ΑΠΟΦΑΣΗ
Epidavr S.R.L. κατά Μολδαβίας της 02.04.2026 (προσφ. αριθ. 29895/16)
Βλ. εδώ
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Οι μολδαβικές αρχές διενήργησαν τέσσερις έρευνες σε εμπορικά καταστήματα, αποθήκες και κεντρικά γραφεία της προσφεύγουσας εταιρείας, βάσει τεσσάρων ενταλμάτων με πανομοιότυπη διατύπωση, στο πλαίσιο ποινικής έρευνας για φοροδιαφυγή στην οποία η εταιρεία δεν είχε καν την ιδιότητα του υπόπτου. Τα εντάλματα στηρίχθηκαν αποκλειστικά σε εσωτερική έκθεση του ανακριτή, δεν εξειδίκευαν την εύλογη υπόνοια, ήταν διατυπωμένα με υπερβολικά ευρείς όρους και κάλυπταν σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομικής δραστηριότητας της εταιρείας. Από τις τέσσερις εφέσεις, τρεις έγιναν δεκτές με ακύρωση των ενταλμάτων, ενώ η τέταρτη – που αφορούσε την πρώτη τοποθεσία και είχε εξεταστεί από τον ίδιο σχηματισμό δικαστών που στη συνέχεια ακύρωσε άλλο πανομοιότυπο ένταλμα – απορρίφθηκε με αντιφατική αιτιολογία. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι ούτε η προηγούμενη δικαστική άδεια ούτε ο επακόλουθος δικαστικός έλεγχος συνιστούσαν κατάλληλες εγγυήσεις κατά πιθανής κατάχρησης εξουσίας.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η προσφεύγουσα, Epidavr S.R.L., Μολδαβική εταιρεία πώλησης καταναλωτικών αγαθών με έδρα το Κισινάου, αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής έρευνας που κινήθηκε στις 22.09.2015 για φοροδιαφυγή από εγκληματική οργάνωση, χωρίς πάντως να προκύπτει ότι η ίδια είχε αποκτήσει την ιδιότητα του υπόπτου. Σε μη προσδιορισμένη ημερομηνία, ο ανακριτής συνέταξε εσωτερική έκθεση αναφέροντας ότι η προσφεύγουσα ενδέχεται να εμπλέκεται στις υπό διερεύνηση εγκληματικές δραστηριότητες.
Στις 03.11.2015 ο εισαγγελέας εξέδωσε τέσσερα διατάγματα έρευνας στα γραφεία, σημεία πώλησης και αποθήκες της εταιρείας σε τέσσερις διαφορετικές τοποθεσίες, με πανομοιότυπη διατύπωση. Στις 05.11.2015 ο ανακριτής δικαστής του Centru ενέκρινε όλες τις έρευνες, χρησιμοποιώντας κατά λέξη τη διατύπωση των εισαγγελικών διαταγμάτων. Μεταξύ 07–09.11.2015 η αστυνομία πραγματοποίησε τις έρευνες και κατάσχεσε όλα τα λογιστικά έγγραφα και τα μέσα αποθήκευσης πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένου του διακομιστή που χρησιμοποιούνταν για λογιστικούς σκοπούς, με αποτέλεσμα τη διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας της εταιρείας.
Στις 10.11.2015 η προσφεύγουσα προσέβαλε όλα τα εντάλματα έρευνας. Στις 19.11.2015 το Εφετείο του Κισινάου απέρριψε την έφεση κατά της έρευνας στην πρώτη τοποθεσία, υιοθετώντας τη συλλογιστική του εισαγγελέα και του ανακριτή δικαστή. Στις 24 και 30.11.2015 διαφορετικός σχηματισμός του ίδιου εφετείου έκανε δεκτές τις εφέσεις για τη δεύτερη και τρίτη τοποθεσία, ακυρώνοντας τα αντίστοιχα εντάλματα ως αορίστως διατυπωμένα και ανεπαρκώς αιτιολογημένα. Στις 14.12.2015 ο ίδιος σχηματισμός δικαστών που είχε επικυρώσει την έρευνα στην πρώτη τοποθεσία ακύρωσε το ένταλμα για την τέταρτη τοποθεσία, με την ίδια συλλογιστική των αποφάσεων της 24 και 30.11.2015. Στη συνέχεια δεν υπήρξαν περαιτέρω διαδικασίες σε βάρος της προσφεύγουσας.
Το ΕΔΔΑ ομόφωνα διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ.
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Έρευνα εμπορικών καταστημάτων νομικού προσώπου. Παραβίαση
Νομικός χαρακτηρισμός των αιτιάσεων: Το Δικαστήριο, έκρινε σκόπιμο να εξετάσει την αιτίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ως μέρος της αιτίασης του άρθρου 8 (παρ. 15), παραπέμποντας στη πρόσφατη απόφαση BRD – Groupe Société Générale S.A. κατά Ρουμανίας της 18.03.2025, § 77.
Επί του παραδεκτού: Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση εκπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής, κρίνοντας ότι, εφόσον η προβαλλόμενη παραβίαση αφορούσε ειδικά την αιτιολογία της επίδικης απόφασης, η προθεσμία δεν μπορούσε να αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης μόνο του διατακτικού, αλλά από τις 27.11.2015, όταν επιδόθηκε η πλήρης απόφαση με αιτιολογικό (παρ. 17).
Επί της ουσίας: Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις γενικές αρχές που συνοψίστηκαν πρόσφατα στην απόφαση Italgomme Pneumatici S.r.l. κατά Ιταλίας της 06.02.2025, §§ 95-98, σύμφωνα με τις οποίες, σε υποθέσεις έρευνας και επιθεώρησης σε χώρους νομικών προσώπων, τα κρίσιμα στοιχεία είναι: (α) εάν η έρευνα στηριζόταν σε δικαστικό ένταλμα και βασιζόταν σε εύλογη υπόνοια, (β) εάν το πεδίο εφαρμογής του εντάλματος ήταν εύλογα οριοθετημένο και ιδίως εάν εξειδίκευε τα αποδεικτικά στοιχεία που οι αρχές προσδοκούσαν να βρουν σε σχέση με τα διερευνώμενα αδικήματα και (γ) εάν το εθνικό δίκαιο περιόριζε το είδος των πληροφοριών που οι αρχές μπορούσαν να κατάσχουν ή να αντιγράψουν.
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές, το Δικαστήριο διαπίστωσε καταρχάς ότι η προσφεύγουσα δεν είχε την ιδιότητα του υπόπτου στην ποινική έρευνα και ότι το μοναδικό έρεισμα του εντάλματος ήταν η εσωτερική έκθεση του ανακριτή, η οποία απλώς ανέφερε ότι η εταιρεία ενδεχομένως εμπλεκόταν στις δραστηριότητες (παρ. 22). Το κείμενο του εντάλματος για το πρώτο κατάστημα είχε ληφθεί κατά λέξη από το αίτημα του εισαγγελέα και δεν παρείχε καμία ένδειξη για τους λόγους θεμελίωσης της εμπλοκής της εταιρείας ούτε για τον τρόπο με τον οποίο η έρευνα στις εγκαταστάσεις της θα επέτρεπε τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων (παρ. 23). Επιπλέον, το ένταλμα ήταν διατυπωμένο με τόσο γενικούς όρους ώστε κάλυπτε σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομικής δραστηριότητας της εταιρείας και επέτρεπε την κατάσχεση οποιωνδήποτε εγγράφων και μέσων αποθήκευσης πληροφοριών. Παρότι η εσωτερική έκθεση αναφερόταν σε «εικονικές εταιρείες» (ghost companies), ο ανακριτής όφειλε να εξειδικεύσει ποιες οντότητες φέρονται να συνδέονταν με την προσφεύγουσα, ώστε η κατάσχεση να περιορίζεται σε έγγραφα τόσο κρίσιμα όσο και αναγκαία ειδικώς σε σχέση με τις εν λόγω εταιρείες.
Το Δικαστήριο επισήμανε με ιδιαίτερη έμφαση το γεγονός ότι από τις τέσσερις πανομοιότυπες έρευνες που είχαν εγκριθεί την ίδια ημέρα και για τους ίδιους λόγους, μόνο η έρευνα στην πρώτη τοποθεσία επικυρώθηκε από το Εφετείο, ενώ οι άλλες τρεις ακυρώθηκαν. Ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν ότι ο ίδιος σχηματισμός δικαστών που είχε επικυρώσει την πρώτη έρευνα είχε στη συνέχεια απορρίψει πανομοιότυπο αίτημα έρευνας για άλλη τοποθεσία με αντιφατική αιτιολογία, χωρίς να εξηγήσει τη διαφορετική αντιμετώπιση (παρ. 24).
Παραπέμποντας στην απόφαση Bagiyeva κατά Ουκρανίας της 28.04.2016, §§ 52-56, στην οποία είχε ήδη επικριθεί ένταλμα έρευνας με ευρεία διακριτική ευχέρεια ως αόριστο και υπερβολικά ευρύ, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ούτε η προηγούμενη δικαστική άδεια ούτε ο επακόλουθος δικαστικός έλεγχος αποτέλεσαν κατάλληλες εγγυήσεις κατά πιθανών καταχρήσεων εξουσίας κατά την εκτέλεση της έρευνας. Η επέμβαση δεν ήταν αναλογική προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό.
Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος εξέτασης της αιτίασης βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Το ΕΔΔΑ επιδίκασέ 4.500 ευρώ για ηθική βλάβη και απέρριψε το. αίτημα για δικαστικά έξοδα ελλείψει δικαιολογητικών εγγράφων.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)
«Ένα ένταλμα έρευνας που παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς το πεδίο της έρευνας έχει ήδη επικριθεί από το Δικαστήριο για την αοριστία και τους υπερβολικά ευρείς όρους του. Το ένταλμα έρευνας που αφορούσε την πρώτη τοποθεσία στην παρούσα υπόθεση ήταν επίσης διατυπωμένο με ευρείς όρους. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ούτε η προηγούμενη δικαστική άδεια της έρευνας ούτε ο επακόλουθος δικαστικός έλεγχος αυτής συνιστούσαν κατάλληλες εγγυήσεις κατά πιθανών καταχρήσεων εξουσίας κατά την εκτέλεσή της» (παρ. 25).
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Επιβεβαίωση και εξειδίκευση των κριτηρίων Italgomme Pneumatici σε επίπεδο Επιτροπής. Η απόφαση Epidavr εφαρμόζει σε επίπεδο Επιτροπής τις αρχές που πρόσφατα συστηματοποιήθηκαν στην απόφαση Italgomme Pneumatici S.r.l. κατά Ιταλίας (06.02.2025), επιβεβαιώνοντας ότι η συμμόρφωση με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ απαιτεί ιδίως και κατά βάση: εύλογη υπόνοια τεκμηριωμένη στο ένταλμα, εύλογο περιορισμό του πεδίου της έρευνας, και νομοθετικούς περιορισμούς ως προς τα κατασχόμενα στοιχεία.
Ανεπάρκεια του τυπικού χαρακτήρα της δικαστικής άδειας. Η απόφαση καταδεικνύει ότι η ύπαρξη προηγούμενης δικαστικής άδειας δεν συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή εγγύηση όταν ο ανακριτής αρκείται στη μηχανική επικύρωση του εισαγγελικού αιτήματος, χωρίς αυτοτελή έλεγχο της εύλογης υπόνοιας και της αναλογικότητας. Η εγγύηση του δικαστικού ελέγχου είναι ουσιαστική, όχι τυπική.
Η αντιφατική αιτιολογία ως ιδιαίτερα βαρύνων δείκτης παραβίασης. Ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδει το Δικαστήριο στο γεγονός ότι ο ίδιος δικαστικός σχηματισμός κατέληξε σε αντίθετα συμπεράσματα επί πανομοιότυπων αιτημάτων χωρίς αιτιολογημένη διάκριση. Η εσωτερική αντιφατικότητα της δικαστικής αντιμετώπισης συνιστά ιδιαίτερα ισχυρή ένδειξη ανεπάρκειας του δικαστικού ελέγχου ως εγγύησης κατά της κατάχρησης.
Προστασία νομικών προσώπων υπό το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι τα νομικά πρόσωπα απολαύουν προστασίας υπό το άρθρο 8 ΕΣΔΑ ως προς τα εμπορικά τους καταστήματα και γενικότερα τους επαγγελματικούς και εταιρικούς τους χώρους, σε συνέχεια της νομολογιακής γραμμής των Niemietz v. Germany και Société Colas Est κ.α. κατά Γαλλίας, και ότι η ποιοτική στάθμη του δικαστικού ελέγχου σε υποθέσεις έρευνας τέτοιων χώρων πρέπει να είναι ουσιαστική και επαρκώς πυκνή, μολονότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει κατ’ αρχήν ευρύτερο περιθώριο εκτίμησης όταν πρόκειται για επαγγελματικούς ή εταιρικούς χώρους σε σχέση με τις ιδιωτικές κατοικίες.
Δικονομικοί τρόποι ελέγχου του υπερβολικά γενικού εντάλματος. Με την ανάδειξη της συλλογιστικής του Εφετείου του Κισινάου ως προς τις τρεις ακυρωθείσες έρευνες, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο εισαγγελέας οφείλει: (α) να εξειδικεύει τη σύνδεση μεταξύ του στόχου της έρευνας και των διερευνώμενων αδικημάτων, (β) να τεκμηριώνει την κυριότητα ή χρήση των χώρων, (γ) να αιτιολογεί γιατί τα ζητούμενα στοιχεία δεν μπορούν να συλλεγούν με ηπιότερα μέσα (κατάσχεση εγγράφων, φορολογικός έλεγχος, λογιστικοί έλεγχοι).
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Από: echrcaselaw
Η απόφαση Epidavr S.R.L. κατά Μολδαβίας, αν και εκδοθείσα από Επιτροπή τριών δικαστών και ως εκ τούτου περιορισμένης τυπικής νομολογιακής εμβέλειας, εντάσσεται οργανικά στη συστηματική εξέλιξη της νομολογίας του ΕΔΔΑ για τις έρευνες σε χώρους νομικών προσώπων, η οποία κορυφώθηκε με την απόφαση Italgomme Pneumatici S.r.l. κατά Ιταλίας του Φεβρουαρίου 2025. Η ισχύς της απόφασης έγκειται στη σαφή εφαρμογή των κριτηρίων Italgomme σε ένα πραγματικό υπόβαθρο που αναδεικνύει με γλαφυρό τρόπο τη διαφορά μεταξύ τυπικού και ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου· η αδυναμία της έγκειται στο ότι, ως απόφαση Επιτροπής, δεν προχωρά σε νέα δογματική επεξεργασία ούτε αντιμετωπίζει συστηματικά τις δομικές παθογένειες της Μολδαβικής ποινικής προδικασίας.
Η αντιφατική δικαστική συμπεριφορά ως πυρήνας της παραβίασης. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της υπόθεσης είναι η εσωτερική αντίφαση του ίδιου δικαστικού σχηματισμού, ο οποίος επικύρωσε ένα ένταλμα στις 19.11.2015 και ακύρωσε πανομοιότυπο ένταλμα στις 14.12.2015 με τη συλλογιστική των ενδιάμεσων αποφάσεων (24 και 30.11.2015) διαφορετικού σχηματισμού. Η αντίφαση αυτή δεν είναι απλώς δείκτης κακής δικαιοσύνης, είναι ουσιαστικά παραδοχή της αυθαιρεσίας του αρχικού ελέγχου. Το Δικαστήριο, ορθώς, δεν κρίνει την αντίφαση αυτοτελώς υπό το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, αλλά την εντάσσει στην εκτίμηση της επάρκειας των δικονομικών εγγυήσεων του άρθρου 8.
Η μηχανική αναπαραγωγή του εισαγγελικού αιτήματος. Η διαπίστωση ότι το ένταλμα είχε ληφθεί «κατά λέξη» (word for word) από το αίτημα του εισαγγελέα συνιστά κλασικό σύμπτωμα της αποδυνάμωσης του ρόλου του ανακριτή ως ανεξάρτητης εγγυητικής αρχής. Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένως επικρίνει, στο πεδίο των ερευνών, τα αόριστα ή υπέρμετρα ευρέα εντάλματα και την ανεπαρκή δικαστική αιτιολόγηση (βλ. Bagiyeva κατά Ουκρανίας, Modestou κατά Ελλάδας).
Η απουσία ιδιότητας υπόπτου ως επιβαρυντικός παράγοντας. Η προσφεύγουσα ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα του υπόπτου στην ποινική έρευνα. Το γεγονός αυτό επιτείνει την απαίτηση εξειδικευμένης αιτιολόγησης, καθώς η έρευνα σε χώρους τρίτου, μη υπόπτου, νομικού προσώπου απαιτεί ενισχυμένη τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Η νομολογία Vinci Construction et GTM Génie Civil et Services κατά Γαλλίας (02.04.2015) και Wieser και Bicos Beteiligungen GmbH κατά Αυστρίας (16.10.2007) έχουν αναπτύξει σχετικές ειδικότερες δικονομικές εγγυήσεις (ιδίως ως προς το δικηγορικό απόρρητο, τη διαλογή ή απομόνωση προστατευόμενων εγγράφων και δεδομένων και την επεξεργασία ηλεκτρονικών αρχείων), στις οποίες η Epidavr δυστυχώς δεν εισέρχεται.
Η οικονομική παράλυση ως de facto μέτρο. Η κατάσχεση του διακομιστή που χρησιμοποιούνταν για λογιστικούς σκοπούς και η κατά συνέπεια διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας της εταιρείας θέτουν ζήτημα και υπό το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Η επιλογή του Δικαστηρίου να μην εξετάσει την αιτίαση αυτή, κατ’ εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης (Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας), είναι δικονομικά ορθή αλλά αφήνει αναπάντητο ένα σημαντικό ερώτημα: σε ποιο βαθμό η de facto παύση επιχειρηματικής δραστηριότητας ως συνέπεια κατάσχεσης συνιστά αυτοτελή προσβολή της περιουσίας πέραν της παραβίασης του άρθρου 8.
Η συγκριτική διάσταση. Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ συγκλίνει με τη νομολογία του ΔΕΕ ιδίως στις υποθέσεις Roquette Frères (C-94/00) ως προς την απαίτηση ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου των καταναγκαστικών μέτρων σε χώρους επιχειρήσεων. Η επίκληση της WebMindLicenses (C-419/14) είναι επίσης χρήσιμη, αλλά μόνο κατ’ αναλογία και με στενότερο πεδίο: εκεί το ΔΕΕ ασχολήθηκε κυρίως με τη χρήση, σε φορολογική διαδικασία, αποδεικτικών στοιχείων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο παράλληλης ποινικής διαδικασίας, υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 47 ΧΘΔΕΕ, και όχι με την ex ante δικαστική έγκριση εντάλματος έρευνας σε επιχειρηματικούς χώρους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως στην Epidavr. Στο σύστημα του ΔΣΑΠΔ, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, με το Γενικό Σχόλιο αριθ. 16 (1988) επί του άρθρου 17 ΔΣΑΠΔ, κινείται στην ίδια κατεύθυνση ως προς την ανάγκη στενής οριοθέτησης των ερευνών, μολονότι το κείμενο αναφέρεται κατ’ εξοχήν στην κατοικία και την ιδιωτική σφαίρα φυσικών προσώπων.
Συμπέρασμα. Η απόφαση Epidavr S.R.L. είναι μια διδακτική επιβεβαίωση των αρχών Italgomme Pneumatici, με ιδιαίτερη συμβολή στην ανάδειξη της αντιφατικής δικαστικής αιτιολογίας ως δείκτη ανεπάρκειας του δικαστικού ελέγχου. Η σημασία της είναι κυρίως πρακτική: παρέχει στους εθνικούς δικαστές και τους δικηγόρους ένα διάγραμμα ελέγχου της νομιμότητας ενταλμάτων έρευνας σε χώρους νομικών προσώπων, με σαφείς δείκτες αναγνώρισης παραβίασης. Από δογματική άποψη, η απόφαση δεν προσθέτει νέα στοιχεία στο corpus της νομολογίας, αλλά επιβεβαιώνει την ωριμότητα ενός πάγιου ελεγκτικού πλαισίου.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Δεδομένου ότι η απόφαση Epidavr S.R.L. εκδόθηκε στις 02.04.2026, δεν εντοπίζεται, κατά τον παρόντα χρόνο, ακόμη δημοσιευμένη ειδική επιστημονική αρθρογραφία επ’ αυτής. Οι κατωτέρω αναφορές αφορούν την ευρύτερη επιστημονική συζήτηση για τις έρευνες σε χώρους νομικών προσώπων, στην οποία η απόφαση εντάσσεται. Όπου ακολουθεί αναφορά μη επιβεβαιωμένης πηγής, αυτό επισημαίνεται ρητά.
Α) Italgomme Pneumatici κατά Ιταλίας: Η απόφαση-σταθμός της 06.02.2025 (αρ. 36617/18 κ.ά.) συστηματοποίησε τις γενικές αρχές για τις έρευνες και επιθεωρήσεις σε χώρους νομικών προσώπων στις §§ 95-98, καθιερώνοντας το τρισδιάστατο τεστ ελέγχου που εφαρμόζει η Epidavr. Πηγή: HUDOC, Italgomme Pneumatici S.r.l. and Others v. Italy, 06.02.2025.
Β) Bagiyeva κατά Ουκρανίας: Η απόφαση της 28.04.2016 (αρ. 41085/05), στις §§ 52-56, διατύπωσε ρητά την κριτική στα εντάλματα έρευνας με ευρεία διακριτική ευχέρεια και αόριστους όρους, αποτελώντας άμεσο νομολογιακό προηγούμενο της Epidavr. Πηγή: HUDOC, Bagiyeva v. Ukraine, 28.04.2016.
Γ) BRD – Groupe Société Générale S.A. κατά Ρουμανίας: Στην απόφαση της 18.03.2025 (αρ. 38798/13), § 77, το ΕΔΔΑ διαμόρφωσε την προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η αιτίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ για ανεπαρκή αιτιολογία ένδικης απόφασης που εγκρίνει έρευνα εξετάζεται ως μέρος της αιτίασης του άρθρου 8, προσέγγιση που υιοθετεί η Epidavr στην παρ. 15. Πηγή: HUDOC, BRD – Groupe Société Générale S.A. v. Romania, 18.03.2025.
Δ) Vinci Construction et GTM Génie Civil et Services κατά Γαλλίας: Η απόφαση της 02.04.2015 (αρ. 63629/10 και 60567/10) ανέπτυξε ειδικότερες δικονομικές εγγυήσεις για τις έρευνες σε χώρους εταιρειών, ιδίως ως προς την προστασία του δικηγορικού απορρήτου και τη διάκριση κατασχόμενων δεδομένων. Πηγή: HUDOC, Vinci Construction and GTM Génie Civil et Services v. France, 02.04.2015.
Ε) Wieser και Bicos Beteiligungen GmbH κατά Αυστρίας: Η απόφαση της 16.10.2007 (αρ. 74336/01) θεμελίωσε ότι η έρευνα και κατάσχεση ηλεκτρονικών δεδομένων εταιρείας απαιτεί ειδικές δικονομικές εγγυήσεις, πέραν εκείνων που ισχύουν για τα έντυπα έγγραφα. Πηγή: HUDOC, Wieser and Bicos Beteiligungen GmbH v. Austria, 16.10.2007.
ΣΤ) Modestou κατά Ελλάδας: Η απόφαση της 16.03.2017 (αρ. 51693/13) επέκρινε ευρέως διατυπωμένη εισαγγελική εντολή έρευνας και την ανεπαρκή αιτιολόγηση των εθνικών αρχών ως προς την αναγκαιότητα και το εύρος της επέμβασης, εμελιώνοντας ότι ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να είναι ουσιαστικός. Πηγή: HUDOC, Modestou v. Greece, 16.03.2017.
Ζ) Συγκριτική νομολογία ΔΕΕ: Στις υποθέσεις Roquette Frères (C-94/00, 22.10.2002) το ΔΕΕ τόνισε την ανάγκη ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου των καταναγκαστικών μέτρων σε χώρους επιχειρήσεων και στην WebMindLicenses Kft. (C-419/14, 17.12.2015), σε διαφορετικό πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο, έθεσε όρους για τη χρήση αποδεικτικών στοιχείων ληφθέντων σε παράλληλη ποινική διαδικασία υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 47 ΧΘΔΕΕ. Πηγή: CURIA.
Η) Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΟΗΕ: Στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 16 (1988) επί του άρθρου 17 ΔΣΑΠΔ, η Επιτροπή τόνισε ότι οι έρευνες πρέπει να περιορίζονται στην αναζήτηση αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων και να μην επεκτείνονται σε παρενόχληση, με την επιφύλαξη ότι η σχετική διατύπωση αφορά πρωτίστως την κατοικία φυσικών προσώπων. Πηγή: OHCHR, General Comment No. 16 (1988): The right to respect of privacy, family, home and correspondence.
