Ποινική καταδίκη για μη καταβολή χρεών από διοικητικό πρόστιμο λαθρεμπορίας, παρά προηγούμενη αθώωση. Διακριτά αδικήματα. Απουσία ταυτότητας idem. Μη εφαρμογή τεκμηρίου αθωότητας

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, ιδιοκτήτης πρατηρίου καυσίμων, αθωώθηκε αμετάκλητα από τα ποινικά δικαστήρια για λαθρεμπορία καυσίμων (2007), ενώ παράλληλα του είχε επιβληθεί από το Τελωνείο διοικητικό πρόστιμο 2.773.817,52 ευρώ για την ίδια πράξη. Μεταγενέστερα καταδικάστηκε ποινικά για το διακριτό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, χρεών που απέρρεαν από το ως άνω πρόστιμο. Ο προσφεύγων προέβαλε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου (ne bis in idem) και του άρθρου 6 § 2 (τεκμήριο αθωότητας). Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δύο ποινικές διαδικασίες αφορούσαν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, σε διαφορετικό χρόνο και διαφορετικές πράξεις του προσφεύγοντος, ώστε να μην υφίσταται ταυτότητα του «idem», και ότι η ποινική αθώωση για λαθρεμπορία δεν ήταν ούτε καθοριστική ούτε καν κρίσιμη για τη μεταγενέστερη διαδικασία. Το ΕΔΔΑ κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη: το σκέλος του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου ως προδήλως αβάσιμο και το σκέλος του άρθρου 6 § 2 ως ασυμβίβαστο ratione materiae.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο προσφεύγων, Έλληνας υπήκοος γεννηθείς το 1946 και κάτοικος Θεσσαλονίκης, εκμεταλλευόταν πρατήριο καυσίμων. Την 1η Μαρτίου 2006 το αρμόδιο Τελωνείο τού επέβαλε διοικητικό πρόστιμο για λαθρεμπορία καυσίμων κατά τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα, ύψους 2.773.817,52 ευρώ. Σε παράλληλη ποινική διαδικασία, με την αμετάκλητη υπ’ αριθ. 5970/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (23 Μαρτίου 2007), ο προσφεύγων αθωώθηκε για λαθρεμπορία καυσίμων. Με την υπ’ αριθ. 2403/2015 απόφαση (16 Ιουνίου 2015), το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά του προστίμου.

Με προηγούμενη προσφυγή (αριθ. 56803/15), ο προσφεύγων είχε προβάλει αιτιάσεις υπό το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και το άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ ως προς το πρόστιμο που του επιβλήθηκε παρά την ποινική του αθώωση. Το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει παραβίαση αμφοτέρων των διατάξεων (Mathiantonis κατά Ελλάδας της 10.12.2024 [Επιτροπή], αριθ. 56795/15 και 56803/15).

Στην παρούσα υπόθεση, στις 22 Ιουλίου 2009 το Τελωνείο ζήτησε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του προσφεύγοντος για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα στις 12 Απριλίου 2008 και στις 16 Ιανουαρίου 2009, κατά το άρθρο 23 § 1 του Ν. 2523/1997 και το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004. Με την υπ’ αριθ. 42313/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ο προσφεύγων κρίθηκε ένοχος. Η έφεσή του απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 7437/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (16 Σεπτεμβρίου 2014). Το δικαστήριο, δικάζοντας εκ νέου, τον έκρινε ένοχο για μη καταβολή χρεών, του επέβαλε τριετή ποινή φυλάκισης με αναστολή και σημείωσε ότι η ποινική και η διοικητική διαδικασία για τη λαθρεμπορία ήταν αυτοτελείς.

Ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση, υποστηρίζοντας ότι η καταδίκη του παραβίαζε το τεκμήριο αθωότητας, καθόσον καταδικάστηκε για μη καταβολή χρεών απορρεόντων από το πρόστιμο λαθρεμπορίας, παρά την αθώωσή του για λαθρεμπορία. Με την υπ’ αριθ. 938/2016 απόφαση (25 Απριλίου 2016), ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση: επισήμανε ότι ο προσφεύγων δεν είχε καταβάλει χρέη οφειλόμενα δυνάμει ισχύουσας πράξης, ότι η ποινική και η διοικητική διαδικασία ήταν αυτοτελείς και ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής ne bis in idem.

Επικαλούμενος το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και το άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου – ne bis in idem. Προδήλως αβάσιμη αιτίαση. Απαράδεκτο

Παραδεκτό: Η Κυβέρνηση προέβαλε ένσταση μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, υποστηρίζοντας ότι ο προσφεύγων δεν είχε προβάλει, ούτε καν κατ’ ουσίαν, την αιτίαση υπό το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει την ένσταση, καθώς η αιτίαση ήταν απαράδεκτη για άλλους λόγους.

Επί της ουσίας του παραδεκτού: Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές, όπως αποκρυσταλλώθηκαν στις A and B κατά Νορβηγίας [GC], Sergey Zolotukhin κατά Ρωσίας [GC], Goulandris και Vardinogianni κατά Ελλάδας και Kapetanios κ.α. κατά Ελλάδας. Το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου απαγορεύει τη δίωξη ή δίκη για δεύτερο «αδίκημα» στο μέτρο που αυτό απορρέει από ταυτόσημα πραγματικά περιστατικά ή από περιστατικά «κατ’ ουσίαν» τα ίδια· αφετηρία της κρίσης αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν τόσο το αδίκημα για το οποίο ο προσφεύγων ήδη δικάστηκε όσο και εκείνο για το οποίο κατηγορείται (Sergey Zolotukhin, § 83).

Εν προκειμένω, οι δύο διαδικασίες ήταν η ποινική διαδικασία για λαθρεμπορία καυσίμων και η ποινική διαδικασία για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι δύο διακριτά αδικήματα. Η αθωωτική ποινική κρίση του 2007 ως προς τη λαθρεμπορία αφορούσε κατηγορίες για λαθρεμπορία καυσίμων στο πρατήριο του προσφεύγοντος, με βάση την απόφαση του Τελωνείου της 1ης Μαρτίου 2006. (Παρότι η αγγλική διατύπωση της παρ. 10 χρησιμοποιεί τη λέξη «convicting», το σύνολο της απόφασης, και ιδίως η παρ. 2, επιβεβαιώνει ότι η απόφαση του 2007 ήταν αθωωτική· συνεπώς, στο ελληνικό κείμενο δεν πρέπει να αποδίδεται ως «καταδικαστική»). Η μεταγενέστερη ποινική κρίση του 2014 αφορούσε τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ληξιπρόθεσμων στις 12 Απριλίου 2008 και στις 16 Ιανουαρίου 2009· τα χρέη αυτά απέρρεαν από το διοικητικό πρόστιμο.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι δύο ποινικές διαδικασίες στηρίζονταν σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, που έλαβαν χώρα σε διαφορετικό χρόνο και αφορούσαν διαφορετικό σύνολο πράξεων του προσφεύγοντος (mutatis mutandis, Ramda κατά Γαλλίας, §§ 94-95). Η διαδικασία για τη λαθρεμπορία αφορούσε τη συμμόρφωση με τις τελωνειακές υποχρεώσεις ως προς τη διαχείριση των καυσίμων· η διαδικασία για τη μη καταβολή αφορούσε τις υποχρεώσεις του προσφεύγοντος έναντι του Δημοσίου να καταβάλει οφειλόμενα ποσά εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Η καταδίκη για μη καταβολή δεν συνδεόταν με την προέλευση, το κύρος ή τη δικαιολόγηση των χρεών· τα ποινικά δικαστήρια εξέτασαν αποκλειστικά αν ο κατηγορούμενος είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωση καταβολής, ενώ το ζήτημα της νομιμότητας της επιβολής του προστίμου ανήκε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Συνεπώς, οι δύο ποινικές διαδικασίες δεν αφορούσαν ταυτόσημα ή κατ’ ουσίαν τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

Συμπέρασμα: Η αιτίαση είναι προδήλως αβάσιμη, κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 (a), και απορρίπτεται σύμφωνα με το άρθρο 35 § 4 ΕΣΔΑ.

Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ – τεκμήριο αθωότητας. Ασυμβίβαστο ratione materiae. Απαράδεκτο

Θέση της Κυβέρνησης: Τα δύο αδικήματα στηρίζονταν σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, η δε εγκυρότητα του προστίμου δεν εξετάστηκε από τα ποινικά δικαστήρια. Το πρόστιμο μπορούσε να ακυρωθεί μόνον από τα διοικητικά δικαστήρια· ελλείψει ακύρωσης, ο προσφεύγων όφειλε να το καταβάλει ως χρέος προς το Δημόσιο. Αν το πρόστιμο ακυρωνόταν, ο προσφεύγων θα μπορούσε να ζητήσει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.

Κρίση του Δικαστηρίου: Οι γενικές αρχές ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6 § 2 σε διαδικασίες μεταγενέστερες ποινικής αθώωσης συνοψίστηκαν στην Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC] (§§ 101-09 και 120-25). Όταν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 6 § 2 σε μεταγενέστερες διαδικασίες, ο προσφεύγων οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη δεσμού μεταξύ της περατωθείσας ποινικής διαδικασίας και της μεταγενέστερης. Τέτοιος δεσμός είναι πιθανόν να υφίσταται όταν η μεταγενέστερη διαδικασία απαιτεί την εξέταση της έκβασης της προηγούμενης ποινικής διαδικασίας και, ιδίως, όταν υποχρεώνει το δικαστήριο να αναλύσει την ποινική απόφαση ή να επανεκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής δικογραφίας (Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], § 104). Ο δεσμός δεν θεμελιώνεται όταν η έκβαση της ποινικής διαδικασίας δεν ήταν καθοριστική για τη μεταγενέστερη και η δεύτερη δεν αποτελεί άμεση συνέχεια της πρώτης (Gale κατά Ηνωμένου Βασιλείου· Ringvold κατά Νορβηγίας, § 41).

Εν προκειμένω, ο προσφεύγων είχε, κατά το εθνικό δίκαιο, υποχρέωση να καταβάλει τα χρέη που απέρρεαν από το διοικητικό πρόστιμο, από τον χρόνο που αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα. Παρά την αθώωση για λαθρεμπορία, το πρόστιμο δεν είχε ακυρωθεί από τα διοικητικά δικαστήρια και εξακολουθούσε να ισχύει. Σε περίπτωση ακύρωσης, ο προσφεύγων θα μπορούσε να ζητήσει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της μη καταβολής, η προέλευση της οφειλής είναι αδιάφορη, δεδομένου ότι τα χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα ακόμη και πριν από την περάτωση της διοικητικής διαδικασίας κατά της επιβολής του προστίμου. Επομένως, η ποινική αθώωση για λαθρεμπορία δεν ήταν καθοριστική ούτε καν κρίσιμη για τη μεταγενέστερη διαδικασία (αντιδιαστολή προς Melo Tadeu κατά Πορτογαλίας, § 66).

Το Δικαστήριο τόνισε ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την επιβολή του διοικητικού προστίμου παρά την ποινική αθώωση για την ίδια πράξη. Η μεταγενέστερη διαδικασία δεν αφορούσε επανεξέταση της ίδιας συμπεριφοράς από τη σκοπιά των διοικητικών δικαστηρίων (αντιδιαστολή προς Sismanidis και Sitaridis κατά Ελλάδας και Kapetanios κ.α.). Αφορούσε εντελώς διαφορετική συμπεριφορά και διαφορετικό αδίκημα. Διαφέρει έτσι από καταστάσεις όπου ο προσφεύγων δικάζεται και καταδικάζεται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα και προσβάλλεται το τεκμήριο αθωότητας επειδή τα διοικητικά δικαστήρια διατήρησαν διοικητικό πρόστιμο για λαθρεμπορία παρά προηγηθείσα ποινική αθώωση – τούτο ήταν το αντικείμενο της Mathiantonis κατά Ελλάδας (10 Δεκεμβρίου 2024), όπου διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 § 2. Αντιθέτως, εδώ τα εθνικά ποινικά δικαστήρια διέκριναν την ποινική από τη διοικητική διαδικασία και δεν αμφισβήτησαν την ορθότητα της αθώωσης του προσφεύγοντος για λαθρεμπορία. Η προηγούμενη αθώωση ήταν αδιάφορη για τη διαδικασία περί μη καταβολής (Nealon και Hallam, § 123).

Συμπέρασμα: Η αιτίαση κρίθηκε ασυμβίβαστη ratione materiae με τις διατάξεις της Σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 (a), και απορρίφθηκε βάσει του άρθρου 35 § 4. Το Δικαστήριο, ομόφωνα, κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Η ποινική αθώωση του προσφεύγοντος ως προς το λαθρεμπόριο δεν ήταν συνεπώς καθοριστική ούτε καν κρίσιμη για τη μεταγενέστερη διαδικασία για τη μη καταβολή του προστίμου» (παρ. 16).

Επικουρικά, ως προς το «idem»: «οι δύο σειρές ποινικών διαδικασιών δεν αφορούσαν ταυτόσημα πραγματικά περιστατικά ή περιστατικά κατ’ ουσίαν τα ίδια για τους σκοπούς του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου» (παρ. 11).

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η διάκριση «idem factum» και η εξατομίκευση του αδικήματος. Η απόφαση εφαρμόζει με αυστηρότητα το κριτήριο της ταυτότητας πραγματικών περιστατικών της Sergey Zolotukhin. Η A and B κατά Νορβηγίας μνημονεύεται από την προκειμένη απόφαση ως μέρος του γενικού πλαισίου για το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, αλλά το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να εξετάσει το κριτήριο της «επαρκώς στενής σύνδεσης ως προς την ουσία και τον χρόνο», διότι σταμάτησε στο προγενέστερο στάδιο της απουσίας idem. Το Δικαστήριο δεν αρκείται στην κοινή «προέλευση» των δύο διαδικασιών από το ίδιο τελωνειακό συμβάν, αλλά εστιάζει στο συγκεκριμένο σύνολο πράξεων που συγκροτεί κάθε αδίκημα: αφενός η μη συμμόρφωση με τις τελωνειακές υποχρεώσεις (λαθρεμπορία), αφετέρου η παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής ληξιπρόθεσμης οφειλής (μη καταβολή χρεών). Η χρονική και πραγματική απόσταση μεταξύ των δύο (πράξη λαθρεμπορίας του 2006 / ληξιπρόθεσμες οφειλές του 2008-2009) αποκλείει την ταυτότητα του «idem».

Η αυτοτέλεια του αδικήματος μη καταβολής από το κύρος της υποκείμενης οφειλής. Κεντρικό σημείο της απόφασης είναι ότι, για τους σκοπούς του συγκεκριμένου ποινικού ελέγχου περί μη καταβολής χρεών, η προέλευση, το κύρος ή η δικαιολόγηση της οφειλής δεν αποτέλεσαν αντικείμενο κρίσης των ποινικών δικαστηρίων. Η οφειλή θεωρήθηκε απαιτητή εφόσον στηριζόταν σε ισχύουσα διοικητική πράξη που δεν είχε ακυρωθεί από τα διοικητικά δικαστήρια. Η κατανομή δικαιοδοσίας, ποινικά δικαστήρια για την υποχρέωση καταβολής και διοικητικά δικαστήρια για τη νομιμότητα του προστίμου, λειτουργεί ως δομικός διαχωρισμός που στηρίζει την κρίση περί απουσίας ne bis in idem.

Η διάκριση από την πρώτη υπόθεση Mathiantonis και από τη γραμμή Kapetanios/Sismanidis. Η απόφαση οριοθετεί ρητά το πεδίο εφαρμογής της ελληνικής νομολογιακής γραμμής περί διπλής κύρωσης για λαθρεμπορία. Στις Καπετάνιος και Σισμανίδης, καθώς και στην πρώτη Μαθιαντώνης (2024), η παραβίαση θεμελιώθηκε στη διατήρηση του διοικητικού προστίμου για λαθρεμπορία παρά την ποινική αθώωση για την ίδια πράξη – δηλαδή στην επανεξέταση της ίδιας συμπεριφοράς. Εδώ, αντιθέτως, η δεύτερη διαδικασία αφορά άλλη συμπεριφορά (μη καταβολή) και άλλο αδίκημα. Η απόφαση καθιστά σαφές ότι η ελληνική παθογένεια στο πεδίο του ne bis in idem δεν επεκτείνεται αυτομάτως σε κάθε «παρακολουθηματική» ποινική διαδικασία που συνδέεται με το αρχικό τελωνειακό συμβάν.

Ο «δεσμός» του άρθρου 6 § 2 και το κριτήριο Nealon και Hallam. Στο πεδίο του τεκμηρίου αθωότητας, το Δικαστήριο εφαρμόζει τη μεθοδολογία της Nealon και Hallam: η μεταγενέστερη διαδικασία ενεργοποιεί το άρθρο 6 § 2 μόνον εφόσον απαιτεί ανάλυση της ποινικής απόφασης ή επανεκτίμηση των αποδείξεων της ποινικής δικογραφίας. Εφόσον τα ποινικά δικαστήρια ουδόλως αμφισβήτησαν την ορθότητα της αθώωσης και η αθώωση δεν ήταν καθοριστική για την καταδίκη περί μη καταβολής, δεν υφίσταται ο αναγκαίος δεσμός – εξ ου και η κήρυξη του απαραδέκτου ratione materiae (και όχι η εξέταση επί της ουσίας).

Η δικλείδα της επανάληψης της διαδικασίας. Το Δικαστήριο στηρίζεται σημαντικά στη δυνατότητα του προσφεύγοντος να ζητήσει επανάληψη της ποινικής διαδικασίας αν το πρόστιμο ακυρωθεί από τα διοικητικά δικαστήρια. Η δικλείδα αυτή λειτουργεί, κατά τη συλλογιστική του Δικαστηρίου, ως ενδεχόμενος μηχανισμός δικονομικής διόρθωσης σε περίπτωση μεταγενέστερης ακύρωσης της υποκείμενης διοικητικής οφειλής.

ΣΧΟΛΙΟ

Η απόφαση Μαθιαντώνης κατά Ελλάδας της 12.05.2026 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή αφορά τον ίδιο προσφεύγοντα και την ίδια υποκείμενη τελωνειακή υπόθεση με την προηγηθείσα καταδικαστική για την Ελλάδα απόφαση του Δεκεμβρίου 2024, καταλήγει όμως σε διαμετρικά αντίθετο αποτέλεσμα: κήρυξη απαραδέκτου. Η αντιδιαστολή αυτή είναι το πλέον διδακτικό στοιχείο της απόφασης και αναδεικνύει τη λεπτή, αλλά νομικά κρίσιμη, διάκριση μεταξύ της διπλής τιμώρησης της ίδιας πράξης λαθρεμπορίας και της μεταγενέστερης ποινικής ευθύνης για μη εκπλήρωση δημόσιας οφειλής.

Συνεκτικότητα της δικαστικής συλλογιστικής – η εστίαση στο «idem factum». Το ισχυρό σημείο της απόφασης συνίσταται στη μεθοδολογική πειθαρχία του Δικαστηρίου. Αντί να παρασυρθεί από τον κοινό αιτιώδη πυρήνα (το πρόστιμο λαθρεμπορίας), εστιάζει στα συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία κάθε αδικήματος. Πρόκειται για ορθή εφαρμογή της Sergey Zolotukhin: η ταυτότητα κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, όχι τον νομικό χαρακτηρισμό ούτε την οικονομική συνάφεια. Πηγή: ΕΔΔΑ, Mathiantonis κατά Ελλάδας, παρ. 9-11, Sergey Zolotukhin v. Russia [GC], § 83· HUDOC.

Το αδύναμο σημείο – η ουσιαστική «παγίδα» για τον αθωωθέντα. Σε ουσιαστικό επίπεδο, η απόφαση αφήνει ανοιχτό ένα δυσχερές νομικό ζήτημα: ο προσφεύγων αθωώθηκε για λαθρεμπορία, αλλά καταδικάστηκε ποινικά (τριετής φυλάκιση με αναστολή) επειδή δεν κατέβαλε χρέος που γεννήθηκε αποκλειστικά από το πρόστιμο της πράξης για την οποία αθωώθηκε. Η τυπική απάντηση του Δικαστηρίου – ότι η οφειλή ήταν απαιτητή εφόσον το πρόστιμο δεν είχε ακυρωθεί – είναι νομικά συνεπής, πλην όμως αναδεικνύει την ένταση μεταξύ της δικονομικής αυτοτέλειας των διαδικασιών και της ουσιαστικής δικαιοσύνης. Πηγή: ΕΔΔΑ, Mathiantonis κατά Ελλάδας, παρ. 4-5 και 16· HUDOC.

Η λειτουργία της δικλείδας επανάληψης και η αχίλλειος πτέρνα της. Το Δικαστήριο στηρίζεται καθοριστικά στη δυνατότητα επανάληψης της ποινικής διαδικασίας σε περίπτωση ακύρωσης του προστίμου. Πλην όμως, εν προκειμένω, το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε απορρίψει το 2015 την αίτηση αναίρεσης κατά του προστίμου, ενώ η παραβίαση ως προς το πρόστιμο διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ μόλις τον Δεκέμβριο του 2024. Το ερώτημα αν, μετά την καταδικαστική απόφαση του 2024, ανοίγει οδός επανεξέτασης τόσο του προστίμου όσο και της καταδίκης για μη καταβολή, παραμένει ανοιχτό στο εθνικό δίκαιο. Η αποτελεσματικότητα της δικλείδας στην οποία στηρίχθηκε το Στρασβούργο εξαρτάται, εν τέλει, από τις εθνικές δικονομικές δυνατότητες επανάληψης και από την πρακτική τους εφαρμογή. Πηγή: ΕΔΔΑ, Mathiantonis κατά Ελλάδας, παρ. 2-3 και 13· Mathiantonis κατά Ελλάδας [Επιτροπή], αριθ. 56795/15 και 56803/15, 10.12.2024· HUDOC.

Η οριοθέτηση της ελληνικής νομολογιακής γραμμής περί διπλής κύρωσης. Η απόφαση είναι σημαντική για το ελληνικό τελωνειακό-ποινικό σύστημα διότι περιορίζει το εύρος εφαρμογής της γραμμής Καπετάνιος/Σισμανίδης/Γουλανδρής. Η νομολογία αυτή προστατεύει τον αθωωθέντα από την εκ νέου επιβολή ή διατήρηση κύρωσης για την ίδια πράξη. Δεν τον απαλλάσσει, ωστόσο, από αυτοτελείς υποχρεώσεις (όπως η καταβολή απαιτητής δημόσιας οφειλής) ούτε από την ποινική ευθύνη για τη μη εκπλήρωσή τους, εφόσον αυτές δεν προϋποθέτουν την επανεκτίμηση της αθωωτικής κρίσης. Πηγή: ΕΔΔΑ, Kapetanios and Others v. Greece, §§ 62-63 και 82-88· Sismanidis and Sitaridis v. Greece, §§ 40-58· HUDOC.

Η επιλογή του απαραδέκτου ratione materiae αντί της εξέτασης επί της ουσίας. Αξιοσημείωτη είναι η δικονομική τεχνική του Δικαστηρίου: αντί να κρίνει «μη παραβίαση» επί της ουσίας, διαπιστώνει ότι η αιτίαση του άρθρου 6 § 2 είναι ασυμβίβαστη ratione materiae (το άρθρο δεν τυγχάνει καν εφαρμογής, ελλείψει δεσμού) και ότι η αιτίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου είναι προδήλως αβάσιμη. Η επιλογή αυτή είναι συνεπής με την Nealon και Hallam, η οποία προτάσσει το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής (applicability) ως προκριματικό. Πηγή: ΕΔΔΑ, Mathiantonis κατά Ελλάδας, παρ. 12, 15 και 18, Nealon and Hallam v. the United Kingdom [GC], §§ 120-25· HUDOC.

Συμπέρασμα. Η Mathiantonis (2026) δεν εισάγει νέα νομολογιακή αρχή, αλλά προσφέρει υποδειγματική εφαρμογή των κριτηρίων της Sergey Zolotukhin/A and B κατά Νορβηγίας (idem) και της Nealon και Hallam (δεσμός υπό το άρθρο 6 § 2) σε ένα ιδιαίτερα οριακό πραγματικό πλαίσιο. Η αξία της συνίσταται στο ότι δείχνει πού τελειώνει η προστασία του ne bis in idem και του τεκμηρίου αθωότητας όταν η δεύτερη διαδικασία αφορά αυτοτελές αδίκημα. Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό το ουσιαστικό ζήτημα της θέσης του αθωωθέντος που παραμένει εκτεθειμένος σε ποινική ευθύνη για οφειλή απορρέουσα από πράξη για την οποία αθωώθηκε, ζήτημα που μετατίθεται στις εθνικές δικλείδες επανάληψης της διαδικασίας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Α) Sergey Zolotukhin κατά Ρωσίας [GC]: Θεμελιώδης απόφαση που καθιέρωσε την προσέγγιση του «idem factum» – η ταυτότητα του αδικήματος κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά και όχι τον νομικό χαρακτηρισμό. Αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο της κρίσης περί απουσίας ταυτότητας στην Mathiantonis. Πηγή: HUDOC, Sergey Zolotukhin v. Russia [GC], αρ. 14939/03, ECHR 2009, §§ 78-84.

Β) A and B κατά Νορβηγίας [GC]: Διέκρινε το «bis» από το «idem» και εισήγαγε το κριτήριο της «επαρκώς στενής σύνδεσης ως προς την ουσία και τον χρόνο» για τις μικτές (διοικητικές/ποινικές) διαδικασίες. Στην Mathiantonis το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να φθάσει στο στάδιο αυτό, καθώς απουσίαζε εξαρχής το «idem». Πηγή: HUDOC, A and B v. Norway [GC], αρ. 24130/11 και 29758/11, 15.11.2016, §§ 105-34.

Γ) Kapetanios κ.α. κατά Ελλάδας: Απόφαση-σταθμός για το ελληνικό σύστημα: διαπίστωσε παραβίαση όπου διοικητικό πρόστιμο για λαθρεμπορία διατηρήθηκε παρά την ποινική αθώωση για την ίδια πράξη. Η Mathiantonis (2026) αντιδιαστέλλεται ρητά, γιατί αφορά διαφορετικό αδίκημα. Πηγή: HUDOC, Kapetanios and Others v. Greece, αρ. 3453/12 κ.α., 30.04.2015, §§ 62-63 και 82-88.

Δ) Sismanidis και Sitaridis κατά Ελλάδας: Επιβεβαίωσε τη γραμμή Kapetanios στο πεδίο των τελωνειακών προστίμων κατά αθωωθέντων. Λειτουργεί ως σημείο αντιδιαστολής στην Mathiantonis. Πηγή: HUDOC, Sismanidis and Sitaridis v. Greece, αρ. 66602/09 και 71879/12, 09.06.2016, §§ 40-58.

Ε) Goulandris και Vardinogianni κατά Ελλάδας: Πρόσφατη ελληνική υπόθεση στο πεδίο του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, μνημονευόμενη ως πηγή γενικών αρχών στην Mathiantonis. Πηγή: HUDOC, Goulandris and Vardinogianni v. Greece, no. 1735/13, 16.06.2022, §§ 49-55.

ΣΤ) Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC]: Πρόσφατη απόφαση Ευρείας Σύνθεσης που συστηματοποίησε τις αρχές περί εφαρμογής του άρθρου 6 § 2 σε διαδικασίες μεταγενέστερες αθώωσης, με έμφαση στο κριτήριο του «δεσμού». Αποτελεί τη βάση της κρίσης περί ασυμβίβαστου ratione materiae. Πηγή: HUDOC, Nealon and Hallam v. the United Kingdom [GC], αρ. 32483/19 και 35049/19, 11.06.2024, §§ 101-09 και 120-25.

Ζ) Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC]: Καθόρισε τη «δεύτερη πτυχή» του τεκμηρίου αθωότητας (προστασία του αθωωθέντος σε μεταγενέστερες διαδικασίες). Πηγή: HUDOC, Allen v. the United Kingdom [GC], αρ. 25424/09, ECHR 2013, § 104.

Η) Melo Tadeu κατά Πορτογαλίας: Διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 όπου φορολογική/διοικητική αρχή αγνόησε προηγηθείσα ποινική αθώωση. Αντιδιαστέλλεται στην Mathiantonis, διότι εκεί η αθώωση ήταν κρίσιμη, ενώ εδώ όχι. Πηγή: HUDOC, Melo Tadeu v. Portugal, αρ. 27785/10, 23.10.2014, § 66.

Θ) Ringvold κατά Νορβηγίας / Gale κατά Ηνωμένου Βασιλείου: Παραδείγματα όπου ο αναγκαίος δεσμός δεν θεμελιώθηκε, καθώς η έκβαση της ποινικής διαδικασίας δεν ήταν καθοριστική για τη μεταγενέστερη. Πηγή: HUDOC, Ringvold v. Norway, αρ. 34964/97, ECHR 2003-II, § 41, Gale v. the United Kingdom, αρ. 25092/12, §§ 90-96.

Ι) Mathiantonis κατά Ελλάδας [Επιτροπή] (2024): Η πρώτη υπόθεση του ιδίου προσφεύγοντος, όπου διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 § 2 λόγω διατήρησης του προστίμου λαθρεμπορίας παρά την αθώωση. Αποτελεί το αναγκαίο σημείο σύγκρισης για την κατανόηση της παρούσας απόφασης. Πηγή: HUDOC, Mathiantonis v. Greece [Committee], αρ. 56795/15 και 56803/15, 10.12.2024.

ΙΑ) Νομολογία ΔΕΕ – Mencibpost και Nordzucker: Η σύγκριση με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να γίνει με προσοχή, διότι το ΔΕΕ εφαρμόζει το άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και κινείται εντός του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Παρά ταύτα, οι αποφάσεις Mencibpost και Nordzucker είναι χρήσιμες συγκριτικά: επιβεβαιώνουν ότι η απαγόρευση διπλής δίωξης και κύρωσης προϋποθέτει ταυτότητα πραγματικών περιστατικών και ότι, όταν υπάρχει τέτοια ταυτότητα, τίθεται περαιτέρω ζήτημα αν η σώρευση διαδικασιών και κυρώσεων μπορεί να δικαιολογηθεί υπό αυστηρούς όρους προβλεψιμότητας, συντονισμού, εγγύτητας στον χρόνο και αναλογικότητας. Στην Mathiantonis, όμως, το ζήτημα αυτό δεν ανακύπτει στο ίδιο επίπεδο, διότι το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρχε εξαρχής idem. Η σύγκριση με το ΔΕΕ, συνεπώς, ενισχύει κυρίως το συμπέρασμα ότι η απουσία ταυτότητας πραγματικών περιστατικών είναι αποφασιστικό φίλτρο. Πηγή: ΔΕΕ, Menci, C-524/15, 20.03.2018, bpost, C-117/20, 22.03.2022·, Nordzucker, C-151/20, 22.03.2022.

ΙΒ) Διαμερικανικό Δικαστήριο, Loayza-Tamayo κατά Περού: Η απόφαση αυτή μπορεί να αναφερθεί μόνο ως γενική συγκριτική ένδειξη ότι η διεθνής προστασία από διπλή δίωξη συνδέεται με την αποφυγή νέας δίκης για τα ίδια πραγματικά περιστατικά ή την ίδια αιτία (άρθρο 8 § 4 ΑΣΔΑ). Δεν πρέπει, όμως, να χρησιμοποιηθεί ως άμεσο ανάλογο της Mathiantonis, διότι αφορούσε πολύ διαφορετικό πλαίσιο – διαδοχικές ποινικές διαδικασίες για τρομοκρατία/προδοσία και σοβαρές εγγυήσεις δίκαιης δίκης. Η αξία της σύγκρισης είναι θεωρητική. Πηγή: ΔιΑΔΔΑ, Loayza-Tamayo v. Peru, Judgment on the Merits, 17.09.1997, Serie C No. 33.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ: • Sergey Zolotukhin v. Russia [GC], 10.02.2009 (ECHR 2009), Application no. 14939/03 • A and B v. Norway [GC], 15.11.2016, Applications nos. 24130/11 και 29758/11 • Kapetanios and Others v. Greece, 30.04.2015, Applications nos. 3453/12 κ.α. • Sismanidis and Sitaridis v. Greece, 09.06.2016, Applications nos. 66602/09 και 71879/12 • Goulandris and Vardinogianni v. Greece, 16.06.2022, Application no. 1735/13 • Ramda v. France, 19.12.2017, Application no. 78477/11 • Nealon and Hallam v. the United Kingdom [GC], 11.06.2024, Applications nos. 32483/19 και 35049/19 • Allen v. the United Kingdom [GC], 12.07.2013, Application no. 25424/09 • Melo Tadeu v. Portugal, 23.10.2014, Application no. 27785/10 • Ringvold v. Norway, 11.02.2003, Application no. 34964/97 • Gale v. the United Kingdom, 01.07.2025, Application no. 25092/12 • Mathiantonis v. Greece [Committee], 10.12.2024, Applications nos. 56795/15 και 56803/15

Συγκριτική νομολογία (ΔΕΕ / ΔιΑΔΔΑ): • ΔΕΕ, Menci, C-524/15, 20.03.2018 • ΔΕΕ, bpost, C-117/20, 22.03.2022 • ΔΕΕ, Nordzucker, C-151/20, 22.03.2022 • ΔιΑΔΔΑ, Loayza-Tamayo v. Peru, Judgment on the Merits, 17.09.1997, Serie C No. 33

Πηγή : echrcaselaw.com

To Top