ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 30ης Απριλίου 2026 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 – Άρθρα 3 και 4 – Τεκμήριο αθωότητας – Άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διάταξη για τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο – Δικαστική απόφαση μη αποφαινόμενη επί της ενοχής – Εξαφάνιση απόφασης και αναπομπή σε κατώτερο δικαστήριο – Διαπιστώσεις του ανώτερου δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης αξιόποινης πράξης – Υποχρέωση του κατώτερου δικαστηρίου να συμμορφωθεί προς τις εκτιμήσεις του ανώτερου δικαστηρίου – Κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας »
Στην υπόθεση C‑748/24 [Kotaňák] (i),
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Mestský súd Bratislava I (πρώτο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας, Σλοβακία) με απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Οκτωβρίου 2024, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά
AC,
παρισταμένων των:
Okresná prokuratúra Bratislava III,
LZ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei, S. Rodin, N. Fenger και A. Kornezov, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Spielmann
γραμματέας: I. Illéssy, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Οκτωβρίου 2025,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο AC, εκπροσωπούμενος από τους M. Mandzák, P. Pechanec και M. Pohovej, advokáti,
– η Σλοβακική Κυβέρνηση, παριστάμενη διά των εκπροσώπων της,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Zs. Biró-Tóth και τον M. Z. Fehér,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους R. Lindenthal και M. Wasmeier,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 2026,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 4 και 6, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (ΕΕ 2016, L 65, σ. 1), του άρθρου 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και των αρχών της αποτελεσματικότητας και της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά του AC για πράξεις συκοφαντικής δυσφήμισης.
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 2016/343
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 16 και 48 της οδηγίας 2016/343 έχουν ως εξής:
«(16) Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος κατά το χρονικό διάστημα που το πρόσωπο αυτό δεν έχει αποδειχτεί ένοχο κατά τον νόμο. Οι εν λόγω δηλώσεις και δικαστικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να δημιουργούν την αίσθηση ότι το πρόσωπο αυτό είναι ένοχο. Η διάταξη αυτή δεν θα πρέπει να θίγει τις πράξεις της εισαγγελικής αρχής που αποσκοπούν να αποδείξουν την ενοχή του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, όπως η απαγγελία κατηγορίας, ούτε να θίγει τις δικαστικές αποφάσεις ως αποτέλεσμα των οποίων μια καταδικαστική απόφαση που είχε ανασταλεί τίθεται σε εφαρμογή, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης. Δεν θα πρέπει να θίγει επίσης τις προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσης, που λαμβάνονται από δικαστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές και βασίζονται σε υπόνοιες ή ενοχοποιητικά στοιχεία, όπως αποφάσεις προφυλάκισης, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος. Προτού λάβει προκαταρκτική απόφαση, η αρμόδια αρχή ενδεχομένως να οφείλει να διαπιστώσει πρώτα ότι υφίστανται επαρκή ενοχοποιητικά στοιχεία σε σχέση με τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο τα οποία να δικαιολογούν τη σχετική απόφαση, η οποία μπορεί και να περιέχει αναφορά στα εν λόγω στοιχεία.
[…]
(48) Δεδομένου ότι η οδηγία ορίζει ελάχιστους κανόνες, τα κράτη μέλη μπορούν να διευρύνουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία με σκοπό την παροχή μεγαλύτερης προστασίας. Το επίπεδο προστασίας που παρέχουν τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει ποτέ να υπολείπεται των προτύπων του Χάρτη ή της [Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ)], όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.»
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα φυσικά πρόσωπα που είναι ύποπτα ή κατηγορούμενα σε ποινική διαδικασία. Εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας από τη στιγμή που ένα πρόσωπο θεωρείται ύποπτο ή κατηγορείται για τέλεση αξιόποινης πράξης ή εικαζόμενης αξιόποινης πράξης μέχρι την απόφαση για την τελική εκτίμηση του κατά πόσον το εν λόγω πρόσωπο διέπραξε τη σχετική αξιόποινη πράξη και μέχρι η εν λόγω απόφαση να καταστεί οριστική.»
5 Το άρθρο 3 της οδηγίας έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρις ότου αποδειχτεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο.»
6 Το άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου», προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με τον νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί της ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο. Η ανωτέρω διάταξη δεν θίγει τις πράξεις της εισαγγελικής αρχής που αποσκοπούν να αποδείξουν την ενοχή του υπόπτου ή του κατηγορουμένου και δεν θίγει επίσης τις προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσης που λαμβάνονται από δικαστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές και βασίζονται σε υπόνοιες ή ενοχοποιητικά στοιχεία.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, βάσει της οποίας δεν πρέπει να γίνεται αναφορά στον ύποπτο ή κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και ειδικότερα με το άρθρο 10.»
7 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εισαγγελική αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής των υπόπτων και των κατηγορουμένων. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη οποιασδήποτε υποχρέωσης του δικαστή ή του αρμόδιου δικαστηρίου να αναζητούν τόσο ενοχοποιητικά όσο και απαλλακτικά στοιχεία και του δικαιώματος της υπεράσπισης να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.»
8 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι διαθέτουν αποτελεσματικό ένδικο μέσο προστασίας εάν παραβιάζονται τα δικαιώματά τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας.»
Το σλοβακικό δίκαιο
9 Το άρθρο 373, παράγραφοι 1 και 2, του Trestný zakon (ποινικού κώδικα), το οποίο ρυθμίζει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, έχει ως εξής:
«(1) Όποιος διαδίδει για άλλο πρόσωπο ψευδείς πληροφορίες, οι οποίες ενδέχεται να βλάψουν ουσιωδώς την τιμή και την υπόληψή του έναντι των συμπολιτών του, στην εργασία του ή στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, να βλάψουν τις οικογενειακές σχέσεις του ή να του προκαλέσουν σοβαρή βλάβη άλλου είδους, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
(2) Ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση ενός έως πέντε ετών αν τελέσει την πράξη της παραγράφου 1:
[…]
c) δημοσίως».
10 Το άρθρο 327, παράγραφος 1, του Trestný poriadok (κώδικα ποινικής δικονομίας) προβλέπει τα εξής:
«Το δικαστήριο στο οποίο αναπέμφθηκε η υπόθεση για επανεξέταση και έκδοση νέας αποφάσεως δεσμεύεται από τις νομικές κρίσεις που διατυπώνονται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και υποχρεούται να προβεί στις ενέργειες και να διεξαγάγει τις αποδείξεις που του υπέδειξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Στις 18 Νοεμβρίου 2020 η Okresná prokuratúra Bratislava III (εισαγγελική αρχή τρίτης περιφέρειας Μπρατισλάβας, Σλοβακία) απήγγειλε ενώπιον του Okresný súd Bratislava III (τρίτου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Μπρατισλάβας, Σλοβακία), κατηγορίες εις βάρος του AC για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, κατά το άρθρο 373, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο c, του ποινικού κώδικα, αδίκημα το οποίο κατηγορείται ότι διέπραξε αναρτώντας στο διαδίκτυο πλείονα βίντεο που περιείχαν ψευδείς ισχυρισμούς.
12 Με διάταξη της 8ης Νοεμβρίου 2021 το Okresný súd Bratislava III (τρίτο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας) έπαυσε την ποινική δίωξη με το σκεπτικό ότι η συμπεριφορά που περιγράφεται στο κατηγορητήριο δεν συνιστά αξιόποινη πράξη.
13 Η Okresná prokuratúra Bratislava III (εισαγγελική αρχή τρίτης περιφέρειας Μπρατισλάβας) άσκησε έφεση κατά της προαναφερθείσας διάταξης. Με διάταξη της 8ης Φεβρουαρίου 2022, το Krajský súd v Bratislave (δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας, Σλοβακία) εξαφάνισε τη διάταξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ανέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προκειμένου να την επανεξετάσει εκτιμώντας εκ νέου το σύνολο των αποδείξεων.
14 Στο σκεπτικό της διατάξεώς του, το Krajský súd v Bratislave (δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας) έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι «[ο]ι αμιγώς προσωπικού χαρακτήρα ψευδείς πληροφορίες, τις οποίες ο κατηγορούμενος, μέσω της ανάρτησής του, έθεσε στη διάθεση ευρέος φάσματος χρηστών, είναι ικανές, λόγω του περιεχομένου τους, να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη στις σχέσεις μεταξύ συναδέλφων, καθώς και στις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της παθούσας».
15 Με διάταξη της 3ης Οκτωβρίου 2022, το Okresný súd Bratislava III (τρίτο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας) έθεσε εκ νέου την υπόθεση κατά του AC στο αρχείο.
16 Η Okresná prokuratúra Bratislava III (εισαγγελική αρχή τρίτης περιφέρειας Μπρατισλάβας) άσκησε έφεση κατά της ως άνω διάταξης. Με διάταξη της 18ης Απριλίου 2023, το Krajský súd v Bratislave (δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας) εξαφάνισε τη διάταξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 2022 και ανέπεμψε την υπόθεση στο δικαστήριο αυτό προκειμένου να αποφανθεί εκ νέου.
17 Στο σκεπτικό της διατάξεώς του, το Krajský súd v Bratislave (δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας) επανέλαβε τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στη διάταξή του της 8ης Φεβρουαρίου 2022 και προσέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνελέγησαν κατά το στάδιο της προδικασίας, επί των οποίων στηρίχθηκε επίσης το [πρωτοβάθμιο] δικαστήριο, προκύπτει αναμφίβολα ότι ο κατηγορούμενος ψεύδεται εις βάρος της παθούσας και εξαπολύει εναντίον της επιθέσεις, με αποτέλεσμα η παθούσα να αντιμετωπίζει ιδιαιτέρως δυσάρεστες καταστάσεις τόσο στον οικογενειακό της κύκλο όσο και στον κύκλο των προσώπων του ευρύτερου περιβάλλοντός της. Η προσωπική σχέση μεταξύ της παθούσας και του SB αποτελεί αποκύημα της φαντασίας του κατηγορουμένου, όσα δε διαλαμβάνει ο κατηγορούμενος στις αναρτήσεις του ουδέποτε συνέβησαν […]. Όσον αφορά την πληροφορία, που συγκαταλέγεται στις δημοσιευθείσες, η οποία φέρεται να είναι αναληθής, πρόκειται αναμφισβήτητα για πληροφορία η εξακρίβωση της οποίας πραγματοποιήθηκε κατά το στάδιο της προδικασίας με βάση τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία, η οποία αφορούσε την προσωπική σχέση μεταξύ της παθούσας και του μάρτυρα SB και τις ερωτικές τους συνευρέσεις τις οποίες ο κατηγορούμενος περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια στην ανάρτησή του.»
18 Κατόπιν αναδιοργάνωσης του σλοβακικού δικαστικού συστήματος, η εκδίκαση της υπόθεσης της κύριας δίκης ανατέθηκε, την 1η Ιουνίου 2023, στο Mestský súd Bratislava I (πρώτο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας, Σλοβακία), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο.
19 Ο AC υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι ορισμένες εκτιμήσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας, καθόσον δεν καθιστούν δυνατό κανένα άλλο συμπέρασμα πέραν της διαπίστωσης της ενοχής του, τούτο δε μολονότι το δικαστήριο αυτό δεν υποχρεούνταν να εκτιμήσει το βάσιμο των κατηγοριών που απαγγέλθηκαν εις βάρος του. Επομένως, ο AC θεωρεί ότι το αιτούν δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί χωρίς να συμμορφωθεί προς τις εκτιμήσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
20 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατ’ εφαρμογήν των σλοβακικών δικονομικών κανόνων, δεσμεύεται από τις εκτιμήσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Είναι, ωστόσο, της άποψης ότι οι εκτιμήσεις αυτές παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας του οποίου απολαύει ο AC και προσβάλλουν τα δικαιώματα υπεράσπισής του.
21 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει, μεταξύ άλλων, ως προς τον αναλογικό χαρακτήρα των εν λόγω εκτιμήσεων, στο μέτρο που, δυνάμει της σλοβακικής νομοθεσίας, το ανώτερο δικαστήριο θα μπορούσε να περιοριστεί στη διαπίστωση ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν εσφαλμένη και να υποχρεώσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να προβεί στη διεξαγωγή αποδείξεων. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τη λυσιτέλεια του γεγονότος ότι το ανώτερο δικαστήριο αποφάνθηκε στηριζόμενο αποκλειστικά στα αποδεικτικά στοιχεία που συνελέγησαν κατά το στάδιο της προδικασίας, επί των οποίων ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί.
22 Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ποια κατάλληλα μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343, θα πρέπει, ενδεχομένως, να ληφθούν για να θεραπευθεί η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας. Ειδικότερα, διερωτάται αν είναι αναγκαίο να μην συμμορφωθεί προς τις νομικά δεσμευτικές εκτιμήσεις του ανώτερου δικαστηρίου, ή ακόμη και να αποφασίσει, επιπλέον, την εξαίρεση δικαστών του εν λόγω δικαστηρίου.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Mestský súd Bratislava I (πρώτο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το δικαίωμα σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 1, του [Χάρτη], σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2016/343], καθώς και η αρχή της αναλογικότητας και τα δικαιώματα υπεράσπισης βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του [Χάρτη], την έννοια ότι εμποδίζουν ανώτερο δικαστήριο αποφαινόμενο επί εφέσεως ασκηθείσας από την εισαγγελική αρχή κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία παύεται η ποινική δίωξη, να διατυπώνει στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, πριν καν εκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας και χωρίς να έχει διεξαχθεί αποδεικτική διαδικασία από το δικαστήριο, τα ακόλουθα νομικά και πραγματικά συμπεράσματα:
“Οι αμιγώς προσωπικού χαρακτήρα ψευδείς πληροφορίες, τις οποίες ο κατηγορούμενος, μέσω της ανάρτησής του, έθεσε στη διάθεση ευρέος φάσματος χρηστών, είναι ικανές, λόγω του περιεχομένου τους, να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη στις σχέσεις μεταξύ συναδέλφων, καθώς και στις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της παθούσας […]. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνελέγησαν κατά το στάδιο της προδικασίας, επί των οποίων στηρίχθηκε επίσης το [πρωτοβάθμιο] δικαστήριο, προκύπτει αναμφίβολα ότι ο κατηγορούμενος ψεύδεται εις βάρος της και εξαπολύει εναντίον της επιθέσεις, με αποτέλεσμα η παθούσα να αντιμετωπίζει ιδιαιτέρως δυσάρεστες καταστάσεις τόσο στον οικογενειακό της κύκλο όσο και στον κύκλο των προσώπων του ευρύτερου περιβάλλοντός της. Η προσωπική σχέση μεταξύ της παθούσας και του SB αποτελεί αποκύημα της φαντασίας του κατηγορουμένου, όσα δε διαλαμβάνει ο κατηγορούμενος [στις αναρτήσεις] του ουδέποτε συνέβησαν […]. Όσον αφορά τον προσδιορισμό του ποιες από τις δημοσιευθείσες πληροφορίες φέρεται να είναι αναληθείς, πρόκειται αναμφισβήτητα για πληροφορία η εξακρίβωση της οποίας πραγματοποιήθηκε κατά το στάδιο της προδικασίας με βάση τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αφορούσαν την προσωπική σχέση μεταξύ της παθούσας και του μάρτυρα SB και τις ερωτικές τους συνευρέσεις τις οποίες ο κατηγορούμενος περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια στην ανάρτηση”;
2) Ασκεί επιρροή στην απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα το γεγονός ότι η [σλοβακική] νομοθεσία και πρακτική δεν υποχρέωναν το ανώτερο δικαστήριο να προβεί σε εκτίμηση των πραγματικών και νομικών περιστατικών στο σκεπτικό της αποφάσεως με την οποία ανατρέπει την πρωτοβάθμια απόφαση και ότι το εν λόγω σκεπτικό μπορούσε μόνον να περιοριστεί στο γεγονός ότι η απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου ήταν ελαττωματική, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε να έχει προβεί στη διεξαγωγή αποδείξεων κατά την κύρια επ’ ακροατηρίου συζήτηση και να αποφανθεί επί της υποθέσεως βάσει των πορισμάτων της εν λόγω αποδεικτικής διαδικασίας;
3) Ασκεί επιρροή στην απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα το γεγονός ότι το ανώτερο δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της εφέσεως της εισαγγελικής αρχής, αποφάνθηκε στηριζόμενο αποκλειστικά στα αποδεικτικά στοιχεία που συνελέγησαν κατά το στάδιο της προδικασίας τα οποία δεν είχαν καν προσκομιστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, αποτελούν οι ακόλουθες ενέργειες και αποφάσεις κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση του σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343:
– η ενέργεια του εθνικού πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το οποίο, επικαλούμενο τις αρχές της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, δεν λαμβάνει υπόψη τα νομικά και πραγματικά συμπεράσματα που διατύπωσε το ανώτερο δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, στον βαθμό που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης, μολονότι τα εν λόγω συμπεράσματα θα ήταν άλλως νομικώς δεσμευτικά βάσει του εθνικού δικαίου, και αποφαίνεται κατά τρόπο αυτόνομο επί της υποθέσεως κατόπιν προσήκουσας διεξαγωγής αποδείξεων· είτε
– η ενέργεια του εθνικού πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το οποίο, επικαλούμενο τις αρχές της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, δεν λαμβάνει υπόψη τα νομικά και πραγματικά συμπεράσματα που διατύπωσε το ανώτερο δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως του, στον βαθμό που αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης, μολονότι τα εν λόγω συμπεράσματα θα ήταν άλλως νομικώς δεσμευτικά βάσει του εθνικού δικαίου, και πραγματοποιεί επανεκτίμηση της υποθέσεως, εκδίδοντας εκ νέου την ίδια απόφαση περί παύσεως της ποινικής δίωξης που έχει ήδη ανατραπεί από το ανώτερο δικαστήριο· είτε
– ο αποκλεισμός των δικαστών του ανώτερου δικαστηρίου από τη συμμετοχή στη διαδικασία λόγω ελλείψεως αμεροληψίας λόγω παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας βάσει ισχυρισμού περί ελλείψεως αμεροληψίας που προέβαλε ο κατηγορούμενος;»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
24 Η Σλοβακική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
25 Αφενός, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να υποβάλει την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και, κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα υποβληθέντα ερωτήματα.
26 Αφετέρου, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, η διαδικασία της κύριας δίκης δεν αντιστοιχεί σε ένδικο μέσο με αίτημα τη λήψη κατάλληλων μέτρων, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και αν διαπιστωθεί ότι το σκεπτικό της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της απόφασης, της οποίας οι εκτιμήσεις δεν εμποδίζουν, εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου, μετά τη διεξαγωγή αποδείξεων στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία ακροαματικής διαδικασίας. Πέραν τούτων, το αιτούν δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της εξαίρεσης δικαστών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
27 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων την οποία καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, καθόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί επ’ αυτών (βλ. αποφάσεις της 21ης Απριλίου 1988, Pardini, 338/85, EU:C:1988:194, σκέψη 8, και της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 61).
28 Ως εκ τούτου, τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης τεκμαίρονται λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ. αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2000, Idéal tourisme, C‑36/99, EU:C:2000:405, σκέψη 20, και της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 62).
29 Συναφώς, κατά πρώτον, υπογραμμίζεται ότι, όσον αφορά τα επιχειρήματα που αντλούνται από τον προβαλλόμενο ελλιπή χαρακτήρα της προδικαστικής παραπομπής, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία πλέον απηχεί το εν λόγω άρθρο 94, στοιχεία αʹ και βʹ, του Κανονισμού του Διαδικασίας, η ανάγκη να δοθεί χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης επιτάσσει να ορίζει το εν λόγω δικαστήριο το πραγματικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Επιπλέον, όπως ορίζει το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, είναι απολύτως αναγκαίο η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως να εκθέτει τους λόγους που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και τη σχέση που το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας [βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, Telemarsicabruzzo κ.λπ., C‑320/90 έως C‑322/90, EU:C:1993:26, σκέψη 6, διάταξη της 28ης Ιουνίου 2000, Laguillaumie, C‑116/00, EU:C:2000:350, σκέψη 16, και απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 48].
30 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η απόφαση περί παραπομπής εκθέτει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα υποβληθέντα ερωτήματα. Επιπλέον, η απόφαση αυτή αναφέρει, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 20 έως 22 της παρούσας απόφασης, τους λόγους για τους οποίους το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.
31 Επομένως, η απόφαση περί παραπομπής πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 94 του Κανονισμού Διαδικασίας και, ως εκ τούτου, περιέχει επαρκή στοιχεία ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά.
32 Κατά δεύτερον, όσον αφορά τα επιχειρήματα με τα οποία προβάλλεται ότι δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση από το Δικαστήριο στα υποβληθέντα ερωτήματα προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να μπορέσει να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης, επισημαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι, κατ’ εφαρμογήν της σλοβακικής νομοθεσίας, υποχρεούται, κατά την εξέταση της υπόθεσης της κύριας δίκης, να συμμορφωθεί προς τις εκτιμήσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
33 Στο πλαίσιο αυτό, σκοπός των υποβληθέντων ερωτημάτων είναι να παράσχουν στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να διαπιστώσει αν οι εκτιμήσεις αυτές συνάδουν με την απαίτηση σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας που απορρέει από την οδηγία 2016/343 και το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, και, εφόσον καταστεί αναγκαίο, να συναγάγει τις συνέπειες της ασυμβατότητας των εν λόγω εκτιμήσεων με την απαίτηση αυτή.
34 Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει, γενικώς, καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της κύριας δίκης.
35 Αντιθέτως, όσον αφορά, ειδικότερα, το τρίτο σκέλος του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος, από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι το Mestský súd Bratislava I (πρώτο πρωτοδικείο Μπρατισλάβας), το οποίο αποτελεί πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί ενδεχόμενης εξαίρεσης των δικαστών δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή ότι θα μπορούσε, με οποιονδήποτε τρόπο, να συναγάγει τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης υποχρέωσης, απορρέουσας από το δίκαιο της Ένωσης, να προβλέψει την εξαίρεση των δικαστών αυτών.
36 Κατά συνέπεια, προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία κανόνων της Ένωσης προκειμένου να εκτιμηθεί αν οι κανόνες αυτοί επιβάλλουν μια τέτοια υποχρέωση ουδόλως σχετίζεται με το αντικείμενο της κύριας δίκης.
37 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο καθόσον αφορά την εξαίρεση των δικαστών δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ότι, κατά τα λοιπά, τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι παραδεκτά.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
38 Με τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 48 του Χάρτη, σχετικά με το τεκμήριο αθωότητας, έχουν την έννοια ότι εμποδίζουν ποινικό δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται επί έφεσης ασκηθείσας κατά απόφασης για την παύση ποινικής δίωξης λόγω μη στοιχειοθέτησης αξιόποινης πράξης, να διατυπώσει ενδελεχή κρίση επί ενοχοποιητικών στοιχείων προβαίνοντας σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε νομική εκτίμηση σχετικά με τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης της επίμαχης αξιόποινης πράξης, ενώ, αφενός, το δικαστήριο αυτό δεν υποχρεούται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να προβεί σε τέτοια εκτίμηση προκειμένου να αποφανθεί και, αφετέρου, η εκτίμηση αυτή στηρίζεται μόνον στις αποδείξεις που συνελέγησαν κατά το στάδιο της προδικασίας επί των οποίων ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί.
39 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με τον νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί της ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι δεν θίγει τις πράξεις της εισαγγελικής αρχής που αποσκοπούν να αποδείξουν την ενοχή του υπόπτου ή του κατηγορουμένου και δεν θίγει επίσης τις προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσης που λαμβάνονται από δικαστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές και βασίζονται σε υπόνοιες ή ενοχοποιητικά στοιχεία.
40 Από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εισαγγελική αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής των υπόπτων και κατηγορουμένων. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι τούτο ισχύει με την επιφύλαξη οποιασδήποτε υποχρέωσης του δικαστή ή του αρμόδιου δικαστηρίου να αναζητούν τόσο ενοχοποιητικά όσο και απαλλακτικά στοιχεία και του δικαιώματος της υπεράσπισης να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.
41 Προκειμένου να καθοριστεί το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών όσον αφορά την εξέταση που δύναται να διεξαχθεί από ποινικό δικαστήριο σε περίπτωση όπως αυτή την οποία αφορούν τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι η οδηγία 2016/343 προβαίνει σε ελάχιστη μόνον εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του (πρβλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Milev, C‑310/18 PPU, EU:C:2018:732, σκέψεις 45 και 46).
42 Στο πλαίσιο αυτής της ελάχιστης εναρμόνισης, η οδηγία διακρίνει τις δικαστικές αποφάσεις που αποφαίνονται επί της ενοχής, οι οποίες κατά κανόνα εκδίδονται κατά το πέρας της ποινικής δίκης, από άλλες διαδικαστικές πράξεις, όπως είναι οι πράξεις δίωξης της εισαγγελικής αρχής και οι προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσεως (πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2019, Spetsializirana prokuratura, C‑653/19 PPU, EU:C:2019:1024, σκέψη 32).
43 Εν προκειμένω, τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας, κατά το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί της νομιμότητας πρωτόδικης απόφασης με την οποία καθορίζεται αν το κατηγορητήριο συνιστά επαρκή βάση για τη διεξαγωγή δίκης.
44 Μια τέτοια απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της, να θεωρηθεί ότι συνιστά δικαστική απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποφαίνεται επί της ενοχής, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
45 Η οδηγία 2016/343, όμως, δεν περιέχει κανόνες οι οποίοι να διευκρινίζουν τις ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις για την έκδοση μιας τέτοιας απόφασης.
46 Ειδικότερα, η οδηγία δεν καθορίζει ούτε τη φύση των στοιχείων που πρέπει να συντρέχουν για να είναι δυνατή η έκδοση της απόφασης αυτής ούτε τον τρόπο εκτίμησης των αποδείξεων που μπορεί ενδεχομένως να πραγματοποιηθεί προς τον σκοπό της έκδοσης της απόφασης.
47 Συναφώς, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι, μολονότι το άρθρο 6 της οδηγίας 2016/343 θεσπίζει ορισμένους κανόνες σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως στις ποινικές διαδικασίες, οι κανόνες αυτοί αφορούν την απόδειξη της ενοχής των υπόπτων και των κατηγορουμένων και, κατά συνέπεια, δεν έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση της διεξαγωγής των αποδείξεων κατά την έκδοση προκαταρκτικής απόφασης όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης (πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2019, Spetsializirana prokuratura, C‑653/19 PPU, EU:C:2019:1024, σκέψη 33).
48 Περαιτέρω, δεδομένου ότι οι ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης διέπονται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο (πρβλ. απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2019, Spetsializirana prokuratura, C‑653/19 PPU, EU:C:2019:1024, σκέψη 38), οι γενικοί δικονομικοί κανόνες που διέπουν το προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας πριν από την έκδοση μιας τέτοιας απόφασης δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι συνέχονται με εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Ως εκ τούτου, το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, το οποίο προβλέπει τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης, δεν έχει εφαρμογή στο εν λόγω προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας.
49 Αντιθέτως, λαμβανομένων υπόψη του ορισμού του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2016/343 στο άρθρο της 2 και της γενικότητας της αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο της 3, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρις ότου αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο, εφαρμόζεται, χωρίς ειδικούς περιορισμούς, σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας κατά φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του προκαταρκτικού σταδίου της ποινικής διαδικασίας όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης.
50 Ομοίως, από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343, το οποίο απαγορεύει να παρουσιάζεται ύποπτος ή κατηγορούμενος ως ένοχος ενόσω η ενοχή του δεν έχει αποδειχθεί σύμφωνα με τον νόμο, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις δικαστικές αποφάσεις πλην εκείνων που αποφαίνονται επί της ενοχής.
51 Όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 3 και του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής σε διαδικασία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας, δεν εμποδίζουν την έκδοση προκαταρκτικών αποφάσεων δικονομικής φύσεως οι οποίες βασίζονται σε υπόνοιες ή σε ενοχοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποφάσεις αυτές δεν αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως εάν ήταν ένοχος (πρβλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Milev, C‑310/18 PPU, EU:C:2018:732, σκέψεις 44 και 48).
52 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι η οδηγία 2016/343 δεν εμποδίζει το ποινικό δικαστήριο να προβεί, προς τον σκοπό της έκδοσης προκαταρκτικής απόφασης δικονομικής φύσεως, σε εκτίμηση των ενοχοποιητικών στοιχείων, ώστε να αξιολογήσει αν συντρέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης αξιόποινης πράξης σε συγκεκριμένη υπόθεση.
53 Εν συνεχεία, η εν λόγω οδηγία δεν αποκλείει επίσης τη δυνατότητα έκδοσης τέτοιας προκαταρκτικής απόφασης χωρίς πλήρη διεξαγωγή αποδείξεων και χωρίς δυνατότητα του κατηγορουμένου να τοποθετηθεί επ’ αυτών.
54 Τέλος, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 80 των προτάσεών του, καμία διάταξη της εν λόγω οδηγίας δεν είναι αντίθετη στο να στηρίζεται μια τέτοια προκαταρκτική απόφαση σε λεπτομερή αιτιολογία.
55 Η αιτιολογία αυτή πρέπει πάντως να διατυπώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343, τηρουμένης της υποχρέωσης να μην αναφέρεται ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ως ένοχος.
56 Μολονότι το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφος 1, αφήνει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τους σκοπούς της διάταξης αυτής, είναι πάντως γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 48 της οδηγίας, το επίπεδο προστασίας που παρέχουν τα κράτη μέλη δεν πρέπει ποτέ να υπολείπεται των προδιαγραφών του Χάρτη και της ΕΣΔΑ, ιδίως εκείνων που αφορούν το τεκμήριο αθωότητας [απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 40].
57 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, όπως προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, για την ερμηνεία του άρθρου 48, παράγραφος 1, του Χάρτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ ως ελάχιστο όριο προστασίας [πρβλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
58 Υπό τις συνθήκες αυτές, για την ερμηνεία αυτού του άρθρου 4, παράγραφος 1, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, πρέπει να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ [πρβλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 42].
59 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάζεται αν δικαστική απόφαση ή επίσημη δήλωση σχετικά με κατηγορούμενο περιέχει σαφή δήλωση ότι ο ενδιαφερόμενος διέπραξε την προσαπτόμενη παράβαση, χωρίς να υπάρχει καταδίκη του με ισχύ δεδικασμένου [πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας, CE:ECHR:20140227JUD001710310, § 63, και απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 43].
60 Συναφώς, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, τέτοιων αποφάσεων ή δηλώσεων στις οποίες διατυπώνεται η γνώμη ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ένοχος, οι οποίες παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας, και, αφετέρου, εκείνων των αποφάσεων ή δηλώσεων οι οποίες περιορίζονται στην περιγραφή μιας κατάστασης υπόνοιας (αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 28ης Νοεμβρίου 2002, Marziano κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2002:1128JUD004531399, § 31, και της 15ης Οκτωβρίου 2013, Gutsanovi κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2013:1015JUD003452910, § 192). Τέτοια παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας μπορεί, ωστόσο, να συντρέχει ακόμη και ελλείψει επίσημης διαπίστωσης της ενοχής, δεδομένου ότι το σκεπτικό από το οποίο προκύπτει ότι ο δικαστής θεωρεί τον ενδιαφερόμενο ένοχο αρκεί για να παραβιαστεί το εν λόγω τεκμήριο (αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, Matijasevic κατά Σερβίας, CE:ECHR:2006:0919JUD002303704, § 45, και της 9ης Μαρτίου 2023, Rigolio κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2023:0309JUD002014809, § 94).
61 Προκειμένου να εκτιμηθεί εάν υφίσταται τέτοια παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο η επιλογή των όρων που χρησιμοποίησαν οι δικαστικές αρχές όσο και οι συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν οι όροι αυτοί καθώς και η φύση και το πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας [πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας, CE:ECHR:20140227JUD001710310, § 63, και απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 43].
62 Επ’ αυτού, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 53 των προτάσεών του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η «ατυχής» χρήση όρων που φαίνεται να υποδηλώνουν ότι η ενοχή του ενδιαφερομένου είναι αποδεδειγμένη μπορεί να αποκλείσει την προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 10ης Οκτωβρίου 2000, Daktaras κατά Λιθουανίας, CE:ECHR:2000:1010JUD004209598, § 44 και 45).
63 Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διευκρίνισε επίσης ότι η συνεκτίμηση της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας γίνεται μία δήλωση επιβάλλει έναν διεξοδικότερο έλεγχο των δηλώσεων στις οποίες προβαίνουν τα δικαστήρια (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Pandy κατά Βελγίου, CE:ECHR:2006:0921JUD001358302, § 43 και 45).
64 Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, προκειμένου να ελεγχθεί η τήρηση του τεκμηρίου αθωότητας, μια δικαστική απόφαση και το σκεπτικό της πρέπει να εξετάζονται πάντοτε συνολικά, καθόσον κάθε ρητή αναφορά, σε ορισμένα χωρία δικαστικής απόφασης, στη μη ενοχή ενός προσώπου θα καθίστατο κενή περιεχομένου αν άλλα χωρία της ίδιας απόφασης μπορούν να θεωρηθούν ως πρόωρη διαπίστωση της ενοχής του [πρβλ. απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 46].
65 Εξάλλου, ορισμένες διαπιστώσεις σχετικά με τη συμμετοχή προσώπου σε αξιόποινη πράξη ή τη συνδρομή στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης μιας τέτοιας πράξης μπορούν να γίνουν χωρίς να υπάρξει παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, καθόσον οι διαπιστώσεις αυτές είναι αναγκαίες για την έκδοση της απόφασης από το δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση ότι επισημαίνεται σαφώς ότι η ενοχή του προσώπου αυτού δεν έχει αποδειχθεί κατά νόμο [πρβλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Karaman κατά Γερμανίας, CE:ECHR:20140227JUD001710310, § 64 και 65, και της 9ης Μαρτίου 2023, Rigolio κατά Ιταλίας, CE:ECHR:2023:0309JUD002014809, § 97, 125 και 126, και απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AH κ.λπ. (Τεκμήριο αθωότητας), C‑377/18, EU:C:2019:670, σκέψη 45].
66 Μολονότι εναπόκειται, εν τέλει, στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343, σε συνδυασμό με το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, τηρήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί εντούτοις, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του, να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που θα μπορούσαν να του είναι χρήσιμα για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των διατάξεων αυτών (πρβλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2024, Vivacom Bulgaria, C‑369/23, EU:C:2024:1043, σκέψη 41).
67 Προς τούτο επισημαίνεται ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, θα πρέπει να εξετάσει τόσο την επιλογή των όρων που χρησιμοποίησε το Krajský súd v Bratislave (δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας) όσο και τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτοί χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και τη φύση και το πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης, ώστε να κρίνει αν με τις αμφισβητούμενες εκτιμήσεις του δικαστηρίου αυτού διατυπώνεται η γνώμη ότι ο AC είναι ένοχος για την αξιόποινη πράξη που του προσάπτεται.
68 Συναφώς, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι η χρήση όρων που υποδηλώνουν πεποίθηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή του συνόλου των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης της επίμαχης αξιόποινης πράξης θα συνιστά, εφόσον αποδειχθεί από το αιτούν δικαστήριο, σαφή ένδειξη του ότι το δικαστήριο αυτό διατύπωσε τη γνώμη ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος για την αξιόποινη πράξη.
69 Συναφώς, η επιλογή όρων όπως αυτοί που επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 59 των προτάσεών του φαίνεται να υποδηλώνει, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν περιορίστηκε στη διατύπωση υπονοιών όσον αφορά τον κατηγορούμενο.
70 Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν οι επίμαχοι στην υπόθεση της κύριας δίκης όροι, καθώς και τη φύση και το πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης, υπογραμμίζεται, πρώτον, ότι, στο μέτρο που το Krajský súd v Bratislave (δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μπρατισλάβας) αποτελεί δικαστήριο, το σκεπτικό της απόφασής του θα πρέπει, όπως προκύπτει από τη σκέψη 63 της παρούσας απόφασης, να εξεταστεί διεξοδικότερα.
71 Δεύτερον, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να λάβει υπόψη το ότι, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 43 της παρούσας απόφασης, η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου συνδέεται με προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας, κατά το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί της νομιμότητας πρωτόδικης απόφασης με την οποία καθορίζεται αν το κατηγορητήριο συνιστά επαρκή βάση για τη διεξαγωγή δίκης.
72 Στο πλαίσιο αυτό, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το διατακτικό της απόφασής του, απλώς διέταξε την αναπομπή της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου αυτό να επανεξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να αποφανθεί εκ νέου. Τούτο μπορεί να έχει σημασία για τον καθορισμό του περιεχομένου των όρων που χρησιμοποιούνται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, ιδίως αν θεωρηθεί ότι οι συγκεκριμένοι όροι διακρίνονται από ορισμένη ασάφεια.
73 Ωστόσο, η διατύπωση του διατακτικού της εν λόγω απόφασης δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να αποκλειστεί κάθε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.
74 Πράγματι, αφενός, πρέπει, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 64 της παρούσας απόφασης, να ληφθεί υπόψη το σκεπτικό της επίμαχης απόφασης στο σύνολό της και δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα μόνο στο γεγονός ότι ορισμένα χωρία της απόφασης αυτής υποδηλώνουν ότι η ενοχή του κατηγορουμένου δεν έχει αποδειχθεί.
75 Αφετέρου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 63 των προτάσεών του, το να θεωρηθεί ότι αρκεί για να αποκλειστεί κάθε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας το ότι η απόφαση εκδόθηκε σε προκαταρκτικό στάδιο ποινικής διαδικασίας το οποίο δεν έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου θα αντέβαινε ευθέως στην αρχή ότι το τεκμήριο αυτό εφαρμόζεται στο σύνολο της ποινικής διαδικασίας. Επιπλέον, μια τέτοια προσέγγιση θα καθιστούσε σε μεγάλο βαθμό άνευ αντικειμένου το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343.
76 Τρίτον, υπογραμμίζεται ότι, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι η έκδοση απόφασης όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ουδόλως εξαρτάται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, από τη διαπίστωση της συνδρομής των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης της επίμαχης αξιόποινης πράξης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαπίστωση αυτή είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
77 Επομένως, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 65 της παρούσας απόφασης.
78 Τέταρτον, όπως υπογραμμίζουν η Σλοβακική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι όροι που επέλεξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνευθούν λαμβανομένου υπόψη του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο υπέχει από την εθνική νομοθεσία υποχρέωση αιτιολόγησης, εξαφάνισε δύο φορές τις διατάξεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις οποίες τέθηκε στο αρχείο το κατηγορητήριο και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να διατυπώσει τη θέση του με αυστηρότερο και πληρέστερο τρόπο.
79 Πάντως, το γεγονός αυτό δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να δικαιολογήσει τη χρήση όρων με τους οποίους διατυπώνεται η γνώμη ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος για την αξιόποινη πράξη που του προσάπτεται, ενώ, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών του, είναι απολύτως θεμιτό, σε προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας, να χρησιμοποιούνται διατυπώσεις οι οποίες, τηρουμένου του τεκμηρίου αθωότητας, είναι αρκούντως πειστικές ώστε να δικαιολογηθεί η παραπομπή του κατηγορουμένου ενώπιον δικαστηρίου.
80 Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 48 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι δεν εμποδίζουν ποινικό δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται επί έφεσης ασκηθείσας κατά απόφασης για την παύση ποινικής δίωξης λόγω μη στοιχειοθέτησης αξιόποινης πράξης να διατυπώσει ενδελεχή κρίση επί ενοχοποιητικών στοιχείων προβαίνοντας σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε νομική εκτίμηση σχετικά με τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης της επίμαχης αξιόποινης πράξης, ενώ, αφενός, το δικαστήριο αυτό δεν υποχρεούται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να προβεί σε τέτοια εκτίμηση για την έκδοση της απόφασής του και, αφετέρου, η εκτίμηση αυτή στηρίζεται μόνον στις αποδείξεις που συνελέγησαν κατά το στάδιο της προδικασίας, επί των οποίων ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί, υπό τον όρο ότι με την εν λόγω εκτίμηση δεν διατυπώνεται η γνώμη ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος για την αξιόποινη πράξη.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
81 Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας και την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, έχει την έννοια ότι πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρέπει, αφενός, να μη συμμορφωθεί προς τις εκτιμήσεις δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο εξαφάνισε διάταξη για τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο και διέταξε την αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον αυτού του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όταν οι εκτιμήσεις δεν συνάδουν με το τεκμήριο αθωότητας, ακόμη και στην περίπτωση που η εθνική νομοθεσία επιβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμμορφωθεί προς αυτές, και, αφετέρου, να μην δώσει συνέχεια στα δικονομικά μέτρα που διέταξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
82 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης που απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, βάσει της οποίας δεν πρέπει να γίνεται αναφορά στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία και ειδικότερα με το άρθρο 10.
83 Το άρθρο 10 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν στους υπόπτους και στους κατηγορουμένους αποτελεσματικό ένδικο μέσο προστασίας εάν παραβιάζονται τα δικαιώματα που προβλέπονται στην ίδια οδηγία.
84 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343 απαιτεί μεν να προβλέπονται «κατάλληλα μέτρα», πλην όμως, όπως διαπιστώνεται, δεν διευκρινίζει τη φύση των μέτρων. Ελλείψει εναρμόνισης ως προς το ζήτημα αυτό, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τα μέτρα, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας. Παρά ταύτα, τα εν λόγω μέτρα υπόκεινται στον διττό όρο να μην είναι δυσμενέστερα από εκείνα που ισχύουν για παρόμοιες καταστάσεις υπαγόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και να μην καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2025, GR REAL, C‑351/23, EU:C:2025:474, σκέψη 56).
85 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν, κατ’ εφαρμογή της σλοβακικής νομοθεσίας, σε περίπτωση παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας.
86 Επιπλέον, μολονότι η Σλοβακική Κυβέρνηση αναφέρθηκε σε ορισμένα μέτρα που προβλέπονται προς τούτο από την εθνική νομοθεσία, διαπιστώνεται, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί θέση επί της καταλληλότητας των μέτρων αυτών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343 ή επί της τήρησης των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, ότι τα μέτρα αυτά δεν έχουν, εν πάση περιπτώσει, ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον έναντι πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιορισμό του περιεχομένου των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.
87 Όπως, όμως, επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 99 των προτάσεών του, ανεξαρτήτως των κατάλληλων μέτρων που πρέπει να λάβει ένα κράτος μέλος για να θεραπεύσει, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, πρωτοβάθμιο δικαστήριο ευρισκόμενο σε κατάσταση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ενδέχεται να οφείλει να λάβει μέτρα για τη διασφάλιση του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας.
88 Πράγματι, ένα τέτοιο δικαστήριο πρέπει, γενικώς, να τηρεί το άρθρο 3 της οδηγίας 2016/343, το οποίο επιβάλλει οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι να τεκμαίρονται αθώοι μέχρις ότου αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο.
89 Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όταν εκδίδει προκαταρκτική απόφαση δικονομικής φύσεως, δεν μπορεί, χωρίς να παραβεί το άρθρο 3 της οδηγίας, να συμμορφωθεί με εκτίμηση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την οποία υποδηλώνεται ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να θεωρηθεί ένοχος πριν αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με τον νόμο, καθόσον, σε μια τέτοια περίπτωση, το ίδιο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θα οδηγούνταν πρόωρα στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος.
90 Καθόσον το άρθρο 3 της οδηγίας είναι αρκούντως σαφές, ακριβές και απαλλαγμένο αιρέσεων ώστε να έχει άμεσο αποτέλεσμα, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, να αφήσει εν ανάγκη ανεφάρμοστη εθνική ρύθμιση η οποία θα εμπόδιζε την εφαρμογή του στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί [πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
91 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης το να δεσμεύεται, κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο έχει αναπεμφθεί η υπόθεση από ανώτερο δικαστήριο που είχε επιληφθεί κατ’ αναίρεση, από τις νομικές εκτιμήσεις του ανώτερου δικαστηρίου, εφόσον το κατώτερο αυτό δικαστήριο, που καλείται να αποφανθεί επί της υπόθεσης, κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης του εν λόγω κατώτερου δικαστηρίου, ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης [πρβλ. αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2010, Elchinov, C‑173/09, EU:C:2010:581, σκέψη 32, και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, RS (Αποτέλεσμα των αποφάσεων συνταγματικού δικαστηρίου), C‑430/21, EU:C:2022:99, σκέψη 75].
92 Επομένως, το αιτούν δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι, υπό το πρίσμα της απάντησης στα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, ορισμένες εκτιμήσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι αντίθετες προς το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/343, σε συνδυασμό με το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, οφείλει να αποφανθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης μη συμμορφούμενο προς τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις, χωρίς να μπορεί να το εμποδίσει εθνικός κανόνας ο οποίος του επιβάλλει υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις εκτιμήσεις αυτές.
93 Πάντως, δεν μπορεί να συναχθεί εξ αυτού ότι δικαστήριο ευρισκόμενο σε κατάσταση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης οφείλει να μην εφαρμόσει την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στο σύνολό της.
94 Πράγματι, το γεγονός ότι ορισμένες από τις εκτιμήσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι η απόφαση στην οποία περιλαμβάνονται οι εκτιμήσεις αυτές είναι, στο σύνολό της, αντίθετη προς το τεκμήριο αθωότητας.
95 Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα δικονομικά μέτρα που διατάσσονται από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με απόφαση η οποία εν μέρει αιτιολογείται από τέτοιες εκτιμήσεις, πρέπει να θεωρηθούν, αυτά καθεαυτά, αντίθετα προς το εν λόγω τεκμήριο.
96 Επομένως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, το μέτρο που συνίσταται στην αναπομπή υπόθεσης ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μετά την εξαφάνιση απόφασής του για τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο, προκειμένου το δικαστήριο αυτό να επανεξετάσει την υπόθεση, δεν περιλαμβάνει, αυτό καθεαυτό, καμία τοποθέτηση ως προς την ενοχή του ενδιαφερομένου.
97 Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απορρέουσα από το άρθρο 3 της οδηγίας 2016/343 υποχρέωση μη συμμόρφωσης προς τις εκτιμήσεις που είναι αντίθετες με το τεκμήριο αθωότητας αντιτίθεται στην υποχρέωση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δυνάμει εθνικής ρύθμισης, να δώσει συνέχεια στα δικονομικά μέτρα που διέταξε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ακόμη και στην περίπτωση που η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αιτιολογείται εν μέρει από τέτοιες εκτιμήσεις.
98 Κατά συνέπεια, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 2016/343, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, έχει την έννοια ότι πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλει να μη συμμορφωθεί προς τις εκτιμήσεις δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το οποίο εξαφάνισε διάταξη για τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο και διέταξε την αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον αυτού του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όταν οι εν λόγω εκτιμήσεις είναι αντίθετες προς το τεκμήριο αθωότητας, ακόμη και αν η εθνική νομοθεσία επιβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις, πλην όμως το εν λόγω άρθρο 3 δεν αντιτίθεται στην υποχρέωση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να δώσει συνέχεια στα δικονομικά μέτρα που διέταξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επί των δικαστικών εξόδων
99 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 3, το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
έχουν την έννοια ότι:
δεν εμποδίζουν ποινικό δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται επί έφεσης ασκηθείσας κατά απόφασης για την παύση ποινικής δίωξης λόγω μη στοιχειοθέτησης αξιόποινης πράξης να διατυπώσει ενδελεχή κρίση επί ενοχοποιητικών στοιχείων προβαίνοντας σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε νομική εκτίμηση σχετικά με τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης της επίμαχης αξιόποινης πράξης, ενώ, αφενός, το δικαστήριο αυτό δεν υποχρεούται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να προβεί σε τέτοια εκτίμηση για την έκδοση της απόφασής του και, αφετέρου, η εκτίμηση αυτή στηρίζεται μόνον στις αποδείξεις που συνελέγησαν κατά το στάδιο της προδικασίας, επί των οποίων ο κατηγορούμενος δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί, υπό τον όρο ότι με την εν λόγω εκτίμηση δεν διατυπώνεται η γνώμη ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος για την αξιόποινη πράξη.
2) Το άρθρο 3 της οδηγίας 2016/343, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης,
έχει την έννοια ότι:
πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλει να μη συμμορφωθεί προς τις εκτιμήσεις δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το οποίο εξαφάνισε διάταξη για τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο και διέταξε την αναπομπή της υπόθεσης ενώπιον αυτού του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όταν οι εν λόγω εκτιμήσεις είναι αντίθετες προς το τεκμήριο αθωότητας, ακόμη και αν η εθνική νομοθεσία επιβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις, πλην όμως το εν λόγω άρθρο 3 δεν αντιτίθεται στην υποχρέωση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να δώσει συνέχεια στα δικονομικά μέτρα που διέταξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
(υπογραφές)
