ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 208/2026 Εσφαλμένη χρήση ανασταλείσας ποινής στον καθορισμό συνολικής ποινής

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο -Εισηγητή, Γεώργιο Μικρούδη και Ειρήνη Νικολάου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2026 με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 130/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.

Με κατηγορούμενο τον Γ. Τ. του Ι. , κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης … , ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …-2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως της Εισαγγελίας Εφετών … Π. Μ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρο 505 παρ. 1 περ. β’ ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου και των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων της περιφέρειάς του, για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνος της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε’ ΚΠΔ) (ΑΠ 838/2025, ΑΠ 637/2025, ΑΠ 30/2025).

Η κρινόμενη από 11-4-2025 (αριθμός κατάθεσης: …/2025) αίτηση αναίρεσης της Αντεισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, κατά της υπ’ αριθμ. 130/21-3-2025 απόφασης του (πρωτοβαθμίου) Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο του άρθρου 9 του Ν. 969/1979 που τηρείται στο προαναφερθέν ποινικό Δικαστήριο στις 24-3-2025, με αριθμό καταχώρησης … και κατόπιν της ως άνω ασκηθείσης κατ’ αυτής αίτησης αναίρεσης καθαρογράφηκε και υπογράφηκε από τον Πρόεδρο στις 28-4-2025 – με την οποία καθορίσθηκε συνολική ποινή κατόπιν σχετικής προς τούτο υποβληθείσας αίτησης εκ μέρους του Γ. Τ. του Ι. – ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 11-4-2025, δηλαδή προτού καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο παραπάνω Ειδικό Βιβλίο, με δήλωση της προαναφερθείσας Αντεισαγγελέως Εφετών στην αρμόδια γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 505 παρ. 1 περ. β’ και 507 ΚΠΔ. Η αίτηση είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο, συνιστάμενο στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε’ ΚΠΔ) και συνεπώς θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η αίτηση και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα του προαναφερθέντος λόγου της σαν να ήταν παρών (κατ’ άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ) ο προαναφερθείς αναιρεσίβλητος Γ. Τ. του Ι. , ο οποίος κατά την ως άνω δικάσιμο (21-1-2026), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με επίδοση σ’ αυτόν της υπ’ αριθμ. …-2025 κλήσης, όπως προκύπτει από το 2-10-2025 αποδεικτικό επίδοσης του Β. Σ. που υπηρετεί ως γραμματέας στο Κατάστημα Κράτησης … , όπου κρατείται ο ως άνω αναιρεσίβλητος.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105Β, 108 και 109 ΠΚ, αν από την απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, υπό τον όρο της ανάκλησης, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής, το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση ή άρση, η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε. Αν όμως μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε, διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη από ένα έτος, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της απόλυσης. Η απόλυση δηλαδή υπό τον όρο της ανάκλησης, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή αλλά στάδιο της εκτέλεσής της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (ΟλΑΠ 106/1991). Οι ποινές αυτές λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό συνολικής ποινής, εφόσον δεν παρήλθε ο χρόνος δοκιμασίας και δεν συντρέχει περίπτωση αθροιστικής έκτισης της ποινής (ΟλΑΠ 4/1997, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 346/2029, ΑΠ 648/2018, ΑΠ 422/2017, ΑΠ 106/1991).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 43 του Ν. 4489/2017 (με τον τίτλο “Έκτακτα μέτρα για την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης”) “3. Κρατούμενοι οι οποίοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, εκτίουν ποινή κάθειρξης άνω των δέκα (10) ετών απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δεύτερο της ποινής που τους επιβλήθηκε ή έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο πραγματικής έκτισης της ποινής αυτής…5. Στους απολυόμενους, κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 3, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με την ίδια διάταξή του, μπορεί να επιβάλει: α) την υποχρέωσή τους να εμφανίζονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου διαμένουν, β) τη μη απομάκρυνσή τους, χωρίς έγγραφη άδεια του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, από τον ως άνω τόπο, γ) οποιονδήποτε άλλον όρο από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 του Ποινικού Κώδικα κρίνει σκόπιμο…Με αίτηση του απολυθέντος οι παραπάνω όροι μπορούν να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, κατά την επιβολή των ως άνω όρων, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την προσωπικότητα, καθώς και τις ατομικές, οικογενειακές και επαγγελματικές ανάγκες του απολυόμενου. Αν εκείνος που απολύθηκε παραβαίνει τους όρους που του έχουν επιβληθεί, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να διατάξει την ανάκληση της απόλυσης. Σε περίπτωση ανάκλησης ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στη διάρκεια της ποινής. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 109 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται αναλόγως”.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της παρ. 8 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 4571/2018 (ΦΕΚ Α’ 186/30.10.2018), που εφαρμόζεται ως επιεικέστερη στην κρινόμενη υπόθεση κατ’ άρθρο 2 ΠΚ, “Εάν ο απολυθείς, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τελέσει μέσα σε πέντε (5) έτη από την αποφυλάκισή του νέα αξιόποινη πράξη από δόλο και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δύο (2) ετών, εκτίει αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής για την οποία είχε απολυθεί υπό όρο”, ενώ μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάστασή της ορίζεται ότι: “Εάν ο απολυθείς, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, μέσα στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο 109 του Ποινικού Κώδικα, τελέσει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβληθεί αμετακλήτως οποιαδήποτε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη από δύο (2) έτη, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, για την οποία είχε απολυθεί υπό όρο”.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για τον καθορισμό ως εκτιτέας μιας συνολικής ποινής σε περίπτωση συρροής στερητικών της ελευθερίας ποινών, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε, και αν τελέσθηκε αυτή. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την οποία, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή, συνάγεται ότι, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης κατά τα άρθρα 105 επ. του προϊσχύσαντος ΠΚ (άρθρο 105Β επ. του ισχύοντος ΠΚ) συμπέσει στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη του ενός έτους για άλλη από δόλο πράξη, παρόλο ότι η ποινή που έχει ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, με συνυπολογισμό της ποινής που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανάκλησης, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ, αποκλείοντας έτσι τη συγχώνευση με τη νέα ποινή (ΑΠ 496/2019, ΑΠ 349/2019, ΑΠ 648/2018). Η αυτοδίκαιη άρση της υφ’ όρον απόλυσης και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας και για το οποίο του επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή πάνω από ένα έτος και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠΔ (ΑΠ 634/2019, ΑΠ 496/2019). Τα ανωτέρω, ως προς τον μη συνυπολογισμό της ποινής που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανάκλησης σε νέα συνολική ποινή ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και του ως άνω σκοπού της υφ’ όρον απόλυσης και στις περιπτώσεις της απόλυσης με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 43 του Ν. 4489/2017, εφόσον ο απολυθείς τελέσει εντός του οριζόμενου κατά τα ανωτέρω χρονικού διαστήματος από την αποφυλάκισή του, νέα αξιόποινη πράξη από δόλο και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δύο ετών, δεδομένου ότι και στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης, προβλέπεται δε ρητά η αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής (ΑΠ 1358/2017).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 97 ΠΚ, κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέσθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, επαυξημένη με ανάλογη προσμέτρηση των υπολοίπων, της προβλέψεως αυτής εφαρμοζομένης και όταν κάποιος προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ποινές που δεν συγχωνεύονται και εκτίονται αθροιστικά είναι μεταξύ άλλων και αυτές του άρθρου 102 παρ. 1 (άρση αναστολής) και του άρθρου 108 ΠΚ (ΑΠ 423/2021, ΑΠ 1691/2010, ΑΠ 451/2010, ΑΠ 1136/2008, άρση υπό όρο απόλυσης, ΑΠ 1662/2006, ΑΠ 1736/2000).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 222/2025, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 551 παρ. 1 και 5 εδ. β’ ΚΠΔ, αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ΠΚ για τη συρροή, ενώ κατά της απόφασης αυτής, δηλαδή με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον καταδικασθέντα και στον εισαγγελέα για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και αυτός της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθόσον οι αφορώσες τον καθορισμό συνολικής ποινής διατάξεις είναι ουσιαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 546/2013).

Στην κρινόμενη υπόθεση το προαναφερθέν (πρωτοβάθμιο) Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς ύστερα από την υποβολή της από 6-2-2025 αίτησης του καταδικασθέντος Γ. Τ. του Ι. , ο οποίος κρατείται στο Σωφρονιστικό Κατάστημα … , προέβη με την ως άνω υπ’ αριθμ. 64/2025 προσβαλλομένη απόφασή του στον καθορισμό συνολικής ποινής αναφέροντας στο σκεπτικό του τα εξής:

“Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών κατηγορούμενος, καταδικάσθηκε με τις αποφάσεις που αναφέρονται παραπάνω και στο διατακτικό, στις προαναφερόμενες ποινές, οι οποίες συναντώνται στην εκτέλεση.

Συνεπώς, πρέπει, αφού γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση του αιτούντος κατηγορουμένου, η οποία αίτηση σημειωτέον ασκείται παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 551 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 46 του Ν. 5108/2024 [Φ.Ε.Κ. Α’ 65/2-5-2024] και κατ’ άρθρο 76 παρ. 1 του Ν. 5108/2024 ισχύει από 2-5-2024), προκειμένου να του επιβληθεί μια συνολική ποινή καθείρξεως, η οποία θα αποτελείται από τη βαρύτερη των ποινών αυτών, επαυξημένη από τις συντρέχουσες ποινές, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό”.

Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του τα ακόλουθα:

“ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ με απόντα ωσεί παρόντα τον αιτούντα κατηγορούμενο Γ. Τ. του Ι. και της Α. … κρατούμενο στο Σ.Κ. …

ΔΕΧΕΤΑΙ την εγχειρισθείσα στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, με αριθμό πρωτοκόλλου …-2025 κρινόμενη αίτησή του, καθορισμού μίας συνολικής στερητικής της ελευθερίας ποινής, για τις ποινές που του επιβλήθηκαν με:

1. Με την υπ’ αριθ. 519/8-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και σε χρηματική ποινή χιλίων εξακοσίων πενήντα (1.650 Ευρώ), σημειώνεται ότι με την υπ’ αριθ. …/2024 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών διατάχθηκε η ανάκληση της υπ’ αριθ. 183/2019 Διάταξης του ιδίου Εισαγγελέα και η έκτιση του ανασταλέντος υπολοίπου της ποινής ανερχόμενο σε τέσσερα (4) έτη, εννέα (9) μήνες και επτά (7) ημέρες.

2. Με την υπ’ αριθ. 666/10-12-2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία του έχει επιβληθεί συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών (δηλαδή: 4 έτη, 6 μήνες και 6 μήνες).

3. Με την υπ’ αριθ. 1306/4-3-2020 απόφαση του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών.

4. Με την υπ’ αριθ. 2908/25-6-2019 απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών.

ΣΥΓΧΩΝΕΥΕΙ τη βαρύτερη ποινή κάθειρξης των τεσσάρων (4) ετών, εννέα (9) μηνών και επτά (7) ημερών (ποινή-βάση), που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 519/8-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, κατά δύο (2) έτη και δύο (2) μήνες και δύο (2) μήνες, που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 666/10-12-2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, κατά οκτώ (8) μήνες που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 1306/4-3-2020 απόφαση του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και κατά τέσσερις (4) μήνες, που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθ. 2908/25-6-2019 απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών ενός (1) μηνός και επτά (7) ημερών. ΣΠΚ (4 έτη + 9 μήνες + 7 ημέρες ) + (2 έτη + 2 μήνες + 2 μήνες) + 8 μήνες + 4 μήνες = 6 έτη + 25 μήνες + 7 ημέρες = 8 έτη + 1 μήνας + 7 ημέρες”.

Ωστόσο, το προαναφερθέν ανασταλέν υπόλοιπο των 4 ετών, 9 μηνών και 7 ημερών της ως άνω υπ’ αριθμ. 519/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς που αποτέλεσε την ποινή βάσης της ως άνω σχηματισθείσης συνολικής ποινής κάθειρξης των 8 ετών, 1 μηνός και 7 ημερών, εκτίεται αθροιστικά και εσφαλμένα καθορίσθηκε ως ποινή βάσεως, αφού μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. …-2019 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Ν. 4489/2017, με την οποία διατάχθηκε η υφ’ όρον απόλυση του αιτούντος Γ. Τ. του Ι. για την υπ’ αριθμ. 519/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς με ανασταλέν υπόλοιπο 4 ετών, 9 μηνών και 7 ημερών και εντός του οριζομένου διά της ως άνω διατάξεως χρόνου δοκιμασίας ο αιτών Γ. Τ. Γ. υπέπεσε σε τέλεση νέων εκ δόλου τελεσθέντων αδικημάτων και ειδικότερα, ληστείας κατά συρροή (τετελεσμένης και σε απόπειρα), οπλοφορίας κατ’ εξακολούθηση και οπλοχρησίας με χρόνο τέλεσης αυτών 23-1-2023, 13-2-2023, 16-3-2023, 2-4-2023, 14-4-12023, 18-4-2023, 21-4-2023 και 30-4-2023, αδικήματα για τα οποία ήδη καταδικάστηκε με την υπ’ αριθμ. 666/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς (κατ’ έφεση) σε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 ετών και 6 μηνών. Με αυτά λοιπόν που δέχθηκε το προαναφερθέν Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, το οποίο επελήφθη του καθορισμού συνολικής ποινής, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε με την προσβαλλομένη απόφασή του, τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που είχε δικάσει προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 130/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς νέα συζήτηση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή : areiospagos.gr

To Top