κρίσης του άρθρου 5 § 4 ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ordulj κατά Κροατίας της 16.07.2026 (προσφ. αριθ. 5899/23)

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Κροάτης υπήκοος, είχε καταδικαστεί για αδικήματα που τέλεσε σε ηλικία 19 ετών σε ποινή δύο ετών κράτησης ανηλίκου, την έκτιση της οποίας άρχισε στις 27 Σεπτεμβρίου 2011 (Ο όρος «κράτηση ανηλίκου» αποδίδει εδώ το ειδικό είδος κύρωσης “juvenile detention” του κροατικού δικαίου και δεν σημαίνει ότι ο προσφεύγων ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων ή κατά την επίμαχη διαδικασία υπό όρους απόλυσης). Κατά το άρθρο 103 του κροατικού Νόμου περί Δικαστηρίων Ανηλίκων, το αρμόδιο δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, δύο μήνες πριν από τη συμπλήρωση των 2/3 της ποινής, τη δυνατότητα υπό όρους απόλυσης. Λόγω σύγχυσης ως προς την αρμοδιότητα, καθώς ο προσφεύγων ήταν πλέον 23 ετών και ανέκυψε ζήτημα ως προς το εφαρμοστέο καθεστώς, η δικογραφία μετακινήθηκε διαδοχικά μεταξύ πλειόνων αρχών και το ζήτημα κρίθηκε με καθυστέρηση περίπου έξι μηνών σε σχέση με τη νόμιμη προθεσμία. Ο προσφεύγων απολύθηκε τελικά υπό όρους στις 17 Απριλίου 2013, περίπου 4 μήνες πριν από τη λήξη της ποινής του. Η μεταγενέστερη αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου απορρίφθηκε.

Το Δικαστήριο, συνεδριάζοντας ως Επιτροπή τριών δικαστών, έκρινε την αιτίαση υπό το άρθρο 5 § 1 απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη, διότι η κράτηση βάσει αμετάκλητης καταδίκης παρέμεινε νόμιμη και δεν αποδείχθηκε ότι είχε διαρραγεί ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ καταδίκης και κράτησης. Διαπίστωσε, όμως, παραβίαση του άρθρου 5 § 4, διότι η προβλεπόμενη από το εσωτερικό δίκαιο διαδικασία υποχρεωτικής εξέτασης της αναγκαιότητας συνέχισης της κράτησης δεν διεξήχθη «ταχέως» και η νομική αβεβαιότητα που επικαλέστηκαν οι αρχές ήταν εξ ολοκλήρου καταλογιστέα στο κράτος.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με απόφαση του Δημοτικού Δικαστηρίου του Split (Split Municipal Court) του 2010, η οποία επικυρώθηκε από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Split (Split County Court) το 2011, ο προσφεύγων καταδικάστηκε για σειρά αδικημάτων που είχε τελέσει σε ηλικία 19 ετών και του επιβλήθηκε ποινή δύο ετών κράτησης ανηλίκου. Η έκτιση άρχισε στις 27 Σεπτεμβρίου 2011 και η ποινή έληγε στις 18 Αυγούστου 2013.

Κατά το άρθρο 103 του Νόμου περί Δικαστηρίων Ανηλίκων, το αρμόδιο δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, δύο μήνες πριν από τη συμπλήρωση των δύο τρίτων της ποινής, το ζήτημα της υπό όρους απόλυσης. Ο προσφεύγων, ο οποίος είχε και ο ίδιος τη δυνατότητα να υποβάλει σχετικό αίτημα, το έπραξε ακριβώς τότε, στις 23 Οκτωβρίου 2012, ενώπιον του Δημοτικού Δικαστηρίου του Split.

Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ήταν πλέον 23 ετών, το Δημοτικό Δικαστήριο του Split διαβίβασε το αίτημα στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Sisak (Sisak County Court), κρίνοντάς το αρμόδιο κατά τους κανόνες για την υπό όρους απόλυση ενηλίκων κρατουμένων. Το τελευταίο διαβίβασε τη δικογραφία στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Split, εξηγώντας ότι, ανεξαρτήτως ηλικίας, εφαρμόζονταν οι κανόνες για την υπό όρους απόλυση από κράτηση ανηλίκου. Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Split διαβίβασε τη δικογραφία, μεταξύ άλλων, στη Δημοτική Εισαγγελία του Split (Split Municipal State Attorney’s Office) ζητώντας τη γνώμη της. Εκείνη έκρινε ότι η δικογραφία έπρεπε να διαβιβασθεί στην Επιτροπή Υπό Όρους Απόλυσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κατά τους κανόνες για ενηλίκους. Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Split το έπραξε, όμως το Υπουργείο αρνήθηκε να ενεργήσει, δηλώνοντας αναρμόδιο για υποθέσεις κράτησης ανηλίκων, και προειδοποίησε το Δικαστήριο ότι όφειλε να αποφασίσει επειγόντως, επισύροντας την προσοχή στην υποχρέωσή του κατά το άρθρο 103.

Με απόφαση της 17ης Απριλίου 2013, διορθωθείσα στις 22 Απριλίου 2013, το Περιφερειακό Δικαστήριο του Split έκανε δεκτό το αίτημα, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος στην κράτηση κατεδείκνυε ότι είχε αποκτήσει επαρκές επίπεδο «σταθερότητας και υπευθυνότητας». Ο προσφεύγων απολύθηκε αμέσως, περίπου τέσσερις μήνες πριν από την ολοκλήρωση της έκτισης.

Ακολούθως, ο προσφεύγων άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου, επικαλούμενος δικαστική πλημμέλεια. Υποστήριξε ότι, λόγω πλειόνων διαδικαστικών σφαλμάτων, το Περιφερειακό Δικαστήριο του Split όχι μόνον παρέλειψε να αποφασίσει εγκαίρως επί του αιτήματός του, αλλά και να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη δυνατότητα υπό όρους απόλυσης, με αποτέλεσμα να κρατηθεί για υπερβολικά μακρύ χρόνο.

Με απόφαση του Δημοτικού Δικαστηρίου του Split της 24ης Μαρτίου 2017, η οποία επικυρώθηκε στις 24 Μαρτίου 2022 από το Περιφερειακό Δικαστήριο του Šibenik (Šibenik County Court), η αγωγή απορρίφθηκε. Μολονότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η δυνατότητα υπό όρους απόλυσης δεν εξετάστηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 103, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή δεν ήταν απολύτως σαφής και ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο του Split δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνο για την εσφαλμένη ερμηνεία της. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι θα είχε χορηγηθεί υπό όρους απόλυση αν το ζήτημα είχε εξεταστεί νωρίτερα.

Με απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2022, κοινοποιηθείσα στον εκπρόσωπο του προσφεύγοντος στις 24 Νοεμβρίου 2022, το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε τη συνταγματική προσφυγή. Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ υποβλήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2023.

Ενώπιον του Στρασβούργου, ο προσφεύγων παραπονέθηκε, επικαλούμενος το άρθρο 5 ΕΣΔΑ, για έλλειψη ταχείας δικαστικής επανεξέτασης του αιτήματός του και για το ότι, λόγω της μη τήρησης της νόμιμης προθεσμίας, κρατήθηκε σε καθεστώς κράτησης ανηλίκου έξι μήνες περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Προκαταρκτικά, ως προς την ένσταση της Κυβέρνησης ότι ο προσφεύγων δεν προέβαλε αιτίαση υπό το άρθρο 5 § 1, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων ρητώς παραπονέθηκε ότι, λόγω της παράλειψης των εθνικών δικαστηρίων να αποφασίσουν εγκαίρως επί της υπό όρους απόλυσής του, κρατήθηκε για χρόνο μεγαλύτερο του αναγκαίου. Ως κύριος του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, κατά τη Radomilja και λοιποί κατά Κροατίας [GC], και υπό το φως της νομολογίας του, ιδίως των H.W. κατά Γερμανίας και Kafkaris κατά Κύπρου (dec.), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτιάσεις έπρεπε να εξεταστούν υπό τα άρθρα 5 § 1 και 5 § 4.

Άρθρο 5 § 1 ΕΣΔΑ – Νομιμότητα της κράτησης. Απαράδεκτο

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφανθεί επί της ένστασης περί μη εξάντλησης, καθόσον η αιτίαση ήταν εν πάση περιπτώσει απαράδεκτη. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων εξέτιε ποινή βάσει αμετάκλητης καταδίκης, η κράτησή του ενέπιπτε στο πεδίο του άρθρου 5 § 1 στοιχ. α΄. Ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητά της κατά το εσωτερικό δίκαιο, αλλά υποστήριξε ότι κατέστη αυθαίρετη λόγω της παράλειψης έγκαιρης απόφασης επί της αναγκαιότητας συνέχισης της κράτησης.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε κράτηση ανηλίκου καθορισμένης διάρκειας, ως προς την προσφορότητα της αρχικά επιβληθείσας ποινής το ΕΔΔΑ δεν έχει αρμοδιότητα επανεξέτασης στο πλαίσιο του άρθρου 5, κατά τη Weeks κατά Ηνωμένου Βασιλείου, και απολύθηκε περίπου τέσσερις μήνες πριν από τη λήξη της. Τίποτε δεν κατεδείκνυε ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της καταδίκης και της κράτησής του είχε διαρραγεί σε κάποιο χρονικό σημείο. Επιπλέον, μολονότι το εσωτερικό δίκαιο απαιτούσε την αυτεπάγγελτη εξέταση της δυνατότητας πρόωρης απόλυσης, δεν εγγυάτο δικαίωμα πρόωρης απόλυσης καθαυτό, ούτε μπορούσε να λεχθεί ότι ο προσφεύγων θα είχε απολυθεί ακόμη νωρίτερα αν το ζήτημα είχε εξεταστεί προγενέστερα.

Το Δικαστήριο διέκρινε την υπόθεση από εκείνες όπου η διάρκεια της κράτησης δεν ήταν καθορισμένη, όπως η Miklić κατά Κροατίας [Επιτροπή], και από υποθέσεις όπου η κράτηση συνεχιζόταν βάσει ενταλμάτων ή αποφάσεων κράτησης που είχαν λήξει ή κριθεί πλημμελείς, όπως η H.W. κατά Γερμανίας. Ενώ στις υποθέσεις εκείνες είχαν εφαρμοστεί σχετικώς αυστηρά κριτήρια προβλεψιμότητας και μη αυθαιρεσίας ως προς τη μη τήρηση νόμιμων προθεσμιών επανεξέτασης, κανένα ανάλογο περιστατικό δεν συνέτρεχε εν προκειμένω.

Ως εκ τούτου, η αιτίαση κρίθηκε απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη κατά το άρθρο 35 § 3 στοιχ. α΄ και απορρίφθηκε κατά το άρθρο 35 § 4.

Άρθρο 5 § 4 ΕΣΔΑ. Ταχεία δικαστική επανεξέταση της κράτησης. Παραβίαση

Παραδεκτό: Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το άρθρο 5 § 4 δεν είχε εφαρμογή, καθόσον η νομική βάση της κράτησης δεν υπόκειτο σε μεταβολή και δεν υφίστατο υποχρέωση τακτικής επανεξέτασης της νομιμότητας της συνεχιζόμενης έκτισης.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος ενσωμάτωνε τον έλεγχο που απαιτεί το άρθρο 5 § 4, κατά τη De Wilde, Ooms και Versyp κατά Βελγίου. Ενώ κατά κανόνα δεν θα απαιτούνταν περαιτέρω έλεγχος, κατά την Kafkaris, το εσωτερικό δίκαιο προέβλεπε την αυτεπάγγελτη εξέταση της δυνατότητας υπό όρους απόλυσης από κράτηση ανηλίκου. Η επίμαχη διαδικασία συνεπαγόταν, κατ’ ουσίαν, υποχρεωτική επανεξέταση της ανάγκης συνέχισης της κράτησης, όπως προέκυπτε και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Kžm 22/2013.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε περαιτέρω ότι η χορήγηση της υπό όρους απόλυσης εξαρτιόταν από στοιχεία σχετικά με τη μεταβολή της συμπεριφοράς του καταδικασθέντος, ιδίως την επιτυχή αποκατάσταση και κοινωνικοποίησή του. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η υπό όρους απόλυση του προσφεύγοντος χορηγήθηκε πράγματι επειδή η συμπεριφορά του είχε μεταβληθεί επαρκώς. Δεδομένου ότι τέτοιες περιστάσεις είναι αναμφισβήτητα «μεταβλητές με την πάροδο του χρόνου», απαιτούν τη δυνατότητα προσφυγής σε όργανο που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 5 § 4, κατά την Kafkaris.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία εξέτασης της υπό όρους απόλυσης, ακόμη και αν υπερέβαινε τις ελάχιστες απαιτήσεις του άρθρου 5 § 4, ήταν εντούτοις τέτοιας φύσης ώστε να ενεργοποιεί την εφαρμογή του, υπό το πρίσμα ιδίως των Kafkaris και Stollenwerk κατά Γερμανίας. Η ένσταση απορρίφθηκε.

Ως προς την ένσταση περί μη εξάντλησης, με το επιχείρημα ότι ο προσφεύγων δεν είχε παραπονεθεί στην αγωγή του για τις πλημμέλειες της Εισαγγελίας, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το καθήκον απόφασης επί της υπό όρους απόλυσης βάρυνε αποκλειστικά το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο εναπόκειτο η έγκαιρη διεκπεραίωση του αιτήματος. Και η ένσταση αυτή απορρίφθηκε. Η αιτίαση κρίθηκε παραδεκτή.

Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές περί ταχείας δικαστικής επανεξέτασης της κράτησης, όπως συνοψίστηκαν στη Mooren κατά Γερμανίας [GC].

Δεν αμφισβητήθηκε ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο του Split εξέτασε την υπό όρους απόλυση περίπου έξι μήνες αργότερα από όσο όριζε το άρθρο 103, το δε Υπουργείο είχε προειδοποιήσει το δικαστήριο για την ανάγκη επείγουσας απόφασης.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε νομικές αβεβαιότητες ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, οι οποίες ανέκυψαν λόγω της ηλικίας του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστατο τέτοια έλλειψη σαφήνειας και προβλεψιμότητας, οι σχετικές ελλείψεις θα ήταν εξ ολοκλήρου καταλογιστέες στις εθνικές αρχές, με αναφορά mutatis mutandis στη Lupeni Greek Catholic Parish και λοιποί κατά Ρουμανίας [GC].

Επιπλέον, η προθεσμία εντός της οποίας τα δικαστήρια όφειλαν να εξετάσουν αυτεπαγγέλτως, δηλαδή ακόμη και ελλείψει αιτήματος, τη δυνατότητα υπό όρους απόλυσης, τους ήταν γνωστή ήδη από την έναρξη έκτισης της ποινής στις 27 Σεπτεμβρίου 2011 και συνεπώς εγκαίρως, κατά την H.W. κατά Γερμανίας.

Έχοντας υπόψη τα αυστηρά κριτήρια της νομολογίας του ως προς την τήρηση της απαίτησης ταχύτητας, κατά τη Mooren, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο του Split παρέλειψε να αποφασίσει «ταχέως» επί του αιτήματος.

Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 4 ΕΣΔΑ.

Απόφαση: Το Δικαστήριο κήρυξε παραδεκτή την αιτίαση υπό το άρθρο 5 § 4 και απαράδεκτο το υπόλοιπο της προσφυγής και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 5 § 4 ΕΣΔΑ. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41, επιδίκασε στον προσφεύγοντα 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 830 ευρώ για τα έξοδα ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, πλέον παντός επιβαρύνοντος φόρου. Το υπόλοιπο του αιτήματος δίκαιης ικανοποίησης απορρίφθηκε λόγω μη τήρησης των απαιτήσεων του Κανόνα 60 § 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε ορισμένες αβεβαιότητες ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, οι οποίες ανέκυψαν λόγω της ηλικίας του προσφεύγοντος. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστατο τέτοια έλλειψη σαφήνειας και προβλεψιμότητας στο εσωτερικό δίκαιο, ικανή να καταστήσει δυσχερή την εξέταση του αιτήματος του προσφεύγοντος, οι ελλείψεις αυτές θα ήταν εξ ολοκλήρου καταλογιστέες στις εθνικές αρχές. Επιπλέον, η κρίσιμη προθεσμία εντός της οποίας τα δικαστήρια όφειλαν να εξετάσουν αυτεπαγγέλτως, δηλαδή ακόμη και ελλείψει σχετικού αιτήματός του, τη δυνατότητα υπό όρους απόλυσης του προσφεύγοντος, τους ήταν γνωστή ήδη από την έναρξη έκτισης της ποινής του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011 και συνεπώς εγκαίρως» (παρ. 27).

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η εφαρμογή του άρθρου 5 § 4 σε πρόσθετη διαδικασία επανεξέτασης που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι, μολονότι ο έλεγχος του άρθρου 5 § 4 ενσωματώνεται κατ’ αρχήν στην καταδικαστική απόφαση και δεν απαιτείται αυτομάτως νέα επανεξέταση μετά την καταδίκη, το εσωτερικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει πρόσθετη διαδικασία υποχρεωτικής επανεξέτασης της ανάγκης συνέχισης της κράτησης. Όταν, όπως στην Ordulj, η διαδικασία αυτή αφορά την ανάγκη συνέχισης της κράτησης και στηρίζεται σε στοιχεία μεταβλητά με την πάροδο του χρόνου, οι εγγυήσεις του άρθρου 5 § 4 εφαρμόζονται, ακόμη και αν ο εσωτερικός μηχανισμός υπερβαίνει τις ελάχιστες απαιτήσεις της Σύμβασης.

Η ταχύτητα ως αυτοτελής συμβατική απαίτηση και η σημασία της εθνικής προθεσμίας. Το κρίσιμο εύρημα εστιάζει στην ταχύτητα και όχι στην έκβαση. Η απλή παραβίαση μιας εσωτερικής προθεσμίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως παραβίαση του άρθρου 5 § 4. Στην Ordulj, όμως, η περίπου εξάμηνη υπέρβαση, η εκ των προτέρων γνώση της προθεσμίας από τις αρχές, η υποχρέωση αυτεπάγγελτης ενέργειας και η ρητή προειδοποίηση του Υπουργείου για επείγουσα απόφαση, αξιολογούμενες υπό τα αυστηρά κριτήρια της Mooren, οδήγησαν στη διαπίστωση ότι ο δικαστικός έλεγχος δεν ήταν «ταχύς». Το γεγονός ότι η υπό όρους απόλυση τελικά χορηγήθηκε δεν θεράπευσε την προηγηθείσα καθυστέρηση.

Ο πλήρης καταλογισμός της εσωτερικής νομικής αβεβαιότητας στο κράτος

Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι η σύγχυση αρμοδιότητας μεταξύ των κανόνων για κράτηση ανηλίκων και ενηλίκων δικαιολογούσε την καθυστέρηση. Ακόμη και αν το εσωτερικό δίκαιο παρουσίαζε έλλειψη σαφήνειας ή προβλεψιμότητας, η έλλειψη αυτή ήταν καταλογιστέα στις εθνικές αρχές. Το πρόσωπο που στερείται την ελευθερία του δεν μπορεί να επωμίζεται τις συνέπειες δυσλειτουργίας ή ασάφειας που ανάγονται στην κρατική έννομη τάξη.

Η διάκριση της νομιμότητας του άρθρου 5 § 1 από την ταχύτητα του άρθρου 5 § 4

Η απόφαση καταδεικνύει τη μεθοδολογική διαφορά μεταξύ των δύο παραγράφων. Η κράτηση βάσει αμετάκλητης καταδίκης καθορισμένης διάρκειας παρέμεινε νόμιμη και μη αυθαίρετη κατά το άρθρο 5 § 1, καθόσον ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ καταδίκης και κράτησης δεν είχε διαρραγεί και το εσωτερικό δίκαιο δεν παρείχε δικαίωμα πρόωρης απόλυσης καθαυτό. Το πρόβλημα εντοπιζόταν στη διαδικαστική βραδύτητα της επανεξέτασης υπό το άρθρο 5 § 4.

Η ειδική φύση της ποινής juvenile detention και η μεταβλητότητα των στοιχείων αποκατάστασης

Η υπό όρους απόλυση εξαρτιόταν από στοιχεία «μεταβλητά με την πάροδο του χρόνου», ιδίως από την πρόοδο της αποκατάστασης και κοινωνικοποίησης του καταδικασθέντος. Αυτό αποτέλεσε κρίσιμο λόγο για την εφαρμογή του άρθρου 5 § 4. Χρειάζεται, όμως, διάκριση μεταξύ του είδους της ποινής και της ηλικίας του προσφεύγοντος. Ο Ordulj είχε τελέσει τα αδικήματα σε ηλικία 19 ετών και ήταν 23 ετών κατά την υποβολή του αιτήματος. Το ΕΔΔΑ δεν διατύπωσε στην απόφαση αυτοτελές αυξημένο πρότυπο προστασίας λόγω ανηλικότητας ούτε έκρινε ότι η καθυστέρηση είχε ιδιαίτερο συμβατικό βάρος επειδή επρόκειτο για «ανήλικο». Η σημασία της αποκατάστασης απορρέει εδώ από τα κριτήρια του συγκεκριμένου καθεστώτος conditional release και από τη μεταβλητότητά τους στον χρόνο.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Α) Kafkaris κατά Κύπρου (dec.)

Απόφαση επί του παραδεκτού που αποκρυστάλλωσε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο έλεγχος του άρθρου 5 § 4 ενσωματώνεται στην αρχική καταδίκη και εκείνες υπό τις οποίες απαιτείται μεταγενέστερος δικαστικός έλεγχος, ιδίως όταν οι λόγοι που δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησης είναι μεταβλητοί με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, η Kafkaris υπογραμμίζει ότι το άρθρο 5 § 4 δεν θεμελιώνει αυτοτελές δικαίωμα σε parole. Αποτελεί τον κύριο νομολογιακό άξονα της Ordulj ως προς την εφαρμοσιμότητα της διάταξης. Πηγή: HUDOC, Kafkaris v. Cyprus (dec.), no. 9644/09, 21.06.2011, παρ. 49-50, 58-62.

Β) De Wilde, Ooms και Versyp κατά Βελγίου («υποθέσεις αλητείας»)

Θεμελιώδης απόφαση που καθιέρωσε ότι, όταν η στέρηση της ελευθερίας διατάσσεται από δικαστήριο κατά το πέρας δικαστικής διαδικασίας, ο έλεγχος που απαιτεί το άρθρο 5 § 4 ενσωματώνεται στην ίδια την απόφαση. Η Ordulj στηρίζεται σε αυτή για την αφετηρία της συλλογιστικής της. Πηγή: HUDOC, De Wilde, Ooms and Versyp v. Belgium, 18.06.1971, Series A no. 12, παρ. 76.

Γ) Mooren κατά Γερμανίας [GC]

Απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης που συνόψισε τις γενικές αρχές για την απαίτηση ταχείας δικαστικής επανεξέτασης της κράτησης. Παρέχει το συμβατικό κριτήριο βάσει του οποίου κρίθηκε η καθυστέρηση στην Ordulj. Πηγή: HUDOC, Mooren v. Germany [GC], no. 11364/03, 09.07.2009, παρ. 106-107.

Δ) H.W. κατά Γερμανίας

Υπόθεση προληπτικής κράτησης στην οποία το Δικαστήριο εξέτασε, μεταξύ άλλων, ζητήματα προβλεψιμότητας και μη αυθαιρεσίας σε σχέση με την τήρηση των προβλεπόμενων χρονικών ορίων επανεξέτασης. Στην Ordulj λειτουργεί διττά: ως σημείο διάκρισης υπό το άρθρο 5 § 1 ως προς περιπτώσεις όπου η συνέχιση της κράτησης συνδεόταν με προβληματικές αποφάσεις κράτησης και ως έρεισμα υπό το άρθρο 5 § 4 για τη σημασία της έγκαιρης γνώσης της προθεσμίας. Πηγή: HUDOC, H.W. v. Germany, no. 17167/11, 19.09.2013, παρ. 50-51, 68-70, 83, 88.

Ε) Del Río Prada κατά Ισπανίας [GC]

Απόφαση-σταθμός επί των άρθρων 7 και 5 § 1 ως προς τις συνέπειες μιας μη προβλέψιμης μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της πραγματικής διάρκειας της κράτησης. Στη Del Río Prada η Ευρεία Σύνθεση διαπίστωσε ρητώς ότι εξακολουθούσε να υπάρχει σαφής αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των καταδικών και της κράτησης μετά τις 2 Ιουλίου 2008. Η παραβίαση του άρθρου 5 § 1 στηρίχθηκε στο ότι ο νόμος, όπως εφαρμόστηκε ώστε να επιτρέψει τη συνέχιση της κράτησης πέρα από την ημερομηνία εκείνη, δεν ήταν επαρκώς προβλέψιμος. Η Ordulj την επικαλείται σε αντιδιαστολή, επειδή το κροατικό δίκαιο δεν εγγυόταν στον προσφεύγοντα πρόωρη απόλυση και δεν μπορούσε να συναχθεί ότι μια έγκαιρη εξέταση θα είχε οδηγήσει σε προγενέστερη απόλυσή του. Πηγή: HUDOC, Del Río Prada v. Spain [GC], no. 42750/09, ECHR 2013, παρ. 126, 129-131.

ΣΤ) Weeks κατά Ηνωμένου Βασιλείου

Η Weeks δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως γενική αρχή ότι κάθε κράτηση καθορισμένης διάρκειας είναι ανεπίδεκτη ουσιαστικού επανελέγχου. Η συγκεκριμένη αρχή που αντλεί η Ordulj από την § 50 είναι στενότερη: στο πλαίσιο του άρθρου 5 δεν ανήκει στο ΕΔΔΑ να επανεξετάζει την προσφορότητα της αρχικώς επιβληθείσας ποινής. Η ίδια η Weeks αφορούσε ισόβια ποινή και μεταγενέστερη επανακράτηση, επομένως η πραγματολογική της βάση διαφέρει αισθητά από την Ordulj. Πηγή: HUDOC, Weeks v. the United Kingdom, 02.03.1987, Series A no. 114, παρ. 49-50.

Ζ) Stollenwerk κατά Γερμανίας

Η Stollenwerk είναι σημαντική κυρίως για τη δικονομική αρχή ότι, όταν τα Συμβαλλόμενα Κράτη θεσπίζουν διαδικασία δικαστικού ελέγχου η οποία υπερβαίνει όσα απαιτεί κατ’ ελάχιστον το άρθρο 5 § 4, οι εγγυήσεις της διάταξης πρέπει πάντως να τηρούνται εντός της διαδικασίας αυτής. Η πραγματολογική της βάση δεν αφορούσε conditional release από juvenile detention, συνεπώς η σχέση της με την Ordulj είναι δογματική και όχι πραγματολογική. Πηγή: HUDOC, Stollenwerk v. Germany, no. 8844/12, 07.09.2017, παρ. 36.

Η) Lupeni Greek Catholic Parish κ.α. κατά Ρουμανίας [GC] / Radomilja κατά Κροατίας [GC] / Miklić κατά Κροατίας [Επιτροπή]

Η Lupeni χρησιμοποιείται στην Ordulj mutatis mutandis και πρέπει να διαβάζεται στο πραγματικό της πλαίσιο: η έλλειψη σαφήνειας και προβλεψιμότητας του εσωτερικού δικαίου είχε συμβάλει στην καθυστέρηση της διαδικασίας και ήταν καταλογιστέα στις εθνικές αρχές. Δεν θεμελιώνει απεριόριστη αφηρημένη αρχή ότι κάθε εσωτερική νομοθετική ασάφεια οδηγεί αυτοτελώς σε παραβίαση της Σύμβασης. Η Radomilja θεμελιώνει την εξουσία του Δικαστηρίου να δίνει το ορθό νομικό χαρακτηρισμό στα πραγματικά περιστατικά. Η Miklić χρησιμεύει ως πραγματολογικό σημείο διάκρισης λόγω της μη καθορισμένης διάρκειας της επίδικης κράτησης. Πηγή: HUDOC, Lupeni Greek Catholic Parish and Others v. Romania [GC], no. 76943/11, 29.11.2016, παρ. 150, Radomilja and Others v. Croatia [GC], nos. 37685/10 και 22768/12, 20.03.2018, παρ. 114, 126, Miklić v. Croatia [Committee], no. 42613/19, 18.03.2025, παρ. 4, 26.

Θ) Συγκριτικά

Σε επίπεδο ΟΗΕ, το άρθρο 9 § 4 ΔΣΑΠΔ κατοχυρώνει για κάθε πρόσωπο που στερείται την ελευθερία του το δικαίωμα προσφυγής σε δικαστήριο ώστε αυτό να αποφασίζει χωρίς καθυστέρηση επί της νομιμότητας της κράτησης. Το Γενικό Σχόλιο αρ. 35 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναπτύσσει περαιτέρω την απαίτηση αποτελεσματικού και ταχέος ελέγχου.

Το άρθρο 37 στοιχ. δ΄ της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού προβλέπει αντίστοιχη εγγύηση άμεσης πρόσβασης σε διαδικασία αμφισβήτησης της νομιμότητας της στέρησης της ελευθερίας και ταχείας απόφασης. Η διάταξη αυτή δεν ήταν, όμως, ratione personae άμεσα εφαρμοστέα στον Ordulj, ο οποίος ήταν ήδη 19 ετών κατά την τέλεση των αδικημάτων και 23 ετών κατά την επίμαχη διαδικασία, ενώ το άρθρο 1 της CRC ορίζει κατ’ αρχήν ως παιδί το πρόσωπο κάτω των 18 ετών. Η αναφορά στην CRC έχει συνεπώς μόνο ευρύτερη συγκριτική αξία και δεν πρέπει να εμφανίζεται ως νομικό έρεισμα της κρίσης του ΕΔΔΑ.

Οι Κανόνες του Πεκίνου παρουσιάζουν ειδικότερο συγκριτικό ενδιαφέρον. Κατά τον Κανόνα 2.2 στοιχ. α΄, ο όρος “juvenile” εξαρτάται από το εάν το εκάστοτε εθνικό σύστημα μεταχειρίζεται το παιδί ή νεαρό πρόσωπο για την τέλεση αδικήματος κατά τρόπο διαφορετικό από έναν ενήλικο. Κυρίως, ο Κανόνας 28.1, με τίτλο “Frequent and early recourse to conditional release”, προβλέπει ότι η υπό όρους απόλυση από ίδρυμα πρέπει να χρησιμοποιείται στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και να χορηγείται το νωρίτερο δυνατό. Πρόκειται για πολύ εγγύτερο συγκριτικό σημείο προς το αντικείμενο της Ordulj από μια γενική αναφορά στους Κανόνες του Πεκίνου. Οι Κανόνες, πάντως, δεν παρατίθενται από το ΕΔΔΑ στην απόφαση και αποτελούν soft law.

Στο Διαμερικανικό σύστημα, το άρθρο 7 § 6 της Αμερικανικής Σύμβασης κατοχυρώνει δικαστική προσφυγή κατά της στέρησης της ελευθερίας. Στην Yvon Neptune v. Haiti, Merits, Reparations and Costs, Judgment of 6 May 2008, Series C No. 180, ιδίως § 114, το Διαμερικανικό Δικαστήριο ενέταξε τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της κράτησης στον πυρήνα της προστασίας της προσωπικής ελευθερίας. Η σύγκριση με την Ordulj είναι λειτουργική ως προς την ανάγκη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου, αλλά όχι πραγματολογικά άμεση, επειδή η Yvon Neptune αφορούσε διαφορετικό είδος και στάδιο κράτησης.

Ανάλογη κανονιστική σύγκλιση εμφανίζεται στο Αφρικανικό Δικαστήριο. Στην African Commission on Human and Peoples’ Rights v. Libya, Application no. 002/2013, judgment of 3 June 2016, το Δικαστήριο, εξετάζοντας το άρθρο 6 του Αφρικανικού Χάρτη, προσέφυγε και στις εγγυήσεις του άρθρου 9 ΔΣΑΠΔ και έκρινε ότι κράτηση χωρίς πραγματική δυνατότητα δικαστικής αμφισβήτησης προσέβαλε το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία. Και αυτή η σύγκριση αφορά τη γενική αρχή αποτελεσματικού ελέγχου της κράτησης και όχι ειδικά διαδικασία conditional release μετά από καταδίκη.

Το συγκριτικό δίκαιο, επομένως, επιβεβαιώνει μια ευρύτερη κανονιστική σύγκλιση υπέρ του ταχέος και αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου της στέρησης της ελευθερίας. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται αυτή η σύγκλιση με την ειδική ratio της Ordulj, η οποία ερείδεται στο άρθρο 5 § 4 ΕΣΔΑ, στο συγκεκριμένο κροατικό καθεστώς υποχρεωτικής επανεξέτασης και στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ.

Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 35 (Article 9 ICCPR), 2014, Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, άρθρα 1 και 37, UN Standard Minimum Rules for the Administration of Juvenile Justice, Beijing Rules, Rules 2.2 και 28, IACtHR, Yvon Neptune v. Haiti, Series C No. 180, 06.05.2008, ιδίως § 114, African Court on Human and Peoples’ Rights, African Commission on Human and Peoples’ Rights v. Libya, Application no. 002/2013, 03.06.2016.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:

  • Kafkaris v. Cyprus (dec.), 21.06.2011, no. 9644/09
    • De Wilde, Ooms and Versyp v. Belgium, 18.06.1971, Series A no. 12
    • Mooren v. Germany [GC], 09.07.2009, no. 11364/03
    • H.W. v. Germany, 19.09.2013, no. 17167/11
    • Del Río Prada v. Spain [GC], 21.10.2013, no. 42750/09
    • Weeks v. the United Kingdom, 02.03.1987, Series A no. 114
    • Stollenwerk v. Germany, 07.09.2017, no. 8844/12
    • Miklić v. Croatia [Committee], 18.03.2025, no. 42613/19
    • Radomilja and Others v. Croatia [GC], 20.03.2018, nos. 37685/10 και22768/12
    • Lupeni Greek Catholic Parish and Others v. Romania [GC], 29.11.2016, no. 76943/11

Συγκριτικές διεθνείς πηγές:
• Yvon Neptune v. Haiti, IACtHR, Series C No. 180, 06.05.2008
• African Commission on Human and Peoples’ Rights v. Libya, AfCHPR, Application no. 002/2013, 03.06.2016
• ICCPR, Article 9 § 4 και Human Rights Committee, General Comment No. 35
• Convention on the Rights of the Child, Articles 1 και 37(d)
• Beijing Rules, Rules 2.2 και 28

Πηγή / Source: HUDOC, echrcaselaw, ECtHR Guide on Article 5, updated 28.02.2026, UN Human Rights Committee, United Nations, CRC, Beijing Rules, Inter-American Court of Human Rights, African Court on Human and Peoples’ Rights.

Πηγή :echrcaselaw.com

To Top