ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 555/2026 Η ειδική αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης σε υπόθεση βιασμού: Η υποχρέωση του δικαστηρίου να αξιολογεί και να αντικρούει τα κρίσιμα επιβαρυντικά αποδεικτικά στοιχεία

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Γρίβα, Γεώργιο Μικρούδη, Γεσθημανή Τσουλφόγλου-Εισηγήτρια και Παγώνα Παναγιώτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημήτριου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 135/2025 αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.

Με κατηγορούμενo τον Γ. Σ. του Δ. , κάτοικο … , ο οποίος παραστάθηκε μετά του συνηγόρου Ιωάννη Σαμίου, που διορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 261/2026 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ι. Π. του Θ. , κάτοικο … , η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Αλεξανδρή.

Το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, τον διορισθέντα με απόφαση συνήγορο του κατηγορουμένου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της υποστηρίζουσας την κατηγορία, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠΔ “Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507”, σύμφωνα με το οποίο “Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν”. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ) και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Π.Δ.) Η κρινομένη από 8-10-2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2025 αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωσή της στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 135/12-2-2025 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία κηρύχθηκε ο κατηγορούμενος Γ. Σ. του Δ. , αθώος κατά πλειοψηφία (4 ένορκοι – 3 τακτικοί δικαστές) για την αξιόποινη πράξη του βιασμού. Σημειωτέον, ότι με την ως άνω απόφαση ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος κηρύχθηκε ομόφωνα ένοχος με τις πρωτοδίκως αναγνωρισθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός μηνός από την καταχώριση, στις 10-9-2025 με αριθμό 500 στο κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ Ειδικό Βιβλίο, της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 464, 474, 505 παρ. 2, εδ. α’ και 507 ΚΠΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, που συνίστανται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ), με την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία Ι. Π.

Η αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του, έχει έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ. Α.Π. 2/2017, ΑΠ 28/2022, ΑΠ 920/2021, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 901/2019).

Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών στοιχείων αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς ανάγκη ιδιαίτερης μνείας καθενός και τι προέκυψε από το καθένα, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία ότι το Δικαστήριο εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά από αυτά, κατ’ επιλογή, προκειμένου να εκδώσει την απαλλακτική του απόφαση (ΑΠ 129/2023, ΑΠ 808/2022, ΑΠ 872/2021). Όμως, η αιτιολογία δεν δύναται να είναι “επιλεκτική”, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ’ αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να συνάγεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά απ’ αυτά κατ’ επιλογή, υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολό τους κάποια έγγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων (ΑΠ 696/2023, ΑΠ 464/2013). Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε αξιολογική εκτίμηση εκείνων που στηρίζουν την απαλλακτική του κρίση με παράλληλη πειστική αντίκρουση εκείνων που την αποδυναμώνουν (ΑΠ 63/2021, ΑΠ 808/2020, AΠ 1372/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 135/2025 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το παραπάνω δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της πλειοψηφίας τεσσάρων εκ των μελών του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Καθόσον αφορά στο αδίκημα του βιασμού οι ένορκοι του παρόντος δικαστηρίου και ειδικότερα η Μ. Σ. , ο Χ. Ρ. , η Α. Χ. και η Σ. Κ. είχαν τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος του ως άνω αδικήματος, καθόσον τους δημιουργήθηκαν αμφιβολίες για την ενοχή του. Ειδικότερα, οι ένορκοι διατύπωσαν τη γνώμη τους ως εξής:- Σκεπτικό πλειοψηφίας ενόρκων Μ. Σ. , Χ. Ρ. Α. Χ. και Σ. Κ. : “Θεωρούμε τον κατηγορούμενο αθώο, λόγω αμφιβολιών, της πράξεως του βιασμού για τους παρακάτω λόγους: 1) Από τις ιατροδικαστικές εκθέσεις δεν προκύπτει ξεκάθαρα ο βιασμός. 2) Η μηνύτρια υπέπεσε σε πολλές αντιφάσεις σχετικά με την πορεία των γεγονότων. 3) Δεν ανέφερε βιασμό όταν κάλεσε την αστυνομία, ούτε δια ζώσης, όταν κατέφθασε η αστυνομία σπίτι της. 4) Η μηνύτρια δεν έφερε κανένα μάρτυρα που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της, όπως η φίλη της “Π…..”

Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο Γ. Σ. αθώο για το αδίκημα του βιασμού κατά πλειοψηφία 4-3, με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό:

“ΚΗΡΥΣΣΕΙ αθώο κατά πλειοψηφία (4-3) τον κατηγορούμενο της πράξεως του βιασμού, μειοψηφούντων των Τακτικών Δικαστών του Δικαστηρίου και δη της Προέδρου Σμαραγδής Κατσουλάκου και των Εφετών Γεωργίου Ανδρεάδη και Μαγδαληνής Φαχουρίδου, οι οποίοι είχαν την άποψη ότι θα έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως του βιασμού και ειδικότερα του ότι: “Στο … και συγκεκριμένα επί της οδού … , στις 11/12-11-2017 περί ώρα 00.15, με σωματική βία εξανάγκασε άλλον σε συνουσία και σε άλλη ασελγή πράξη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο και ενώ αυτός βρισκόταν με την τότε σύντροφό του Π. Ι. στην οικία της, βρήκε στο κινητό της τηλέφωνο μηνύματα από τον Γ. Π.

Η Π. Ι. μόλις είχε βγει από το μπάνιο και ήταν τυλιγμένη με μία πετσέτα, όταν αυτός επειδή είχε ανακαλύψει τις συνομιλίες της συντρόφου του με τον ανωτέρω, τη ρώτησε με απειλητικό ύφος τον λόγο που μιλάει με κάποιον άλλο. Εκείνη του απάντησε ότι δεν υπήρχε κάτι το επιλήψιμο και ότι δεν γινόταν τίποτα παραπάνω. Τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να χτυπάει την Π. Ι. με μπουνιές στο κεφάλι για να την αναγκάσει να κάτσει στο κρεβάτι και να μη βγει από το δωμάτιο στο οποίο βρισκόντουσαν. Η παθούσα του ζητούσε επίμονα να την αφήσει να σηκωθεί από το κρεβάτι για να πάει στο σαλόνι αλλά αυτός επέμενε να την κρατάει στο δωμάτιο και σε κάθε προσπάθειά της να σηκωθεί από το κρεβάτι την χτυπούσε με μπουνιά στο κεφάλι. Στη συνέχεια κάλεσε στο τηλέφωνο τον Γ. Π. , ζητώντας του να του δώσει εξηγήσεις για τις συνομιλίες του στο κινητό με τη σύντροφό του, ενώ μετά από δύο λεπτά συνομιλίας με τον Γ. Π., άρχισε να χτυπάει την Π. Ι. και να τη βρίζει χρησιμοποιώντας τις εκφράσεις “Πουτάνα, καριόλα, έπαιξες μαζί μου”. Κατόπιν, ξάπλωσε στο κρεβάτι την Π. Ι. σπρώχνοντάς την και έπεσε όλος πάνω της. Εκείνη προσπάθησε να αντισταθεί αλλά δεν τα κατάφερε και όταν η πετσέτα έπεσε από πάνω της και έμεινε γυμνή, ο κατηγορούμενος είχε ήδη κατεβάσει το παντελόνι του και το εσώρουχό του, άνοιξε τα πόδια της παθούσας, καθώς ήταν ξαπλωμένη και κρατώντας της συγχρόνως τα χέρια, εισχώρησε με το πέος του μέσα στον κόλπο της και άρχισε να συνουσιάζεται μαζί της. Η παθούσα προσπαθούσε να αντισταθεί και του έλεγε ότι δεν θέλει, αυτός όμως συνέχισε να εισέρχεται με το πέος του στον κόλπο της και να τη χτυπάει στο κεφάλι με μπουνιές για να κάμψει την αντίστασή της. Από τα πολλαπλά χτυπήματα η παθούσα είχε βάλει τα χέρια της στο κεφάλι καθώς πονούσε έντονα, ενώ ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τη βιάζει. Μετά από τρία λεπτά ο κατηγορούμενος έβγαλε το πέος του από τον κόλπο της και της είπε: “Έχυσα μέσα στο μουνί σου”, έχοντας με τον τρόπο αυτό εξαναγκάσει την παθούσα με σωματική βία να έλθει σε συνουσία μαζί του παρά τη θέλησή της”. Ωστόσο, με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της πλειοψηφικής άποψης των ενόρκων, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της συγκεκριμένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και συγκεκριμένα κατά την επικρατήσασα άποψη της πλειοψηφίας των μελών του, δεν διέλαβε στην εν λόγω αθωωτική απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τη μη τέλεση της εν λόγω αξιόποινης πράξης από τον κατηγορούμενο, καθόσον δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την ανυπαρξία των απαιτούμενων για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος στοιχείων και την κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε η ενοχή του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά τη διατύπωση της πλειοψηφικής αθωωτικής απόψεως του: Α) Γενικά και αορίστως αναφέρεται σε φερόμενες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε κατά την κατάθεσή της, ως παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, η παθούσα Ι. Π. του Θ. και της Μ. χωρίς να εξειδικεύει με οιονδήποτε τρόπο αυτές (αντιφάσεις), με αποτέλεσμα η εν λόγω φράση -αιτιολογία να παραμένει “κενό γράμμα” χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αθώωση του κατηγορούμενου. Β) Αναφέρει ως επιχείρημα υπέρ της αθωώσεως του κατηγορούμενου ότι η παθούσα δεν ανέφερε κατευθείαν τον βιασμό όταν κάλεσε την αστυνομία, ούτε δια ζώσης όταν κατέφθασε στην οικία της, επιχείρημα το οποίο ουδόλως ευσταθεί και ομοίως δεν επαρκεί για την θεμελίωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας περί της αθώωσης του κατηγορούμενου, καθόσον η παθούσα κατήγγειλε την εν λόγω αξιόποινη πράξη όταν μεταφέρθηκε στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα. Γ) Αναφέρει στο σκεπτικό της αθωωτικής της κρίσης, ότι δεν πρότεινε την εξέταση κανενός μάρτυρα για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της, γεγονός που αφενός δεν αποτελεί πραγματικό περιστατικό το οποίο να συνδέεται ουσιωδώς με αυτή καθ’ αυτή την κατηγορία του κατηγορούμενου και αφετέρου δεν είναι σε καμία περίπτωση ικανό να εγείρει αμφιβολίες ως προς την τέλεση ή μη της πράξης από τον κατηγορούμενο. Άλλωστε, η πραγματικότητα είναι ότι είχαν προσέλθει ενώπιον του δικαστηρίου μάρτυρες για την υποστήριξη της κατηγορίας, την εξέταση των οποίων μάλιστα η υποστηρίζουσα την κατηγορία Ι. Π. νομότυπα και εμπρόθεσμα κοινοποίησε στον κατηγορούμενο, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης. Ειδικότερα, νομοτύπως και εμπροθέσμως γνωστοποίησε και πρότεινε ενώπιον του Δικαστηρίου την εξέταση των: 1) Ι. Γ. του Σ. και της Μ. , ιατροδικαστή, κατοίκου … , οδός … , τηλ. … , 2) Α. Ζ. του Μ. και της Α. , στρατιωτικού, κατοίκου … , οδός … , τηλ. … , 3) Γ. Α. του Α. και της Μ. , ασφαλιστικού πράκτορα, κατοίκου … , οδός … , τηλ. … , πλην όμως για την οικονομία της δίκης και με προτροπή της διευθύνουσας τη δίκη Προέδρου του Δικαστηρίου εξετάστηκε αποκλειστικά και μόνο ο πρώτος των προτεινόμενων μαρτύρων, ως ουσιωδέστερος μάρτυρας λόγω των ιατροδικαστικών του γνώσεων. Δ) Καταλήγει στην κρίση ότι από την ιατροδικαστική εξέταση δεν προκύπτει ξεκάθαρα ο βιασμός, κρίση η οποία είναι εντελώς έωλη, αόριστη, ασαφής και όχι εμπεριστατωμένη, αφού δεν εξειδικεύεται και δεν θεμελιώνεται σε συγκεκριμένα στοιχεία και δη ουδόλως εξηγείται για ποιόν λόγο δεν προέκυψε ξεκάθαρα ο βιασμός της από την διενεργηθείσα ιατροδικαστική εξέταση και ποια σημεία αυτής υποδεικνύουν ότι δεν τελέστηκε βιασμός. Επί πλέον, παρά τη μνεία στο προοίμιο του αιτιολογικού της αποφάσεως αυτής ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, εν τούτοις από την ίδια αιτιολογία ουδόλως συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι πράγματι όλα αυτά ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν. Συγκεκριμένα δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το υπ’ αριθμ …2017 έγγραφο της ιατροδικαστικής εξέτασης της παθούσας από τον ιατροδικαστή Γ. Ν. Λ. και η προφορική ενώπιον του ακροατηρίου ένορκη κατάθεση του ως άνω ουσιώδη μάρτυρα. Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας στην ένορκη κατάθεση του βεβαιώνει ότι τα ευρήματα του ως ιατροδικαστή και δη οι τρεις εκχυμώσεις στην πλάγια έσω επιφάνεια, στο κάτω τεταρτημόριο του δεξιού μηρού, στα πόδια τα οποία διαπίστωσε κατά την εξέταση της παθούσας είναι απολύτως συμβατά με τέλεση συνουσίας χωρίς συναίνεση, καθώς ο δράστης προσπαθεί να ανοίξει τους μηρούς του θύματος, ευρήματα τα οποία είναι συνηθισμένα σε περιπτώσεις βιασμούς, σε αντίθεση με κακώσεις στα ίδια τα γεννητικά όργανα (όπως ρήξη παρθενικού υμένα, κάκωση στο αιδοίο) τα οποία είναι σπάνια, επιβεβαιώνοντας κατηγορηματικά πως προέκυψε με τρόπο σαφή από την ιατροδικαστική εξέτασή της η τέλεση του αδικήματος του βιασμού σε βάρος της από τον κατηγορούμενο. Επίσης, δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Ζ. Μ. , αστυνομικού, ο οποίος κλήθηκε αμέσως μετά το περιστατικό για να καταγράψει το συμβάν, ο οποίος ρητά και κατηγορηματικά περιγράφει χαρακτηριστικά την άθλια σωματική και ψυχολογική κατάσταση στην οποία ευρισκόταν η παθούσα, τραυματισμένη στο πρόσωπο και στο σώμα, σε κατάσταση σοκ, με αίματα σε όλη την επιφάνεια του σώματός της, καθώς και στην πετσέτα που φορούσε, ο οποίος μάρτυρας μάλιστα επισήμανε ότι είναι σύνηθες φαινόμενο να μην αναφέρει το θύμα απευθείας την πράξη σεξουαλικής κακοποίησης, αλλά αντιθέτως να το πράττει αμέσως όταν βρεθεί σε περιβάλλον με ηρεμία και ασφάλεια, όπως έλαβε χώρα και στην προκειμένη περίπτωση. Επιπρόσθετα, δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα υποστήριξης της κατηγορίας, Ι. Γ. , ιατροδικαστή, καθώς και η συνταχθείσα από αυτόν 4/5/2025 ιατροδικαστική βεβαίωση, ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά τα ευρήματα που αποδεικνύουν την τέλεση εξαναγκασμένης σεξουαλικής πράξης, τα ευρήματα που αποδεικνύουν την ύπαρξη εντυπωμάτων ενεργητικής συγκρατήσεως / ακινητοποιήσεως στο σώμα της από τον κατηγορούμενο (και όχι εντυπωμάτων άμυνας) και ο οποίος μάρτυρας ανέδειξε την πλήρη αντιφατικότητα των ισχυρισμών και της σειράς των γεγονότων που ανέφερε ο κατηγορούμενος, βασιζόμενος ιδίως στα ευρήματα από το εξετασθέν κολπικό επίχρισμα στο εσώρουχο της παθούσας, το οποίο δεν αρνείται ο κατηγορούμενος ότι ανήκει σε αυτόν καθώς και στη βαρύτητα των χτυπημάτων της παθούσας (σε αντίθεση με τις αιτιάσεις του κατηγορούμενου περί ενός χαστουκιού). Το περιεχόμενο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων δεν αντικρούεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και επομένως δεν συνάγεται με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία ότι αυτό συνεκτιμήθηκε και λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της αθωωτικής κρίσεώς του, παρά την αντίθετη ρηματική μνεία στο προοίμιο αυτού. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αθώωση του κατηγορουμένου για το αδίκημα του βιασμού. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την αθώωση του κατηγορουμένου για το αδίκημα του βιασμού, παρελκομένης της εξέτασης του προτεινόμενου έτερου λόγου αναίρεσης, διότι καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός (ΑΠ 520/2023) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμ. 135/2025 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την αθώωση του κατηγορουμένου Γ. Σ. του Δ. για το αδίκημα του βιασμού.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο παραπάνω δευτεροβάθμιο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2026.

Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή : areiospagos.gr

To Top