ΔΕΕ 328/24 Αρμοδιότητα Εθνικών Δικαστηρίων και ΔΕΕ στον Έλεγχο Πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 16ης Απριλίου 2026 (*)

« Αίτηση αναιρέσεως – Θεσμικό δίκαιο – Κανονισμός (ΕE) 2017/1939 – Ευρωπαϊκή Εισαγγελία – Άρθρο 42, παράγραφος 1 – Διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων – Διενέργεια δικαστικού ελέγχου από τα εθνικά δικαστήρια – Ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας – Παραδεκτό – Αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων της Ένωσης – Άρθρο 86, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ – Άσκηση ποινικής δίωξης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων – Εξουσιοδότηση του νομοθέτη της Ένωσης να καθορίζει τους κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – Μη επιτρεπόμενη παρέκκλιση από το άρθρο 263 ΣΛΕΕ – Δεν υφίσταται – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Προσβολή – Δεν υφίσταται – Αναρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου »

Στην υπόθεση C‑328/24 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 30 Απριλίου 2024,

Constantin Mincu Pătrașcu Brâncuși, κάτοικος Βουκουρεστίου (Ρουμανία), εκπροσωπούμενος από τον A. Şandru, δικηγόρο,

αναιρεσείων,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι η:

Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εκπροσωπούμενη από τους L. De Matteis, E. Farhat και F.‑R. Radu,

καθής πρωτοδίκως,

υποστηριζόμενη από το:

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τις K. Cieslar και C. Ionescu Dima,

παρεμβαίνον στη διαδικασία αναιρέσεως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan, Δ. Γρατσία (εισηγητή) και B. Smulders, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: L. Medina

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ο Constantin Mincu Pătrașcu Brâncuși ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Φεβρουαρίου 2024, Mincu Pătrașcu Brâncuși κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (T‑385/23, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2024:143), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση του δεκάτου μόνιμου τμήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας της 8ης Δεκεμβρίου 2022, περί παραπομπής της υπόθεσής του ενώπιον της δικαιοσύνης (στο εξής: επίδικη απόφαση), καθώς και μεταγενέστερες πράξεις, και να κηρυχθούν ανεφάρμοστες οι διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αντιβαίνουν στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ 2017, L 283, σ. 1).

 Το νομικό πλαίσιο

2        Οι αιτιολογικές σκέψεις 30, 31, 36, 83 και 85 έως 89 του κανονισμού 2017/1939 έχουν ως εξής:

«(30)      Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει κατά κανόνα να διεξάγονται από τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς στα κράτη μέλη. Αυτό θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και, για τα θέματα που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. […]

(31)      Τα εισαγγελικά καθήκοντα στα αρμόδια δικαστήρια ασκούνται έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας, που σημαίνει μέχρις ότου κριθεί οριστικά το ζήτημα του αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της επιβολής της ποινής και της εκδίκασης τυχόν ένδικου βοηθήματος ή μέσου που είναι διαθέσιμο μέχρις ότου η απόφαση καταστεί αμετάκλητη.

[…]

(36)      Τα μόνιμα τμήματα θα πρέπει να ασκούν την οικεία εξουσία λήψης αποφάσεων σε συγκεκριμένα στάδια της διαδικασίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με σκοπό την εξασφάλιση κοινής πολιτικής για την έρευνα και τη δίωξη. Θα πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις με βάση σχέδιο απόφασης που υποβάλλεται από τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα. […]

[…]

(83)      Δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οφείλει να σέβεται ιδίως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, τα δικαιώματα της υπεράσπισης και το τεκμήριο αθωότητας, που κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του [Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)]. […]

[…]

(85)      Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα υπεράσπισης που κατοχυρώνονται στο σχετικό δίκαιο της Ένωσης […] Κάθε ύποπτος ή κατηγορούμενος σε βάρος του οποίου κινεί έρευνα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να απολαύει των εν λόγω δικαιωμάτων, καθώς και του δικαιώματος βάσει του εθνικού δικαίου να ζητεί διορισμό εμπειρογνωμόνων ή ακρόαση μαρτύρων ή κατ’ άλλον τρόπο προσκόμιση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποδείξεων για την υπεράσπιση.

(86)      Σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ], ο νομοθέτης της Ένωσης δύναται να προβλέπει τους κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Η εν λόγω αρμοδιότητα που παρέχεται στον νομοθέτη της Ένωσης αντικατοπτρίζει την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων και της δομής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που τη διακρίνει από όλα τα άλλα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και απαιτεί την εφαρμογή ειδικών κανόνων δικαστικού ελέγχου.

(87)      Σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 [ΣΛΕΕ], η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων των κρατών μελών την ποινική δίωξη των αδικημάτων αυτών. Οι πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κατά τις έρευνές της συνδέονται στενά με την ποινική δίωξη που ενδέχεται να προκύψει από αυτές και παράγουν με τον τρόπο αυτόν αποτελέσματα στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Σε πολλές περιπτώσεις οι πράξεις θα εκτελούνται από τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου, οι οποίες θα ενεργούν σύμφωνα με τις εντολές της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σε κάποιες δε περιπτώσεις κατόπιν έγκρισης από εθνικό δικαστήριο.

Αρμόζει επομένως να εξεταστεί το ενδεχόμενο να υπόκεινται σε έλεγχο από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο, οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Με την πρόβλεψη αυτή θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από τα εθνικά δικαστήρια οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας οι οποίες εκδίδονται πριν από την απαγγελία κατηγορίας και προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων (στους οποίους περιλαμβάνονται ο ύποπτος, το θύμα και άλλοι ενδιαφερόμενοι τα δικαιώματα των οποίων ενδέχεται να θιγούν από τέτοιες πράξεις). Οι διαδικαστικές πράξεις που αφορούν την επιλογή του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια θα είναι αρμόδια να κρίνουν επί της ποινικής δίωξης, η οποία θα πρέπει να διενεργείται με βάση τα κριτήρια που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και, επομένως, θα πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από εθνικά δικαστήρια το αργότερο κατά το στάδιο της δίκης.

[…]

(88)      Η νομιμότητα των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων θα πρέπει να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Συναφώς, θα πρέπει να διασφαλίζεται η ύπαρξη αποτελεσματικών ένδικων βοηθημάτων και μέσων, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 19 παράγραφος 1 [ΣΕΕ]. […]

Όταν τα εθνικά δικαστήρια ελέγχουν τη νομιμότητα των εν λόγω πράξεων, δύνανται να το πράττουν βάσει του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού, καθώς και βάσει του εθνικού δικαίου, το οποίο εφαρμόζεται όταν κάποιο ζήτημα δεν καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό. […]

[…]

(89)      Η διάταξη του παρόντος κανονισμού σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο δεν τροποποιεί τις εξουσίες του Δικαστηρίου για τον έλεγχο των διοικητικών αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, δηλαδή αποφάσεις που δεν λαμβάνονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αφορούν την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή στη δικαιοσύνη. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει εξάλλου τη δυνατότητα ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] ή της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής να ασκήσουν προσφυγή ακύρωσης σύμφωνα με το άρθρο 263 δεύτερο εδάφιο [ΣΛΕΕ] και το άρθρο 265 πρώτο εδάφιο [ΣΛΕΕ], καθώς και με τη διαδικασία επί παραβάσει των άρθρων 258 και 259 [ΣΛΕΕ].»

3        Το άρθρο 4 του ανωτέρω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθήκοντα», έχει ως εξής:

«Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια για την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των δραστών αξιόποινων πράξεων καθώς και των συνεργών σε αξιόποινες πράξεις οι οποίες θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης […] Για τον σκοπό αυτό η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνες και εκτελεί πράξεις δίωξης και ασκεί εισαγγελικά καθήκοντα στα αρμόδια δικαστήρια των κρατών μελών έως την οριστική περάτωση της υπόθεσης.»

4        Το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δομή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας», έχει ως εξής:

«1.      Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί αδιαίρετο οργανισμό της Ένωσης που λειτουργεί ως ενιαία Εισαγγελία με αποκεντρωμένη δομή.

2.      Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οργανώνεται σε κεντρικό και σε αποκεντρωμένο επίπεδο.

3.      Το κεντρικό επίπεδο αποτελείται από την Κεντρική Εισαγγελία στην έδρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η Κεντρική Εισαγγελία συγκροτείται από το συλλογικό όργανο, τα μόνιμα τμήματα, τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα, τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς, τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς και τον (τη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια).

4.      Το αποκεντρωμένο επίπεδο αποτελείται από ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς που θα εδρεύουν στα κράτη μέλη.

[…]»

5        Το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τα μόνιμα τμήματα», ορίζει στις παραγράφους 1 έως 3 τα ακόλουθα:

«1.      Στα μόνιμα τμήματα προεδρεύει ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας ή ένας (μια) από τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς ή ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας που διορίζεται πρόεδρος σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Εκτός από τον (την) πρόεδρο, τα μόνιμα τμήματα έχουν δύο μόνιμα μέλη. Ο αριθμός των μόνιμων τμημάτων και η σύνθεσή τους, καθώς και η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των τμημάτων, λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις λειτουργικές ανάγκες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

[…]

2.      Τα μόνιμα τμήματα παρακολουθούν και διευθύνουν τις έρευνες και τις διώξεις που διενεργούν οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου. […]

3.      Σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, κατά περίπτωση κατόπιν επανεξέτασης σχεδίου απόφασης που έχει προταθεί από τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα, τα μόνιμα τμήματα λαμβάνουν αποφάσεις για τα κατωτέρω ζητήματα:

α)      την παραπομπή υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης […]·

β)      την αρχειοθέτηση υπόθεσης […]·

[…]».

6        Το άρθρο 13 του κανονισμού 2017/1939, το οποίο φέρει τον τίτλο «Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς ενεργούν για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους και έχουν τις ίδιες εξουσίες με τους (τις) εθνικούς(-ές) εισαγγελείς όσον αφορά την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή υποθέσεων ενώπιον της δικαιοσύνης, επιπροσθέτως και με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων και του καθεστώτος που τους έχουν απονεμηθεί και υπό τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς είναι υπεύθυνοι(-ες) για τις έρευνες και τις διώξεις τις οποίες έχουν κινήσει, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί ή των οποίων έχουν επιληφθεί κάνοντας χρήση του δικαιώματος ανάληψης υπόθεσης. Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς ακολουθούν την καθοδήγηση και τις εντολές του μόνιμου τμήματος που έχει αναλάβει την υπόθεση, καθώς και τις εντολές του (της) εποπτεύοντος(-ουσας) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα.

Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς είναι επίσης υπεύθυνοι(-ες) για την παραπομπή υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης, ειδικότερα δε έχουν την αρμοδιότητα να υποστηρίζουν το κατηγορητήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, να συμμετέχουν στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και να ασκούν τα διαθέσιμα ένδικα μέσα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.»

7        Το άρθρο 28 του ως άνω κανονισμού, επιγραφόμενο «Διεξαγωγή της έρευνας», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Ο (Η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που έχει επιληφθεί υπόθεσης δύναται, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το εθνικό δίκαιο, είτε να προβεί ο (η) ίδιος(-α) στη λήψη των μέτρων έρευνας και άλλων μέτρων είτε να δώσει σχετικές εντολές στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του (της). Οι εν λόγω αρχές εξασφαλίζουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ότι ακολουθούνται όλες οι εντολές και ότι λαμβάνουν τα μέτρα που τους έχουν ανατεθεί. […]»

8        Το άρθρο 30 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέτρα έρευνας και άλλα μέτρα», διευκρινίζει στην παράγραφο 5 ότι οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί για τη λήψη των μέτρων που ορίζονται στο άρθρο αυτό διέπονται από το ισχύον εθνικό δίκαιο.

9        Το άρθρο 31 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διασυνοριακές έρευνες», ορίζει στην παράγραφο 3 τα εξής:

«Αν απαιτείται δικαστική έγκριση για το μέτρο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του (της) βοηθού ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(‑ης) εισαγγελέα, ο (η) βοηθός ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας λαμβάνει την έγκριση αυτή σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

[…]»

10      Το άρθρο 36 του κανονισμού 2017/1939, επιγραφόμενο «Άσκηση δίωξης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων», ορίζει επακριβώς τους λεπτομερείς κανόνες σύμφωνα με τους οποίους το μόνιμο τμήμα, βάσει σχεδίου απόφασης που υποβάλλει ο Ευρωπαίος εντεταλμένος εισαγγελέας, αποφασίζει την παραπομπή υπόθεσης προς εκδίκαση. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ως άνω άρθρου, όταν ληφθεί απόφαση σχετικά με το κράτος μέλος στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπόθεση προς άσκηση δίωξης, το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο στο εν λόγω κράτος μέλος καθορίζεται βάσει του εθνικού δικαίου.

11      Το άρθρο 37 του ανωτέρω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποδεικτικά στοιχεία», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Δεν θίγεται από τον παρόντα κανονισμό η εξουσία του δικάζοντος δικαστηρίου να εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τον κατηγορούμενο ή τους (τις) εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.»

12      Το άρθρο 41 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εύρος των δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορουμένων», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σέβεται πλήρως τα δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων τα οποία κατοχυρώνονται στον Χάρτη, μεταξύ άλλων το δικαίωμα αμερόληπτου δικαστηρίου και τα δικαιώματα της υπεράσπισης.

2.      Κάθε ύποπτος ή κατηγορούμενος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απολαύει κατ’ ελάχιστο των διαδικαστικών δικαιωμάτων που προβλέπονται στο δίκαιο της Ένωσης […]

[…]

3.      Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι καθώς και τα άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απολαύουν όλων των διαδικαστικών δικαιωμάτων που προβλέπονται για την περίπτωσή τους στο εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται […]».

13      Το άρθρο 42 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαστικός έλεγχος», προβλέπει τα εξής:

«1.      Οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων υπόκεινται σε έλεγχο από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο. Το ίδιο ισχύει όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παραλείπει να εκδώσει διαδικαστικές πράξεις που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και τις οποίες έχει νομική υποχρέωση να εκδώσει δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.      Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 267 [ΣΛΕΕ], να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις σχετικά με:

α)      το κύρος των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εφόσον τέτοιο ζήτημα εγείρεται ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου κράτους μέλους και θεμελιώνεται άμεσα επί του ενωσιακού δικαίου·

β)      την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού·

γ)      την ερμηνεία των άρθρων 22 και 25 του παρόντος κανονισμού σε σχέση με οποιαδήποτε σύγκρουση αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των αρμόδιων εθνικών αρχών.

3.      Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να θέσει υπόθεση στο αρχείο, στο μέτρο που αμφισβητούνται απευθείας με βάση το δίκαιο της Ένωσης, υπόκεινται σε έλεγχο ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 263 τέταρτο εδάφιο [ΣΛΕΕ].

4.      Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 268 [ΣΛΕΕ] για όλες τις διαφορές σχετικά με την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκληθεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

5.      Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 272 [ΣΛΕΕ] για όλες τις διαφορές σχετικά με ρήτρες διαιτησίας που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

6.      Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 270 [ΣΛΕΕ] για όλες τις διαφορές σχετικά με θέματα προσωπικού.

7.      Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σχετικά με την παύση του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα ή των ευρωπαίων εισαγγελέων […]

8.      Το παρόν άρθρο δεν θίγει τον δικαστικό έλεγχο από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 263 τέταρτο εδάφιο [ΣΛΕΕ], των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που θίγουν τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων κατά τα οριζόμενα στο κεφάλαιο VIII και των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που δεν αποτελούν διαδικαστικές πράξεις, όπως είναι οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορούν το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα ή οι αποφάσεις περί παύσης ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, οι οποίες λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, ή οποιεσδήποτε άλλες διοικητικές αποφάσεις.»

 Το ιστορικό της διαφοράς

14      Το ιστορικό της διαφοράς, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 4 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.

15      Με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2021, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διέταξε την έναρξη έρευνας, στο πλαίσιο της οποίας ο αναιρεσείων, C. Mincu Pătrașcu Brâncuși, απέκτησε στις 25 Μαΐου 2022 την ιδιότητα του κατηγορουμένου.

16      Με την επίδικη απόφαση, το δέκατο μόνιμο τμήμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διέταξε, αφενός, την παραπομπή του αναιρεσείοντος και άλλων κατηγορουμένων ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πλημμελειοδικείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία) και, αφετέρου, τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο όσον αφορά ορισμένους υπόπτους, ελλείψει σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.

17      Βάσει του από 19 Δεκεμβρίου 2022 κατηγορητηρίου, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε σε δίκη για την αξιόποινη πράξη της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 367, παράγραφοι 1 και 2, του ρουμανικού ποινικού κώδικα, καθώς και για συνέργεια στην αξιόποινη πράξη της χρήσης ή της υποβολής ψευδούς, ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης ή εγγράφου, που είχε ως αποτέλεσμα την αχρεώστητη ιδιοποίηση ή την αχρεώστητη παρακράτηση πόρων ή περιουσιακών στοιχείων προερχόμενων από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ως άνω κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 bis, παράγραφοι 1 και 3, του legea nr. 78/2000 pentru prevenirea, descoperirea și sancționarea faptelor de corupție (νόμου 78/2000 για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταστολή πράξεων διαφθοράς), της 8ης Μαΐου 2000 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 219 της 18ης Μαΐου 2000), κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 35, παράγραφος 1, και του άρθρου 38, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα.

 Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

18      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Ιουλίου 2023, ο αναιρεσείων άσκησε, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, προσφυγή με την οποία ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, να ακυρώσει την επίδικη απόφαση καθώς και τις μεταγενέστερες πράξεις και, αφετέρου, βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, να κηρύξει ανεφάρμοστες τις διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αντιβαίνουν στον κανονισμό 2017/1939.

19      Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Σεπτεμβρίου 2023, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προέβαλε, βάσει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ένσταση απαραδέκτου με την οποία ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και να καταδικάσει τον προσφεύγοντα και νυν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

20      Όπως προκύπτει από τη σκέψη 8 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του, να κρίνει την ως άνω ένσταση απαραδέκτου χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

21      Στη σκέψη 9 της ανωτέρω διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε προβάλει, στο πλαίσιο της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου, τρεις λόγους απαραδέκτου. Πρώτον, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποστήριξε ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί των ακυρωτικών αιτημάτων κατά της επίδικης αποφάσεως λόγω του ότι το άρθρο 263 ΣΛΕΕ δεν εφαρμόζεται στις διαδικαστικές πράξεις της. Δεύτερον, προέβαλε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε ενεργητική νομιμοποίηση. Τρίτον, ισχυρίστηκε ότι, στο μέτρο που η προσφυγή της κύριας δίκης ήταν απαράδεκτη, η ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε ο αναιρεσείων βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

22      Στις σκέψεις 10 έως 15 της εν λόγω διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προς στήριξη του πρώτου λόγου απαραδέκτου. Κατ’ ουσίαν, με τα επιχειρήματα αυτά, το ως άνω όργανο υποστήριξε ότι η επίδικη απόφαση αποτελεί διαδικαστική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939, στην οποία δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 263 ΣΛΕΕ και της οποίας ο δικαστικός έλεγχος υπάγεται στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία του Γενικού Δικαστηρίου.

23      Στις σκέψεις 16 έως 20 της ίδιας διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο ανακεφαλαίωσε τα επιχειρήματα που προέβαλε ο αναιρεσείων στο πλαίσιο των παρατηρήσεών του επί της ενστάσεως απαραδέκτου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κατά τον αναιρεσείοντα, το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939, καθ’ ο μέρος παρεκκλίνει από την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ελέγχει τις πράξεις της Ένωσης, δεν πληροί τις προβλεπόμενες στο άρθρο 47 του Χάρτη απαιτήσεις του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και θίγει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία διέπεται από το άρθρο 19 ΣΕΕ, να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών της Ένωσης, καθώς και τον σεβασμό της αυτονομίας του νομικού συστήματος της Ένωσης. Επομένως, κατά τον αναιρεσείοντα, το ως άνω άρθρο 42 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των λοιπών κανόνων και αρχών της Ένωσης στον δικαιοδοτικό τομέα, που λαμβάνουν υπόψη το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, και έχει την έννοια ότι η προσφυγή του ήταν παραδεκτή.

24      Όπως εξέθεσε στη σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο μηχανισμός που προέβλεψε ο νομοθέτης της Ένωσης για τη διασφάλιση του ελέγχου των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι ένας sui generis μηχανισμός.

25      Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε στη σκέψη 22 της ως άνω διατάξεως ότι το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων υπόκεινται σε έλεγχο από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο.

26      Εξάλλου, στη σκέψη 23 της εν λόγω διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το ανωτέρω άρθρο προβλέπει ρητώς, στις παραγράφους 3 και 8, την αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, μόνον για τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με τις οποίες τίθεται υπόθεση στο αρχείο, στο μέτρο που προσβάλλονται απευθείας βάσει του δικαίου της Ένωσης, καθώς και για τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που θίγουν τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων κατά τα οριζόμενα στο κεφάλαιο VIII του κανονισμού 2017/1939 και για τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που δεν αποτελούν διαδικαστικές πράξεις, όπως οι αποφάσεις της που αφορούν το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα, ή για τις αποφάσεις περί παύσης Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, οι οποίες λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του ως άνω κανονισμού, ή για οποιεσδήποτε άλλες διοικητικές αποφάσεις.

27      Πλην όμως, στη σκέψη 24 της ίδιας διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα, συνιστά διαδικαστική πράξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μη εμπίπτουσα στις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 42, παράγραφοι 3 και 8, του εν λόγω κανονισμού, δεδομένου ότι, με την απόφαση αυτή, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον της δικαιοσύνης.

28      Όσον αφορά το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει εαυτό αρμόδιο βάσει ερμηνείας του ως άνω άρθρου η οποία να πληροί τις απαιτήσεις, μεταξύ άλλων, του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, χωρίς να θίγει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, κατά πάγια νομολογία, η ευρεία ερμηνεία είναι δυνατή μόνον εφόσον συμβιβάζεται με το γράμμα της οικείας διατάξεως και ότι ακόμη και η αρχή της σύμφωνης προς υπέρτερο δεσμευτικής ισχύος κανόνα ερμηνείας δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για contra legem ερμηνεία.

29      Εν προκειμένω, στη σκέψη 27 της ως άνω διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι από το γράμμα του άρθρου 42, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2017/1939 προκύπτει με σαφήνεια ότι η διάταξη αυτή παρέχει στα εθνικά δικαστήρια αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλαμβάνονται των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, πλην των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου και της μεταχείρισης που επιφυλάσσεται σε ορισμένες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οριζόμενες στην παράγραφο 8 του εν λόγω άρθρου, και ότι το Δικαστήριο δύναται να κρίνει, διά της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το κύρος των πράξεων αυτών υπό το πρίσμα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και την ερμηνεία και το κύρος των διατάξεων του ως άνω κανονισμού. Στη σκέψη 28 της εν λόγω διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε από τα ανωτέρω το συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων πρότεινε contra legem ερμηνεία του άρθρου 42, η οποία, δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτή.

30      Εξάλλου, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι πρόθεση του αναιρεσείοντος ήταν επίσης να προσβάλει την επίδικη απόφαση αμφισβητώντας, μέσω ενστάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας, το κύρος του άρθρου 42 του κανονισμού 2017/1939 υπό το πρίσμα του άρθρου 19 ΣΕΕ, η αμφισβήτηση αυτή, λόγω της αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να εκδικάσει την προσφυγή της κύριας δίκης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

31      Τέλος, στις σκέψεις 30 και 31 της ανωτέρω διατάξεως, όσον αφορά τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1939, το Δικαστήριο είναι, μεταξύ άλλων, αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να αποφαίνεται επί ζητημάτων ερμηνείας και κύρους των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και επί των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του ανωτέρω κανονισμού. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δύναται, κατ’ αρχήν, να προσβάλει ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων τις διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και, στο πλαίσιο αυτό, να προβάλει έλλειψη νομιμότητας του εν λόγω κανονισμού, εναπόκειται στο Δικαστήριο, εφόσον του έχει τεθεί το ζήτημα από εθνικό δικαστήριο, να αποφανθεί επί του κύρους του άρθρου 42 του κανονισμού αυτού και, ενδεχομένως, επί του κύρους του κανονισμού διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

32      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, δέχθηκε τον πρώτο λόγο απαραδέκτου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και, κατά συνέπεια, απέρριψε την προσφυγή λόγω αναρμοδιότητάς του να την εκδικάσει, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε λόγος να αποφανθεί, συν τοις άλλοις, επί των αιτημάτων σχετικά με τις διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που αφορούν την ουσία της διαφοράς.

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας

33      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 2024, επετράπη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παρέμβει υπέρ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

34      Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να κηρύξει παραδεκτή την αίτηση αναιρέσεως,

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και

–        να ακυρώσει την επίδικη απόφαση.

35      Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και

–        να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

36      Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει, κυρίως, έναν λόγο αναιρέσεως ο οποίος αφορά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου πλάνη περί το δίκαιο, καθ’ ο μέρος το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του χωρίς να εξετάσει την επιχειρηματολογία του με την οποία υποστήριξε ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939 δεν πληροί τις προβλεπόμενες στο άρθρο 47 του Χάρτη απαιτήσεις του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και θίγει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπεται από το άρθρο 19 ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και το άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Επικουρικώς, ο αναιρεσείων προβάλλει έναν λόγο αναιρέσεως ο οποίος αφορά, κατ’ ουσίαν, την άρνηση του Γενικού Δικαστηρίου να επιφυλαχθεί ως προς το παραδεκτό της προσφυγής έως ότου αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η προβληθείσα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ένσταση απαραδέκτου συνδέεται στενά με την επί της ουσίας εκδίκαση της προσφυγής.

 Επί του παραδεκτού

37      Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, προβάλλει, κυρίως, ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Υποστηρίζει ότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει ειδικά επιχειρήματα για να προσδιορίσει την πλάνη περί το δίκαιο την οποία φέρεται να ενέχει η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και ότι, χωρίς να προσδιορίζει τις διατάξεις τις οποίες φέρεται να παρέβη το Γενικό Δικαστήριο, απλώς προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε το κύρος του άρθρου 42 του κανονισμού 2017/1939 και επαναλαμβάνει τους λόγους της προσφυγής του σχετικά με το μη συμβατό του άρθρου αυτού προς το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.

38      Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς τα επίμαχα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ή του οικείου λόγου αναιρέσεως (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Aeris Invest κατά Επιτροπής και ΕΣΕ, C‑535/22 P, EU:C:2024:819, σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39      Δεν πληροί τις επιταγές περί αιτιολογήσεως που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές η αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς να περιλαμβάνει επιχειρήματα που να αφορούν ειδικώς τον προσδιορισμό του νομικού σφάλματος που ενέχει ενδεχομένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται στην κατά γράμμα επανάληψη ή παράθεση των λόγων και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που ρητώς απορρίφθηκαν από αυτό. Μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής, όπερ δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Aeris Invest κατά Επιτροπής και ΕΣΕ, C‑535/22 P, EU:C:2024:819, σκέψη 105 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40      Ωστόσο, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία ή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, τα νομικά επιχειρήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης. Πράγματι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει, κατά τον τρόπο αυτόν, την αίτηση αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η διαδικασία της αναιρέσεως θα καθίστατο εν μέρει άνευ αντικειμένου (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Aeris Invest κατά Επιτροπής και ΕΣΕ, C‑535/22 P, EU:C:2024:819, σκέψη 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Εν προκειμένω, αφενός, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στην αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσδιορίζει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο την προβαλλόμενη πλάνη περί το δίκαιο την οποία φέρεται να ενέχει η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, υποστηρίζοντας ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τα επιχειρήματά του που αποδεικνύουν, κατά την άποψή του, ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939 αντιβαίνει προς το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.

42      Αφετέρου, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κρίνοντας ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939 εμποδίζει την ενώπιόν του άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά διαδικαστικής πράξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο αναιρεσείων μπορεί να στηριχθεί στα επιχειρήματα που προέβαλε πρωτοδίκως και τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, προκειμένου να αποδείξει ότι η εκτίμηση αυτή ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

43      Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

44      Κατ’ αρχάς, ο αναιρεσείων υπενθυμίζει ότι ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υποστήριξε ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939 δεν πληροί τις προβλεπόμενες στο άρθρο 47 του Χάρτη απαιτήσεις του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και θίγει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξασφαλίζει, σύμφωνα με το άρθρο 19 ΣΕΕ, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο στη σκέψη 282 της αποφάσεως της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και El Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461), την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών της Ένωσης, καθώς και τον σεβασμό της αυτονομίας του νομικού συστήματος της Ένωσης.

45      Αφενός, ο αναιρεσείων επισημαίνει συναφώς ότι το γράμμα του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προβλέπει τη δυνατότητα του κανονισμού 2017/1939 να καθορίζει τους «κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο» των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, χωρίς να αναφέρεται ρητώς στη δυνατότητα παρέκκλισης από τους κανόνες περί αρμοδιότητας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, σε αντίθεση με άλλες διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, οι οποίες προβλέπουν ρητώς «παρέκκλιση» από τα άρθρα 258 και 259 ΣΛΕΕ. Επομένως, ελλείψει τέτοιας νομικής βάσης, πράξη κατώτερης τυπικής ισχύος, όπως ο ως άνω κανονισμός, δεν μπορεί να παρεκκλίνει από την αρμοδιότητα αυτή η οποία καθιερώνεται από κανόνες του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης. Η απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest (C‑219/17, EU:C:2018:1023, σκέψεις 48, 57 και 60), καθ’ ο μέρος αφορά κατάσταση ανάλογη με την επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, ασκεί συναφώς επιρροή. Ο αναιρεσείων παραπέμπει επίσης στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea (C‑284/16, EU:C:2018:158), και στη γνωμοδότηση 1/20 [Γνωμοδότηση δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ (εκσυγχρονισμένη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας)], της 16ης Ιουνίου 2022 (EU:C:2022:485).

46      Αφετέρου, όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη και την αρμοδιότητα για να ακυρώσουν πράξεις της Ένωσης, όπως ο κανονισμός 2017/1939 ή ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με αποτέλεσμα, όταν οι διαδικαστικές πράξεις του οργάνου αυτού εκδίδονται δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, ο δικαστικός έλεγχος των εν λόγω πράξεων να πρέπει να υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Απεναντίας, ο μηχανισμός υποβολής προδικαστικού ερωτήματος δεν πληροί τις απαιτήσεις περί αποτελεσματικής προσφυγής. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο δεν είναι εκτελεστή, με συνέπεια να υφίσταται υψηλός κίνδυνος μη εφαρμογής ή εσφαλμένης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, κατά μείζονα δε λόγο διότι τα οικεία εθνικά δικαστήρια δεν είναι εξοικειωμένα με το δίκαιο της Ένωσης.

47      Πλην όμως, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως εκκινώντας από την παραδοχή ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939 συνάδει προς το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης χωρίς να αιτιολογήσει ρητώς την παραδοχή αυτή και, ιδίως, χωρίς να εξετάσει τα επιχειρήματα που εκτίθενται στις σκέψεις 44 έως 46 της παρούσας αποφάσεως, τα οποία αμφισβητούν την παραδοχή αυτή. Επομένως, κατά τον αναιρεσείοντα, κακώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο να εκδικάσει την προσφυγή.

48      Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, προβάλλει, πρώτον, στηριζόμενη στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, λαμβανομένης υπόψη της αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να εκδικάσει την προσφυγή, δεν κατέστη δυνατό να συζητηθεί η ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 42 του ως άνω κανονισμού. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε ορθώς και λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους η ερμηνεία και η νομιμότητα του άρθρου αυτού δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ανάλυσης στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι το κύρος του εν λόγω άρθρου 42 μπορεί να εξετασθεί μόνον στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

49      Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποστηρίζει ότι η προτεινόμενη από τον αναιρεσείοντα ερμηνεία του άρθρου 42 του εν λόγω κανονισμού θα οδηγούσε σε κατάφωρη παράβαση του άρθρου 86, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ, με τη δημιουργία ενός μη προβλεπόμενου από τη Συνθήκη ΛΕΕ ενδίκου βοηθήματος ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, τα οποία θα μετατρέπονταν σε δικαιοδοτικό όργανο τακτικού δικαστικού ελέγχου των υποθέσεων που υπάγονται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εις βάρος της δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων.

50      Τρίτον, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβάλλει ότι το ως άνω άρθρο 42 δεν αντιβαίνει σε καμία από τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 86 του κανονισμού 2017/1939, το εν λόγω άρθρο 42 συνιστά lex specialis σε σχέση με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

51      Τέταρτον, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποστηρίζει ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939, το οποίο στηρίζεται σε πλείονες νομικούς πυλώνες που εγγυώνται την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τα δικαιώματα υπεράσπισης, αποσκοπεί στη διασφάλιση του ελέγχου όλων των πτυχών της νομιμότητας των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και παρέχει αποτελεσματική προσφυγή σε κάθε περίπτωση που οι πράξεις αυτές αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης ή στο εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, η παράγραφος 1 του ανωτέρω άρθρου διασφαλίζει αποτελεσματική προσφυγή, στο μέτρο που τα εθνικά δικαστήρια είναι, αφενός, τα πλέον κατάλληλα για την άσκηση του δικαστικού ελέγχου των εν λόγω πράξεων και, αφετέρου, τα μόνα αρμόδια για την εφαρμογή τόσο του εθνικού δικαίου όσο και του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, αν διαδικαστική πράξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παρίσταται αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, το εν λόγω άρθρο 42 απαιτεί, στην παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, και σύμφωνα με τους κανόνες που διατυπώνονται στη σκέψη 15 της αποφάσεως της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost (314/85, EU:C:1987:452), την υποβολή από τα εθνικά δικαστήρια αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο για την εκτίμηση του κύρους της πράξης αυτής.

52      Πέμπτον, το γεγονός ότι οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από τα εθνικά δικαστήρια αποτελεί άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι, σύμφωνα με το άρθρο 86 ΣΛΕΕ και το άρθρο 36 του κανονισμού 2017/1939, για τις υποθέσεις που ερευνώνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκείται δίωξη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η νομολογία την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων δεν έχει εφαρμογή από της απόψεως αυτής, δεδομένου ότι τα μέσα ένδικης προστασίας προβλέπονται, εν προκειμένω, από τον ως άνω κανονισμό, βάσει της Συνθήκης ΛΕΕ, και όχι από διεθνή συνθήκη.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

53      Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι εναπόκειται στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης να εξακριβώνουν, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, αν είναι αρμόδια για την εκδίκαση διαφοράς, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό είναι δημοσίας τάξεως (πρβλ. αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, 294/83, EU:C:1986:166, σκέψη 19, και της 6ης Οκτωβρίου 2020, Bank Refah Kargaran κατά Συμβουλίου, C‑134/19 P, EU:C:2020:793, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 25 έως 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναρμόδιο να εκδικάσει την προσφυγή κατά διαδικαστικής πράξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939, χωρίς να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε ο αναιρεσείων προκειμένου να αποδείξει ότι το άρθρο αυτό, στο μέτρο που παρεκκλίνει από την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον έλεγχο των πράξεων της Ένωσης, αντιβαίνει προς το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.

55      Πράγματι, αφενός, στις σκέψεις 25 έως 28 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ερμηνεία του άρθρου 42 του κανονισμού 2017/1939, όπως διατυπώθηκε από τον αναιρεσείοντα στην προσφυγή του, κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να κρίνει εαυτό αρμόδιο, μεταξύ άλλων, για να πληρούνται οι απαιτήσεις του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και για να μη θίγονται οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνιστά contra legem ερμηνεία του ως άνω άρθρου. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι από το γράμμα των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου προκύπτει με σαφήνεια ότι ο κανονισμός αυτός παρέχει στα εθνικά δικαστήρια αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, πλην των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου και της μεταχείρισης που επιφυλάσσεται σε ορισμένες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οριζόμενες στην παράγραφο 8 του εν λόγω άρθρου, και ότι μόνον διά της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο κρίνει το κύρος των πράξεων αυτών υπό το πρίσμα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και την ερμηνεία ή το κύρος των διατάξεων του ως άνω κανονισμού.

56      Αφετέρου, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι πρόθεση του αναιρεσείοντος ήταν να αμφισβητήσει, μέσω ενστάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας, το κύρος του άρθρου 42 του κανονισμού 2017/1939 υπό το πρίσμα του άρθρου 19 ΣΕΕ, η αμφισβήτηση αυτή, λόγω της αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να εκδικάσει την προσφυγή της κύριας δίκης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

57      Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο, καίτοι στις σκέψεις 30 και 31 της ως άνω διατάξεως έκρινε κατ’ ουσίαν, ως εκ περισσού, ότι οι απαιτήσεις περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας πληρούνται μέσω της δυνατότητας του μεν αναιρεσείοντος να προβάλει έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939 στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, του δε Δικαστηρίου να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, επί του κύρους του άρθρου αυτού, εφόσον του έχει τεθεί το ζήτημα από τα εθνικά δικαστήρια βάσει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, εντούτοις δεν τοποθετήθηκε επί του ζητήματος της τήρησης από το ίδιο άρθρο της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ελέγχει τις πράξεις της Ένωσης.

58      Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση προσφυγής, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει το βάσιμο του συνόλου των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιόν του και αποσκοπούν ακριβώς στη θεμελίωση της σχετικής αρμοδιότητάς του.

59      Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, επισημαίνεται ότι η πάγια νομολογία κατά την οποία το απαράδεκτο της κύριας προσφυγής συνεπάγεται το απαράδεκτο της ενστάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται προς στήριξη της προσφυγής αυτής (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2020, Credito Fondiario κατά ΕΣΕ, C‑69/19 P, EU:C:2020:178, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) δεν μπορεί, εξ ορισμού, να νομιμοποιεί το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει εαυτό αναρμόδιο για την εξέταση επιχειρηματολογίας με την οποία αμφισβητείται, υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, το κύρος διατάξεως του παράγωγου δικαίου, με την αιτιολογία ότι είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την κύρια προσφυγή, όταν, ακριβώς, στηρίζεται στη συγκεκριμένη διάταξη για να διαπιστώσει την αναρμοδιότητά του.

60      Ειδικότερα, από τη νομολογία συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, όταν εξετάζει ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας διατάξεως του παράγωγου δικαίου, η οποία εξαιρεί από κάθε δικαστικό έλεγχο την απόφαση οργάνου της Ένωσης που προσβάλλεται ενώπιόν του, λόγω μη συμβατού της διατάξεως αυτής προς το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, οφείλει να εξακριβώσει αν η εν λόγω ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας είναι βάσιμη και, ενδεχομένως, να κρίνει εαυτό αρμόδιο για τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως αυτής με βάση το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλίσει τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της εν λόγω αποφάσεως (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, EUSC κατά KF, C‑14/19 P, EU:C:2020:492, σκέψεις 65, 72, 85 και 86).

61      Από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 55 έως 60 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας την αναρμοδιότητά του να εκδικάσει την προσφυγή κατά διαδικαστικής πράξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939, χωρίς να εξετάσει αν η διαπίστωση αυτή αντιβαίνει στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.

62      Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, αν το σκεπτικό αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά το διατακτικό της είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2020, Associazione GranoSalus κατά Επιτροπής, C‑/19 P, EU:C:2020:869, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.

64      Συναφώς, όσον αφορά, κατά πρώτον, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939 θίγει τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 19 ΣΕΕ και στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, το Δικαστήριο και τα δικαστήρια των κρατών μελών μεριμνούν για τη διασφάλιση της τήρησης της έννομης τάξης και του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης, εξυπακουομένου ότι στο Δικαστήριο απόκειται η διασφάλιση της αυτοτέλειας της έννομης τάξης της Ένωσης, η οποία συστάθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο βάσει των Συνθηκών [γνωμοδότηση 1/09 (Συμφωνία για τη δημιουργία ενοποιημένου συστήματος επιλύσεως διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας), της 8ης Μαρτίου 2011, EU:C:2011:123, σκέψεις 66 και 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

65      Στο πλαίσιο αυτό, απόκειται στα εθνικά δικαστήρια και στο Δικαστήριο να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών και την ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, τα εθνικά δικαστήρια επιτελούν, σε συνεργασία με το Δικαστήριο, αποστολή που τους έχει ανατεθεί από κοινού προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών [πρβλ. γνωμοδότηση 1/09 (Συμφωνία για τη δημιουργία ενοποιημένου συστήματος επιλύσεως διαφορών σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας), της 8ης Μαρτίου 2011, EU:C:2011:123, σκέψεις 68 και 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

66      Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 3, ΣΕΕ, η Συνθήκη ΛΕΕ, με τα άρθρα της 263 και 277, αφενός, και με το άρθρο της 267, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα μέσων ένδικης προστασίας και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, με την ανάθεση του ελέγχου αυτού στον δικαστή της Ένωσης (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 92 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

67      Με τον τρόπο αυτόν, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν μπορούν, λόγω των προϋποθέσεων παραδεκτού που καθορίζει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να προσβάλουν ευθέως πράξεις γενικής ισχύος της Ένωσης προστατεύονται από την έναντι αυτών εφαρμογή των εν λόγω πράξεων. Όταν η υλοποίηση των ως άνω πράξεων απόκειται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να ασκήσουν ευθεία προσφυγή ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης κατά των πράξεων εφαρμογής υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και να επικαλεσθούν, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, προς στήριξη της προσφυγής αυτής, την έλλειψη νομιμότητας της επίμαχης πράξης γενικής ισχύος. Όταν η εν λόγω υλοποίηση απόκειται στα κράτη μέλη, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να επικαλεσθούν την ακυρότητα της επίμαχης πράξης της Ένωσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων υποχρεώνοντας τα δικαστήρια αυτά να υποβάλουν σχετικώς, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

68      Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων και της δομής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 86 του κανονισμού 2017/1939, τη διακρίνει από όλα τα άλλα όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ επιτρέπει στον νομοθέτη της Ένωσης να καθορίζει ειδικούς κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά την άσκηση των καθηκόντων της [απόφαση της 8ης Απριλίου 2025, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (Δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων), C‑292/23, EU:C:2025:255, σκέψη 48].

69      Όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, ο νομοθέτης της Ένωσης άσκησε την αρμοδιότητα αυτή θεσπίζοντας το άρθρο 42 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων υπόκεινται σε έλεγχο από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο [απόφαση της 8ης Απριλίου 2025, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (Δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων), C‑292/23, EU:C:2025:255, σκέψη 49].

70      Πράγματι, ο υψηλός βαθμός ενσωμάτωσης του εν λόγω οργάνου της Ένωσης στα συστήματα ποινικής δικονομίας των κρατών μελών, στο πλαίσιο των οποίων ασκεί τις αρμοδιότητές του, δικαιολογεί, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 87, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, τη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά τις διαδικαστικές πράξεις του άρθρου 42, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού [πρβλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 2025, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (Δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων), C‑292/23, EU:C:2025:255, σκέψη 74].

71      Απεναντίας, στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου 42 του κανονισμού 2017/1939 απαριθμούνται οι περιπτώσεις στις οποίες ο δικαστικός έλεγχος της δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 2, στοιχεία αʹ και βʹ, του ως άνω άρθρου, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις επί των ζητημάτων κύρους των διαδικαστικών πράξεων του οργάνου αυτού, τα οποία εγείρονται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και θεμελιώνονται απευθείας στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς και επί της ερμηνείας και του κύρους «διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού». Επιπλέον, οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να θέσει υπόθεση στο αρχείο, στο μέτρο που προσβάλλονται απευθείας με βάση το δίκαιο της Ένωσης, αφενός, και οι αποφάσεις σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι «διοικητικές αποφάσεις» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατά την έννοια της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου, αφετέρου, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ [πρβλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 2025, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (Δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων), C‑292/23, EU:C:2025:255, σκέψεις 55 έως 57].

72      Επισημαίνεται, όμως, ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η κατανομή δικαιοδοσίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, στην οποία προβαίνει το άρθρο 42 του κανονισμού 2017/1939, ουδόλως συνιστά μη επιτρεπόμενη παρέκκλιση από την αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να ελέγχουν τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή των οργανισμών της Ένωσης, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

73      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η υπαγωγή στον δικαστικό έλεγχο από τα εθνικά δικαστήρια μόνον των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, με εξαίρεση τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να θέσει υπόθεση στο αρχείο, και η πρόβλεψη της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις λοιπές περιπτώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που διέπουν τη δικαιοδοσία αυτή και μνημονεύονται στις σχετικές παραγράφους του εν λόγω άρθρου 42, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν υπερέβη τα όρια της εξουσιοδότησης που ρητώς του παρέχει το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, προκειμένου, κατά το γράμμα του άρθρου αυτού, να καθορίσει «τους κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών […] πράξεων [που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία] κατά την άσκηση των καθηκόντων της».

74      Πιο συγκεκριμένα, η έλλειψη ρητής αναφοράς, στο γράμμα του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, σε παρέκκλιση από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ κανόνες αρμοδιότητας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, την οποία προβάλλει ο αναιρεσείων, δεν σημαίνει, όπως υποστηρίζει, ότι η εν λόγω διατύπωση απλώς εξουσιοδοτεί τον νομοθέτη της Ένωσης να θεσπίσει ειδικές προϋποθέσεις και λεπτομερείς κανόνες για τα μέσα ένδικης προστασίας που ασκούνται από φυσικά και νομικά πρόσωπα κατά των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, χωρίς όμως να εξαιρεί τα ως άνω μέσα ένδικης προστασίας από τη δικαιοδοσία των δικαιοδοτικών αυτών οργάνων.

75      Ειδικότερα, αφενός, από το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια για την καταζήτηση, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων των κρατών μελών των δραστών αξιόποινων πράξεων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, καθώς και των συνεργών τους, και για την άσκηση ενώπιον των δικαστηρίων αυτών της ποινικής δίωξης για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις. Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφοι 1 και 3, ΣΛΕΕ, απόκειται στον νομοθέτη της Ένωσης όχι μόνον να καθορίσει τους κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων του οργάνου αυτού, αλλά, γενικότερα, να το συστήσει και να καθορίσει το καθεστώς του, τους όρους άσκησης των καθηκόντων του και τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τις δραστηριότητές του, καθώς και εκείνους που διέπουν το παραδεκτό των αποδείξεων.

76      Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη τόσο της ιδιαίτερης φύσης των καθηκόντων που ανατίθενται από τη Συνθήκη ΛΕΕ στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, προκειμένου να καταδικάζονται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια οι δράστες των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ασκείται ποινική δίωξη από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και οι συνεργοί τους, όσο και της έκτασης των εξουσιών που απονέμει η Συνθήκη αυτή στον νομοθέτη της Ένωσης για τον καθορισμό του θεσμικού και διαδικαστικού πλαισίου εντός του οποίου η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκτελεί τα καθήκοντα αυτά, η φράση «κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών […] πράξεων [της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας]» στο άρθρο 86, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι μπορεί να περιλαμβάνει όχι μόνον τη θέσπιση των ειδικών προϋποθέσεων και λεπτομερών κανόνων για τα μέσα ένδικης προστασίας κατά των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων, αλλά και, κατά περίπτωση, ειδικούς κανόνες δικαιοδοτικής αρμοδιότητας.

77      Πράγματι, το ζήτημα αν ο δικαστικός έλεγχος των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων πρέπει να υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης ή σε εκείνη των εθνικών δικαστηρίων συνδέεται στενά με την κατανομή αρμοδιοτήτων στον συγκεκριμένο τομέα μεταξύ των αρχών της Ένωσης και των εθνικών αρχών, η οποία διενεργείται με την πράξη του παράγωγου δικαίου που καθορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τους όρους άσκησης των καθηκόντων της και τους διαδικαστικούς κανόνες που τη διέπουν (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest, C‑219/17, EU:C:2018:1023, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

78      Εντός δε του θεσμικού και διαδικαστικού πλαισίου που θεσπίζει ο κανονισμός 2017/1939, όπως υπογραμμίζεται, κατ’ ουσίαν, στην αιτιολογική σκέψη 87, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, τα έννομα αποτελέσματα που παράγουν οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έναντι τρίτων καθορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, από το εφαρμοστέο στις πράξεις αυτές εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών ερευνών που διέπονται από τα άρθρα 31 έως 33 του ως άνω κανονισμού [πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, G. K. κ.λπ. (Ευρωπαϊκή Εισαγγελία), C‑281/22, EU:C:2023:1018, σκέψεις 47 έως 54].

79      Πράγματι, πρώτον, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 1, αυτού, οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς, υπό την εποπτεία και τη διεύθυνση των μόνιμων τμημάτων, ενεργούν για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους και έχουν τις ίδιες εξουσίες με τους εθνικούς εισαγγελείς όσον αφορά την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή υποθέσεων στη δικαιοσύνη, με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων και του ειδικού καθεστώτος που τους απονέμει ο ίδιος κανονισμός.

80      Δεύτερον, κατά το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939, ο Ευρωπαίος εντεταλμένος εισαγγελέας που έχει επιληφθεί υπόθεσης δύναται, σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό και το εθνικό δίκαιο, είτε να προβεί ο ίδιος στη λήψη των μέτρων έρευνας και άλλων μέτρων είτε να δώσει σχετικές εντολές στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του, οι δε διαδικασίες και οι μηχανισμοί για τη λήψη όλων αυτών των μέτρων διέπονται, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, από το ισχύον εθνικό δίκαιο [πρβλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 2025, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (Δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων), C‑292/23, EU:C:2025:255, σκέψη 47]. Μεταξύ άλλων, όπως συνάγεται από το άρθρο 31, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 87, πρώτο εδάφιο, αυτού, για την εκτέλεση των εν λόγω μέτρων ενδέχεται να απαιτείται, σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, έγκριση από εθνικό δικαστήριο.

81      Τρίτον, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 36 του κανονισμού 2017/1939, το μόνιμο τμήμα ασκεί, όπου αρμόζει, διώξεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, εκδίδοντας απόφαση περί παραπομπής της υπόθεσης προς εκδίκαση, όπως η επίδικη απόφαση, ενδεχομένως αφού προσδιορίσει το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο στο οικείο κράτος μέλος βάσει του εθνικού δικαίου.

82      Τέταρτον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκτίμηση των αποτελεσμάτων διαδικαστικής πράξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας επί των δικαιωμάτων των υπό έρευνα προσώπων εξαρτάται, σε κάποιο βαθμό, από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες καθώς και από τις ειδικές περιστάσεις της ποινικής έρευνας στο πλαίσιο της οποίας το ως άνω όργανο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση και, ως εκ τούτου, τα εθνικά δικαστήρια που είναι αρμόδια για την άσκηση του δικαστικού ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939 είναι τα πλέον κατάλληλα να προβούν στην εκτίμηση αυτή. Εξάλλου, το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, καθώς και των άρθρων 47 και 48 του Χάρτη, χωρίς, ωστόσο, να προδικάζονται οι δικονομικοί κανόνες του δικαστικού ελέγχου που ασκούν τα εθνικά δικαστήρια, ο οποίος μπορεί να λάβει τη μορφή παρεμπίπτοντος ελέγχου, ιδίως από το δικάζον ποινικό δικαστήριο, εφόσον οι εν λόγω δικονομικοί κανόνες διασφαλίζουν δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής [πρβλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 2025, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (Δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων), C‑292/23, EU:C:2025:255, σκέψεις 73 και 80].

83      Επισημαίνεται δε ότι οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελούν στάδιο της ποινικής διαδικασίας κατά το πέρας του οποίου η τελική εξουσία λήψης αποφάσεως ανήκει αποκλειστικά στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1939, διαθέτει εξουσία ελεύθερης εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται, μεταξύ άλλων, από το εν λόγω όργανο βάσει τέτοιων πράξεων.

84      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων για τη διενέργεια του ως άνω δικαστικού ελέγχου δεν συνιστά μη επιτρεπόμενη παρέκκλιση από το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

85      Όπως προέβαλαν, κατ’ ουσίαν, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και το Κοινοβούλιο, οι εκτιμήσεις αυτές επιρρωννύονται από τις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου 42 του κανονισμού 2017/1939, δυνάμει των οποίων ο δικαστικός έλεγχος της δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης.

86      Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και όπως προβλέπει το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1939, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων, σχετικά με το κύρος των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, εφόσον τέτοιο ζήτημα θεμελιώνεται απευθείας στο δίκαιο της Ένωσης, και σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού αυτού.

87      Ομοίως, κατ’ εφαρμογήν του ως άνω άρθρου 42, παράγραφος 8, και σύμφωνα με το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο ασκεί δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που θίγουν τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, των αποφάσεων που δεν αποτελούν διαδικαστικές πράξεις ή οποιωνδήποτε άλλων διοικητικών αποφάσεων.

88      Τέλος, σύμφωνα με εν λόγω άρθρο 42, παράγραφος 3, και κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 αυτού, ο έλεγχος των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με τις οποίες τίθεται μια υπόθεση στο αρχείο, εφόσον οι αποφάσεις αυτές προσβάλλονται απευθείας βάσει του δικαίου της Ένωσης, υπάγεται στη δικαιοδοσία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης.

89      Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 42, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1939, η εξαίρεση που εισάγει από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να ελέγχουν τις διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το άρθρο αυτό αντανακλά την κατανομή της δικαιοδοσίας στον οικείο τομέα μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και των δικαστηρίων της Ένωσης.

90      Πράγματι, σε περίπτωση αποφάσεως με την οποία τίθεται υπόθεση στο αρχείο, το αρμόδιο να κρίνει επί της ουσίας εθνικό δικαστήριο δεν θα αποφανθεί, εξ ορισμού, λόγω της δίωξης που άσκησε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την οποία δεν συνέχισε. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, η τελική εξουσία λήψης αποφάσεως δεν ανήκει στο ως άνω εθνικό δικαστήριο, αλλά σε όργανο της Ένωσης, εν προκειμένω στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Εντούτοις, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης μπορούν να αποφαίνονται επί ενδίκου βοηθήματος ή μέσου κατά τέτοιας αποφάσεως μόνον εφόσον το εν λόγω ένδικο βοήθημα ή μέσο θεμελιώνεται απευθείας στο δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι τα δικαιοδοτικά αυτά όργανα δεν είναι κατ’ αρχήν αρμόδια να εξετάζουν και να ερμηνεύουν το εθνικό δικονομικό δίκαιο στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, C‑50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 43).

91      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, παρέχοντας στα εθνικά δικαστήρια τη δικαιοδοσία να διενεργούν τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, δεν θίγει τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προβλέπονται στο άρθρο 19 ΣΕΕ και στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

92      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τις αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea (C‑284/16, EU:C:2018:60), και της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest (C‑219/17, EU:C:2018:158, σκέψεις 48, 57 και 60), ούτε από τη γνωμοδότηση 1/20 [Γνωμοδότηση δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ (εκσυγχρονισμένη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας)], της 16ης Ιουνίου 2022 (EU:C:2022:485), τις οποίες παραθέτει ο αναιρεσείων προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του.

93      Αφενός, η περίπτωση που αναφέρεται στις σκέψεις 48 και 57 της αποφάσεως της 19ης Δεκεμβρίου 2018, Berlusconi και Fininvest (C‑219/17, EU:C:2018:1023), αφορά την αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης να εκτιμήσει, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ και παρεμπιπτόντως, αν η νομιμότητα αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θίγεται από ενδεχόμενα ελαττώματα της νομιμότητας των προπαρασκευαστικών της αποφάσεως αυτής πράξεων που εκδίδονται από κεντρική τράπεζα κράτους μέλους. Επομένως, η περίπτωση αυτή δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη της εκτίμησης της νομιμότητας διαδικαστικής πράξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία συνιστά, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 83 της παρούσας αποφάσεως, στάδιο ποινικής διαδικασίας, κατά το πέρας του οποίου η τελική εξουσία λήψης αποφάσεως ανήκει αποκλειστικά στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο.

94      Αφετέρου, η απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea (C‑284/16, EU:C:2018:158), και η γνωμοδότηση 1/20 [Γνωμοδότηση δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ (εκσυγχρονισμένη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας)], της 16ης Ιουνίου 2022 (EU:C:2022:485), προδήλως δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι αφορούν, αντιστοίχως, την υπαγωγή διαφορών που ενδέχεται να αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης σε οργανισμό ο οποίος δεν συνιστά στοιχείο του δικαιοδοτικού συστήματος της Ένωσης, όπως προβλέπεται από συμφωνία συναφθείσα μεταξύ κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 6ης Μαρτίου 2018, Achmea, C‑284/16, EU:C:2018:158, σκέψη 58), και το παραδεκτό αιτήσεως γνωμοδοτήσεως υποβληθείσας βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ [πρβλ. γνωμοδότηση 1/20 (Γνωμοδότηση δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ) (εκσυγχρονισμένη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας), της 16ης Ιουνίου 2022, EU:C:2022:485, σκέψη 48].

95      Κατά δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα του αναιρεσείοντος περί προσβολής του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 91 της παρούσας αποφάσεως, με την απονομή στα εθνικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας να διενεργούν τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν θίγει τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 19 ΣΕΕ και στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

96      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 47 του Χάρτη δεν μπορεί να απονέμει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία την οποία δεν διαθέτει βάσει των Συνθηκών. Το άρθρο αυτό δεν αποσκοπεί ούτε στην τροποποίηση του συστήματος δικαστικού ελέγχου που προβλέπουν οι Συνθήκες, και δη των κανόνων περί παραδεκτού των ενδίκων βοηθημάτων που ασκούνται απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, KS κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., C‑29/22 P και C‑44/22 P, EU:C:2024:725, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

97      Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939 σέβεται το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη.

98      Αφενός, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 41 του ως άνω κανονισμού και υπό το πρίσμα των αιτιολογικών του σκέψεων 83 και 85 έως 87, έχει την έννοια ότι ο δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων διασφαλίζει τον σεβασμό, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσώπων έναντι των οποίων οι διαδικαστικές αυτές πράξεις παράγουν τέτοια αποτελέσματα και, ιδίως, τον έλεγχο του σεβασμού, εκ μέρους του εν λόγω οργάνου, του δίκαιου χαρακτήρα της δίκης και των δικαιωμάτων υπεράσπισης των υπόπτων και των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη. Επιπλέον, για την ερμηνεία του άρθρου 42 του κανονισμού 2017/1939, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αιτιολογική σκέψη 88 του κανονισμού αυτού, η οποία αναφέρει ότι, όσον αφορά τον έλεγχο νομιμότητας που διενεργούν τα εθνικά δικαστήρια επί των εν λόγω πράξεων, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ [πρβλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 2025, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (Δικαστικός έλεγχος των διαδικαστικών πράξεων), C‑292/23, EU:C:2025:255, σκέψεις 70 και 78].

99      Αφετέρου, όπως προβάλλουν κατ’ ουσίαν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και το Κοινοβούλιο και όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 85 έως 90 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα τόσο του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το εν λόγω άρθρο 42 στο σύνολό του όσο και της οικονομίας του.

100    Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939 συνάδει απολύτως με το πλήρες σύστημα μέσων ένδικης προστασίας και διαδικασιών, το οποίο αποσκοπεί να διασφαλίσει τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης και καθιερώνεται από τη Συνθήκη ΛΕΕ, δεδομένου, μεταξύ άλλων, ότι η διάταξη αυτή συνδέεται με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία ο μηχανισμός προδικαστικής παραπομπής εφαρμόζεται στον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, διασφαλιζομένου κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι κάθε ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προσβάλλονται ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου καθώς και του ως άνω κανονισμού, μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο, βάσει της αποκλειστικής αρμοδιότητας που του απονέμει συναφώς το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.

101    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την προσφυγή κατά της επίδικης αποφάσεως. Συνακόλουθα, η πλάνη περί το δίκαιο που διαπιστώθηκε στις σκέψεις 58 και 61 της παρούσας αποφάσεως δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

 Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

102    Επικουρικώς, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η άρνηση του Γενικού Δικαστηρίου να επιφυλαχθεί ως προς το παραδεκτό της προσφυγής έως ότου αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης ενέχει πλάνη περί το δίκαιο. Συγκεκριμένα, κατά τον αναιρεσείοντα, αφενός, η ένσταση απαραδέκτου συνδέεται στενά με την επί της ουσίας εκδίκαση της προσφυγής του, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο θα πρέπει κατ’ αρχάς να αποφανθεί, επί της ουσίας, σχετικά με τη φύση και τα αποτελέσματα της επίδικης αποφάσεως προτού κρίνει αν η απόφαση αυτή αποτελεί πράξη που παράγει αποτελέσματα έναντι του αναιρεσείοντος, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Αφετέρου, το ζήτημα του παραδεκτού της εν λόγω προσφυγής συνδέεται με καινοφανές και θεμελιώδες ζήτημα που αφορά την έννομη τάξη της Ένωσης.

103    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, αμφισβητεί τα ανωτέρω επιχειρήματα.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

104    Αφενός, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 22 έως 32 της παρούσας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή εξετάζοντας μόνον τον πρώτο λόγο απαραδέκτου που προέβαλε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ο οποίος αφορούσε την αναρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου να ελέγξει τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως.

105    Πλην όμως, υπό το πρίσμα της εξέτασης του πρώτου λόγου αναιρέσεως που πραγματοποιήθηκε στις σκέψεις 53 έως 101 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου δεν συνδέεται με την επί της ουσίας εκδίκαση της προσφυγής, δεδομένου ότι το μόνο ζήτημα που όφειλε να εξετάσει το Γενικό Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προέβαλε ο αναιρεσείων κατά του ως άνω λόγου απαραδέκτου, ήταν κατά πόσον το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1939, στην έκταση που απονέμει στα εθνικά δικαστήρια αποκλειστική αρμοδιότητα για τον έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων που εμπίπτουν στη διάταξη αυτή, αντιβαίνει στο πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης. Συνεπώς, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον ως άνω λόγο απαραδέκτου, εκτίμησε ότι δεν χρειαζόταν να εξετάσει το ζήτημα αν η επίδικη απόφαση παρήγαγε έννομα αποτελέσματα έναντι του αναιρεσείοντος, όπερ, κατά τα λοιπά, δεν έπραξε.

106    Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του, να εξετάσει μαζί με την ουσία της υπόθεσης την ένσταση αναρμοδιότητας ή απαραδέκτου που προβάλλεται βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, με την αιτιολογία ότι η ένσταση αυτή εγείρει καινοφανές και θεμελιώδες ζήτημα σχετικό με την έννομη τάξη της Ένωσης.

107    Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

108    Σύμφωνα με το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.

109    Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ως άνω Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

110    Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο C. Mincu Pătrașcu Brâncuși ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά της.

111    Το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ως άνω Κανονισμού, ορίζει ότι τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

112    Εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Ο Constantin Mincu Pătrașcu Brâncuși φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

3)      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

(υπογραφές)

To Top