ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου-Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Μ. Κ. του Δ. , κατοίκου … , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 583/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και της υπ’ αριθμ. 57/2025 παρεμπίπτουσας απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτές, και η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθ. πρωτ. …-2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:
Α) να αναιρεθεί εν μέρει και ως προς το λόγο αναίρεσης που αφορά στην άνευ αιτιολογίας απόρριψη της προβαλλόμενης ενστάσεως αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος της συμπροσβαλλόμενης με την παρούσα απόφασης με αριθμό 57/2025 αποφάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα δικάσει, εάν αυτό είναι δυνατόν, μετά από συγκρότηση από άλλους δικαστές ,
Β) να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, “όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 368)”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται ειδικά κάτι άλλο, σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίωξη και το Δικαστήριο απεκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία για να επιληφθεί και πάλι της κατηγορίας.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της παρ.4 του ίδιου άρθρου “αν ζητηθεί η αναίρεση, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, θεωρούνται ότι προσβάλλονται μαζί και οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από αυτήν που προσβάλλεται” (ΑΠ 840/2025, ΑΠ 182/2024, ΑΠ 766/2022). Η υπό κρίση με αρ. πρωτ. …2025 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) της Μ. Κ. του Δ. , κατοίκου … , οδός … , για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 583/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία κρίθηκε ένοχη, με την διατηρηθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ.2 α’ του ΠΚ, για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών και εργοδοτικών εισφορών Ε.Φ.Κ.Α. , καθώς και της υπ’ αριθμ. 57/2025 παρεμπίπτουσας απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η επαναφερθείσα με ειδικό λόγο έφεσης ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρ. 464, 466 παρ.1α’, 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.2Α και 4, 504 παρ.1 και 4, 505 παρ.1 α’ του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’, Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ανωτέρω αναιρετικών της λόγων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 παρ. 2 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού να πληροφορηθεί την κατηγορία, που του αποδίδεται, και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο καθορισμός της πράξης είναι ακριβής, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη σ’ αυτό ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς, όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο δεν ταυτίζεται. Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει και στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α και β της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα που εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία είναι άκυρο κατά το άρθρο 321 παρ. 4 του ΚΠΔ και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και σε περίπτωση έλλειψής τους από το αποδεικτικό επίδοσης (άρθρο 321 παρ. 5 του ΚΠΔ), ενώ αν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του αντίτυπου που επιδόθηκε και του αποδεικτικού επίδοσης υπερισχύει το πρώτο.
Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του άρ. 175 του ΚΠΔ “η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος …..καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της μέχρι να αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο…”.
Εξάλλου, κατά δε το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης και αν δεν πράξει τούτο και δεν αποφανθεί, όπως έχει υποχρέωση, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επί του εκκληθέντος αυτού κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης, ή αποφανθεί αναιτιολόγητα υποπίπτει σε λόγους αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Η` του Κ.Π.Δ. λόγους (ΑΠ 190/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής γι` αυτόν απόφασης διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την παρά το νόμο απόρριψη της παραδεκτώς, κατά την έναρξη της συζήτησης, προβληθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένστασής του περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, της παραδεκτώς ασκηθείσας έφεσης έχει υποχρέωση να αποφανθεί αιτιολογημένα και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτόδικης απόφασης. Έτσι, σε περίπτωση επαναφοράς της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος από τον κατηγορούμενο, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης, τούτο τον απορρίψει, άνευ αιτιολογίας, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, καθώς και ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ.1 του ΚΠΔ “ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται : 1] Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α]…, β]…, γ]…, δ] την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.”. 2]….. 3]…”.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], ορίζεται ότι “Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε… είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης”. Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, προκύπτει, ότι η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορούμενου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέραν από τους λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ’ του ΚΠΔ, η παραβίαση της οποίας, πέραν της ίδρυσης του αναιρετικού λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ), επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 772/2024, ΑΠ 769/2023, ΑΠ 709/2020, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 1827/2019).
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται, όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά και για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται η προβαλλόμενη ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, πρέπει να έχει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία (ΑΠ 1313/2023, ΑΠ589/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης και τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, που δίκασε την ένδικη υπόθεση σε πρώτο βαθμό, με την υπ’ αριθμ. 2019/2023 παρεμπίπτουσα απόφασή του, σε απόσπασμα, καθόσον αυτή δεν έχει καθαρογραφεί, σύμφωνα με την από 16.3.2026 βεβαίωση της Αν. Προϊσταμένης Διεύθυνσης Γραμματείας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κορίνθου, απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που πρόβαλε, δια του συνηγόρου της, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, και ανέβαλε την εκδίκασή της για την ρητή δικάσιμο της 20/11/2023, κατ’ άρθρο 352 του ΚΠΔ.
Ακολούθως, το ίδιο ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 2317/2024 οριστική απόφασή του κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, με την αναγνωρισθείσα σ’ αυτήν ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ του ΠΚ, για τις αξιόποινες πράξεις :
1) Της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ- ΕΤΑΜ)
και
2) Της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ- ΕΤΑΜ) και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, και συνολική χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ. Κατά των ως άνω πρωτοβαθμίων αποφάσεων (2317/2024 και 2019/2023), η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη άσκησε την υπ’ αριθμ. …/2024 έφεση, με ειδικό λόγο της οποίας επανέφερε προς εξέταση την ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που παραδεκτά προβλήθηκε πρωτοδίκως και, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Το κατ’ έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου με την υπ’ αριθμ. 57/2025 συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα, απόφασή του, σε απόσπασμα, καθόσον αυτή δεν έχει καθαρογραφεί, σύμφωνα με την από 16.3.2016 βεβαίωση της Αν. Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Κορίνθου, αφού δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση της κατηγορούμενης-εκκαλούσας και νυν αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αρ. 2317/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, απέρριψε, χωρίς αιτιολογία, την επαναφερθείσα με ειδικό λόγο έφεσης ένσταση της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης στην ρητή δικάσιμο της 18/4/2025, κατ’ άρθρο 352 του ΚΠΔ, προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια της κατηγορούμενης βεβαίωση του ΕΦΚΑ για τις οφειλόμενες εισφορές από 1.10.2017 έως 29.10.2020 και από 30.10.2020 έως 30.4.2022.
Περαιτέρω, το ανωτέρω δικάσαν κατ’ έφεση Δικαστήριο της ουσίας εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 583/2025 απόφασή του, με την οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, με την πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα σ’ αυτήν ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ του ΠΚ, για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον δηλ. το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε με την ως άνω συμπροσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 57/2025 παρεμπίπτουσα απόφασή του, χωρίς αιτιολογία, την επαναφερθείσα με ειδικό λόγο έφεσης ένσταση της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’, Α’ του ΚΠΔ σε συνδ. με το άρ. 171 παρ. 1 περ. δ’ του ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττονται οι προσβαλλόμενες αποφάσεις (τελεσίδικη και παρεμπίπτουσα) του Δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Α’ ΚΠΔ αντίστοιχα, σε συνδ. με το άρ. 171 παρ. 1 περ. δ’ του ΚΠΔ), αναφορικά με την άνευ αιτιολογίας απόρριψη του ειδικού λόγου έφεσης περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, πρέπει κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1δ’ του ιδίου Κώδικα και Δ’ του ΚΠΔ, να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 583/2025 τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, καθώς και η συμπροσβαλλόμενη υπ’αριθμ. 57/2025 παρεμπίπτουσα απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τις υπ’ αριθμ. 57/2025 και 583/2025 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή : areiospagos.gr
