Καταδίκη κατ’ έφεση μετά από αθώωση χωρίς νέα εξέταση της ανήλικης παθούσας και κρίσιμων μαρτύρων – Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Matei κ.α. κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 16.07.2026 (προσφ. αριθ. 49015/16)

Βλ. εδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Οι τρεις προσφεύγοντες, οι οποίοι ήταν ανήλικοι κατά τον χρόνο της φερόμενης πράξης, κατηγορήθηκαν για σεξουαλική επίθεση σε ανήλικο ηλικίας κάτω των 14 ετών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού εξέτασε την παθούσα, τους προσφεύγοντες, πραγματογνώμονα και πολυάριθμους μάρτυρες και αξιολόγησε το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, τους αθώωσε. Κατόπιν έφεσης του εισαγγελέα, το Εφετείο του Chișinău ανέτρεψε την αθώωση και τους καταδίκασε, χωρίς να εξετάσει εκ νέου την παθούσα και τους βασικούς μάρτυρες, περιοριζόμενο στην ανάγνωση των καταθέσεών τους από τη δικογραφία. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, επειδή η κρίση περί ενοχής εξαρτιόταν ουσιωδώς από την αξιοπιστία της παθούσας και των μαρτύρων, το εφετείο δεν μπορούσε να προβεί σε αντίθετη αξιολόγηση της ενοχής χωρίς άμεση εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων. Διαπιστώθηκε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ επιδίκασε σε κάθε προσφεύγοντα 3.500 ευρώ για ηθική βλάβη και στους τρεις προσφεύγοντες από κοινού 2.500 ευρώ για έξοδα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπόθεση αφορά τους Alexandru Matei, Constantin Huştei και Petru Nofit, Μολδαβούς υπηκόους, γεννηθέντες το 1996. Οι προσφεύγοντες ήταν ανήλικοι κατά τον χρόνο της πράξης για την οποία κατηγορήθηκαν.

Σε βάρος τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για σεξουαλική επίθεση σε ανήλικο ηλικίας κάτω των δεκατεσσάρων ετών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη σε άμεση αποδεικτική διαδικασία, εξετάζοντας την παθούσα, τους ίδιους τους κατηγορουμένους, πραγματογνώμονα και πολυάριθμους μάρτυρες. Μετά την αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, εξέδωσε αθωωτική απόφαση.

Ο εισαγγελέας άσκησε έφεση. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι στην ίδια την έφεσή του επισήμανε πολλαπλές αντιφάσεις στις καταθέσεις της παθούσας και ορισμένων μαρτύρων. Συνεπώς, το αποδεικτικό ζήτημα ενώπιον του εφετείου δεν ήταν αποκλειστικά ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού ή εφαρμογής του νόμου σε δεδομένα πραγματικά περιστατικά. Αφορούσε άμεσα την αξιοπιστία των αποδεικτικών πηγών.

Το Εφετείο του Chișinău έκανε δεκτή την έφεση, ανέτρεψε την αθωωτική απόφαση και έκρινε τους προσφεύγοντες ενόχους. Δεν εξέτασε, όμως, εκ νέου την παθούσα ούτε τους μάρτυρες στους οποίους είχε αναφερθεί ο εισαγγελέας. Αντί αυτού, ανέγνωσε τις καταθέσεις που περιλαμβάνονταν στη δικογραφία και, σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε αποκτήσει άμεση αντίληψη των καταθέσεων, έκρινε ότι αυτές επιβεβαίωναν την ενοχή των προσφευγόντων.

Οι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι πριν από την ανατροπή της αθώωσης το Εφετείο όφειλε, σύμφωνα και με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να πραγματοποιήσει πλήρη αποδεικτική διαδικασία και να εξετάσει εκ νέου τους κύριους μάρτυρες. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση και επικύρωσε την καταδικαστική απόφαση.

Ενώπιον του ΕΔΔΑ οι προσφεύγοντες προέβαλαν κυρίως αιτίαση υπό το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ ότι η ποινική διαδικασία δεν ήταν δίκαιη, επειδή η καταδίκη τους κατ’ έφεση στηρίχθηκε σε νέα αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων χωρίς άμεση επανεξέταση της παθούσας και των βασικών μαρτύρων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ: Δίκαιη ποινική δίκη και ανατροπή αθώωσης χωρίς άμεση αξιολόγηση κρίσιμων αποδείξεων. Παραβίαση

Παραδεκτό: Το ΕΔΔΑ έκρινε την αιτίαση υπό το άρθρο 6 § 1 παραδεκτή, καθόσον δεν ήταν προδήλως αβάσιμη κατά το άρθρο 35 § 3 (a) και δεν συνέτρεχε άλλος λόγος απαραδέκτου.

Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι όταν ένα εφετείο καλείται να εξετάσει τόσο πραγματικά όσο και νομικά ζητήματα και να προβεί σε πλήρη εκτίμηση του ζητήματος της ενοχής ή αθωότητας, δεν μπορεί, από την άποψη της δίκαιης δίκης, να αποφασίσει ορθά τα ζητήματα αυτά χωρίς άμεση αξιολόγηση των κρίσιμων αποδείξεων. Για την αρχή αυτή παρέπεμψε ιδίως στις Dan v. Moldova, Dan v. the Republic of Moldova (no. 2) και, στο πλαίσιο της δικής του παραπομπής, στην Covalenco v. the Republic of Moldova.

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο δεν προέβη απλώς σε διαφορετική νομική υπαγωγή δεδομένων πραγματικών περιστατικών. Ανέτρεψε την αθώωση και κατέληξε σε καταδίκη επανεκτιμώντας αποδεικτικό υλικό του οποίου η αξιοπιστία ήταν καθοριστική. Το ΕΔΔΑ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ότι το αν οι προσφεύγοντες είχαν τελέσει την επίδικη πράξη εξαρτιόταν ουσιωδώς από την αξιοπιστία της παθούσας και των μαρτύρων. Η αξιοπιστία αυτή δεν μπορούσε να αξιολογηθεί πλήρως με απλή ανάγνωση των καταγεγραμμένων καταθέσεων.

Το Δικαστήριο παρατήρησε επιπλέον ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε το Εφετείο φαινόταν ασύμβατος και με τον Μολδαβικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καθώς και με τις κατευθυντήριες γραμμές της υπ’ αριθ. 22 επεξηγηματικής απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 2005. Κατά τις εσωτερικές αυτές αρχές, μετά από αθώωση σε πρώτο βαθμό το εφετείο δεν μπορούσε να καταδικάσει για πρώτη φορά χωρίς εξέταση του κατηγορουμένου και χωρίς άμεση διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας. Η αναφορά αυτή στο εσωτερικό δίκαιο λειτουργεί ενισχυτικά. Η παραβίαση της Σύμβασης στηρίζεται στην αυτοτελή απαίτηση δίκαιης δίκης του άρθρου 6 § 1 και όχι απλώς στη μη τήρηση του εσωτερικού δικονομικού δικαίου.

Επομένως, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.

Λοιπές αιτιάσεις: Οι προσφεύγοντες είχαν επίσης επικαλεστεί τα άρθρα 6 § 2 και 6 § 3 (d), υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι δεν επανεξετάστηκε η παθούσα και ότι αντιστράφηκε το βάρος απόδειξης. Είχαν επίσης επικαλεστεί το άρθρο 14, υποστηρίζοντας ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε διαφορετικά αποτελέσματα σε παρόμοιες υποθέσεις. Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση των διατάξεων αυτών. Έκρινε ότι, έχοντας ήδη επιλύσει το κύριο νομικό ζήτημα υπό το άρθρο 6 § 1, δεν υπήρχε ανάγκη να εξετάσει το παραδεκτό και την ουσία των λοιπών αιτιάσεων.

Απόφαση: Το Δικαστήριο, ομόφωνα, κήρυξε παραδεκτή την αιτίαση του άρθρου 6 § 1, διαπίστωσε παραβίαση της διάταξης και έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η εξέταση του παραδεκτού και της ουσίας των υπόλοιπων αιτιάσεων. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41, επιδίκασε σε κάθε προσφεύγοντα 3.500 ευρώ για ηθική βλάβη και στους τρεις προσφεύγοντες από κοινού 2.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες. Το υπόλοιπο αίτημα δίκαιης ικανοποίησης απορρίφθηκε.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Τα ζητήματα που έπρεπε να κρίνει το Εφετείο κατά την καταδίκη και επιβολή ποινής στους προσφεύγοντες, ανατρέποντας την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, δεν μπορούσαν, από την άποψη της δίκαιης δίκης, να εξεταστούν ορθά χωρίς άμεση αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και της παθούσας και κάθε άλλου σχετικού στοιχείου της δικογραφίας. Ειδικότερα, το ζήτημα αν οι προσφεύγοντες είχαν τελέσει τη σεξουαλική επίθεση εξαρτιόταν ουσιωδώς από την αξιοπιστία των μαρτύρων και της παθούσας, η οποία δεν μπορούσε να αξιολογηθεί πλήρως με απλή ανάγνωση των καταγεγραμμένων καταθέσεών τους» (παρ. 10).

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η αρχή της αμεσότητας κατά την ανατροπή αθώωσης. Η Matei επιβεβαιώνει με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η δυνατότητα του εφετείου να ελέγξει πραγματικά και νομικά ζητήματα δεν συνεπάγεται ότι μπορεί να αντικαταστήσει την άμεση αξιολόγηση της αξιοπιστίας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με ανάγνωση των πρακτικών. Όταν η νέα καταδικαστική κρίση στηρίζεται σε διαφορετική αξιολόγηση της αξιοπιστίας κρίσιμων προσώπων, η άμεση αποδεικτική διαδικασία αποκτά καίρια σημασία.

Η αξιοπιστία ως αποφασιστικό κριτήριο. Η πραγματική βαρύτητα της Matei δεν βρίσκεται στην αφηρημένη διάκριση μεταξύ πρώτου και δεύτερου βαθμού, αλλά στη φύση του ζητήματος που έπρεπε να επιλύσει το εφετείο. Η παθούσα και οι μάρτυρες δεν αποτελούσαν περιφερειακές αποδεικτικές πηγές. Οι αντιφάσεις στις καταθέσεις τους είχαν τεθεί ήδη από τον ίδιο τον εισαγγελέα στο επίκεντρο της έφεσης. Η διαφορετική κρίση περί ενοχής προϋπέθετε συνεπώς νέα κρίση περί αξιοπιστίας.

Θετική δικονομική υποχρέωση του εφετείου. Η γραμμή Dan και ιδίως Dan no. 2 δείχνει ότι η εξασφάλιση της αμεσότητας δεν αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη του κατηγορουμένου. Όπου η φύση της υπόθεσης απαιτεί άμεση εξέταση, το εφετείο ενδέχεται να οφείλει να λάβει τα αναγκαία μέτρα ακόμη και χωρίς ειδικό αίτημα της υπεράσπισης.

Η αρχή δεν είναι απόλυτη. Η Matei δεν πρέπει να μετατραπεί σε γενικό κανόνα ότι κάθε ανατροπή αθωωτικής απόφασης χωρίς νέα εξέταση όλων των μαρτύρων παραβιάζει το άρθρο 6. Η νομολογία διακρίνει τις περιπτώσεις στις οποίες το ανώτερο δικαστήριο επανεκτιμά την αξιοπιστία ή κρίσιμα πραγματικά περιστατικά από εκείνες στις οποίες η διαφορά αφορά κυρίως νομικά ζητήματα ή αντικειμενικό αποδεικτικό υλικό. Η Marilena-Carmen Popa κατά Ρουμανίας αποτελεί χαρακτηριστικό αντίθετο παράδειγμα.

Η απόφαση Επιτροπής και η πάγια νομολογία. Η Matei εκδόθηκε από Επιτροπή τριών δικαστών. Κατά το άρθρο 28 § 1 (b) ΕΣΔΑ, μια Επιτροπή μπορεί να κρίνει επί της ουσίας όταν το υποκείμενο νομικό ζήτημα αποτελεί ήδη αντικείμενο καλώς εδραιωμένης νομολογίας. Η διαδικαστική αυτή επιλογή επιβεβαιώνει ότι η Matei αποτελεί κυρίως εφαρμογή και εδραίωση της ήδη διαμορφωμένης γραμμής Dan και όχι δημιουργία νέου κανόνα.

Η ιδιαίτερη διάσταση της ανήλικης παθούσας. Επειδή η υπόθεση αφορά σεξουαλικό αδίκημα σε βάρος προσώπου ηλικίας κάτω των 14 ετών, απαιτείται προσεκτική ανάγνωση της απόφασης. Η απαίτηση άμεσης αξιολόγησης δεν σημαίνει ότι η Σύμβαση επιβάλλει ανεξαιρέτως φυσική αντιπαράθεση ή επαναλαμβανόμενη εξέταση ανήλικου θύματος με τρόπο που προκαλεί δευτερογενή θυματοποίηση. Οι διαδικαστικές ανάγκες της υπεράσπισης μπορούν να συνδυαστούν με ειδικά μέτρα προστασίας του θύματος, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούνται επαρκείς δυνατότητες ελέγχου της αξιοπιστίας και συνολικά δίκαιη διαδικασία.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η Matei είναι μια σύντομη αλλά νομολογιακά καθαρή απόφαση για την αμεσότητα της απόδειξης στο κρίσιμο σημείο όπου μια αθώωση μετατρέπεται σε καταδίκη. Το ΕΔΔΑ δεν απαγορεύει την ανατροπή αθωωτικής απόφασης ούτε θεσπίζει κάποιο συμβατικό τεκμήριο υπέρ της διατήρησής της. Θέτει, όμως, αυξημένες δικονομικές απαιτήσεις όταν το εφετείο πρόκειται να καταλήξει στην αντίθετη κρίση περί ενοχής έπειτα από νέα αξιολόγηση της αξιοπιστίας προσώπων τα οποία το ίδιο δεν έχει εξετάσει.

Το ισχυρότερο στοιχείο της αιτιολογίας είναι η σύνδεση μεταξύ της φύσης της αποδεικτικής διαφωνίας και της ανάγκης αμεσότητας. Ο εισαγγελέας είχε επισημάνει αντιφάσεις στις καταθέσεις της παθούσας και των μαρτύρων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποκτήσει προσωπική και άμεση αντίληψη αυτών των καταθέσεων και είχε αθωώσει. Το εφετείο, χωρίς να αποκτήσει αντίστοιχη άμεση αντίληψη, αξιολόγησε το ίδιο υλικό διαφορετικά και κατέληξε σε καταδίκη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραβίαση του άρθρου 6 § 1 δεν προκύπτει από έναν τυπικό κανόνα περί προφορικότητας, αλλά από την ανεπάρκεια της διαδικαστικής βάσης πάνω στην οποία στηρίχθηκε η νέα κρίση περί ενοχής.

Ιδιαίτερη επιστημονική προσοχή απαιτεί η παραπομπή της § 9 στην Covalenco v. the Republic of Moldova. Η Covalenco ήταν αστική υπόθεση και δεν αφορούσε ανατροπή ποινικής αθώωσης. Η άμεση και ουσιαστική νομολογιακή γραμμή είναι κυρίως Dan, Dan no. 2, Lazu και η ευρύτερη νομολογία για την ανατροπή αθωώσεων.

Ένα δεύτερο σημείο που χρειάζεται περιοριστική διατύπωση είναι η σχέση του άρθρου 6 § 1 με το άρθρο 6 § 3 (d). Οι προσφεύγοντες είχαν προβάλει και αιτίαση υπό το άρθρο 6 § 3 (d), αλλά το Δικαστήριο δεν την εξέτασε αυτοτελώς. Δεν αποδίδεται στη Matei αυτοτελής διαπίστωση παραβίασης του δικαιώματος εξέτασης μαρτύρων. Το ratio της απόφασης βρίσκεται στο συνολικό δικαίωμα σε δίκαιη δίκη του άρθρου 6 § 1, με το πρόβλημα της άμεσης εξέτασης των αποδείξεων να αποτελεί τον πυρήνα της κρίσης.

Η συντομία της απόφασης αφήνει, πάντως, υποαναπτυγμένο ένα δύσκολο ζήτημα. Η ανάγκη επανεξέτασης της ανήλικης παθούσας σε υπόθεση σεξουαλικής βίας μπορεί να συγκρούεται με την υποχρέωση των αρχών να προστατεύουν τα ευάλωτα θύματα από επαναλαμβανόμενη και τραυματική εξέταση. Η ευρύτερη νομολογία του ΕΔΔΑ δείχνει ότι η αντίθεση αυτή δεν λύνεται με απόλυτους κανόνες. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βιντεοσκοπημένες καταθέσεις, εξέταση μέσω κατάλληλων διαδικαστικών μηχανισμών ή άλλες προστατευτικές ρυθμίσεις, εφόσον το δικαστήριο έχει πραγματική δυνατότητα αξιολόγησης της αξιοπιστίας και η υπεράσπιση διαθέτει επαρκή δυνατότητα αμφισβήτησης. Η Matei δεν εξετάζει το ζήτημα αυτό και δεν πρέπει να ερμηνευθεί πέραν των πραγματικών περιστατικών της.

Τέλος, η απόφαση του Στρασβούργου δεν ακυρώνει η ίδια την εσωτερική καταδικαστική απόφαση και δεν επαναφέρει αυτομάτως την αθώωση. Το διατακτικό διαπιστώνει παραβίαση και επιδικάζει δίκαιη ικανοποίηση. Ζητήματα επανάληψης ή επανεξέτασης της εσωτερικής διαδικασίας ανήκουν στο στάδιο εκτέλεσης της απόφασης και στο εφαρμοστέο εσωτερικό δίκαιο.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Α) Dan κατά Μολδαβίας, 5.07.2011, no. 8999/07: Αποτελεί το αμεσότερο νομολογιακό προηγούμενο. Το εφετείο είχε ανατρέψει αθώωση και είχε καταδικάσει τον προσφεύγοντα χωρίς νέα εξέταση των μαρτύρων, αλλά με διαφορετική αξιολόγηση των καταθέσεών τους. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1. Η Matei εφαρμόζει ουσιαστικά τον ίδιο πυρήνα αρχής σε νέα πραγματικά περιστατικά.

Β) Dan κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας αρ. 2, 10.11.2020, no. 57575/14: Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία επειδή αφορούσε τη νέα διαδικασία που ακολούθησε μετά την πρώτη Dan. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε την υποχρέωση του εφετείου να λαμβάνει θετικά μέτρα για την επανεξέταση απόντων μαρτύρων όταν αυτή απαιτείται από τη δίκαιη δίκη, ακόμη και όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει ζητήσει ρητά την επανεξέταση.

Γ) Lazu κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας, 5.07.2016, no. 46182/08: Πρόκειται για πολύ στενή αναλογία. Μετά από πρωτόδικη αθώωση, το εφετείο καταδίκασε χωρίς να εξετάσει εκ νέου τους βασικούς μάρτυρες κατηγορίας. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1, επισημαίνοντας τη σημασία της άμεσης εξέτασης όταν οι μαρτυρικές καταθέσεις είναι αποφασιστικές για την έκβαση.

Δ) Júlíus Þór Sigurþórsson κατά Ισλανδίας: Η νομολογία αυτή διευκρινίζει τη μεθοδολογία. Όταν το ανώτερο δικαστήριο προχωρεί σε νέα αξιολόγηση πραγματικών περιστατικών και αξιοπιστίας, οφείλει κατ’ αρχήν να εξασφαλίσει άμεση εξέταση ή, εναλλακτικά, να περιοριστεί σε αναίρεση και αναπομπή για νέα δίκη. Η αρχή αυτή έχει ενσωματωθεί στην επίσημη νομολογιακή σύνοψη του ΕΔΔΑ.

Ε) Marilena-Carmen Popa κατά Ρουμανίας, 18.02.2020, no. 1814/11: Αποτελεί κρίσιμη αντίστιξη. Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση, μολονότι αθώωση ανατράπηκε χωρίς νέα εξέταση βασικής μάρτυρος, επειδή η διαφωνία των εθνικών δικαστηρίων αφορούσε κυρίως την αποδεικτική βαρύτητα μιας πραγματογνωμοσύνης και όχι την αξιοπιστία της μάρτυρος. Η σύγκριση αυτή αποδεικνύει ότι ο κανόνας της Matei δεν είναι απόλυτος.

ΣΤ) Covalenco κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας, 16.06.2020, no. 72164/14: Η Matei την παραπέμπει, αλλά η υπόθεση ήταν αστική και αφορούσε την ανατροπή ευνοϊκών αποφάσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς προφορική ακρόαση και με βάση νέα επιχειρήματα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ευρύτερες αρχές περί προφορικής ακρόασης και δίκαιης διαδικασίας, όχι όμως να παρουσιαστεί ως ποινικό προηγούμενο ανατροπής αθώωσης.

Ζ) ΔΕΕ, HYA and Others, C-348/21, 8.12.2022: Η σύγκριση είναι έμμεση αλλά επιστημονικά χρήσιμη. Το ΔΕΕ, ερμηνεύοντας την Οδηγία 2016/343 σε συνδυασμό με τα άρθρα 47 και 48 § 2 του Χάρτη, έκρινε ότι προηγούμενες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που δεν εξετάστηκαν από την υπεράσπιση δεν μπορούν να αποτελούν τη βάση καταδίκης χωρίς τους αναγκαίους λόγους και επαρκείς αντισταθμιστικές εγγυήσεις. Η HYA δεν αφορά ανατροπή αθώωσης, αλλά παρουσιάζει κανονιστική σύγκλιση ως προς την ανάγκη πραγματικής δυνατότητας ελέγχου κρίσιμης μαρτυρικής απόδειξης.

Η) Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Mohamed v. Argentina, 23.11.2012: Ο Mohamed είχε αθωωθεί πρωτοδίκως και καταδικάστηκε για πρώτη φορά σε δεύτερο βαθμό. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο επικεντρώθηκε κυρίως στο δικαίωμα του καταδικασθέντος σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της καταδίκης σύμφωνα με το άρθρο 8 § 2 (h) της Αμερικανικής Σύμβασης. Η αναλογία με τη Matei είναι επομένως θεσμική, αφορά τους αυξημένους κινδύνους μιας πρώτης καταδίκης σε δεύτερο βαθμό, αλλά το ακριβές ratio είναι διαφορετικό. Η Matei αφορά την αμεσότητα της απόδειξης υπό το άρθρο 6 § 1, ενώ η Mohamed το δικαίωμα ουσιαστικής προσβολής της καταδίκης

Θ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Γενικό Σχόλιο αρ. 32: Αποτελεί σημαντικό συγκριτικό ερμηνευτικό υλικό. Κατά το άρθρο 14 § 3 (e) ΔΣΑΠΔ, ο κατηγορούμενος πρέπει να διαθέτει κατάλληλη δυνατότητα εξέτασης ή αμφισβήτησης των μαρτύρων κατηγορίας. Η αρχή συγκλίνει λειτουργικά με τη μέριμνα της Matei για αποτελεσματική αξιολόγηση κρίσιμων μαρτυρικών αποδείξεων, χωρίς οι δύο κανόνες να ταυτίζονται.

Dan v. Moldova, 05.07.2011, no. 8999/07, Dan v. the Republic of Moldova (no. 2), 10.11.2020, no. 57575/14, Lazu v. the Republic of Moldova, 05.07.2016, no. 46182/08, Júlíus Þór Sigurþórsson v. Iceland, 16.07.2019, no. 38797/17, Marilena-Carmen Popa v. Romania, 18.02.2020, no. 1814/11, Botten v. Norway, 19.02.1996, no. 16206/90, Constantinescu v. Romania, 27.06.2000, no. 28871/95, Popovici v. Moldova, 27.11.2007, nos. 289/04 and 41194/04, Covalenco v. the Republic of Moldova, 16.06.2020, no. 72164/14.

Πηγή :echrcaselaw.com

To Top