ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Μαρία Γιαννακοπούλου και Γεώργιο Μικρούδη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένη Σκεπαρνιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ. Π. του Δ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Τηλέμαχο Λέσση, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 220/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Δ. Λ. του Γ., κάτοικο … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Κυριάκου.
Το Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4-4-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 4-4-2025 (αρ. πρωτ. 2594/7-4-2025) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. ΔΤ220/16-1-2025 απόφασης του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
I. 1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), “Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που την επιβάλει σε αυτόν ο νόμος και έχει αναγνωριστεί, έστω προσωρινά, με εκτελεστό τίτλο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση”, ενώ κατά τη διάταξη του ισχύοντος σήμερα άρθρου 358 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 52 Ν.5090/2024 (με ισχύ από 1-5-2024) “Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που την επιβάλει σε αυτόν ο νόμος και έχει αναγνωριστεί, έστω προσωρινά, με εκτελεστό τίτλο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή.” Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η πρώτη διάταξη είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού πλέον το προβλεπόμενο από το άρθρο 358 ΠΚ ποινικό αδίκημα της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής διώκεται αυτεπαγγέλτως και ουχί κατ’ έγκληση (ΑΠ 1206/2024). 2) Κατά τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 ΚΠΔ (όμοια με του άρθρου 46 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2, 3 ΚΠΔ, απευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους και κατά τη διάταξη του άρθρου 115 παρ. 1, 2 ΠΚ (όμοια με του άρθρου 118 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ) έγκληση δικαιούται να υποβάλει ο αμέσως παθών από την αξιόποινη πράξη, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, σε περίπτωση ανηλίκου παθόντoς που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, ή τόσο ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, όσο και ο ίδιος ο ανήλικος παθών, εάν έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του ΠΚ (όμοια με άρθρο 117 παρ. 1 προϊσχύσαντος ΠΚ), όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμετόχους. Επί της εγκλήσεως συντάσσεται έκθεση εγχειρίσεως, η οποία φέρει ημερομηνία και υπογραφή της αρχής και του εγκαλούντος ή νομίμου αντιπροσώπου ή πληρεξουσίου. Αν η έγκληση δεν φέρει υπογραφή του εγκαλούντος, η έλλειψη αναπληρώνεται από την υπογραφή του στην έκθεση εγχειρίσεως (ΑΠ 1161/2014). Η έκθεση εγχείρισης της έγκλησης δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της έγκλησης, αλλά χρησιμεύει μόνο προς απόδειξη για τη γενομένη αυτοπρόσωπη παράδοση αυτής στον εισαγγελέα ή σ’ άλλον ανακριτικό υπάλληλο και συνεπώς το τυχόν ελάττωμα της έκθεσης εγχείρισης ή η παντελής έλλειψη σύνταξης έκθεσης εγχείρισης δεν επιδρά στο κύρος της έγκλησης, αρκεί να προκύπτει κατ’ άλλον τρόπο η προσωπική παράδοση αυτής στις αρμόδιες αρχές (ΑΠ 956/2019). Με τον ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 Α ΚΠΔ (συνδ. με 171 παρ.1β’ ΚΠΔ), διότι τον καταδίκασε για κατ’ έγκληση διωκόμενοέγκλημα, για το οποίο όμως δεν υποβλήθηκε νόμιμη έγκληση, αφού η από 10-1-2023 “ΜΗΝΥΣΗ-ΕΓΚΛΗΣΗ” της εγκαλούσας Δ. Λ., που υπεβλήθη στο Α.Τ. Ελευσίνας, ήταν ανυπόγραφη, ενώ στην από 11-1-2023 έκθεση εγχείρισης, που υπογράφει η εγκαλούσα, αναγράφεται ότι εγχειρίσθηκε η μήνυση όχι της ιδίας, αλλά άλλου προσώπου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του με ημερομηνία 10-1-2023 εγγράφου με τίτλο “ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – Διά του αρμόδιου Ανακριτικού Οργάνου του Α.Τ. Ελευσίνας – ΜΗΝΥΣΗ- ΕΓΚΛΗΣΗ”, καθώς και από την από 11-1-2023 “Έκθεση Εγχείρισης Έγγραφης Μήνυσης ή Έγκλησης” και την από 12-1-2023 “Έκθεση Βεβαίωσης Έγγραφης Μήνυσης ή Έγκλησης” προκύπτει ότι η εγκαλούσα Δ. Λ., μητέρα των ανηλίκων θυγατέρων του αναιρεσείοντος, στις 11-1-2023 εμφανίσθηκε ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. Ελευσίνας, Αστυφυλάκων Χ. Φ. και Κ. Η. και ενεχείρισε την από 10-1-2023 έγγραφη έγκλησή της κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε την ποινική δίωξη αυτού για το (κατ’ έγκληση διωκόμενο τότε) αδίκημα του άρθρου 358 ΠΚ και παράλληλα δήλωσε ότι θα παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας στην ποινική δίκη, διορίζοντας ως συνήγορο υποστήριξης κατηγορίας, πληρεξούσιο και αντίκλητο της την δικηγόρο Αθηνών Πολυξένη Σκορδά. Η εν λόγω έγκληση ήταν πράγματι ανυπόγραφη, πλην όμως στη συνέχεια συντάχθηκε από τους αστυνομικούς υπαλλήλους η από 11-1-2023 Έκθεση Εγχείρισης Έγγραφης Έγκλησης, στην οποία αναγράφεται ότι εμφανίσθηκε ενώπιον αυτών η ίδια η εγκαλούσα Δ. Λ. και αμέσως μετά αναφέρεται ότι αυτή εγχείρισε “…την από 10-1-2023 έγγραφη μήνυση της Σ. Π., κατόπιν του υπ’αριθμ. …/2029 πληρεξουσίου…”. Αναγράφονται δηλαδή -εκ προφανούς παραδρομής- τα στοιχεία της διορισθείσας συνηγόρου αντί των στοιχείων της ίδιας της εγκαλούσας. Στη συνέχεια ωστόσο η εγκαλούσα έθεσε την υπογραφή της στην ως άνω Έκθεση Εγχείρισης, όπως άλλωστε και στην από 12-1-2023 Έκθεση Βεβαίωσης (χωρίς η γνησιότητα της υπογραφής της να αμφισβητείται), με την οποία ορκίσθηκε και επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω εγκλήσεως ως αληθινό. Επομένως (σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προπαρατεθείσα με αρ. 2 νομική σκέψη) η ως άνω έγκληση υπεβλήθη νομίμως, αφού, καίτοι δεν έφερε την υπογραφή της εγκαλούσας, η έλλειψη αυτή αναπληρώθηκε από την υπογραφή της στην από 10-1-2023 Έκθεση Εγχειρίσεως της εγκλήσεως, της οποίας (Εκθέσεως) το εν μέρει λανθασμένο περιεχόμενο δεν επιδρά στο κύρος της εγκλήσεως, αφ’ ενός διότι η Έκθεση δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της έγκλησης, αφ’ ετέρου διότι από την υπογραφή της εγκαλούσας και των δύο αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. Ελευσίνας επ’ αυτής αλλά και επί της από 12-1-2023 Έκθεσης Βεβαίωσης, αποδεικνύεται αναμφισβήτητα η αυτοπρόσωπη κατάθεση της έγκλησης από την εγκαλούσα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ 3) Για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της παραβίασης υποχρέωσης διατροφής του άρθρου 358 ΠΚ απαιτείται: α) υποχρέωση διατροφής από τον νόμο, που ιδρύεται με βάση το δεσμό του γάμου μεταξύ των συζύγων, διαζευγμένων συζύγων, συγγενών εξ αίματος κατ’ ευθεία γραμμή ή αδελφών και θετών τέκνων, β) η υποχρέωση για διατροφή να έχει αναγνωριστεί, έστω και προσωρινά με εκτελεστό τίτλο και εάν αυτός είναι δικαστική απόφαση θα πρέπει, επί πλέον η απόφαση αυτή να ισχύει καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της παραβίασης της υποχρέωσης, δηλαδή να μην έχει καταστεί εκ των υστέρων ανίσχυρη, γ) δόλος, ήτοι δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, από κακοβουλία, δηλαδή ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του δράστη προς την υποχρέωση, οφειλόμενη σε κακεντρέχεια και κακή θέληση να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία προς το ζην, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα και δεν αρκεί λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία, ενώ η οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως, βάσει όμως ήδη εκδοθείσας σε βάρος του δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση σε αυτόν με δικαστικό επιμελητή, και γνώση ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του και δ) ο δικαιούχος να υποστεί πράγματι στερήσεις ή να αναγκασθεί να ζητήσει ή να δεχθεί βοήθεια άλλων. Οι στερήσεις αναφέρονται γενικά στη διατροφή σε όλη της την έκταση και όχι μόνο στα απολύτως αναγκαία μέσα συντήρησης. Ως “βοήθεια” νοείται η υλική βοήθεια άλλων, έστω και απώτερων υποχρέων προς διατροφή, συγγενών ή μη, φίλων κλπ ή κρατικής κοινωνικής πρόνοιας ή ιδρυμάτων (ΑΠ 315/2023, 572/2021). Η κακοβουλία αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης, το οποίο διαμορφώνεται από τη μη συμμόρφωση του υποχρέου παρά την οικονομική του δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε στο δικαιούχο. Επομένως απαιτείται η αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο καταβολής υπήρχε η σχετική οικονομική δυνατότητα του υποχρέου (ΑΠ 1049/2022). Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ. 1 ΚΠΔ, σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητά της (ΑΠ 315/2023).
4) Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. (Ολ ΑΠ 1/2018). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. ….
Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, συνιστά και η παραβίαση με πλάγιο τρόπο της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ΔΤ 220/2025 αποφάσεως του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) δεν αναγράφει εάν η δικαστική απόφαση, που αναγνώρισε την υποχρέωσή προς διατροφή, αποτελούσε εκτελεστό τίτλο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ούτε το είδος της αποφάσεως (διαδικασία), β) δεν αναγράφει με σαφήνεια, αλλά αορίστως το αστικό δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, γ) δεν αναγράφει το χρονικό διάστημα τέλεσης της παραβίασης υποχρέωσης διατροφής, ήτοι τους συγκεκριμένους μήνες κατά τους οποίους δεν κατέβαλε αυτήν, αλλά μόνον ότι ο αναιρεσείων συνελήφθη την 13-1-2023, δ) δεν αναγράφει πότε ακριβώς ο ίδιος έλαβε γνώση της υποχρέωσής του για καταβολή της διατροφής, παρά μόνον ότι του είχε επιδοθεί η εν λόγω απόφαση, ε) δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν τον δόλο του για την μη συμμόρφωσή του στην υποχρέωση καταβολής της διατροφής, ούτε και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το στοιχείο της κακοβουλίας στο πρόσωπό του και στ) δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν ποιες ήταν οι στερήσεις των τέκνων του και ποια βοήθεια αναγκάστηκαν να δεχθούν και από ποια πρόσωπα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάσαν ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι: “Ο κατηγορούμενος στην Ελευσίνα Αττικής, στις 13-1-2023 συνελήφθη γιατί κακόβουλα παραβίασε την επιβεβλημένη από το νόμο και αναγνωρισμένη από το Δικαστήριο υποχρέωσή του για διατροφή ποσού 300 ευρώ μηνιαίως. Ειδικότερα ενώ σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 707/30-1-2019 απόφαση ΜΠ. Αθήνας που αφορούσε τα δύο ανήλικα τέκνα τους Μ. και Ι. Π. για ποσό 150,00 ευρώ για έκαστο αυτών μηνιαίως η οποία του είχε επιδοθεί νομίμως και ενώ είχε την οικονομική δυνατότητα όπως αποδείχθηκε από τους μάρτυρες καθώς εργάζονταν, πάραυτα δεν κατέβαλλε στην εγκαλούσα Δ. Λ. το συνολικό ποσό των χιλίων διακοσίων ευρώ (1.200 ευρώ) ως ποσό διατροφής που δικαιούται για τις ανήλικες κόρες τους για το διάστημα από μήνα Οκτώβριο 2022 μέχρι και μήνα Ιανουάριο 2023 , με αποτέλεσμα να περιέλθει σε στερήσεις και να αναγκαστεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων και δη των συγγενών της. Επομένως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος- αυτής”. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο με το (πρωτοδίκως αναγνωρισθέν) ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα για τρία έτη, για το ότι: “Στην Ελευσίνα Αττικής, στις 13-1-2023 συνελήφθη γιατί κακόβουλα παραβίασε την επιβεβλημένη από το νόμο και αναγνωρισμένη από το Δικαστήριο υποχρέωσή του για διατροφή ποσού 300 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 707/30-1-2019 απόφαση ΜΠ. Αθήνας που αφορούσε τα δύο ανήλικα τέκνα τους Μ. και Ι. Π. για ποσό 150,00 ευρώ για έκαστο αυτών μηνιαίως και δεν κατέβαλλε στην εγκαλούσα Δ. Λ. το συνολικό ποσό των χιλίων διακοσίων ευρώ (1.200 ευρώ) ως ποσό διατροφής που δικαιούται για τις ανήλικες κόρες τους για το διάστημα από μήνα Οκτώβριο 2022 μέχρι και μήνα Ιανουάριο 2023, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε στερήσεις και να αναγκαστεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων”.
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, δεν διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ούτε οι σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο στην κρίση του για την ενοχή αυτού και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ, που εφαρμόσθηκε, στερώντας έτσι την απόφασή του της νόμιμης βάσης. Η πιο πάνω ελλειπτική αιτιολογία δεν αναπληρώνεται από όσα περιέχονται στο διατακτικό, αφού οι ελλείψεις αυτές ενυπάρχουν και στο διατακτικό της αποφάσεως (το οποίο επαναλαμβάνεται, σχεδόν αυτολεξεί, ως σκεπτικό της προσβαλλομένης). Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν και (παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα) διαλαμβάνεται το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων παρέλειψε να καταβάλει την οφειλόμενη διατροφή (Οκτώβριος 2022 – Ιανουάριος 2023), καθώς και το δικαστήριο που εξέδωσε “την υπ’ αριθμόν 707/30-1-2019 απόφαση Μ.Π. (εννοείται Μονομελούς Πρωτοδικείου) Αθήνας”, δεν αναφέρεται ωστόσο (κατά τις βάσιμες εν προκειμένω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος) ότι η ως άνω δικαστική απόφαση αποτελούσε τίτλο εκτελεστό (αν δηλαδή είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, κατ’ άρθρα 908 παρ. 1 β, 910 περ. 4 ΚΠολΔ ή αν επρόκειτο για αναγνωριστική απόφαση) και εάν επρόκειτο για απόφαση εκδοθείσα κατά την προσήκουσα διαδικασία οικογενειακών διαφορών (άρθ. 592 ΚΠολΔ) ή για απόφαση ασφαλιστικών μέτρων (που εκ φύσεως είναι προσωρινώς εκτελεστή, κατ’ άρθρον 700 ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναγκαίο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προπαρατεθείσα υπ’ αρ. 3 νομική σκέψη.
Περαιτέρω, δεν αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε πράγματι την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει την επιδικασθείσα μηνιαία διατροφή στις δύο ανήλικες κόρες του, ούτε η οικονομική και περιουσιακή του κατάσταση, ούτε προσδιορίζονται το είδος της εργασίας του και το ύψος των μηνιαίων απολαβών του, χωρίς η έλλειψη αυτή να συμπληρώνεται επιτρεπτά από την αόριστη αναφορά ότι “… είχε την οικονομική δυνατότητα όπως αποδείχθηκε από τους μάρτυρες, καθώς εργαζόνταν…”. Επίσης, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κακοβουλία αυτού, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (ΑΠ 1049/2022), δηλαδή εν προκειμένω ότι η μη καταβολή της επιδικασθείσης διατροφής οφείλετο σε δόλια προαίρεση του και δεν συνέτρεχε αδυναμία συμμόρφωσής του για οποιοδήποτε λόγο, ανεξάρτητο της θελήσεώς του, εν γνώσει του μάλιστα ότι οι δύο ανήλικες θυγατέρες του, ως δικαιούχοι αυτής, θα περιέλθουν σε στερήσεις. Τέλος, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση σε τι συνίστανται οι στερήσεις που οι τελευταίες υπέστησαν ούτε αναφέρεται το είδος της βοήθειας που αναγκάστηκαν να δεχθούν και από ποιο πρόσωπο ή φορέα παρασχέθηκε η βοήθεια αυτή, χωρίς να αρκεί η αόριστη σχετική αναφορά ότι το αποτέλεσμα της μη καταβολής της διατροφής ήταν η εγκαλούσα “…να περιέλθει σε στερήσεις και να αναγκαστεί να δεχθεί την βοήθεια άλλων και δη των συγγενών της”.
Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠoινΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. ΔΤ220/2025 απόφαση του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
