ΕΔΔΑ: Παράνομη η εις ολόκληρον δήμευση που υπερβαίνει το ατομικό όφελος του δράστη

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Οι τρεις προσφεύγοντες καταδικάστηκαν στην Ιταλία για οικονομικά εγκλήματα που τέλεσαν μαζί με άλλους. Καθένας τους όμως υποχρεώθηκε να απωλέσει  περιουσία ίση με το σύνολο του παράνομου κέρδους όλων των δραστών – και όχι μόνο με το δικό του μερίδιο. Αυτό συνέβη επειδή τα ιταλικά δικαστήρια εφάρμοσαν, αυτόματα, την αρχή της ευθύνης «εις ολόκληρον».

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της περιουσίας (άρθρο 1 ΠΠΠ) και ως προς τους τρεις: η δήμευση ξεπέρασε το ατομικό όφελος του καθενός, χωρίς εξατομικευμένη κρίση, και μετακύλησε άδικα στον κατηγορούμενο ένα βάρος που ανήκε στο Κράτος.

Ως προς την αρχή της «μη επιβολή ποινής χωρίς νόμο» (άρθρο 7 ΕΣΔΑ), το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση μόνο για τον έναν προσφεύγοντα (Curci), γιατί η εις ολόκληρον δήμευση στηριζόταν σε μια αντιφατική νομολογία είκοσι ετών, που δεν επέτρεπε να προβλεφθεί η ποινή και έτσι δεν είχε επαρκώς σαφή και προβλέψιμη νομική βάση. Αντιθέτως, ως προς τους λοιπούς, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση, γιατί αυτοί δεν τιμωρήθηκαν για πράξεις τρίτων αλλά για τη δική τους συμμετοχή στα αδικήματα, ενώ η αναλογικότητα της δήμευσης εξετάστηκε υπό το άρθρο 1 ΠΠΠ.

Η κεντρική συμβολή της απόφασης είναι διπλή: αφενός, αυστηροποιεί την απαίτηση προβλεψιμότητας όταν η ποινικής φύσης δήμευση θεμελιώνεται σε ασταθή νομολογία και αφετέρου, απορρίπτει την αυτόματη αλληλέγγυα δήμευση ως δυσανάλογη όταν μετακυλίει σε έναν συγκατηγορούμενο το βάρος ανάκτησης μεριδίων που αντιστοιχούν σε άλλους.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πραγματικά περιστατικά

Οι τρεις προσφεύγοντες είναι Ιταλοί πολίτες που καταδικάστηκαν για αξιόποινες πράξεις τελεσθείσες από κοινού με τρίτους.

Ο Petrignani, λογιστής, κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και για φορολογικά αδικήματα. Παρείχε επαγγελματική υποστήριξη σε εταιρείες και συγκατηγορουμένους που τέλεσαν φορολογικά εγκλήματα. Ο ίδιος είχε λάβει αμοιβή 12.000 ευρώ για την επαγγελματική συνδρομή του. Το ποσό αυτό είχε τεθεί στη διάθεση των αρχών για δήμευση, πλην όμως το εθνικό δικαστήριο διέταξε δήμευση μέχρι το συνολικό ποσό των 5.047.500 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στον μη καταβληθέντα φόρο λόγω μη δήλωσης εσόδων.

Ο δεύτερος προσφύγων Carbone κατηγορήθηκε, μεταξύ άλλων, για απάτη σε βάρος δημόσιου φορέα, διότι είχε δηλώσει ψευδώς ότι κτίρια ανεγερθέντα βάσει σύμβασης που είχε ανατεθεί μετά από δημόσιο διαγωνισμό πληρούσαν τις νόμιμες και συμβατικές προϋποθέσεις. Από τον τραπεζικό του λογαριασμό δημεύθηκε ποσό 44.057,36 ευρώ, ενώ ο ίδιος υποστήριξε ότι το δικό του μερίδιο στα προϊόντα του εγκλήματος ανερχόταν σε 27.631,70 ευρώ. Το συνολικό προϊόν της απάτης είχε προσδιορισθεί από το εθνικό δικαστήριο σε 725.022,27 ευρώ.

Ο τρίτος Curci, φορολογικός σύμβουλος, κατηγορήθηκε ότι σχεδίασε και υλοποίησε, μέσω της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εκτεταμένο σχήμα φοροδιαφυγής για λογαριασμό μεγάλου αριθμού εταιρειών κατά τα έτη 2016–2017, καθώς και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Το ιταλικό δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε αποκομίσει οικονομικό όφελος από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, αλλά το αντικείμενο της επίμαχης αλληλέγγυας δήμευσης δεν ήταν το ατομικό αυτό όφελος· ήταν η συνολική φορολογική εξοικονόμηση / προϊόν των φορολογικών αδικημάτων όλων των εμπλεκομένων, η οποία υπολογίστηκε σε 36.431.324,03 ευρώ.

Εθνική διαδικασία

Και στις τρεις υποθέσεις τα εθνικά δικαστήρια εφάρμοσαν την αρχή της ευθύνης εις ολόκληρον στη δήμευση ισόποσης αξίας (confisca per equivalente / value confiscation): δέχθηκαν ότι οποιοσδήποτε από τους συγκατηγορουμένους μπορούσε να υποχρεωθεί σε δήμευση ποσού ίσου με το σύνολο των προϊόντων του εγκλήματος, ανεξαρτήτως του ατομικού μεριδίου που είχε πράγματι λάβει.

Το νομικό πλαίσιο περιλάμβανε το άρθρο 322 ter του Ιταλικού Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό, για τα φορολογικά αδικήματα, με το άρθρο 1 § 143 του ν. 244/2007 στην υπόθεση Petrignani και με το άρθρο 12 bis του νομοθετικού διατάγματος 74/2000 στην υπόθεση Curci, καθώς και το άρθρο 640 quater ΙτΠΚ στην υπόθεση Carbone. Η εθνική νομολογία στήριζε την εις ολόκληρον ευθύνη στη θεωρία της «μοναδικής ευθύνης» (teorica monistica) του άρθρου 110 ΙτΠΚ, κατά την οποία οι συμμέτοχοι ευθύνονται για το σύνολο του εγκλήματος ως προϊόν κοινής δράσης. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι η confisca per equivalente είχε, κατά τη νομολογία που ίσχυε στον κρίσιμο χρόνο, ποινικής φύσης χαρακτήρα κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 7 ΕΣΔΑ.

Ο Petrignani άσκησε αναίρεση ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση δημοσιευθείσα στις 18.09.2013. Ο Carbone άσκησε επίσης αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε στις 20.10.2020. Ο Curci, μετά την πρωτόδικη καταδίκη του από το Δικαστήριο του Μιλάνου στις 15.01.2019 και την επικύρωση της απόφασης από το Εφετείο στις 17.12.2020, πέτυχε μερική αναίρεση ως προς την ποινή στις 23.03.2022,  η δήμευση, όμως, επικυρώθηκε και κατέστη αμετάκλητη.

Μετά την άσκηση των προσφυγών και πριν από την απόφαση του ΕΔΔΑ, η Ολομέλεια του Ιταλικού Ακυρωτικού, με την απόφαση 13783/2025, έθεσε τέλος στη μακρά νομολογιακή απόκλιση και απέρριψε την αρχή της εις ολόκληρον ευθύνης στη δήμευση ισόποσης αξίας. Έκρινε ότι, σε περίπτωση περισσοτέρων δραστών, η δήμευση πρέπει να περιορίζεται στο μερίδιο των προϊόντων που πράγματι έλαβε κάθε δράστης και, αν το μερίδιο δεν μπορεί να προσδιοριστεί, να τεκμαίρεται ίση κατανομή.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 7 ΕΣΔΑ – Nullum crimen nulla poena sine lege

Α. Παραδεκτό

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η επίμαχη δήμευση ισόποσης αξίας συνιστούσε «ποινή» κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 7 ΕΣΔΑ (§ 70). Το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την Κυβέρνηση, η οποία αναγνώρισε ότι η εθνική νομολογία θεωρούσε την value confiscation ποινικής φύσης κύρωση (§ 61). Οι προσφυγές κρίθηκαν παραδεκτές (§ 71).

Β. Επί της ουσίας — Γενικές αρχές (§§ 72–80)

Το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια αρχή nullum crimen nulla poena sine lege: το άρθρο 7 δεν απαγορεύει μόνο την αναδρομική εφαρμογή ποινικού νόμου, αλλά και την εκτεταμένη ή αναλογική ερμηνεία του ποινικού δικαίου σε βάρος του κατηγορουμένου (§ 72, Κοκκινάκης κατά Ελλάδας, της 25.05.1993,

Del Río Prada κατά Ισπανίας [GC], αρ. 42750/09). Η ποινή πρέπει να προβλέπεται από προσβάσιμο και προβλέψιμο δίκαιο. Η έννοια του «νόμου» στο άρθρο 7 περιλαμβάνει τόσο τη νομοθεσία όσο και τη νομολογία, αλλά η νομολογιακή εξειδίκευση μιας ποινής είναι συμβατή με την ΕΣΔΑ μόνο όταν αποτελεί συνεπή και προβλέψιμη εξέλιξη, όχι όταν ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να διακινδυνεύσει καταδίκη ή ποινή μέσα σε ουσιώδη και μακροχρόνια νομολογιακή αστάθεια (§§ 76–78, Žaja κατά Κροατίας, αρ. 37462/09, §§ 103–105).

Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε επίσης ότι η ποινή απαιτεί προσωπικό σύνδεσμο ευθύνης (mental link) με τη συμπεριφορά του φυσικού αυτουργού (§ 79) και ότι είναι ασύμβατη με το άρθρο 7 η τιμωρία προσώπου για αδίκημα που τελέσθηκε από άλλον (§ 80, G.I.E.M. S.r.l. and Others κατά Ιταλίας [GC], αρ. 1828/06, §§ 271–72).

Γ. Εφαρμογή ως προς Petrignani και Carbone – μη παραβίαση του άρθρου 7

Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η δήμευση βάσει εις ολόκληρον ευθύνης ισοδυναμούσε, ως προς τους Petrignani και Carbone, με τιμωρία για πράξεις τρίτων. Οι δύο αιτούντες είχαν αποδεχθεί ποινική διαπραγμάτευση / συμφωνία επιβολής ποινής (plea bargain) και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν αμφισβήτησαν την προσωπική τους ευθύνη για τα αδικήματα στα οποία στηρίχθηκε η δήμευση (§ 83). Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε σαφής σύνδεσμος μεταξύ της δικής τους συμπεριφοράς και της παραγωγής του συνολικού προϊόντος του εγκλήματος (§ 84).

Κρίσιμο είναι ότι το ΕΔΔΑ δεν ανέφερε πως η εις ολόκληρο δήμευση είναι γενικά συμβατή με το άρθρο 7. Είπε, ειδικά για τους δύο αυτούς αιτούντες, ότι δεν αποδείχθηκε τιμώρηση για πράξεις τρίτων και ότι η επιχειρηματολογία τους περί ατομικού μεριδίου, ρόλου και υπέρμετρου βάρους αφορούσε πρωτίστως ζήτημα αναλογικότητας, το οποίο δεν εξετάζεται υπό το άρθρο 7 αλλά υπό το άρθρο 1 ΠΠΠ (§§ 86–88).

Συμπέρασμα: Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 7 ως προς Petrignani και Carbone..

Δ. Εφαρμογή ως προς Curci – παραβίαση του άρθρου 7

Ως προς τον Curci, το Δικαστήριο εξέτασε αν η δήμευση του συνολικού προϊόντος των αδικημάτων όλων των συμμετόχων, βάσει εις ολόκληρον ευθύνης, ήταν προβλέψιμη ποινή.

Πρώτον, η νομοθετική βάση κρίθηκε ανεπαρκής. Το άρθρο 322 ter ΙτΠΚ δεν ρύθμιζε ρητά την περίπτωση περισσοτέρων δραστών (§ 93). Το άρθρο 110 ΙτΠΚ προέβλεπε ότι οι συμμέτοχοι υπόκεινται στην ποινή που ορίζεται για το ίδιο έγκλημα, αλλά δεν προέβλεπε ότι μπορεί να καθοριστεί ένα ενιαίο ποσό ποινής για το οποίο όλοι ευθύνονται εις ολόκληρον (§ 94). Το άρθρο 2055 του Ιταλικού Αστικού Κώδικα ρύθμιζε αδικοπρακτική αστική ευθύνη και όχι ποινική δήμευση (§ 95).

Δεύτερον, η εθνική νομολογία δεν ήταν επαρκώς συνεπής. Από το 2004 έως το 2025 υπήρχαν δύο ουσιαστικές νομολογιακές  εκδοχές: η μία δεχόταν εις ολόκληρον ευθύνη στη δήμευση ισόποσης αξίας και η άλλη περιόριζε τη δήμευση στην ατομική συμμετοχή, τουλάχιστον όταν αυτή μπορούσε να προσδιοριστεί. Η απόφαση της Ολομέλειας 26654/2008 δεν έκλεισε τη διαφωνία, αλλά χρησιμοποιήθηκε και από τις δύο εκδοχές της  νομολογίας. Η Ολομέλεια 13783/2025 αναγνώρισε ρητά τη μακροχρόνια απόκλιση (§§ 97–100).

Τρίτον, απουσίαζαν σαφή και προβλέψιμα κριτήρια προσδιορισμού του ποσού της δήμευσης. Η δήμευση δεν είχε νομοθετικά ανώτατα όρια όπως οι κλασικές χρηματικές ποινές. Τα εθνικά δικαστήρια μπορούσαν είτε να στραφούν κατά οποιουδήποτε συμμετόχου για το σύνολο των προϊόντων είτε να επιμερίσουν το ποσό κατά διακριτική κρίση, χωρίς σαφές κριτήριο. Αν, στην πράξη, ο επιμερισμός εξαρτιόταν από τη φερεγγυότητα κάθε κατηγορουμένου, το κριτήριο αυτό ήταν άσχετο με τη συμπεριφορά για την οποία επιβαλλόταν η ποινή και δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος (§§ 103–106).

Συμπέρασμα: Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 7 ως προς τον Curci, ομόφωνα (§ 108).

Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου – Ειρηνική απόλαυση περιουσίας

Α. Παραδεκτό και γενικό πλαίσιο

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η δήμευση συνιστούσε επέμβαση στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας (§ 122). Η συμβατότητα της επέμβασης απαιτούσε νομιμότητα, νόμιμο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και δίκαιη ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων (§ 124).

Β. Curci – παραβίαση λόγω έλλειψης προβλέψιμης νομικής βάσης

Ως προς τον Curci, το ΕΔΔΑ παρέπεμψε στα ευρήματά του υπό το άρθρο 7 και έκρινε ότι η δήμευση δεν είχε επαρκώς σαφή και προβλέψιμη νομική βάση. Εξαιτίας αυτού, δεν χρειάστηκε να εξετάσει χωριστά αν η επέμβαση υπηρετούσε νόμιμο σκοπό και αν ήταν αναλογική (§ 127).

Συμπέρασμα: Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠ1 ως προς τον Curci.

Γ. Petrignani και Carbone – παραβίαση λόγω δυσανάλογης επέμβασης

Ως προς τους Petrignani και Carbone, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι η δήμευση προϊόντων εγκλήματος υπηρετεί νόμιμο σκοπό δημοσίου συμφέροντος: αποτρέπει την εγκληματική δραστηριότητα και διασφαλίζει ότι το έγκλημα δεν αποφέρει όφελος (§§ 129–131).

Στο επίπεδο της αναλογικότητας, όμως, η αυτόματη εις ολόκληρον δήμευση απέτυχε. Ως προς τον τιμωρητικό σκοπό, η δήμευση ποσών που υπερέβαιναν το ατομικό μερίδιο των αιτούντων δεν συνδεόταν με τον προσωπικό ρόλο τους στην τέλεση των εγκλημάτων ή με τη βαρύτητα της δικής τους συμπεριφοράς. Τα εθνικά δικαστήρια δεν εξέτασαν αν η ειδική συμβολή καθενός δικαιολογούσε εις ολόκληρον ευθύνη· εφάρμοσαν απλώς τον μηχανισμό αυτομάτως (§ 140).

Ως προς τον αποκαταστατικό σκοπό, η δήμευση που υπερέβαινε το ατομικό μερίδιο έθεσε τους αιτούντες σε χειρότερη οικονομική θέση από εκείνη στην οποία βρίσκονταν πριν από το έγκλημα. Επομένως, υπερέβη το αναγκαίο μέτρο αποκατάστασης και κατέλαβε περιουσία που δεν είχε άμεσο ή έμμεσο σύνδεσμο με το δικό τους παράνομο όφελος (§ 141).

Το Δικαστήριο απέρριψε τους τέσσερις «εξισορροπητικούς παράγοντες» που προέβαλε η Κυβέρνηση: α) την προτεραιότητα της άμεσης δήμευσης, β) τον περιορισμό στα προϊόντα των αδικημάτων στα οποία είχε συμμετάσχει ο κάθε προσφεύγων, γ) τη μη υπέρβαση του συνολικού προϊόντος του εγκλήματος, και δ) το δικαίωμα αναγωγής κατά των συμμετόχων. Οι τρεις πρώτοι παράγοντες περιόριζαν το συνολικό ύψος της δήμευσης, αλλά δεν απέτρεπαν τη δήμευση ποσού ανώτερου από το ατομικό μερίδιο συγκεκριμένου αιτούντος (§ 144). Το δικαίωμα αναγωγής δεν αρκούσε, διότι η αποτελεσματικότητά του ήταν αβέβαιη λόγω πιθανής αφερεγγυότητας των συγκατηγορουμένων και, κυρίως, διότι μετέθετε αδικαιολόγητα στον αιτούντα την ευθύνη ανάκτησης των μεριδίων που όφειλαν να επιδιώξουν οι κρατικές αρχές (§§ 145–147).

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι υπήρχαν λιγότερο επαχθή μέτρα: προκαταρκτικός προσδιορισμός της συμμετοχής βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, δυνατότητα ελέγχου του επιμερισμού σε μεταγενέστερες αστικές διαδικασίες ή, όταν η συμμετοχή δεν μπορούν να προσδιοριστεί, τεκμήριο ίσης κατανομής, όπως πρότεινε η Ολομέλεια του Ιταλικού Ακυρωτικού το 2025 (§ 142).

Συμπέρασμα: Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ ως προς Petrignani και Carbone, καθώς και ως προς Curci, ομόφωνα (§ 151).

Δίκαιη ικανοποίηση

Το Δικαστήριο απέρριψε τις αξιώσεις αποζημίωσης, διότι έκρινε ότι η επανάληψη ή επανεξέταση της εθνικής διαδικασίας βάσει του άρθρου 628 bis του Ιταλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνιστά, κατ’ αρχήν, πρόσφορο μέσο θεραπείας των διαπιστωθεισών παραβιάσεων (§§ 157–158). Επιδίκασε για ηθική βλάβη 2.000 ευρώ στον Petrignani, 3.000 ευρώ στον Carbone και 5.000 ευρώ στον Curci. Επιδίκασε επίσης 10.000 ευρώ στον Curci για δικαστικά έξοδα ενώπιον του ΕΔΔΑ (§§ 159, 164).

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

«Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, ελλείψει διάταξης που να θεσπίζει σαφώς την αρχή της εις ολόκληρον ευθύνης στις αποφάσεις δήμευσης και χωρίς συνεπή νομολογία που να αποσαφηνίζει τις υφιστάμενες διατάξεις, η διαταγή δήμευσης του συνόλου των προϊόντων εγκλήματος βάσει της αρχής της εις ολόκληρον ευθύνης δεν αποτελούσε προβλέψιμη ποινή» (§ 101).

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΕΟ — ΤΙ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΙ — ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

  1. Τι είναι νέο

Η απόφαση δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως γενική απαγόρευση κάθε μορφής αλληλέγγυας ή εις ολόκληρον ευθύνης στη δήμευση. Η καινοτομία της είναι ακριβέστερη. Το ΕΔΔΑ εφαρμόζει με ιδιαίτερη αυστηρότητα το κριτήριο της προβλεψιμότητας του άρθρου 7 σε ποινικής φύσης δήμευση ισόποσης αξίας όταν η εθνική νομολογία είναι μακροχρόνια διχασμένη και δεν παρέχει σαφή κριτήρια επιμερισμού.

Ενώ προγενέστερες αποφάσεις, ιδίως η G.I.E.M. S.r.l. and Others, είχαν αναπτύξει την απαίτηση προσωπικής ευθύνης και mental link στη δήμευση, η Petrignani and Others εστιάζει ειδικά στο εάν ένας εικοσαετής νομολογιακός διχασμός μπορεί να θεμελιώσει προβλεψιμότητα της ποινής. Το Δικαστήριο απαντά αρνητικά όταν η μειοψηφική νομολογιακή γραμμή δεν είναι μεμονωμένη ούτε σύντομη, αλλά ουσιώδης και διαρκής.

  1. Τι επιβεβαιώνεται

Επιβεβαιώνεται ότι το άρθρο 7 ΕΣΔΑ δεν αποτελεί γενικό πεδίο ελέγχου της αναλογικότητας της ποινής. Η αναλογικότητα ποινής που επεμβαίνει στην περιουσία εξετάζεται, κατά κανόνα, υπό το άρθρο 1 ΠΠΠ. Επιβεβαιώνεται επίσης ότι δεν επιτρέπεται τιμώρηση για πράξεις τρίτου, αλλά στην παρούσα υπόθεση το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι Petrignani και Carbone τιμωρήθηκαν για τη δική τους συμμετοχή, όχι για ξένη συμπεριφορά.

Υπό το άρθρο 1 ΠΠΠ, επιβεβαιώνεται ο τριμερής έλεγχος: νομιμότητα, νόμιμος σκοπός και δίκαιη ισορροπία / αναλογικότητα. Ειδικά σε ποινικής ή μικτής φύσης δήμευση, η δίκαιη ισορροπία απαιτεί ουσιαστική εξατομίκευση και όχι μηχανική εφαρμογή κανόνα εις ολόκληρον ευθύνης.

  1. Τι παραμένει ανοιχτό

Πρώτον, το Δικαστήριο δεν έκρινε αν η νέα ιταλική νομολογία της Ολομέλειας 13783/2025 επαρκεί από μόνη της για όλες τις μελλοντικές υποθέσεις. Η νέα νομολογία φαίνεται να κινείται προς την κατεύθυνση που απαιτεί η ΕΣΔΑ, αλλά η εφαρμογή της θα πρέπει να κριθεί στην πράξη, ιδίως ως προς τον τρόπο προσδιορισμού ή τεκμαιρόμενου επιμερισμού της συμμετοχής.

Δεύτερον, δεν απαντήθηκε γενικά αν μια νομοθετικά σαφής και εξατομικευμένα εφαρμοζόμενη εις ολόκληρον ευθύνη θα ήταν per se ασύμβατη με το άρθρο 7 ή το άρθρο 1 ΠΠΠ. Η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι διαφορετικό, σαφέστερο και αναλογικότερο εθνικό σύστημα θα μπορούσε να αξιολογηθεί διαφορετικά.

Τρίτον, ανοιχτό παραμένει το ζήτημα της αποτελεσματικότητας της επανεξέτασης της εθνικής διαδικασίας βάσει του άρθρου 628 bis ΙτΚΠΔ, ιδίως σε υποθέσεις στις οποίες οι δημεύσεις έχουν ήδη εκτελεστεί μερικώς ή πλήρως.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Ι. Η διαφοροποίηση μεταξύ των τριών προσφευγόντων

Η απόφαση διαφοροποιεί τα αποτελέσματα υπό το άρθρο 7: μη παραβίαση για Petrignani και Carbone, παραβίαση για Curci. Η διαφοροποίηση δεν πρέπει να εξηγηθεί ως αποδοχή της ουσίας της αλληλέγγυας δήμευσης για τους δύο πρώτους. Εξηγείται κυρίως από το αντικείμενο των αιτιάσεων που εξέτασε το Δικαστήριο: οι Petrignani και Carbone προέβαλαν ιδίως τιμώρηση για πράξεις τρίτων και έλλειψη αναλογικότητας, ενώ ο Curci έθεσε ευθέως και επαρκώς ζήτημα προβλεψιμότητας της νομικής βάσης.

Έτσι, το ΕΔΔΑ ακολουθεί δικονομικό αυτοπεριορισμό: κρίνει τις αιτιάσεις όπως τέθηκαν. Αυτό είναι κρίσιμο για την ορθή ανάγνωση της υπόθεσης. Η μη παραβίαση του άρθρου 7 για Petrignani και Carbone δεν ακυρώνει την αυστηρή κριτική του Δικαστηρίου στην εις ολόκληρον δήμευση· η κριτική αυτή μεταφέρεται και ευδοκιμεί υπό το άρθρο 1 ΠΠ1.

ΙΙ. Η εικοσαετής απόκλιση και το όριο της «πλειοψηφικής» νομολογίας

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η πλειοψηφική νομολογία υπέρ της εις ολόκληρον ευθύνης καθιστούσε την ποινή προβλέψιμη. Το ΕΔΔΑ απέρριψε τη θέση αυτή. Δεν αρκεί να υπάρχει αριθμητική πλειοψηφία αποφάσεων όταν η αντίθετη νομολογία είναι ουσιαστική, διαρκής και αναγνωρισμένη από το ίδιο το ανώτατο δικαστήριο ως πραγματική απόκλιση.

Η απόφαση ενισχύει τη γραμμή της Žaja κατά Κροατίας: η προβλεψιμότητα του ποινικού δικαίου δεν εξαντλείται στην ύπαρξη κάποιων αποφάσεων υπέρ μιας ερμηνείας. Απαιτείται τέτοιος βαθμός νομολογιακής συνέπειας ώστε ο κατηγορούμενος, με κατάλληλη νομική συμβουλή, να μπορεί να προβλέψει όχι μόνο ότι υφίσταται ποινική ευθύνη, αλλά και ποια ποινικής φύσης περιουσιακή κύρωση διακινδυνεύει.

ΙΙΙ. Ο αυτόματος χαρακτήρας της εις ολόκληρον δήμευσης ως πυρήνας της παραβίασης του άρθρου 1 ΠΠ1

Η απόφαση εντοπίζει στον αυτόματο χαρακτήρα της εφαρμογής τον πυρήνα της δυσαναλογίας. Τα εθνικά δικαστήρια δεν εξέτασαν αν η ειδική συμβολή καθενός από τους αιτούντες δικαιολογούσε δήμευση πέραν του ατομικού μεριδίου. Η αναφορά του ΕΔΔΑ στη σχέση μεταξύ κύρωσης και βαρύτητας της συμπεριφοράς συνδέει την υπόθεση με τη νομολογία Markus και Yaylalı: όπου η κύρωση έχει ποινικό ή τιμωρητικό χαρακτήρα και επεμβαίνει στην περιουσία, η αναλογικότητα απαιτεί πραγματική δυνατότητα εξατομικευμένης στάθμισης.

Η σημασία της απόφασης για άλλα κράτη δεν είναι ότι απαγορεύει κάθε αλληλέγγυο μηχανισμό. Είναι ότι καθιστά ευάλωτη κάθε δήμευση ισόποσης αξίας που επιβάλλεται μηχανικά, χωρίς ατομικό προσδιορισμό του οφέλους, του ρόλου και του βάρους που φέρει ο συγκεκριμένος καταδικασθείς.

  1. Η αναγωγή (regresso) δεν θεραπεύει τη δυσαναλογία

Το Δικαστήριο αντιμετώπισε ρητά το επιχείρημα ότι ο αιτών μπορούσε, μετά τη δήμευση, να στραφεί αναγωγικά κατά των συγκατηγορουμένων του. Το απέρριψε για δύο λόγους: πιθανή αφερεγγυότητα των συγκατηγορουμένων και αδικαιολόγητη μεταβίβαση στον αιτούντα της ευθύνης ανάκτησης μεριδίων που όφειλε να επιδιώξει το Κράτος.

Η σκέψη αυτή είναι δογματικά σημαντική. Η δυνατότητα ιδιωτικής αναγωγής δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της κρατικής υποχρέωσης να επιβάλλει ποινικής φύσης μέτρα κατά τρόπο νόμιμο, προβλέψιμο και αναλογικό. Η αναγωγή μπορεί να έχει σημασία σε καθαρά αστικές σχέσεις ή σε περιπτώσεις όπου υπάρχει ιδιαίτερος λόγος κατάσχεσης συγκεκριμένου πράγματος, αλλά δεν αρκεί για να νομιμοποιήσει την αυτόματη δήμευση νόμιμης περιουσίας ενός κατηγορουμένου για προϊόντα που αντιστοιχούν σε άλλους.

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

  • Διαμερικανικό σύστημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Το άρθρο 21 της Αμερικανικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προστατεύει την ιδιοκτησία. Η σύγκριση με την Petrignani μπορεί να γίνει μόνο σε επίπεδο γενικών αρχών προστασίας της περιουσίας και αναλογικότητας· δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως άμεσο προηγούμενο για αλληλέγγυα ποινική δήμευση ισόποσης αξίας, ελλείψει εντοπισμένης ειδικής νομολογίας.
  • ΟΗΕ / ICCPR: Το άρθρο 15 ΔΣΑΠΔ κατοχυρώνει την αρχή nullum crimen nulla poena sine lege. Η αναλογία με το άρθρο 7 ΕΣΔΑ είναι χρήσιμη ως προς τη μη αναδρομικότητα, τη νομιμότητα και την προβλεψιμότητα της ποινής, αλλά το ΔΣΑΠΔ δεν διαθέτει αυτοτελές αντίστοιχο του άρθρου 1 ΠΠ1 για γενική προστασία περιουσίας· η σύγκριση πρέπει να περιορίζεται στην αρχή νομιμότητας των ποινών.
  • Δίκαιο ΕΕ / Χάρτης ΘΔΕΕ: Το άρθρο 49 § 3 του Χάρτη ορίζει ότι η αυστηρότητα των ποινών δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το ποινικό αδίκημα. Η Petrignani παραπέμπει στο ενωσιακό πλαίσιο δήμευσης: Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1805 και Οδηγία (ΕΕ) 2024/1260. Η σύγκριση είναι ισχυρή όχι επειδή το ΔΕΕ έχει κρίνει ειδικά το ζήτημα, αλλά επειδή το ενωσιακό πλαίσιο επιβεβαιώνει την κεντρική θέση της αναλογικότητας.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ

Επειδή η απόφαση εκδόθηκε στις 28.05.2026, η ειδική βιβλιογραφία που να σχολιάζει την ίδια την Petrignani and Others δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί παγιωμένη. Επομένως αποφεύγονται αόριστες παραπομπές «προς επαλήθευση»· η πλαισίωση περιορίζεται σε επαληθεύσιμες πηγές:

  • Η συγκριτική βιβλιογραφία για τη δήμευση και την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων στην Ευρώπη είναι χρήσιμη ως γενικό πλαίσιο, όχι ως άμεση τεκμηρίωση του ειδικού ζητήματος της εις ολόκληρον δήμευσης. Ενδεικτικά, το συλλογικό έργο Jon Petter Rui / Ulrich Sieber (eds.), Non-Conviction-Based Confiscation in Europe: Possibilities and Limitations on Rules Enabling Confiscation without a Criminal Conviction, 2015, εξετάζει ευρωπαϊκά μοντέλα δήμευσης και ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επισημαίνεται ότι το έργο αφορά ειδικά τη δήμευση άνευ καταδίκης, ενώ η Petrignani αφορά δήμευση κατόπιν καταδίκης· χρησιμεύει συνεπώς ως γενικό πλαίσιο και όχι ως ειδικό σχόλιο στην απόφαση.
  • Οι Episcopo and Bassani κατά Ιταλίας και Tartamella and Others κατά Ιταλίας είναι σημαντικές για το ευρωπαϊκό και ιταλικό πλαίσιο δήμευσης, αλλά δεν αποτελούν άμεσα προηγούμενα για την εις ολόκληρον δήμευση μεταξύ συνεγκληματιών. Χρησιμεύουν κυρίως για το πλαίσιο νομιμότητας, ασφάλειας δικαίου και ενωσιακών εργαλείων δήμευσης (η ίδια η Petrignani παραπέμπει στην Episcopo and Bassani για τη σύνοψη του διεθνούς/ενωσιακού πλαισίου, § 44).
  • Η κύρια νομολογιακή στήριξη της Petrignani παραμένει στις G.I.E.M.ŽajaImeriMarkusYaylalıTodorov και Radelić, ανάλογα με το ειδικό ζήτημα: άρθρο 7, προβλεψιμότητα, αναλογικότητα, δήμευση και αδικαιολόγητος πλουτισμός.

ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΔΔΑ

Κεντρικές αποφάσεις για το άρθρο 7 και την προσωπική ευθύνη

  • Kokkinakis κατά Ελλάδας, αρ. 14307/88, 25.05.1993 — nullum crimen nulla poena sine lege.
  • Del Río Prada κατά Ισπανίας [GC], αρ. 42750/09, 21.10.2013 — άρθρο 7, προβλεψιμότητα και αναδρομική επιβάρυνση.
  • G.I.E.M. S.r.l. and Others κατά Ιταλίας [GC], αρ. 1828/06 και 2 άλλες, 28.06.2018 — δήμευση, προσωπική ευθύνη, άρθρο 7 και άρθρο 1 ΠΠ1.
  • Sud Fondi S.r.l. and Others κατά Ιταλίας, αρ. 75909/01, 20.01.2009 — δήμευση και mental link υπό το άρθρο 7.

Προβλεψιμότητα και συνέπεια νομολογίας

  • Žaja κατά Κροατίας, αρ. 37462/09, 04.10.2016 — ασυνέπεια νομολογίας και προβλεψιμότητα υπό το άρθρο 7.
  • Pessino κατά Γαλλίας, αρ. 40403/02, 10.10.2006, και Dragotoniu and Militaru-Pidhorni κατά Ρουμανίας, αρ. 77193/01 και 77196/01, 24.05.2007 — μη προβλέψιμη δικαστική ερμηνεία ποινικού δικαίου.

Δήμευση και άρθρο 1 ΠΠ1

  • Todorov and Others κατά Βουλγαρίας, αρ. 50705/11 και 6 άλλες, 13.07.2021 — αναλογικότητα δήμευσης και δίκαιη ισορροπία.
  • Imeri κατά Κροατίας, αρ. 77668/14, 24.06.2021 — προβλεψιμότητα μέτρου δήμευσης υπό το άρθρο 1 ΠΠ1.
  • Markus κατά Λετονίας, αρ. 17483/10, 11.06.2020 — δυσανάλογη ποινική δήμευση νόμιμης περιουσίας.
  • Yaylalı κατά Σερβίας, αρ. 15887/15, 17.09.2024 — μη εξατομικευμένη δήμευση και αναλογικότητα.
  • Radelić κατά Κροατίας, αρ. 12432/22, 13.05.2025 — δήμευση, αδικαιολόγητος πλουτισμός και άρθρο 1 ΠΠ1.

Συναφείς ιταλικές υποθέσεις δήμευσης

  • Episcopo and Bassani κατά Ιταλίας, αρ. 47284/16 και 84604/17, 19.12.2024 — δήμευση στο ιταλικό δίκαιο, ασφάλεια δικαίου και ενωσιακό πλαίσιο.
  • Tartamella and Others κατά Ιταλίας, αρ. 26338/19 και 2 άλλες, 23.10.2025 — δήμευση και ενωσιακό πλαίσιο (περιγραφή βάσει της παραπομπής της Petrignani, § 44).

To Top