Το δικαστήριο έκανε δεκτό τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί εκουσίας υπαναχώρησης από την πράξη, κρίνοντας ότι η διακοπή της επίθεσης οφειλόταν σε δική του βούληση και όχι σε εξωτερικά εμπόδια.
Η αυλαία μιας πολυετούς δικαστικής διαμάχης έπεσε με την έκδοση της απόφασης 251/2024 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, η οποία πραγματεύεται ένα δραματικό περιστατικό που έλαβε χώρα το 2015.
Σύμφωνα με τα όσα έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, ο κατηγορούμενος, ένας 71χρονος σήμερα άνδρας, και η εγκαλούσα συνδέονταν με συγγένεια εξ αγχιστείας, καθώς η τελευταία ήταν σύζυγος του γιου του. Το οικογενειακό περιβάλλον περιγράφεται στην απόφαση ως ιδιαίτερα επιβαρυμένο, καθώς ο σύζυγος της γυναίκας έπασχε από σοβαρή ψυχική νόσο με συμπτώματα επιθετικότητας και παθολογικής ζηλοτυπίας , ενώ η ίδια, ούσα οικονομικά εξαρτημένη, είχε εκφράσει την πρόθεση διαζυγίου.
Απόπειρα βιασμού νύφης από πεθερό
Το χρονικό των γεγονότων, όπως αποτυπώνεται στο κείμενο της απόφασης, ξεκινά το μεσημέρι της 9ης Οκτωβρίου 2015. Ο κατηγορούμενος μετέφερε τη νύφη του με το αυτοκίνητό του σε υπόγειο πάρκινγκ καταστήματος σούπερ μάρκετ. Εκεί, αφού στάθμευσε το όχημα. περιορίζοντας τη δυνατότητα διαφυγής της από την πλευρά του συνοδηγού, προέβη σε βίαιες χειρονομίες και προχώρησε σε θωπείες με σκοπό τη γενετήσια πράξη. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, η παθούσα υπέστη κρίση πανικού και παρουσίασε έντονη δυσκολία στην αναπνοή.
Στο σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο προέκρινε την εφαρμογή των διατάξεων περί υπαναχώρησης, σημειώνοντας ότι ο δράστης «υπαναχώρησε από εσωτερικούς λόγους, εκπορευόμενους από τη συνείδησή του και όχι από λόγους εξωτερικούς, όπως, λ.χ. θα συνέβαινε λόγω της αντίστασης της εγκαλούσας».
Το σκεπτικό της απόφασης
Οι δικαστές έκριναν ότι ο κατηγορούμενος, ενώ είχε τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την πράξη του δεδομένης της απομόνωσης του χώρου, επέδειξε «μεταστροφή ως προς το σκοπό του, που υπαγορεύτηκε από ηθικές αναστολές λόγω της δεινής κατάστασης που είχε περιέλθει η εγκαλούσα».
Περαιτέρω, η απόφαση αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος τη διακινδύνευση της υγείας της παθούσας, «σταμάτησε να ενεργεί πάνω της, έκανε όπισθεν το αυτοκίνητό του ώστε να καταστεί δυνατό να ανοίξει η πόρτα του συνοδηγού». Η κίνηση αυτή αξιολογήθηκε ως απόδειξη ότι η διακοπή της επίθεσης ήταν προϊόν δικής του ελεύθερης βούλησης και όχι κάποιου εξωτερικού εμποδίου.
Στηριζόμενο στο άρθρο 44 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι «η απόπειρα μένει ατιμώρητη αν ο δράστης, αφού άρχισε την εκτέλεση της αξιόποινης πράξης, δεν την ολοκλήρωσε με τη θέλησή του και όχι από εξωτερικά εμπόδια», το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς κήρυξε τον κατηγορούμενο ατιμώρητο.
Η δικαιοσύνη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρά την αποδεδειγμένη τέλεση των αρχικών πράξεων της απόπειρας βιασμού, η οικειοθελής υπαναχώρηση αίρει, σύμφωνα με τον νόμο, το αξιόποινο της πράξης.
