ΑΠΟΦΑΣΗ
E.S. και Z.C. κατά Ελλάδας της 19.05.2026 (κοινοποιηθείσα στις 11.06.2026) (προσφ. αριθ. 54720/18)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Η υπόθεση αφορά ποινική διαδικασία για εικαζόμενη σεξουαλική κακοποίηση ανήλικου τέκνου (Z.C.) από τον πατέρα και την θεία (από την πλευρά του πατέρα), καθώς και την προβαλλόμενη αναποτελεσματικότητα της διαδικασίας. Οι εθνικές αρχές διενήργησαν εκτεταμένη προκαταρκτική εξέταση και ανάκριση, με σειρά ιατρικών εξετάσεων, παιδοψυχιατρικών και ψυχολογικών αξιολογήσεων, βιντεοσκοπημένων συναντήσεων του παιδιού με ειδικούς και κατάθεση 15 μη αυτοπτών μαρτύρων. Οι πραγματογνωμοσύνες κατέληξαν σε αποκλίνοντα συμπεράσματα και δεν στοιχειοθέτησαν με βεβαιότητα κακοποίηση, ενώ αναδείχθηκαν ο παρατεταμένος γονικός ανταγωνισμός και ο κίνδυνος υποβολής. Η τελευταία διαταχθείσα παιδοψυχιατρική αξιολόγηση δεν διενεργήθηκε, διότι η προσφεύγουσα μητέρα αρνήθηκε να εμφανίσει το παιδί. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εξέδωσε στις 20.05.2015 βούλευμα μη παραπομπής σε δίκη λόγω ανεπάρκειας στοιχείων. Η προσφυγή κατά του βουλεύματος απορρίφθηκε από το Εφετείο Αθηνών στις 18.05.2018. Η αίτηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αναίρεσης απορρίφθηκε τον Ιούνιο του 2018.
Το ΕΔΔΑ, που αποφασίζει κυριαρχικά επί του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, εξέτασε τις αιτιάσεις υπό το πρίσμα των άρθρων 3 και 8 ΕΣΔΑ και απέρριψε την προσφυγή ως προδήλως αβάσιμη, κατ’ άρθρο 35 §§ 3 στοιχ. α΄ και 4 ΕΣΔΑ, κηρύσσοντάς την ως απαράδεκτη.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι δύο προσφεύγουσες είναι Ελληνίδες υπήκοοι, γεννηθείσες το 1974 και το 2008, κάτοικοι Γέρακα Αττικής. Η πρώτη, E.S., είναι η μητέρα της δεύτερης, Z.C., η οποία ήταν ανήλικη κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Η E.S. και ο S.C. τέλεσαν γάμο το 2006. Λίγες ημέρες μετά τη γέννηση της Z.C., στις 19.04.2008, ο πατέρας εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη λόγω διαφορών. Στις 12.11.2009 τα μέρη υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, επικυρωθέν από το Πρωτοδικείο Αθηνών, με το οποίο η επιμέλεια ανατέθηκε στη μητέρα και ο πατέρας απέκτησε δικαίωμα επικοινωνίας. Το διαζύγιο εκδόθηκε το 2012.
Στις 26.07.2011 η E.S. απευθύνθηκε στον Εισαγγελέα Ανηλίκων εκφράζοντας φόβους για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού και προσκόμισε ψυχιατρικές εκθέσεις. Από τις δηλώσεις της, τις εκθέσεις και ορισμένα έγγραφα της δικογραφίας προέκυπτε ότι το παιδί είχε εμφανίσει ασυνήθιστη συμπεριφορά: αυξημένη νευρικότητα μετά τις συναντήσεις με τον πατέρα και την πατρική θεία, λόγο και παιχνίδια σεξουαλικού περιεχομένου ασύμβατα με την ηλικία του, διαταραχές ύπνου, φοβίες, νυκτερινή ενούρηση και απώλεια όρεξης. Έκθεση της 03.08.2011 από διευθύντρια παιδιατρικής κλινικής δεν διαπίστωσε σωματικά σημεία που να πιστοποιούν σεξουαλική κακοποίηση, συνέστησε όμως ψυχιατρική αξιολόγηση όλης της οικογένειας. Γνωμάτευση της 13.10.2011 από παιδοψυχίατρο ανέφερε ότι οι αφηγήσεις και αναπαραστάσεις του παιδιού δεν μπορούσαν να αποδοθούν στη φαντασία του και υποδείκνυαν έντονο ψυχικό στρες και συμπτώματα τραύματος.
Στις 04.11.2011 η E.S. υπέβαλε έγκληση, ισχυριζόμενη ότι η κόρη της είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και κακομεταχείριση από τον πατέρα και την πατρική θεία. Στο πλαίσιο της διερεύνησης πραγματοποιήθηκαν, μεταξύ 2011 και 2012, εννέα συναντήσεις του παιδιού με ιατρούς και ειδικούς δημόσιων φορέων, ιδίως του Νοσοκομείου Παίδων Αθηνών και του Κέντρου Παιδοψυχιατρικής Παλλήνης. Οι συναντήσεις βιντεοσκοπήθηκαν και αξιολογήθηκαν από διεπιστημονική επιτροπή. Στην έκθεση της 01.02.2012 οι ειδικοί διαπίστωσαν σημεία μετατραυματικής διαταραχής, αλλά δήλωσαν ότι ήταν αδύνατον να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η ύπαρξη σεξουαλικής κακοποίησης, λόγω της πολύ μικρής ηλικίας του παιδιού και της παρατεταμένης έκθεσής του, σε προηγούμενες πολλαπλές συνεντεύξεις, σε πληροφορίες ικανές να αλλοιώσουν την αντίληψη και τον λόγο του.
Στις 30.09.2012 οι διαπιστώσεις της προκαταρκτικής έρευνας διαβιβάστηκαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και κινήθηκε ποινική διαδικασία κατά του πατέρα και της θείας για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου. Επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι ως προς την επικοινωνία πατέρα-τέκνου, ιδίως ως προς τον τόπο και τη διάρκεια των συναντήσεων, καθώς και περιορισμός εξόδων. Η E.S. δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της.
Ελήφθησαν οι καταθέσεις των προσφευγουσών και 15 μη αυτοπτών μαρτύρων, πέντε της κατηγορίας και δέκα της υπεράσπισης. Οι μάρτυρες της μητρικής πλευράς ανέφεραν ότι η ασυνήθης και σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά του παιδιού είχε εμφανιστεί από το καλοκαίρι του 2010. Στις 28.01.2013 η παιδοψυχίατρος A.V. αμφισβήτησε τη γνωμάτευση της P.P., επισημαίνοντας έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στις συναντήσεις με το παιδί και ιδίως ως προς τις συνθήκες της πρώτης συνάντησης, καθώς και κίνδυνο υποβολής, δηλαδή κίνδυνο επηρεασμού των δηλώσεων και της συμπεριφοράς του παιδιού από υποδείξεις τρίτων.
Στις 10.02.2013 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε την υπόθεση στον ανακριτή για συμπληρωματική διερεύνηση, λόγω των αποκλινουσών γνωμών των ειδικών. Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 20.03.2014 το Συμβούλιο επανεξέτασε τη δικογραφία και έκρινε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία ήταν ανεπαρκή, λόγω αντιφατικών ψυχιατρικών αξιολογήσεων και ασαφειών. Διέταξε συμπλήρωση του φακέλου, ζήτησε διευκρινίσεις από το IPK, διέταξε την κλήση της συντάκτριας της γνωμάτευσης της 13.10.2011 και διέταξε νέα ιατροδικαστική παιδοψυχιατρική αξιολόγηση του παιδιού, με αντικείμενο να διαπιστωθεί αν οι δηλώσεις της Z.C. στηρίζονταν σε βιωμένη εμπειρία ή είχαν ενδεχομένως επηρεαστεί από τρίτους, καθώς και αν παρουσίαζε ψυχολογικά συμπτώματα συμβατά με σεξουαλική κακοποίηση. Διέταξε επίσης ιατροδικαστική ψυχιατρική αξιολόγηση των δύο κατηγορουμένων.
Ιδιαίτερη σημασία είχε το σημείωμα της κοινωνικής λειτουργού A.A. της 04.04.2014. Κατά τη συνάντηση πατέρα-τέκνου στα γραφεία του Εισαγγελέα Ανηλίκων, η Z.C. φέρεται να ψιθύρισε στη μητέρα της «έκανα αυτό που μου είπες». Στη συνέχεια δήλωσε ενώπιον της Εισαγγελέως ότι είχε πει ψέματα ως προς τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας της την είχε κακοποιήσει σεξουαλικά και ότι αυτό ουδέποτε συνέβη. Η μητέρα αντέδρασε λέγοντας στο παιδί ότι δεν είχε πει ψέματα. Η κοινωνική λειτουργός περιέγραψε τη συμπεριφορά της E.S. ως χειριστική και παρέπεμψε σε ψυχοπαθολογία, ενώ σημείωσε ότι το παιδί φαινόταν να αναλαμβάνει δυσανάλογο ψυχικό βάρος έναντι της μητέρας του. Η αναφορά αυτή αποτελεί περιεχόμενο υπηρεσιακού σημειώματος και όχι αποδεδειγμένο πραγματικό πόρισμα του ΕΔΔΑ περί ψευδούς καταγγελίας· το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι η καταγγελία ήταν ψευδής, αλλά έκρινε ότι οι εθνικές αρχές μπορούσαν να συνεκτιμήσουν το στοιχείο αυτό στο σύνολο της αποδεικτικής εικόνας.
Ακολούθησαν η ανωμοτί εξέταση της P.P. στις 21.05.2014, η οποία διατήρησε την άποψή της ότι υπήρχε πρόβλημα, αναγνωρίζοντας όμως ότι δεν είχε διενεργήσει ενδελεχή εξέταση που να της επιτρέπει οριστικό συμπέρασμα περί σεξουαλικής κακοποίησης. Ο απορρίψεις των αιτημάτων εξαίρεσης των πραγματογνωμόνων D.S. και S.G., οι διευκρινίσεις του IPK της 27.05.2014 ότι τα συμπτώματα μετατραυματικής διαταραχής μπορούσαν να προέρχονται από πληροφορίες μεταδοθείσες από τη μητέρα και ότι δεν μπορούσε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα άμεσος σύνδεσμος μεταξύ των συμπτωμάτων και πραγματικής σεξουαλικής κακοποίησης καθώς και οι ψυχιατρικές αξιολογήσεις των δύο κατηγορουμένων και της E.S., οι οποίες δεν ανέδειξαν κρίσιμη παθολογία ή ενδείξεις κακοποίησης. Η τελευταία διαταχθείσα παιδοψυχιατρική αξιολόγηση δεν πραγματοποιήθηκε λόγω άρνησης της E.S. να παρουσιάσει το παιδί, γεγονός που βεβαιώθηκε από την ορισθείσα ειδικό.
Στις 20.05.2015 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εξέδωσε βούλευμα μη παραπομπής, κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για εισαγωγή της υπόθεσης σε δίκη. Το Συμβούλιο στάθμισε το σύνολο του φακέλου, τις αντιφάσεις μεταξύ πραγματογνωμοσυνών, τις αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των ισχυρισμών της πρώτης προσφεύγουσας και την καταγεγραμμένη έλλειψη συνεργασίας της με τις κοινωνικές υπηρεσίες και ορισμένους ειδικούς. Στις 02.09.2015 η E.S. προσέβαλε το βούλευμα ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Στις 18.05.2018 το Εφετείο απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη, υπογραμμίζοντας τις αντιφάσεις στις δηλώσεις του παιδιού και την απουσία σαφών συμπερασμάτων στις πραγματογνωμοσύνες. Η αίτηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη τον Ιούνιο του 2018.
Παράλληλα διεξήχθη διαδικασία ρύθμισης της επικοινωνίας πατέρα-τέκνου. Οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν αρχικά πάντοτε παρουσία της μητέρας, είτε στην κατοικία της είτε σε δημόσιους χώρους, και στη συνέχεια κυρίως στην κατοικία της αδελφής του πατέρα. Μετά την έναρξη της ποινικής διερεύνησης, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις παρουσία κοινωνικής λειτουργού στα γραφεία του Εισαγγελέα Ανηλίκων. Εκθέσεις του 2014 και του 2015 κατέγραψαν τη διακυμαινόμενη στάση του παιδιού, ενδείξεις εξωτερικής επιρροής στις απαντήσεις του, επαναλαμβανόμενη έλλειψη συνεργασίας της μητέρας στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και ανησυχία για την ψυχική κατάσταση του παιδιού.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρα 3 και 8 ΕΣΔΑ. Διαδικαστικό σκέλος και θετικές υποχρεώσεις. Αποτελεσματικότητα της ποινικής διερεύνησης. Προσφυγή απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη.
Οι προσφεύγουσες επικαλέστηκαν τα άρθρα 3, 6, 8 και 13 ΕΣΔΑ, παραπονούμενες για την αναποτελεσματικότητα της ποινικής διερεύνησης, την έλλειψη κατάλληλης παιδοψυχιατρικής αξιολόγησης της Z.C., τη διατήρηση της επικοινωνίας με τον πατέρα, την υπέρμετρη διάρκεια της διαδικασίας και την έλλειψη δικονομικών εγγυήσεων που αρμόζουν σε ανήλικο και ευάλωτο θύμα σεξουαλικής βίας. Το ΕΔΔΑ, ως κυριαρχικά αρμόδιο του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, έκρινε ότι οι αιτιάσεις έπρεπε να εξεταστούν υπό το πρίσμα των άρθρων 3 και 8 ΕΣΔΑ. Το άρθρα 6 και 13 δεν εξετάστηκαν αυτοτελώς στην τελική συλλογιστική.
Το Δικαστήριο παρέπεμψε στις γενικές αρχές των αποφάσεων X κ.α. κατά Βουλγαρίας, S.M. κατά Κροατίας, A και B κατά Κροατίας και M.G.C. κατά Ρουμανίας. Οι αρχές αυτές αφορούν την υποχρέωση των κρατών να διαθέτουν κατάλληλο νομικό και δικονομικό πλαίσιο και να διεξάγουν αποτελεσματική έρευνα σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας ή κακοποίησης ανηλίκων. Η υποχρέωση αυτή είναι υποχρέωση μέσων και δέουσας επιμέλειας, όχι υποχρέωση επίτευξης συγκεκριμένου ποινικού αποτελέσματος και δεν συνεπάγεται υποχρέωση παραπομπής σε δίκη ή καταδίκης, εφόσον οι αρχές έλαβαν τα εύλογα διαθέσιμα μέτρα, αξιολόγησαν το αποδεικτικό υλικό και δεν παρέμειναν αδρανείς.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, μετά την αρχική αναφορά της E.S., οι αρμόδιες αρχές διέταξαν σειρά ιατρικών εξετάσεων και ψυχιατρικών αξιολογήσεων του παιδιού, προκειμένου να εξακριβωθεί η ύπαρξη σωματικών ή ψυχικών βλαβών συμβατών με τα καταγγελλόμενα. Οι κλινικές εξετάσεις δεν ανέδειξαν σωματικές βλάβες ή ίχνη ικανά να πιστοποιήσουν σεξουαλική κακοποίηση. Οι ψυχίατροι και ψυχολόγοι κατέγραψαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά και λόγο ασύνηθες για την ηλικία του παιδιού. Κατά τη διαδικασία πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμες ψυχολογικές και παιδοψυχιατρικές αξιολογήσεις, οι οποίες εξέτασαν την ικανότητα αφήγησης του παιδιού, τη συναισθηματική του κατάσταση, τις πιθανές επιρροές του οικογενειακού περιβάλλοντος και τις επιδράσεις της ίδιας της διαδικασίας. Η πρώτη προσφεύγουσα είχε επίσης τη δυνατότητα να προσκομίσει ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κανένα στοιχείο ή επιχείρημα δεν επέτρεπε την επίκριση των δικονομικών και ανακριτικών ενεργειών των δικαστικών αρχών ή της αξιολόγησης που αυτές πραγματοποίησαν. Οι εθνικές αρχές απέδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην απουσία αντικειμενικών ή συγκλινουσών αποδείξεων κατά την έννοια του ποινικού δικαίου, χωρίς να παραγνωρίσουν τη σοβαρότητα των καταγγελιών. Έλαβαν υπόψη ότι κανένα ιατρικό στοιχείο δεν πιστοποιούσε σωματικές βλάβες συμβατές με τα καταγγελλόμενα, ότι οι κοινωνικές, ψυχολογικές και ψυχιατρικές αξιολογήσεις εμφάνιζαν αποκλίσεις ως προς την ερμηνεία της συμπεριφοράς και του λόγου του παιδιού και ότι το παρατεταμένο συγκρουσιακό πλαίσιο μεταξύ των γονέων, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο υποβολής, μπορούσε να έχει επηρεάσει την αντίληψη και τις δηλώσεις του παιδιού.
Οι αποφάσεις των εθνικών αρχών εκδόθηκαν κατόπιν διαδικασιών κατ’ αντιμωλία, στις οποίες οι προσφεύγουσες μπόρεσαν να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν τα στοιχεία που θεωρούσαν κρίσιμα. Το παιδί έτυχε ακρόασης από τις δικαστικές αρχές υπό συνθήκες προσαρμοσμένες στην ηλικία του, δηλαδή παρουσία ψυχολόγου και κεκλεισμένων των θυρών στο γραφείο του ανακριτή.
Ως προς την αιτίαση περί μη κατάλληλης παιδοψυχιατρικής αξιολόγησης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι στη δικογραφία υπήρχε πληθώρα κοινωνικο-ψυχολογικών και ψυχιατρικών αξιολογήσεων, τόσο του παιδιού όσο και των γονέων. Ως προς την τελευταία αξιολόγηση που είχε διαταχθεί στις 20.03.2014, καθώς και ως προς τα προσόντα των δύο διαδοχικά ορισθεισών ειδικών, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε στοιχείο που να επιτρέπει το συμπέρασμα ότι οι ειδικές στερούνταν προσόντων στον τομέα της παιδοψυχιατρικής ή συναφούς αξιολόγησης. Η αξιολόγηση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε επειδή η E.S. αρνήθηκε συστηματικά να συνεργαστεί με τις κοινωνικές υπηρεσίες για την προσκόμιση του παιδιού. Λόγω της ευαίσθητης και ιδιωτικής φύσης της υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί στις αρχές ευθύνη επειδή δεν προέβησαν σε εξαναγκαστική διενέργεια της αξιολόγησης. Η κρίση αυτή δεν διατυπώνει γενικό κανόνα ότι οι αρχές ουδέποτε μπορούν να επιβάλουν εξέταση ανηλίκου, αλλά αφορά τις συγκεκριμένες περιστάσεις, υπό τις οποίες δεν υπήρξε καταλογιστή αδράνεια των αρχών.
Ως προς τη διατήρηση της επικοινωνίας με τον πατέρα, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι επρόκειτο για ιδιαίτερα εύθραυστη κατάσταση δυνητικής δευτερογενούς θυματοποίησης. Ωστόσο, ελλείψει απτών στοιχείων και ενόψει του διαρκούς συγκρουσιακού πλαισίου μεταξύ των γονέων, έκρινε ότι οι ποινικές και πολιτικές δικαστικές αρχές δεν παρέμειναν αδρανείς. Περιόρισαν το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα, επιβάλλοντας όρους, μεταξύ των οποίων και την παρουσία κοινωνικής λειτουργού στις συναντήσεις. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να καταλογιστεί στις εθνικές αρχές παράλειψη προστασίας της ακεραιότητας του παιδιού — σωματικής και, υπό το άρθρο 8, ψυχολογικής — ή παράλειψη διατήρησης δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων του πατέρα και της διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας.
Ως προς τη διάρκεια, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η διαδικασία άρχισε στις 26.07.2011 και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2018, διαρκώντας περίπου 7 έτη για τρεις βαθμούς ή στάδια δικαιοδοτικής κρίσης: βούλευμα μη παραπομπής από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, προσφυγή ενώπιον του Εφετείου και αίτημα προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Λαμβάνοντας υπόψη την ευαίσθητη φύση των καταγγελλομένων, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, την ανάγκη πολλαπλών πραγματογνωμοσυνών, την εξέταση 15 μελών των δύο οικογενειών, την έλλειψη συνεργασίας της μητέρας και την απουσία παρατεταμένης ή ανεξήγητης καθυστέρησης ή περιόδου αδράνειας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάρκεια αυτή δεν έπληξε την αποτελεσματικότητα της έρευνας.
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 35 §§ 3 στοιχ. α΄ και 4 ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο, , την κήρυξε απαράδεκτη.
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Η διαδικαστική υποχρέωση ως υποχρέωση μέσων. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η διαδικαστική υποχρέωση που απορρέει από τα άρθρα 3 και 8 ΕΣΔΑ σε υποθέσεις εικαζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων είναι υποχρέωση δέουσας επιμέλειας και όχι υποχρέωση αποτελέσματος. Το κράτος οφείλει να διαθέτει επαρκές νομικό πλαίσιο και να διεξάγει αποτελεσματική, σοβαρή και προσαρμοσμένη στις ανάγκες του παιδιού έρευνα. Δεν οφείλει όμως να εξασφαλίσει οπωσδήποτε παραπομπή σε δίκη ή καταδίκη, εφόσον η αποδεικτική εικόνα δεν το επιτρέπει· η έλλειψη παραπομπής δεν συνιστά αφ’ εαυτής παραβίαση της ΕΣΔΑ.
Η σημασία της παιδοψυχιατρικής αξιολόγησης και του κινδύνου υποβολής. Η υπόθεση αναδεικνύει τη δυσχέρεια αξιολόγησης δηλώσεων πολύ μικρού παιδιού σε πλαίσιο έντονης γονικής σύγκρουσης. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι εθνικές αρχές μπορούσαν να συνεκτιμήσουν τον κίνδυνο υποβολής, ιδίως λόγω προηγούμενων πολλαπλών συνεντεύξεων και ενδεχόμενης έκθεσης του παιδιού σε πληροφορίες ικανές να επηρεάσουν την αντίληψη και τον λόγο του. Η αναφορά στην υποβλητικότητα ανηλίκων λειτουργεί ως στοιχείο μεθοδολογικής επιφυλακής και όχι ως στερεοτυπικός λόγος δυσπιστίας έναντι καταγγελιών παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης.
Η μη συνεργασία του γονέα ως όριο της κρατικής ευθύνης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η κρίση ότι η μη διενέργεια της τελευταίας διαταχθείσας αξιολόγησης δεν καταλογίστηκε στο κράτος, επειδή οφειλόταν στην άρνηση της μητέρας να παρουσιάσει το παιδί. Η απόφαση δείχνει ότι η δικονομική συμπεριφορά του προσφεύγοντος μέρους μπορεί να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της έρευνας. Η θέση αυτή δεν συνιστά «μετακύλιση του αποδεικτικού βάρους» στο θύμα ή στη μητέρα. Ακριβέστερα, πρόκειται για συνεκτίμηση της δικονομικής συμπεριφοράς της πρώτης προσφεύγουσας κατά τον έλεγχο του αν η μη ολοκλήρωση συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης οφειλόταν σε κρατική αδράνεια.
Η δευτερογενής θυματοποίηση. Το Δικαστήριο αναγνώρισε τον κίνδυνο δευτερογενούς θυματοποίησης, παραπέμποντας στη νομολογία N.Ç. κατά Τουρκίας. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, έκρινε ότι οι αρχές δεν παρέμειναν αδρανείς: περιόρισαν την επικοινωνία του πατέρα με το παιδί και προέβλεψαν την παρουσία κοινωνικής λειτουργού. Δεν μπορεί συνεπώς να υποστηριχθεί ότι το ΕΔΔΑ έκρινε γενικώς πως η διατήρηση επικοινωνίας σε τέτοιες υποθέσεις είναι συμβατή με την ΕΣΔΑ, έκρινε μόνο ότι, υπό τα συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα και ελλείψει απτών στοιχείων, οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν δεν αποκάλυπταν παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων.
Η διάρκεια της διαδικασίας. Η κρίση για διάρκεια περίπου επτά ετών δείχνει ότι το ΕΔΔΑ αξιολογεί την αποτελεσματικότητα της έρευνας in concreto. Η διάρκεια δεν αξιολογείται αριθμητικά και αφηρημένα, αλλά σε συνάρτηση με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τον αριθμό των πραγματογνωμοσυνών, τις καταθέσεις μαρτύρων, τη συμπεριφορά των μερών και την ύπαρξη ή μη αδικαιολόγητων περιόδων αδράνειας. Επτά έτη δεν αποτελούν γενικώς αποδεκτή διάρκεια σε υποθέσεις ανηλίκων, κρίθηκαν όμως αποδεκτά μόνον υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης.
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση E.S. και Z.C. κατά Ελλάδας εντάσσεται στην απαιτητικότερη κατηγορία υποθέσεων του Στρασβούργου: υποθέσεις εικαζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου, στις οποίες το παιδί είναι πολύ μικρής ηλικίας, το αποδεικτικό υλικό είναι αντιφατικό, οι πραγματογνωμοσύνες δεν συγκλίνουν και το οικογενειακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη γονική σύγκρουση. Το ισχυρό σημείο της απόφασης είναι ότι υπενθυμίζει τα όρια του ελέγχου του ΕΔΔΑ: το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τις εθνικές αρχές στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον η εθνική διαδικασία υπήρξε επαρκής, διεξήχθη κατ΄αντιμωλία και προσαρμόστηκε στις ανάγκες του παιδιού. Το ΕΔΔΑ συνεκτίμησε τη μη συνεργασία ως παράγοντα που εξηγούσε τη μη ολοκλήρωση μίας διαταχθείσας αξιολόγησης και απέκλειε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τον καταλογισμό αδράνειας στις αρχές.
Η σχέση με την A και B κατά Κροατίας. Η A και B κατά Κροατίας αποτελεί το πλησιέστερο νομολογιακό προηγούμενο, διότι αφορούσε καταγγελία σεξουαλικής κακοποίησης μικρού παιδιού από τον πατέρα, εντός γονεϊκής σύγκρουσης, με αντικρουόμενες αξιολογήσεις και ζήτημα αξιοπιστίας των δηλώσεων του παιδιού. Σε αμφότερες τις υποθέσεις, το ΕΔΔΑ αρνήθηκε να θεωρήσει την έλλειψη ποινικής καταδίκης ως τεκμήριο αναποτελεσματικότητας της έρευνας. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί η διαφορετική δικονομική μορφή: η A και B ήταν απόφαση επί της ουσίας, με οριακή πλειοψηφία 4-3 και διαπίστωση μη παραβίασης, ενώ η E.S. και Z.C. είναι απόφαση Επιτροπής επί του παραδεκτού, με απόρριψη ως προδήλως αβάσιμη. Η απόφαση της Επιτροπής δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως απόδειξη «παγίωσης» κανόνα με την ίδια βαρύτητα που θα είχε απόφαση Τμήματος ή Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης· ασφαλέστερη διατύπωση είναι ότι η απόφαση επιβεβαιώνει την εφαρμογή ήδη γνωστών αρχών σε πραγματικό πλαίσιο συγγενές με την A και B κατά Κροατίας.
Η αξιολόγηση των αντιφάσεων και η ανάκληση του παιδιού. Το πραγματικό υλικό περιλαμβάνει στοιχεία που οι εθνικές αρχές θεώρησαν σημαντικά: τη φράση «έκανα αυτό που μου είπες», την επακόλουθη δήλωση του παιδιού ότι είχε πει ψέματα ως προς την κακοποίηση, τις παρατηρήσεις κοινωνικών λειτουργών περί πιθανής εξωτερικής επιρροής και τις αποκλίσεις μεταξύ των πραγματογνωμοσυνών. Το ΕΔΔΑ δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ανάκληση του παιδιού, ούτε αποφάνθηκε ότι η καταγγελία ήταν ψευδής. Ορθότερα, δέχθηκε ότι οι εθνικές αρχές ενέταξαν τα στοιχεία αυτά σε συνολική αποδεικτική αξιολόγηση, χωρίς αυθαιρεσία ή εμφανή έλλειψη επιμέλειας.
Η μεθοδολογία του ελέγχου. Η απόφαση εφαρμόζει συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο έλεγχο. Το Δικαστήριο εξέτασε αν οι πράξεις των αρχών, όπως αποτυπώθηκαν στη δικογραφία, ήταν επαρκείς για να θεωρηθεί ότι η έρευνα πληρούσε τις απαιτήσεις των άρθρων 3 και 8 ΕΣΔΑ. Η απόρριψη ως προδήλως αβάσιμη υποδηλώνει ότι, κατά το Δικαστήριο, οι αιτιάσεις δεν υπερέβησαν το όριο πιθανολόγησης παραβίασης. Αυτό δεν ισοδυναμεί με πλήρη κανονιστική αποδοχή κάθε πτυχής της εθνικής διαδικασίας ούτε με διατύπωση νέας νομολογιακής αρχής.
Η Σύμβαση Lanzarote και το παιδοκεντρικό πλαίσιο. Η υπόθεση μπορεί να αναγνωστεί υπό το φως της Σύμβασης Lanzarote, η οποία επιβάλλει φιλικές προς το παιδί διαδικασίες, εξειδικευμένη ακρόαση και περιορισμό επαναλαμβανόμενων εξετάσεων. Η Σύμβαση Lanzarote δεν μνημονεύεται ως αυτοτελές εφαρμοστέο κείμενο στην απόφαση, αλλά αποτελεί συναφές ερμηνευτικό πλαίσιο στη νομολογία του ΕΔΔΑ για τις θετικές υποχρεώσεις σε υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης. Η παρούσα υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη ισορροπίας: η έρευνα πρέπει να είναι επαρκής και αποτελεσματική, αλλά οι επαναλαμβανόμενες αξιολογήσεις μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να επιβαρύνουν ψυχικά το παιδί.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η απόφαση E.S. και Z.C. κατά Ελλάδας επιβεβαιώνει ότι η αποτελεσματικότητα της ποινικής διερεύνησης σε υποθέσεις εικαζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου δεν κρίνεται από το αν η υπόθεση καταλήγει σε παραπομπή ή καταδίκη, αλλά από το αν οι αρχές ενήργησαν με δέουσα επιμέλεια, έλαβαν τα εύλογα διαθέσιμα μέτρα, εξέτασαν τα κρίσιμα στοιχεία, προσάρμοσαν τη διαδικασία στην ηλικία και ευαλωτότητα του παιδιού και αιτιολόγησαν την αποδεικτική τους εκτίμηση.
Η σημασία της απόφασης δεν έγκειται στη διατύπωση νέας αρχής, αλλά στην εφαρμογή πάγιων αρχών σε σύνθετο πραγματικό πλαίσιο, όπου αλληλεπιδρούν ο κίνδυνος υποβολής, η γονική σύγκρουση, οι αντιφατικές πραγματογνωμοσύνες και η τυχόν μη συνεργασία του γονέα. Το επιστημονικά ακριβές συμπέρασμα είναι ότι το ΕΔΔΑ έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη, διότι δεν διαπίστωσε, στα συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα, ελλείψεις ικανές να στοιχειοθετήσουν παραβίαση των διαδικαστικών θετικών υποχρεώσεων των άρθρων 3 και 8 ΕΣΔΑ. Δεν πρόκειται για απόφαση επί της ουσίας περί «μη παραβίασης», ούτε για γενική νομολογιακή έγκριση κάθε χειρισμού των εθνικών αρχών σε ανάλογες υποθέσεις.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ
Α) X και λοιποί κατά Βουλγαρίας [GC]. Η απόφαση είναι κρίσιμη για τη διαδικαστική υποχρέωση υπό το άρθρο 3 σε υποθέσεις εικαζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Τονίζει ότι οι αρχές πρέπει να χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα εύλογα ανακριτικά μέσα, με παιδοκεντρική προσέγγιση και λαμβάνοντας υπόψη διεθνή κείμενα, μεταξύ των οποίων η Σύμβαση Lanzarote. Η σύγκριση είναι βάσιμη ως προς τις γενικές αρχές, αλλά πρέπει να σημειώνεται ότι στην X και λοιποί διαπιστώθηκε παραβίαση λόγω ελλείψεων της έρευνας, ενώ στην E.S. και Z.C. το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιες ελλείψεις δεν προέκυπταν prima facie. Πηγή: HUDOC, X and Others v. Bulgaria [GC], no. 22457/16, 02.02.2021, §§ 186-192.
Β) A και B κατά Κροατίας. Αποτελεί το πλησιέστερο συγκριτικό προηγούμενο, λόγω καταγγελίας κακοποίησης μικρού παιδιού από τον πατέρα εντός γονικής σύγκρουσης και με αντικρουόμενες αξιολογήσεις. Η σύγκριση είναι επιστημονικά υποστηρίξιμη, υπό την προϋπόθεση ότι θα επισημανθεί η διαφορετική διαδικαστική μορφή: απόφαση επί της ουσίας στην A και B (μη παραβίαση, 4-3), απόφαση απαραδέκτου στην E.S. και Z.C. Πηγή: HUDOC, A and B v. Croatia, no. 7144/15, 20.06.2019, §§ 106-121.
Γ) S.M. κατά Κροατίας [GC] και M.G.C. κατά Ρουμανίας. Οι αποφάσεις αυτές αποτυπώνουν τη θετική υποχρέωση των κρατών να διαθέτουν κατάλληλο ποινικό πλαίσιο και να διεξάγουν αποτελεσματική έρευνα σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας. Η M.G.C. είναι χρήσιμη ως αντιδιαστολή, διότι εκεί το Δικαστήριο διαπίστωσε ουσιώδεις ελλείψεις στην προστασία και διερεύνηση και κατέληξε σε παραβίαση, ενώ στην E.S. και Z.C. έκρινε ότι οι αρχές ενήργησαν επαρκώς. Πηγή: HUDOC, S.M. v. Croatia [GC], no. 60561/14, 25.06.2020, §§ 313-320· M.G.C. v. Romania, no. 61495/11, 15.03.2016, §§ 54-59.
Δ) N.Ç. κατά Τουρκίας. Είναι συναφής για την έννοια της δευτερογενούς θυματοποίησης ανηλίκου κατά την ποινική διαδικασία. Στην παρούσα υπόθεση η παραπομπή πρέπει να χρησιμοποιείται με ακρίβεια: το ΕΔΔΑ αναγνώρισε τον κίνδυνο δευτερογενούς θυματοποίησης, αλλά έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές, με τους περιορισμούς στην επικοινωνία και την παρουσία κοινωνικής λειτουργού, δεν παρέμειναν αδρανείς. Πηγή: HUDOC, N.Ç. v. Turkey, no. 40591/11, 09.02.2021, §§ 103-112.
Ε) M.C. κατά Βουλγαρίας και Y κατά Σλοβενίας. Οι αποφάσεις αυτές είναι χρήσιμες ως ευρύτερο πλαίσιο για τις θετικές υποχρεώσεις διερεύνησης σεξουαλικής βίας και για την προστασία ευάλωτων θυμάτων από δευτερογενή θυματοποίηση. Δεν είναι όμως άμεσα πραγματολογικά παράλληλες με την E.S. και Z.C. και πρέπει να αναφέρονται ως ευρύτερο νομολογιακό υπόβαθρο, όχι ως στενά συγκρίσιμα προηγούμενα. Πηγή: HUDOC, M.C. v. Bulgaria, no. 39272/98, 04.12.2003· Y v. Slovenia, no. 41107/10, 28.05.2015.
ΣΤ) Σύμβαση Lanzarote και Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Τα κείμενα αυτά προσφέρουν σημαντικό ερμηνευτικό πλαίσιο για το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, τη φιλική προς το παιδί ακρόαση και τον περιορισμό επαναλαμβανόμενων εξετάσεων. Αποτελούν, ωστόσο, κανονιστικά διεθνή κείμενα και όχι αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων· επικαλούνται ως ερμηνευτικό υπόβαθρο των θετικών υποχρεώσεων και όχι ως συγκριτική νομολογία. Πηγή: Council of Europe, Lanzarote Convention, CETS No. 201, 25.10.2007 (έναρξη ισχύος 01.07.2010)· UN, Convention on the Rights of the Child, 20.11.1989· βλ. και UN Committee on the Rights of the Child, General Comment No. 13 (2011).
Ζ) Συγκριτική αναφορά διεθνούς νομολογίας. Διαμερικανικό Δικαστήριο, V.R.P. και V.P.C. κατά Νικαράγουας. Πρόκειται για την πλέον άμεσα συναφή απόφαση διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου: αφορούσε σεξουαλική βία σε ανήλικη (εννέα ετών) από τον πατέρα και τις πλημμέλειες της εθνικής ποινικής διαδικασίας. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο ανέλυσε τις κρατικές υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας και ειδικής προστασίας στις έρευνες και ποινικές διαδικασίες για σεξουαλική βία κατά κοριτσιών, θεσπίζοντας ειδικά πρότυπα αποφυγής επαναθυματοποίησης, και διαπίστωσε παραβιάσεις της Αμερικανικής Σύμβασης. Η αξία της σύγκρισης έγκειται στη σύγκλιση των κανονιστικών προτύπων (δέουσα επιμέλεια, παιδοκεντρική διαδικασία, αποφυγή δευτερογενούς θυματοποίησης), με διαφορετική έκβαση λόγω των ουσιωδών ελλείψεων που διαπιστώθηκαν εκεί, σε αντίθεση με την επάρκεια της έρευνας στην E.S. και Z.C. Πηγή: IACtHR, V.R.P., V.P.C. y otros vs. Nicaragua, Sentencia de 08.03.2018, Serie C No. 350.
Πηγή : echrcaselaw.com
