ΑΠΟΦΑΣΗ
B.M. κατά Ελβετίας της 12.05.2026 (προσφ. αριθ. 50227/21)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Ο προσφεύγων, Ελβετός υπήκοος γεννηθείς το 1946, εκτίει μέτρο ασφαλείας εγκλεισμού (internement) από τις 23.05.2005, αρχικά στη φυλακή Pöschwies και, από τις 10.12.2019, στην κεντρική φυλακή Lenzburg, κατόπιν της καταδίκης του το 2003 για πολλαπλά σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ανηλίκων, μεταξύ των οποίων των δύο προγονών του. Το ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας, με την απόφαση 6B_124/2021 της 24.03.2021, απέρριψε το αίτημα υφ’ όρον απόλυσής του στηριζόμενο σε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του 2014 (Καθηγητής Ha), σε ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του 2019 (Καθηγητής N), στην αξιολόγηση κινδύνου ROS του 2017, σε εκθέσεις εκτέλεσης και σε πειθαρχικά/ποινικά στοιχεία της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος εντός φυλακής. Το ΕΔΔΑ, ομοφώνως, διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1, κρίνοντας ότι οι εθνικές αρχές προέβησαν σε εύλογη και ενδελεχή αξιολόγηση του υψηλού κινδύνου υποτροπής σε συνδυασμό με την υψηλή σημασία της προστασίας ανηλίκων. Με 5 ψήφους έναντι 2, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 5 § 4, λόγω της απουσίας προφορικής ακρόασης ενώπιον του δικαστηρίου του καντονιού της Ζυρίχης, ιδίως υπό το φως της ευαλωτότητας του προσφεύγοντος και της απουσίας πρόσφατης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Τα παράπονα υπό τα άρθρα 3 και 8 κρίθηκαν απαράδεκτα λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Μειοψήφησαν ο ad hoc δικαστής Ranzoni και ο δικαστής Grigoryan.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο προσφεύγων B.M., γεννηθείς το 1946, αποτέλεσε αντικείμενο ποινικών διώξεων ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ανηλίκων. Συνελήφθη το 1993 στο Παρίσι και εκδόθηκε στην Ελβετία το 1996. Με αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Ζυρίχης της 19.12.1997 και 13.05.1998 καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε ετών και δέκα μηνών για πολλαπλές σεξουαλικές πράξεις και πολλαπλούς σεξουαλικούς εξαναγκασμούς σε βάρος των δύο ανήλικων προγονών του και για άσεμνες δημοσιεύσεις. Η καταδίκη αυτή επιβεβαιώθηκε στις 30.11.1998 από το Ανώτερο Δικαστήριο του καντονιού της Ζυρίχης, το οποίο διέταξε και τον εγκλεισμό, πλην όμως η απόφαση αναιρέθηκε στις 18.11.2000 από το ακυρωτικό δικαστήριο του καντονιού και η υπόθεση αναπέμφθηκε. Με την απόφαση του ανωτέρου δικαστηρίου του καντονιού της Ζυρίχης της 04.07.2003, καταδικάστηκε σε πρόσθετη ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και τεσσάρων μηνών για πολλαπλές σεξουαλικές πράξεις με ανηλίκους και σοβαρούς σεξουαλικούς εξαναγκασμούς (στοματική και πρωκτική επαφή με προεφηβικά αγόρια), και διατάχθηκε ο εγκλεισμός του (internement) κατά τα άρθρα 56 και 64 του ελβετικού Ποινικού Κώδικα, με ταυτόχρονη αναστολή της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Το δικαστήριο αιτιολόγησε την επιβολή του μέτρου με βάση το βαθιά εδραιωμένο σεξουαλικά παρεκκλίνον προφίλ του προσφεύγοντος, τη διάγνωση ομοφυλοφιλικού τύπου παιδοφιλίας και ναρκισσιστικής/ιστριονικής διαταραχής προσωπικότητας, και τον υψηλό κίνδυνο υποτροπής. Στις 23.05.2005 εγκλείστηκε στη φυλακή Pöschwies, ενώ από 10.12.2019 μεταφέρθηκε στο τμήμα 60plus της κεντρικής φυλακής Lenzburg, ειδικά διαμορφωμένο για κρατούμενους τρίτης ηλικίας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του εγκλεισμού, ο προσφεύγων αρνούνταν συστηματικά να υποβληθεί σε θεραπεία προσανατολισμένη στα διαπραχθέντα αδικήματα (deliktorientierte Therapie) και θεωρούσε τον εαυτό του θύμα της δικαιοσύνης. Επανειλημμένα διεξήχθησαν πραγματογνωμοσύνες και αξιολογήσεις κινδύνου: η δικαστική ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του Καθηγητή Ha της 19.09.2014, η οποία διαπίστωσε ότι ο παράγοντας της ηλικίας δεν ήταν καθοριστικός για την εκτίμηση του μελλοντικού εγκληματικού προφίλ συμπεριφοράς, η αξιολόγηση κινδύνου ROS της 17.02.2017, η ιδιωτική ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του Καθηγητή N της 18.06.2019, ευνοϊκή προς υφ’ όρον απόλυση με συνοδευτικά μέτρα και, μεταγενέστερα, η δικαστική πραγματογνωμοσύνη του Καθηγητή Hi της 27.11.2023, η οποία επιβεβαίωσε διάγνωση παιδοφιλίας αποκλειστικού τύπου και συνδυασμένης διαταραχής προσωπικότητας (ναρκισσιστική, ιστριονική, αντικοινωνική), εκτιμώντας τον κίνδυνο υποτροπής 3,8 φορές υψηλότερο της μέσης τιμής. Σε δύο κρίσιμες χρονικές ενότητες εντοπίστηκε παιδοπορνογραφικό υλικό ή υλικό πορνογραφικού χαρακτήρα συνδεόμενο με ανηλίκους: κατόπιν έρευνας της 17.07.2012 και πραγματογνωμοσύνης της 19.12.2013, που οδήγησε σε καταδίκη το 2016/2017 για κατοχή παιδικής πορνογραφίας, και κατόπιν εύρεσης κινητού τηλεφώνου στο κελί του στις 27.04.2019, που οδήγησε σε νέα καταδίκη στις 22.01.2021.
Στις 04.10.2019 ο προσφεύγων υπέβαλε νέα αίτηση υφ’ όρον απόλυσης. Στις 30.10.2019 ακούστηκε προφορικά από την υπεύθυνη της Υπηρεσίας Εκτέλεσης και Επανένταξης Ζυρίχης (OEJ-ZH). Η αίτηση απορρίφθηκε διαδοχικά από όλες τις διοικητικές και δικαστικές αρχές. Το δικαστήριο του καντονιού της Ζυρίχης απέρριψε την προσφυγή του στις 11.12.2020 χωρίς να τον δεχθεί σε προφορική ακρόαση. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, με την απόφαση 6B_124/2021 της 24.03.2021, απέρριψε επί της ουσίας την περαιτέρω προσφυγή, διαπίστωσε όμως αυτεπαγγέλτως παραβίαση της απαίτησης ταχείας διεκπεραίωσης του άρθρου 5 § 4 ΕΣΔΑ λόγω της εννεάμηνης διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου, απαλλάσσοντας τον προσφεύγοντα από τα δικαστικά έξοδα και επιδικάζοντας στον εκπρόσωπό του 3.000 CHF στο πλαίσιο της δικαστικής αρωγής.
Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο επικαλούμενος παραβίαση των άρθρων 3, 5 §§ 1, 4 και 5, καθώς και 8. Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 και με 5 ψήφους έναντι 2 ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 4 λόγω απουσίας ακρόασης. Τα παράπονα υπό τα άρθρα 3 και 8 κρίθηκαν απαράδεκτα λόγω μη εξάντλησης. Μειοψήφησαν ο ad hoc δικαστής Carlo Ranzoni και ο δικαστής Vahe Grigoryan.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρα 3 και 8 ΕΣΔΑ. Συνθήκες και καθεστώς κράτησης. Απαράδεκτο
Ο προσφεύγων παραπονέθηκε για τις συνθήκες και το καθεστώς της κράτησής του, ιδίως για την απουσία συνοδευόμενων εξόδων, και για την έλλειψη προσαρμογής των συνθηκών κράτησης στην ηλικία του. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων δεν προέβαλε ενώπιον του Oμοσπονδιακού Δικαστηρίου αυτοτελή ισχυρισμό υπό το άρθρο 3, ούτε ανέπτυξε ουσιαστικά το επικληθέν άρθρο 8 με τη δέουσα αιτιολογία κατά την έννοια του άρθρου 106 παρ. 2 του ομοσπονδιακού νόμου. Δεν υπέβαλε επιπλέον επικουρικό αίτημα μέτρων χαλάρωσης της εκτέλεσης (συνοδευόμενες έξοδοι, μεταφορά σε δομή εκτός φυλακής). Επομένως, η ομοσπονδιακή δικαιοδοτική αρχή δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει τα ζητήματα αυτά. Επιπλέον, οι συνθήκες κράτησης του προσφεύγοντος έχουν προσαρμοστεί στην ηλικία του διά της ένταξής του στο τμήμα 60 plus της φυλακής Lenzburg, ενώ είχε ήδη ενταχθεί στην Ομάδα Ηλικίας και Υγείας στη Pöschwies. Επομένως, τα σχετικά παράπονα κρίθηκαν απαράδεκτα λόγω μη εξάντλησης κατά το άρθρο 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης.
Άρθρο 5 § 1 ΕΣΔΑ. Νόμιμη κράτηση μετά από καταδίκη. Μη παραβίαση
Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις θεμελιώδεις αρχές που έχουν διαμορφωθεί στην απόφαση D.J. κατά Γερμανίας, αρ. 45953/10, §§ 57-62, της 07.09.2017. Η κράτηση «μετά από καταδίκη» κατά την έννοια του εδαφίου α’ του άρθρου 5 § 1 προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκούς αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της καταδίκης και της επίμαχης στέρησης ελευθερίας (Kafkaris κατά Κύπρου [GC], αρ. 21906/04, § 117, CEDH 2008). Ο σύνδεσμος αυτός μπορεί να διαρραγεί όταν η απόφαση μη απόλυσης στηρίζεται σε λόγους ασύμβατους με τους σκοπούς που επεδίωκε η αρχική απόφαση της δικάζουσας αρχής, ή σε μη εύλογη εκτίμηση υπό το πρίσμα των σκοπών αυτών (M. κατά Γερμανίας, αρ. 19359/04, § 88, CEDH 2009). Η εύλογη εκτίμηση μπορεί να αμφισβητηθεί ιδίως όταν τα εθνικά δικαστήρια στερούνται προσφάτως διενεργηθεισών δικαστικών πραγματογνωμοσυνών ικανών να επιτρέψουν τη συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ως προς την επικαιρότητα του κινδύνου υποτροπής (H.W. κατά Γερμανίας της 19.09.2013, αρ. 17167/11, § 107, ,Ruiz Rivera κατά Ελβετίας της 18.02.2014, αρ. 8300/06, § 60).
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο εγκλεισμός του προσφεύγοντος διατάχθηκε αρχικά το 2003 σε άμεσο και επαρκή αιτιώδη σύνδεσμο με την καταδίκη του και ότι οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος υφ’ όρον απόλυσης από το ομοσπονδιακό Δικαστήριο το 2021 παρέμεναν συμβατοί με τους αρχικά επιδιωκόμενους σκοπούς, δηλαδή την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και ιδίως των προεφηβικών αγοριών (πρβλ. Dörr κατά Γερμανίας (déc.), αρ. 2894/08, της 22.01.2013). Ως προς το ζήτημα της εύλογης εκτίμησης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ομοσπονδιακό Δικαστήριο προέβη σε πλήρη και ενδελεχή αξιολόγηση τόσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Καθηγητή Ha του 2014, όσο και της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του Καθηγητή N του 2019, των διαδοχικών εκθέσεων εκτέλεσης της φυλακής Pöschwies (2014, 2015, 2017, 2019), της αξιολόγησης κινδύνου ROS του 2017, της πειθαρχικής συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και των μεταγενέστερων ποινικών καταδικών για κατοχή παιδικού πορνογραφικού υλικού (2017, 2021).
Ως προς τη σχετική επικαιρότητα της πραγματογνωμοσύνης του 2014, το Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογιακή αρχή ότι η επικαιρότητα της ιατρικής γνωμάτευσης δεν κρίνεται με στατικό τρόπο, αλλά εξαρτάται από τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης (Aurnhammer κατά Γερμανίας της 21.10.2014, αρ. 36356/10, §§ 34-37). Καθοριστικό στοιχείο είναι αν επήλθαν σημαντικές μεταβολές στην κατάσταση του προσφεύγοντος. Εν προκειμένω, τα διαδοχικά πορίσματα συνέκλιναν στο ότι ο προσφεύγων δεν αφομοίωσε την υποχρέωση αποχής από κάθε επαφή με ανηλίκους, δεν διέθετε στρατηγικές διαχείρισης του κινδύνου, αρνείτο διαρκώς θεραπεία προσανατολισμένη στα αδικήματα, και ότι η συμπεριφορά του δεν αναμένονταν να μεταβληθεί. Η μεταγενέστερη πραγματογνωμοσύνη του Καθηγητή Hi του 2023 επιβεβαίωσε πλήρως τα προηγούμενα συμπεράσματα. Ο παράγοντας της ηλικίας λήφθηκε υπόψη και από τους δύο πραγματογνώμονες, αλλά το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, στις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, δεν ήταν αποφασιστικός, ιδίως ενόψει της μνείας του ομοσπονδιακού Δικαστηρίου στο DSM-5, κατά το οποίο η παιδοφιλία αποτελεί διά βίου χαρακτηριστικό χωρίς κριτήριο ύφεσης, και στη διαπίστωση ότι οι παιδοφιλικές πράξεις από ηλικιωμένους αντιπροσωπεύουν ένα τέταρτο όλων των παιδοφιλικών πράξεων.
Ως προς τα προτεινόμενα από τον ιδιωτικό πραγματογνώμονα μέτρα διαχείρισης κινδύνου σε περίπτωση υφ’ όρον απόλυσης (απαγόρευση επαφής με ανηλίκους, ηλεκτρονική επιτήρηση, εξωτερική θεραπευτική παρακολούθηση), το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο και η Κυβέρνηση τόνισαν ότι η εφαρμογή τους θα κατέληγε ουσιαστικά στη συγκρότηση εκτός φυλακής μιας δομής ανάλογης του εγκλεισμού. Η ηλεκτρονική επιτήρηση δεν είναι νομικά δυνατή κατά το άρθρο 79b ΠΚ για ποινές της βαρύτητας του προσφεύγοντος και άνω των 12 μηνών, ενώ ακόμη και αν επιβαλλόταν, θα δήλωνε μόνον τον γεωγραφικό εντοπισμό, χωρίς να αποκλείει επαφή με ανηλίκους, με την επεξεργασία των δεδομένων να γίνεται ex post. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η εξάρτηση της προστασίας των ανηλίκων από την ικανότητα τρίτων (θεραπευτών, οικείων) να αναγνωρίζουν εγκαίρως σημάδια κινδύνου, όπως πρότεινε ο Καθηγητής N, αποτελούσε λύση πρακτικά δυσχερώς εφαρμόσιμη.
Συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη και τη νομολογία του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία όσο υψηλότερη είναι η αξία των προστατευόμενων εννόμων αγαθών, τόσο μικρότερος πρέπει να είναι ο κίνδυνος υποτροπής για να δικαιολογηθεί η αποφυλάκιση, και την υψηλή αξία της σωματικής και ηθικής ακεραιότητας ανηλίκων ως ευάλωτων προσώπων (N.Ç. κατά Τουρκίας της 09.02.2021, αρ. 40591/11, § 100), το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατήρηση του μέτρου εγκλεισμού συνιστούσε το μόνο μέσο αντιστάθμισης του υψηλού κινδύνου υποτροπής, οι δε προτεινόμενες ελαφρύνσεις δεν επαρκούσαν.
Απόφαση: Μη παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης (ομόφωνη απόφαση).
Άρθρο 5 § 4 ΕΣΔΑ. Δικονομικές εγγυήσεις. Απουσία προφορικής ακρόασης. Παραβίαση
Παραδεκτό και εφαρμοστέο: Το Δικαστήριο, μεταχειριζόμενο τον ισχυρισμό κατά το άρθρο 5 § 4 ως lex specialis έναντι του άρθρου 6 § 1 (Reinprecht κατά Αυστρίας, αρ. 67175/01, § 55, Claes κατά Βελγίου, αρ. 43418/09, § 123, της 10.01.2013), επιβεβαίωσε ότι ο μηχανισμός περιοδικού δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας της συνεχιζόμενης κράτησης που εξαρτάται από επικαιροποιημένη αξιολόγηση της επικινδυνότητας υπάγεται στο άρθρο 5 § 4, σύμφωνα με τη νομολογία Derungs κατά Ελβετίας της 10.05.2016, αρ. 52089/09, § 75.
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι κατά τη νομολογία του προσφέρεται στον έγκλειστο το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και η ευκαιρία να ακουστεί ο ίδιος, εν ανάγκη μέσω δικονομικής αντιπροσώπευσης (Ruiz Rivera, § 70). Η διεξαγωγή προφορικής ακρόασης σε αντίδικη διαδικασία είναι αναγκαία όταν η δικαιοδοτική αρχή καλείται να αξιολογήσει την προσωπικότητα και την επικινδυνότητα του ενδιαφερομένου (Waite κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 10.12.2002, αρ. 53236/99, § 59). Ωστόσο, η ακρόαση δεν είναι αναγκαία σε όλες τις περιστάσεις, ιδίως όταν καμία πρόσθετη διευκρίνιση δεν αναμένεται από αυτήν (Derungs, § 75).
Στην προκείμενη υπόθεση, ο προσφεύγων ακούστηκε από την υπεύθυνη της OEJ-ZH στις 30.10.2019, αλλά όχι από το δικαστήριο της Ζυρίχης που εξέδωσε την κρίσιμη απόφαση της 11.12.2020. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσωπικότητα του προσφεύγοντος παιδόφιλου, η μόνιμη άρνηση συμμετοχής σε θεραπεία προσανατολισμένη στα αδικήματα και οι επιπτώσεις της προχωρημένης ηλικίας του στην πιθανή μελλοντική εγκληματική του συμπεριφορά συνιστούσαν στοιχεία καθοριστικά για την εξέταση του αιτήματος υφ’ όρον απόλυσης. Η δυνατότητα να υποβληθούν προφορικά χρήσιμες ερωτήσεις στον Καθηγητή N, συντάκτη της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του 2019, θα είχε επιτρέψει την εμβάθυνση των πορισμάτων του και την αξιολόγηση των προτεινόμενων μέτρων μετριασμού του κινδύνου σε συνάρτηση με την ηλικία του προσφεύγοντος (74 ετών κατά τον χρόνο της πραγματογνωμοσύνης).
Η αναγκαιότητα ακρόασης ενισχυόταν δε από δύο επιπρόσθετους παράγοντες: αφενός μεν την κατάσταση ευαλωτότητας του προσφεύγοντος, την οποία το Δικαστήριο επικαλέστηκε χωρίς να την αναλύσει εξαντλητικά σε επιμέρους στοιχεία, αφετέρου δε την απουσία πρόσφατης δικαστικής ή νόμιμης κατά την έννοια του γαλλικού expertise légale πραγματογνωμοσύνης στην οποία θα μπορούσαν να αναφερθούν τα εθνικά δικαστήρια. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 4.
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης (5 ψήφοι έναντι 2). Λαμβάνοντας υπόψη το συμπέρασμα αυτό και τη διαπίστωση του ομοσπονδιακού Δικαστηρίου περί παραβίασης της απαίτησης ταχείας διεκπεραίωσης (επίσης κατά το άρθρο 5 § 4), δεν θεωρήθηκε αναγκαία η εξέταση τυχόν πρόσθετων ελαττωμάτων της διαδικασίας.
Άρθρο 5 § 5 ΕΣΔΑ: Δεν εξετάστηκε αυτοτελώς, καθώς το Δικαστήριο είχε ήδη αποφανθεί επί των κύριων νομικών ζητημάτων (πρβλ. Centre de ressources juridiques au nom de Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας [GC], § 156).
Δίκαιη ικανοποίηση: Επιδίκαση 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα (5 ψήφοι έναντι 2).
Μερικώς διαφωνούσα γνώμη του ad hoc δικαστή Ranzoni και του δικαστή Grigoryan: Οι μειοψηφούντες δικαστές συμφώνησαν με την πλειοψηφία ως προς τη μη παραβίαση του άρθρου 5 § 1, διαφώνησαν όμως ως προς την παραβίαση του άρθρου 5 § 4. Επικαλούμενοι ευθέως την υπόθεση Derungs κατά Ελβετίας (§§ 73-81), η οποία αφορούσε ουσιωδώς πανομοιότυπη πραγματική και νομική κατάσταση, υποστήριξαν ότι: (α) η κατάσταση του προσφεύγοντος δεν είχε εξελιχθεί ουσιωδώς από την προηγούμενη ακρόαση, ιδίως λόγω της αποτυχίας των ακολουθηθεισών θεραπειών και της απουσίας θετικής εξέλιξης, (β) ο προσφεύγων είχε ακουστεί προσωπικά από την OEJ-ZH στις 30.10.2019, με τη συνδρομή εκπροσώπου του, και ουδέποτε προέβαλε συγκεκριμένα νέα στοιχεία ή πτυχές της προσωπικότητάς του που θα δικαιολογούσαν νέα ακρόαση, (γ) είχε πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία της δικογραφίας και διατύπωσε τις απόψεις του δια του πληρεξουσίου του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, (δ) δεν διευκρίνισε σε κανένα στάδιο για ποιον λόγο ζητούσε προφορική ακρόαση ούτε ποιο συγκεκριμένο μειονέκτημα υπέστη από την απουσία της και (ε) η εκτίμηση των πραγματογνωμόνων ως προς τον κίνδυνο υποτροπής ήταν κοινή, ενώ η εντύπωση του δικαστή ως προς την ηλικία και την κατάσταση ευθραυστότητας δεν θα μετέβαλε την κρίση επί ζητήματος ουσιαστικώς νομικού (κατά πόσον το προτεινόμενο πλαίσιο εποπτείας συμβιβάζεται με την υφ’ όρον απόλυση). Επιπλέον, καταλόγισαν στην πλειοψηφία εσωτερική ασυνέπεια: η σχολαστική ανάλυση που οδήγησε στη μη παραβίαση του άρθρου 5 § 1 αποδεικνύει, κατά τη γνώμη τους, ότι η απουσία ακρόασης δεν επηρέασε την ποιότητα του ελέγχου του δικαστηρίου, ενώ η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 5 § 4 κινδυνεύει να ισοδυναμεί με in abstracto έλεγχο της εθνικής διαδικασίας. Επεσήμαναν ότι οι υποθέσεις Waite και Ruiz Rivera είναι προγενέστερες της Derungs, στην οποία το Δικαστήριο είχε διακρίνει τη νομολογία αυτή.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ
«Το Δικαστήριο φρονεί ότι, με βάση μια πλήρη και ενδελεχή εκτίμηση του συνόλου των στοιχείων της υπόθεσης, ιδίως δε της ηλικίας του προσφεύγοντος, οι εθνικές αρχές …, κατέληξαν, με αναλυτικές αιτιολογίες, στηριζόμενες σε πολυάριθμα συγκεκριμένα στοιχεία, ότι εξακολουθούσε να υφίσταται σημαντικός κίνδυνος ο προσφεύγων να διαπράξει εκ νέου σοβαρές κακοποιήσεις σε βάρος ανηλίκων σε περίπτωση αποφυλάκισής του. […] Η διατήρηση του μέτρου εγκλεισμού συνιστούσε επομένως το μόνο μέσο αντιστάθμισης του υψηλού κινδύνου υποτροπής του προσφεύγοντος» (παρ. 95).
Και ως προς το άρθρο 5 § 4: «Η ανάγκη ακρόασης του προσφεύγοντος ενισχυόταν εξάλλου από την κατάσταση ευαλωτότητάς του και από την απουσία πρόσφατης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης στην οποία θα μπορούσαν να αναφερθούν τα εθνικά δικαστήρια για να αποφανθούν» (παρ. 106).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Επιβεβαίωση της έντονα επικουρικής γραμμής του Στρασβούργου σε υποθέσεις internement καταδικασθέντων για σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων. Η απόφαση εντάσσεται σε νομολογιακή γραμμή που αναγνωρίζει στις εθνικές αρχές σημαντικό, όχι όμως απεριόριστο, περιθώριο εκτίμησης ως προς τη διατήρηση μέτρων εγκλεισμού όταν διακυβεύεται η σωματική και ηθική ακεραιότητα ανηλίκων. Η συλλογιστική του ΕΔΔΑ ευθυγραμμίζεται κατά βάση με τη μεθοδολογία της D.J. κατά Γερμανίας, εφαρμόζοντας το διττό κριτήριο: (α) διατήρηση του αιτιώδους συνδέσμου με τους αρχικούς σκοπούς της καταδίκης και (β) εύλογος χαρακτήρας της εκτίμησης ενόψει αυτών των σκοπών. Η ηλικία του 75ετούς προσφεύγοντος, αν και ληφθείσα δεόντως υπόψη, δεν θεωρήθηκε ικανή να αμβλύνει τον κίνδυνο υποτροπής στις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, ιδίως επειδή η ηλικία είχε αναλυθεί in concreto στις πραγματογνωμοσύνες και συνεκτιμήθηκε με την έλλειψη θεραπευτικής προόδου, την απουσία στρατηγικών διαχείρισης του κινδύνου και τα μεταγενέστερα περιστατικά.
Η αναγκαία επικαιρότητα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Το ΕΔΔΑ διαμορφώνει διαφοροποιημένη και ευέλικτη προσέγγιση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επικαιρότητας της ψυχιατρικής γνωμάτευσης. Η πραγματογνωμοσύνη του 2014 (7 έτη πριν την κρίσιμη απόφαση του ομοσπονδιακού Δικαστηρίου) έγινε δεκτή ως διατηρούσα κρίσιμη αποδεικτική συνάφεια, διότι: (α) δεν είχαν επέλθει σημαντικές μεταβολές στην κατάσταση του προσφεύγοντος, (β) επιβεβαιώθηκε από την ROS του 2017 και από τα διαδοχικά πορίσματα εκτέλεσης, (γ) εν τέλει βρέθηκε σε πλήρη συμφωνία με την κατά πολύ μεταγενέστερη πραγματογνωμοσύνη Hi του 2023, την οποία το ΕΔΔΑ συνεκτίμησε επικουρικά ως μεταγενέστερο επιβεβαιωτικό στοιχείο. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με τις αποφάσεις Dörr, W.P. κατά Γερμανίας και διαφοροποιείται από την H.W. κατά Γερμανίας (πραγματογνωμοσύνη 12ετίας σε διαφορετικό πραγματικό πλαίσιο).
Η διαφωνία επί του άρθρου 5 § 4. Η εσωτερική ένταση της απόφασης είναι εμφανής, όχι όμως με τρόπο που επιτρέπει να χαρακτηριστεί άνευ ετέρου ως “αντινομία” του σκεπτικού της πλειοψηφίας. Η πλειοψηφία, αφού δέχθηκε ομόφωνα ότι η ουσιαστική κρίση του εθνικού δικαστή ήταν επαρκώς αιτιολογημένη υπό το άρθρο 5 § 1, διαπίστωσε εν συνεχεία παραβίαση αυτοτελούς δικονομικής εγγύησης του άρθρου 5 § 4. Η αντίθεση αυτή αποτελεί τον κύριο άξονα της μειοψηφίας και αναδεικνύει σπουδαία θεωρητική και πρακτική πρόκληση: ακόμη και αν η ακρόαση δεν θα επέφερε κατ’ ανάγκην ουσιαστική μεταβολή στην έκβαση, ποια είναι η αυτοτελής αξία της ως δικονομικής εγγύησης κατά το άρθρο 5 § 4; Η απόφαση μπορεί να αναγνωσθεί ως επιλογή υπέρ της αυτοτέλειας της δικονομικής εγγύησης ως έκφρασης της δικαστικής αναγνώρισης της προσωπικότητας του εγκλείστου, ιδίως σε καθεστώτα μακροχρόνιας στέρησης ελευθερίας.
Η σημασία της ευαλωτότητας ως ενισχυτικού παράγοντα. Το Δικαστήριο εισάγει στη συλλογιστική του την έννοια της ευαλωτότητας (vulnérabilité) με ιδιαίτερο νοηματικό βάρος. Στις περιστάσεις της προκείμενης υπόθεσης, η ευαλωτότητα του προσφεύγοντος λειτουργεί ως ενισχυτικό στοιχείο της ανάγκης δικονομικής εγγύησης της ακρόασης. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το ίδιο το Δικαστήριο δεν ανέλυσε διεξοδικά τα επιμέρους στοιχεία που συγκροτούν την ευαλωτότητα του προσφεύγοντος· η ηλικία, η μακροχρόνια κράτηση και η ψυχιατρική κατάσταση προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, αλλά δεν απαριθμούνται ρητώς ως κλειστή τυπολογία. Η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη, διότι αναγνωρίζει ότι η ευαλωτότητα δεν αποτελεί μόνον στοιχείο που μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικές εγγυήσεις προστασίας, αλλά και λόγο ενίσχυσης των δικονομικών εγγυήσεων.
Η αναγνώριση της πρακτικής δυσχέρειας εξωτερικών δομών αναλόγων του εγκλεισμού. Σημαντική, αν και χαμηλότερου προφίλ, παρατήρηση της απόφασης αποτελεί η αναγνώριση από το Δικαστήριο της δυσχέρειας υλοποίησης των μέτρων που πρότεινε ο ιδιωτικός πραγματογνώμονας (απαγόρευση επαφής, ηλεκτρονικό βραχιόλι, εξωτερική θεραπευτική παρακολούθηση). Η συγκεκριμένη ανάλυση επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκτιμήσει την αναλογικότητα της διατήρησης του εγκλεισμού όχι αφηρημένα, αλλά υπό το πρίσμα των πραγματικών εναλλακτικών που είναι θεσμικά διαθέσιμες στο εθνικό δίκαιο.
Σχέση με την υπόθεση Derungs. Η μη ρητή διαφοροποίηση από την Derungs αποτελεί την πλέον τρωτή πτυχή του σκεπτικού της πλειοψηφίας. Στην απόφαση δεν εξηγείται με σαφήνεια γιατί δικαιολογείται διαφορετική προσέγγιση από εκείνη της Derungs, παρά τις ομοιότητες των δύο υποθέσεων (μη ακρόαση ενώπιον του δικαστηρίου της Ζυρίχης, προηγηθείσα ακρόαση από διοικητική αρχή). Η μειοψηφία ορθά επισημαίνει την έλλειψη αυτή.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η απόφαση B.M. κατά Ελβετίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της λεπτής ισορροπίας που καλείται να επιτύχει το ΕΔΔΑ σε υποθέσεις μακροχρόνιου εγκλεισμού καταδικασθέντων για βαρύτατα σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων. Το Δικαστήριο επιλέγει μια διπολική θέση: αναγνωρίζει στις ελβετικές αρχές πλήρως την ευχέρεια ουσιαστικής κρίσης (μη παραβίαση άρθρου 5 § 1), επιβάλλει όμως αυξημένες δικονομικές εγγυήσεις (παραβίαση άρθρου 5 § 4). Η συνδυασμένη αυτή έκβαση αποτυπώνει μια στρατηγική νομολογιακή ισορροπία μεταξύ του σεβασμού στις αξιολογήσεις των εθνικών αρχών και της αυτοτέλειας των δικονομικών εγγυήσεων.
Ο εύλογος χαρακτήρας της εκτίμησης και η δικαστική εποπτεία. Η ανάλυση της παρ. 95 της απόφασης είναι υποδειγματική. Το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά την κρίση του εθνικού δικαστή, αλλά εξετάζει αν η αιτιολογία είναι «πλήρης», «ενδελεχής» και βασίζεται σε «πολυάριθμα συγκεκριμένα στοιχεία». Η μεθοδολογία αυτή αντικατοπτρίζει την αρχή της επικουρικότητας και απαντά σε προηγούμενες κριτικές περί παρεμβατικότητας του Στρασβούργου σε ζητήματα εκτίμησης κινδύνου επικινδυνότητας. Σε ζητήματα clinical assessment of dangerousness το ΕΔΔΑ διαθέτει περιορισμένη θεσμική και επιστημολογική δυνατότητα πλήρους υποκατάστασης των εθνικών δικαστηρίων και των πραγματογνωμόνων. Ορθότερα λειτουργεί ως δικαστής ελέγχου της επάρκειας, της επικαιρότητας και της μη αυθαιρεσίας της αιτιολογίας. Πηγή: HUDOC, B.M. κατά Ελβετίας, παρ. 84-95.
Το ζήτημα της προηγούμενης πραγματογνωμοσύνης και της εξέλιξης των επιστημονικών δεδομένων. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου ως προς την επικαιρότητα της πραγματογνωμοσύνης Ha του 2014 (επτά έτη πριν την επίδικη απόφαση) αξίζει ιδιαίτερης μνείας. Το ΕΔΔΑ ορθά αρνείται την υιοθέτηση άκαμπτου χρονικού ορίου και προτιμά μια λειτουργική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η επικαιρότητα κρίνεται με βάση το αν έχουν επέλθει ουσιαστικές μεταβολές στην κατάσταση του προσφεύγοντος. Η προσέγγιση αυτή είναι θεωρητικά ορθή, αλλά γεννά πρακτικά ερωτηματικά: είναι δυνατόν, στην περίπτωση εγκλεισμένου επί 16 έτη ηλικιωμένου παιδόφιλου, να εκτιμηθεί επαρκώς ο κίνδυνος υποτροπής με βάση πραγματογνωμοσύνη που προηγείται κατά μια ολόκληρη επταετία; Η εν προκειμένω απάντηση βασίζεται στην επιβεβαιωτική συνέργεια διαδοχικών αξιολογήσεων (ROS 2017, εκθέσεις εκτέλεσης 2015-2019, ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη 2019, μεταγενέστερη πραγματογνωμοσύνη Hi 2023). Η μεθοδολογία αυτή είναι ευλογοφανής, αλλά εξαρτάται καίρια από την ομοιογένεια των μεταγενέστερων εκτιμήσεων. Σε αντίθετη περίπτωση, η αρχική πραγματογνωμοσύνη δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί διατηρούσα την επικαιρότητά της.
Η σχέση μεταξύ παρ. 1 και παρ. 4 του άρθρου 5 και η μειοψηφία Ranzoni/Grigoryan. Η μερικώς διαφωνούσα γνώμη αποτελεί την κρισιμότερη πτυχή της απόφασης, διότι εκθέτει με ευθύτητα τη μεθοδολογική αδυναμία που, κατά τη γνώμη των μειοψηφούντων, χαρακτηρίζει την πλειοψηφία: αν η ουσιαστική κρίση του ομοσπονδιακού Δικαστηρίου ήταν επαρκής για τους σκοπούς του άρθρου 5 § 1, ποια ακριβώς πρόσθετη βεβαιότητα ή πληροφορία θα παρείχε η προφορική ακρόαση; Η απάντηση της πλειοψηφίας ότι η ακρόαση θα επέτρεπε την «εμβάθυνση» του περιεχομένου της πραγματογνωμοσύνης N και τη «δυνατότητα ερωτήσεων» προς τον πραγματογνώμονα, είναι νομικά υποστηρίξιμη ως δικονομική εγγύηση, αλλά δεν επιλύει πλήρως την διαφοροποίηση από τη Derungs. Η σύνδεση που επιχειρεί η μειοψηφία με τη Derungs είναι ιδιαιτέρως ισχυρή. Στην Derungs, υπό παρόμοιες περιστάσεις (μη ακρόαση από το δικαστήριο της Ζυρίχης, προηγηθείσα ακρόαση από διοικητική αρχή), το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει μη παραβίαση. Η πλειοψηφία δεν εξηγεί επαρκώς γιατί αλλάζει θέση. Η πιθανότερη διαφοροποιητική παράμετρος είναι η ηλικία, η ευαλωτότητα του προσφεύγοντος και η απουσία πρόσφατης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά αυτό θα έπρεπε να διατυπωθεί με πιο ρητό τρόπο. Πηγή: HUDOC, Derungs κατά Ελβετίας, αρ. 52089/09, της 10.05.2016, §§ 73-81.
Το ζήτημα της εσωτερικής συνέπειας της νομολογίας. Η μειοψηφία επισημαίνει εύστοχα ότι οι υποθέσεις Waite και Ruiz Rivera, στις οποίες στηρίζεται η πλειοψηφία, είναι προγενέστερες της Derungs και ότι η ίδια η Derungs είχε διακρίνει την προηγούμενη νομολογία. Η εκ νέου αξιοποίηση της Ruiz Rivera και της Waite δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως ρητή αναθεώρηση της Derungs, αφού το Δικαστήριο δεν το δηλώνει. Πιο ακριβές είναι να γίνει λόγος για σιωπηρή διαφοροποίηση ή για ανεπαρκώς αιτιολογημένη μετατόπιση της έμφασης. Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση B.M. προβληματίζει ως προς τη μέθοδο νομολογιακής εξέλιξης του Δικαστηρίου. Η βιβλιογραφία για την ερμηνεία της ΕΣΔΑ, ιδίως ο George Letsas, έχει αναδείξει τη σημασία της μεθοδολογικής σαφήνειας και της συνέπειας στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Πηγή: G. Letsas, A Theory of Interpretation of the European Convention on Human Rights, OUP, 2007, ανατύπωση 2009.
Η ευαλωτότητα ως δικονομική παράμετρος. Καινοτόμο στοιχείο της απόφασης αποτελεί η ρητή αναγνώριση ότι η ευαλωτότητα του εγκλείστου επιτάσσει αυξημένες δικονομικές εγγυήσεις. Η εξέλιξη αυτή ευθυγραμμίζεται με την ευρύτερη νομολογιακή τάση που αναγνωρίζει την έννοια της ευαλωτότητας ως αυτοτελή ερμηνευτικό παράγοντα διεύρυνσης των προστατευτικών εγγυήσεων της Σύμβασης (πρβλ. M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας της 21.01.2011 [GC], Tarakhel κατά Ελβετίας [GC], της 04.11.2014). Η συγκεκριμένη εφαρμογή στο πεδίο του άρθρου 5 § 4 είναι όμως αμφιλεγόμενη, διότι η ευαλωτότητα ενός εγκλείστου παιδόφιλου δύναται να συγκρουστεί με τη ευαλωτότητα των δυνητικών θυμάτων ανηλίκων, όπως ορθώς αναγνώρισε το Δικαστήριο στην ανάλυση του άρθρου 5 § 1. Η ισορρόπηση των ευαλωτοτήτων είναι κρίσιμη αξιακή λειτουργία και θα έπρεπε να αναπτυχθεί ρητά.
Η αναλογικότητα του μακροχρόνιου εγκλεισμού. Ο προσφεύγων εκτίει μέτρο εγκλεισμού επί περίπου 16 έτη κατά τον χρόνο της επίδικης απόφασης του ομοσπονδιακού Δικαστηρίου το 2021 – διάστημα που υπερβαίνει κατά πολύ την ανασταλείσα στερητική της ελευθερίας ποινή των 4 ετών και 4 μηνών. Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του internement ως μέτρου ασφαλείας με βάση όχι την ενοχή αλλά την επικινδυνότητα. Η νομολογία του ελβετικού ομοσπονδιακού Δικαστηρίου αναγνωρίζει εξάλλου ότι όσο μακραίνει η στέρηση ελευθερίας, τόσο αυξάνεται η σημασία του δικαιώματος ελευθερίας του ενδιαφερομένου (παρ. 49 της απόφασης). Πλην όμως, η εν προκειμένω εφαρμογή της αρχής υποχωρεί έναντι της προστασίας των ανηλίκων ως ευάλωτων προσώπων. Η σύγχρονη συγκριτική βιβλιογραφία για τους επικίνδυνους δράστες τονίζει ότι η ανάλυση τέτοιων μέτρων δεν μπορεί να απομονώνει μία μόνο κύρωση ή ένα μόνο στάδιο, αλλά πρέπει να καλύπτει την αξιολόγηση επικινδυνότητας, την εκτέλεση, τη θεραπεία, την αποκατάσταση και την εποπτεία μετά την αποφυλάκιση. Πηγή: Jehle / Lewis / Nagtegaal / Palmowski / Pyrcak-Górowska / van der Wolf / Zila, «Dealing with Dangerous Offenders in Europe. A Comparative Study of Provisions in England and Wales, Germany, the Netherlands, Poland and Sweden», Criminal Law Forum 32 (2021), σσ. 181-245.
Η σύγκριση με τη γερμανική και την ελβετική νομολογία. Η απόφαση εντάσσεται σε μια σειρά υποθέσεων κατά της Ελβετίας και κατά της Γερμανίας που αφορούν τη συμβατότητα του internement / Sicherungsverwahrung με τη Σύμβαση (Ruiz Rivera, Derungs, I.L. κατά Ελβετίας, I.S. κατά Ελβετίας, D.J. κατά Γερμανίας, H.W. κατά Γερμανίας, Ostermünchner κατά Γερμανίας, Klinkenbuß κατά Γερμανίας, M. κατά Γερμανίας). Η γερμανική νομολογιακή σειρά υπήρξε εμφανώς πιο παρεμβατική ως προς ζητήματα προληπτικής κράτησης, ιδίως σε M., H.W., Klinkenbuß κ.ά., ενώ οι ελβετικές υποθέσεις εμφανίζουν διαφορετικό πραγματικό και θεσμικό υπόβαθρο. Δεν θα ήταν επιστημονικά ασφαλές να συναχθεί γενικό συμπέρασμα περί ανώτερης «συστηματικής ποιότητας» της μίας ή της άλλης εθνικής δικαιοδοσίας αποκλειστικά από τη σύγκριση αυτή. Ασφαλέστερο είναι να λεχθεί ότι το ελβετικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, στην προκείμενη υπόθεση, εκπλήρωσε με υψηλό βαθμό σχολαστικότητας τις απαιτήσεις αιτιολόγησης του άρθρου 5 § 1, ενώ η κριτική εστιάζεται κυρίως στις δικονομικές πτυχές του άρθρου 5 § 4.
Συγκριτική αναφορά. Στο Διαμερικανικό σύστημα, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναπτύξει αυστηρή νομολογία ως προς τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της κράτησης (πρβλ. Chaparro Álvarez και Lapo Íñiguez κατά Εκουαδόρ, της 21.11.2007). Η υπόθεση αυτή έχει συγκριτική αξία ως προς τη σημασία του habeas corpus και της δικαστικής φύσης του ελέγχου της κράτησης, αλλά δεν είναι πλήρως ανάλογη με την B.M., διότι αφορά προδικαστική κράτηση και όχι μέτρο ασφαλείας μετά από καταδίκη. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο 35 για το άρθρο 9 ΔΣΑΠΔ, υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη ουσιαστικής δικαστικής εποπτείας της κράτησης. Σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, το ΔΕΕ έχει αναπτύξει σχετική νομολογία κυρίως στο πεδίο της κράτησης υπηκόων τρίτων χωρών, ιδίως στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-704/20 και C-39/21, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, απόφαση της 08.11.2022, υπό το πρίσμα των άρθρων 6 και 47 του Χάρτη, της οδηγίας 2008/115, της οδηγίας 2013/33 και του κανονισμού Δουβλίνου. Η νομολογία αυτή δεν αφορά αυτοτελώς internement μετά από ποινική καταδίκη και πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον συγκριτικά και με επιφύλαξη.
Συμπέρασμα. Η απόφαση B.M. κατά Ελβετίας είναι σημαντική για τρεις λόγους: (α) επιβεβαιώνει την υψηλή ανοχή του Στρασβούργου σε υποθέσεις μακροχρόνιου εγκλεισμού καταδικασθέντων για παιδοφιλικά αδικήματα, όταν η εθνική κρίση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και υποστηρίζεται από σύγχρονες αξιολογήσεις· (β) ενισχύει το δικαίωμα προφορικής ακρόασης ως αυτοτελή δικονομική εγγύηση του άρθρου 5 § 4, ιδίως όταν συντρέχουν παράγοντες ευαλωτότητας· και (γ) αναδεικνύει ζητήματα εσωτερικής συνέπειας της νομολογίας, ιδίως σε σχέση με τη Derungs. Η μερικώς διαφωνούσα γνώμη Ranzoni/Grigoryan αποτελεί ισχυρή και συστηματικά επεξεργασμένη μειοψηφία στο πεδίο του άρθρου 5 και ενδέχεται να αποτελέσει αφετηρία μελλοντικής νομολογιακής επαναπροσέγγισης.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Α) D.J. κατά Γερμανίας: Η απόφαση-θεμέλιο για τη μεθοδολογία της εξέτασης του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ καταδίκης και διατήρησης μέτρων ασφαλείας. Καθιερώνει το διττό κριτήριο: συμβατότητα με τους αρχικούς σκοπούς και ευλογοφανή εκτίμηση. Πηγή: HUDOC, D.J. v. Germany, αρ. 45953/10, της 07.09.2017, §§ 57-62.
Β) Derungs κατά Ελβετίας: Η κρίσιμη απόφαση για τη μη παραβίαση του άρθρου 5 § 4 σε περίπτωση ουσιωδώς πανομοιότυπη με την προκείμενη. Πηγή: HUDOC, Derungs v. Switzerland, αρ. 52089/09, της 10.05.2016, §§ 73-81.
Γ) Ruiz Rivera κατά Ελβετίας: Καθιερώνει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και ακρόασης σε ζητήματα ψυχιατρικής εκτίμησης. Διαφοροποιείται όμως από την προκείμενη υπόθεση, διότι αφορούσε ψυχιατρική κράτηση και όχι internement. Πηγή: HUDOC, Ruiz Rivera v. Switzerland, αρ. 8300/06, της 18.02.2014, §§ 60, 70.
Δ) Waite κατά Ηνωμένου Βασιλείου: Καθιερώνει την ανάγκη προφορικής ακρόασης σε αντίδικη διαδικασία όταν εξετάζονται ζητήματα προσωπικότητας και επικινδυνότητας. Πηγή: HUDOC, Waite v. the United Kingdom, αρ. 53236/99, της 10.12.2002, § 59.
Ε) H.W. κατά Γερμανίας: Σημαντική για την έννοια της «κατάστασης αδιεξόδου» (situation de blocage) και την ανάγκη συνδρομής εξωτερικού πραγματογνώμονα. Πηγή: HUDOC, H.W. v. Germany, αρ. 17167/11, της 19.09.2013, §§ 107, 112.
ΣΤ) Tim Henrik Bruun Hansen κατά Δανίας: Επιβεβαιώνει την ανάγκη πρόσφατης πραγματογνωμοσύνης όταν έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα. Πηγή: HUDOC, Tim Henrik Bruun Hansen v. Denmark, αρ. 51072/15, της 09.07.2019, § 63.
Ζ) Διαφωνούσα γνώμη δικαστών Ranzoni/Grigoryan: Η σημαντικότερη συστηματική κριτική του σκεπτικού της πλειοψηφίας, αρθρωμένη σε τέσσερις άξονες: ομοιότητα με Derungs, αξιοποίηση της προηγηθείσας ακρόασης από την OEJ-ZH, εσωτερική ασυνέπεια με τη μη παραβίαση του άρθρου 5 § 1 και κίνδυνος in abstracto ελέγχου. Πηγή: HUDOC, B.M. v. Switzerland, Joint partly dissenting opinion of Judge ad hoc Ranzoni and Judge Grigoryan, της 12.05.2026, §§ 1-14.
Η) Peroni / Timmer, «Vulnerable Groups: The Promise of an Emerging Concept in European Human Rights Convention Law»: Αναδεικνύουν ότι η έννοια της ευαλωτότητας στη νομολογία του ΕΔΔΑ έχει προστατευτική δυναμική, αλλά και κινδύνους στιγματισμού, ουσιοκρατίας και στερεοτυπικής χρήσης. Πηγή: L. Peroni / A. Timmer, International Journal of Constitutional Law 11 (2013), σσ. 1056-1085.
Θ) Timmer / Baumgärtel / Kotzé / Slingenberg, «The potential and pitfalls of the vulnerability concept for human rights»: Υπογραμμίζουν ότι η ευαλωτότητα έχει καταστεί εμφανής και σημαντική έννοια στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά παραμένει αμφισβητούμενη και απαιτεί προσεκτική χρήση. Πηγή: Netherlands Quarterly of Human Rights 39(3) (2021), σσ. 190-197.
Ι) Jehle / Lewis / Nagtegaal / Palmowski / Pyrcak-Górowska / van der Wolf / Zila, «Dealing with Dangerous Offenders in Europe»: Συγκριτική μελέτη που αναδεικνύει ότι η μεταχείριση επικίνδυνων δραστών πρέπει να εξετάζεται συνολικά, σε όλα τα στάδια της ποινικής τροχιάς, από την αξιολόγηση έως την εκτέλεση, την αποκατάσταση και την εποπτεία μετά την αποφυλάκιση. Πηγή: Criminal Law Forum 32 (2021), σσ. 181-245.
ΙΑ) George Letsas, A Theory of Interpretation of the European Convention on Human Rights: Θέτει το θεωρητικό υπόβαθρο της μεθοδολογικής συνέπειας και της ερμηνευτικής νομιμοποίησης στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Πηγή: G. Letsas, A Theory of Interpretation of the European Convention on Human Rights, OUP, 2007, ανατύπωση 2009.
ΙΒ) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ – Γενικό Σχόλιο 35: Αναπτύσσει το περιεχόμενο του δικαιώματος στην ελευθερία κατά το άρθρο 9 ΔΣΑΠΔ, με έμφαση στην απαγόρευση αυθαίρετης κράτησης και στον ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο. Χρήσιμο ως ερμηνευτικό υπόβαθρο. Πηγή: UN Human Rights Committee, General Comment No. 35 on Article 9 ICCPR, CCPR/C/GC/35.
ΙΓ) Διαμερικανικό Δικαστήριο – Chaparro Álvarez και Lapo Íñiguez κατά Εκουαδόρ: Αναπτύσσει αυστηρές αρχές ως προς τον δικαστικό χαρακτήρα και την αποτελεσματικότητα του ελέγχου της κράτησης. Έχει μόνον συγκριτική αξία για την B.M., διότι αφορά προδικαστική κράτηση και όχι μεταγενέστερο μέτρο ασφαλείας μετά από καταδίκη. Πηγή: IACtHR, Chaparro Álvarez y Lapo Íñiguez vs. Ecuador, Sentencia de 21 de noviembre de 2007, Serie C No. 170.
ΙΔ) DSM-5 (American Psychiatric Association): Το DSM-5 μνημονεύεται από το ομοσπονδιακό Δικαστήριο, όπως αποδίδεται από το ΕΔΔΑ, για τη θέση ότι η παιδοφιλία αντιμετωπίζεται ως διά βίου χαρακτηριστικό χωρίς κριτήριο ύφεσης. Η αναφορά πρέπει να παραμείνει δεμένη με την αιτιολογία της εθνικής απόφασης και όχι να παρουσιαστεί ως αυτοτελές, ανεξέλεγκτο ψυχιατρικό συμπέρασμα του ΕΔΔΑ. Πηγή: HUDOC, B.M. κατά Ελβετίας, παρ. 34 και 89.
Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:
- Kafkaris κατά Κύπρου [GC], 12.02.2008, αρ. προσφ. 21906/04 • M. κατά Γερμανίας, 17.12.2009, αρ. προσφ. 19359/04 • Waite κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 10.12.2002, αρ. προσφ. 53236/99 • Weeks κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 02.03.1987, αρ. προσφ. 9787/82 • Musiał κατά Πολωνίας [GC], 25.03.1999, αρ. προσφ. 24557/94 • Ostermünchner κατά Γερμανίας, 22.03.2012, αρ. προσφ. 36035/04 • Dörr κατά Γερμανίας (déc.), 22.01.2013, αρ. προσφ. 2894/08 • Claes κατά Βελγίου, 10.01.2013, αρ. προσφ. 43418/09 • H.W. κατά Γερμανίας, 19.09.2013, αρ. προσφ. 17167/11 • Ruiz Rivera κατά Ελβετίας, 18.02.2014, αρ. προσφ. 8300/06 • Vogt κατά Ελβετίας (déc.), 03.06.2014, αρ. προσφ. 45553/06 • Aurnhammer κατά Γερμανίας, 21.10.2014, αρ. προσφ. 36356/10 • Klinkenbuß κατά Γερμανίας, 25.02.2016, αρ. προσφ. 53157/11 • Derungs κατά Ελβετίας, 10.05.2016, αρ. προσφ. 52089/09 • W.P. κατά Γερμανίας, 06.10.2016, αρ. προσφ. 55594/13 • D.J. κατά Γερμανίας, 07.09.2017, αρ. προσφ. 45953/10 • Radomilja και λοιποί κατά Κροατίας [GC], 20.03.2018, αρ. προσφ. 37685/10 και 22768/12 • Tim Henrik Bruun Hansen κατά Δανίας, 09.07.2019, αρ. προσφ. 51072/15 • I.L. κατά Ελβετίας, 03.12.2019, αρ. προσφ. 72939/16 • I.S. κατά Ελβετίας, 06.10.2020, αρ. προσφ. 60202/15 • N.Ç. κατά Τουρκίας, 09.02.2021, αρ. προσφ. 40591/11 • Reinprecht κατά Αυστρίας, 15.11.2005, αρ. προσφ. 67175/01 • De Wilde, Ooms και Versyp κατά Βελγίου, 18.06.1971, αρ. προσφ. 2832/66, 2835/66 και 2899/66 • Centre de ressources juridiques au nom de Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας [GC], 17.07.2014, αρ. προσφ. 47848/08 • Vučković και λοιποί κατά Σερβίας [GC], 25.03.2014, αρ. προσφ. 17153/11 και 29 άλλες
Πηγή :echrcaselaw.com
