Αριθμός 61/2026ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΕ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ, Σπυριδούλα Λιάτη και Γεώργιο Μικρούδη (σύμφωνα με την υπ’αριθμ. 317/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου)-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Τρουπή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Γ. Α. του Α., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Τσάκο, για αναίρεση της υπ’αριθ. 2771/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 27-5-2025 αίτηση αναίρεσης, καθώς και στους από 19-11-2025 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, γενομένου ως δεκτού του 2ου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης, απορριπτομένου του 1ου λόγου καθώς και γενομένων δεκτών του 2ου και 3ου προσθέτων λόγων αναίρεσης, απορριπτομένου του 1ου λόγου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση σύμφωνα με τα ανωτέρω και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΗ υπό κρίση από 27-5-2025 (αρ. καταθ. 11/2025) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 2771/2025 απόφασης του (δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 β’. Ν. 1882/1990 έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ), διότι η απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 16-6-2025 (ήτοι η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την “καθαρογραφή” της αποφάσεως κατ’ άρθ. 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζομένη λόγω πρόδηλης συναφείας με τους εμπρόθεσμους και παραδεκτούς (άρθρο 509 εδ. α’ ΚΠΔ) από 19-11-2025 πρόσθετους λόγους αναίρεσης (που κατατέθηκαν αυθημερόν στην ενταύθα Εισαγγελία).1) Σύμφωνα με το άρθρο 333 του ΚΠοινΔ: 1) Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει την άδεια στον εισαγγελέα ή στο δημόσιο κατήγορο και στους συνέδρους δικαστές να υποβάλουν ερωτήσεις. … 3). Όταν λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος ή ένας από τους διαδίκους, έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι· ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι. Κατά δε το άρθρο 367 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα “Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο”.2) Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 344 νέου ΚΠοινΔ (Ν. 4620/2019): “Μετά τη λήψη των στοιχείων της ταυτότητας του κατηγορουμένου, τη νομιμοποίηση του παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας και των συνηγόρων τους, ο εισαγγελέας απαγγέλλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία. Κατόπιν ο διευθύνων τη συζήτηση υποδεικνύει τη δυνατότητα συνδιαλλαγής, εφόσον αυτή προβλέπεται…”. Κατά το άρθρο 301 ΚΠοινΔ: 1. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου για την ποινική συνδιαλλαγή εφαρμόζονται στα κακουργήματα: α) που προβλέπονται στα άρθρα 216 παρ. 3 και 4 και 242 παρ. 3, 4 και 5 ΠΚ, β) που χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας και γ) που προβλέπονται στους νόμους 1599/1986, 2803/2000, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013, ανεξάρτητα από την συνδρομή ή μη επιβαρυντικών περιστάσεων. Τέλος κατά το άρθρο 301 ΚΠοινΔ: 1). Στις περιπτώσεις που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα που προβλέπεται στην παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου το κατά το προηγούμενο άρθρο αίτημα του κατηγορουμένου, μετά την τυπική περάτωση της ανάκρισης και μέχρι την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος ή τη διατύπωση σύμφωνης γνώμης του προέδρου εφετών για απευθείας παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, υποβάλλεται στον εισαγγελέα ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η δικογραφία. … 3.) Στην περίπτωση των κακουργημάτων του προηγούμενου άρθρου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης, αν έχει υποβληθεί αίτημα σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο ή υποβληθεί μέχρι το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, μπορεί να διακόψει τη συζήτηση της υπόθεσης και να τάξει προθεσμία έως δεκαπέντε ημερών στους συνηγόρους των διαδίκων για τη σύνταξη πρακτικού συνδιαλλαγής, στο οποίο περιέχεται ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται και βεβαιώνεται η πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος, όπως ορίζεται στις παρ. 2 και 3 του προηγούμενου άρθρου. Το αίτημα του κατηγορουμένου που υποβάλλεται στο ακροατήριο, καταχωρίζεται σε ειδικά πρακτικά, που τηρούνται αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό κατά το άρθρο 141 παρ. 4 ΚΠΔ. 4). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενεργεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού στην περίπτωση των πλημμελημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216 παράγραφος 1 και 2, 242 παράγραφος 1 ΠΚ και στους νόμους 1599/1986, 2803/2000, 2960/2001, 4557/2018 και 4174/2013, καθώς και των πλημμελημάτων που χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας.Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α’ ΚΠοινΔ αιτιάται ο αναιρεσείων ότι, μετά την κήρυξη του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα και παρέλειψε να δώσει τον λόγο στην συνήγορο του που τον εκπροσωπούσε κατά παράβαση του άρθρου 367 παρ. 3 Κ.Π.Δ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης (σελ. 4) σαφώς προκύπτει ότι πριν η Πρόεδρος του Δικαστηρίου κηρύξει περαιωμένη την συζήτηση, η συνήγορος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος έλαβε τελευταία τον λόγο (ήτοι μετά τον προτείνοντα εισαγγελέα) και αφού ανέπτυξε την υπεράσπιση, δήλωσε (έχοντας ήδη μεταφέρει στο Δικαστήριο τη δήλωση του κατηγορούμενου ότι ομολογεί την ενοχή του) ότι εμμένει στο υποβληθέν αίτημα αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β’ Π.Κ. Ως προς δε την περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι επήλθε απολυτή ακυρότητα εκ του λόγου ότι δεν υπεδείχθη στην πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου η δυνατότητα ποινικής συνδιαλλαγής, ως επιτάσσεται από το άρθρο 344 ΚΠοινΔ, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, πρωτίστως διότι δεν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία (αρθ. 302 παρ. 1, 4 ΚΠοινΔ). Επομένως, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ.3) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2 – 4 του ν. 2948/2001, 34 του ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, 20 του ν. 4321/2015 και 8 του ν. 4337/2015, “1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ…”. 4) Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν. 663/1977 (ως τροποποιήθηκε με τη παρ.2 άρθ. 20 Ν.4058/2012 -ΦΕΚ Α’63/2012) “Τα ποσά των επιβαλλομένων σε χρήμα ποινών, καθώς και τα ποσά που προκύπτουν από τη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών, προσαυξάνονται κατά την είσπραξη κατά ποσοστό 110%”.5) Τέλος, με το άρθρο 469 του ισχύσαντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα (ως το παραπάνω άρθρο ίσχυσε έως τη θέσπιση του Ν. 5090/2024), ορίζεται ότι “Μετά το εδάφιο β’ της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ* ως εξής: “Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό Δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις”.6) Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (Ολ ΑΠ 1/2018). Επίσης, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, συνιστά και η παραβίαση με πλάγιο τρόπο της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 1/2020, ΑΠ 29/2021).Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ’ και Ε’ ΚΠοινΔ) αιτιάται ο αναιρεσείων ότι στον διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση πίνακα χρεών, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης, περιλαμβάνονται μεταξύ των άλλων και οι με αύξοντα αριθμό 58, 61, 64 και 68 εγγραφές χρεών, όπου στην θέση “είδος φόρου” αναφέρεται μόνο η λέξη “ΠΟΙΝΙΚΑ”, δίχως άλλο προσδιοριστικό στοιχείο, με συνέπεια να υπάρχει ασάφεια και μη ειδική αιτιολογία ως προς το είδος των χρεών, αφού δεν είναι εφικτό να διαπιστωθεί αν αυτά υπάγονται στην αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990 ή είναι χρέη που απορρέουν από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών από ποινικό δικαστήριο, που δεν περιλαμβάνονται στην αντικειμενική υπόσταση του ως άνω άρθρου, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 469 του νέου Ποινικού Κώδικα (ως ίσχυσε έως τη θέσπιση του Ν. 5090/2024).Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως (σελ. 17-19) και από την αναφορά “ΠΟΙΝΙΚΑ” στην θέση του είδους του φόρου στον ως άνω πίνακα χρεών στους αριθμούς 58, 61, 64 και 68, το ύψος των εκεί αναγραφομένων ποσών (250, 200, 240 και 200 ευρώ αντιστοίχως), σε συνδυασμό με το ελάχιστο προβλεπόμενο κατ’ άρθρον 57 ΠΚ ύψος χρηματικής ποινής (150 ευρώ) και τις επ’ αυτής νόμιμες προσαυξήσεις (110%), αναμφίβολα προκύπτει ότι τα ως άνω χρέη δεν αποτελούν χρέη προερχόμενα από μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό Δικαστήριο(τα οποία πράγματι δεν συνυπολογίζονται, σύμφωνα με το προϊσχύσαν άρθρο 469 Π.Κ). Ειδικότερα, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι σε έκαστη των ως άνω περιπτώσεων είχε επιβληθεί το ελάχιστο ύψος χρηματικής ποινής, ήτοι 150 ευρώ, και πάλι, με δεδομένες τις νόμιμες προσαυξήσεις ύψους 110% (αρθ. 4 Ν. 663/1977, ως τροπ/κε και ισχύει), τα ποσά που θα είχαν στην περίπτωση αυτή καταχωρισθεί στο πίνακα χρεών θα ήταν 525, 420, 304 και 420 ευρώ, αντιστοίχως, ήτοι μεγαλύτερα των αναγραφομένων στην προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι όχι μόνο δεν προβλήθηκε από την εκπροσωπήσασα τον (τότε) εκκαλούντα συνήγορο οιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (δηλαδή ότι τα ως άνω χρέη προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών), αλλά αντίθετα συνομολογήθηκε ρητά η ενοχή του (βλ. σελ. 2 πρακτικών). 7) Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυσε το άρθρο 9 Ν. 4855/2021, πριν την τροποποίηση (από 1.5.2024) με τα άρθρα 19 και 138 παρ.1 Ν.5090/2024: “Αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές τους δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το Δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα (1) και ανώτερο από τρία (3) έτη. Αν το Δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104Α’ ΠΚ. Εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το Δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε (5) έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεση της απόλυτης αναγκαιότητας εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής, και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία την χορηγεί καθίσταται εκτελεστή”.8) Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 Ν. 4855/2021 (ως ίσχυσε έως την κατάργησή του με το άρθρο 136 περ. α’ Ν. 5090/2024, με έναρξη ισχύος του νεώτερου Νόμου από 1.5.2024): “Το άρθρο 100 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής:””1. Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι η μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104Α ΠΚ δεν θα είναι επαρκής για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων και ότι για τον σκοπό αυτόν είναι απολύτως αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί να διατάξει την πραγματική εκτέλεση του μέρους αυτού, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δέκα (10) ημερών ούτε ανώτερη των τριών (3) μηνών, και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου. Στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 105Β ΠΚ. Ο χρόνος δοκιμασίας για το αναστελλόμενο μέρος της ποινής αρχίζει μετά την ολοκλήρωση της έκτισης του μέρους της ποινής που δεν ανεστάλη”.9) Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 5 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την εισαγωγή του Ν. 5090/2024, “Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο, εφόσον η μετατροπή της ποινής σε χρηματική κατά το άρθρο 80 Α ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας κατά το άρθρο 104 Α δεν επιτρέπεται με βάση το ύψος της ποινής ή κρίνει πως δεν είναι επαρκής για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων και ότι για τον σκοπό αυτόν είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί να διατάξει την πραγματική εκτέλεση του μέρους αυτού, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριάντα (30) ημερών ούτε ανώτερη των έξι (6) μηνών και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου, πέραν των περιπτώσεων της παρ. 1. Στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 105 Β. Ο χρόνος αναστολής για το αναστελλόμενο μέρος της ποινής αρχίζει μετά από την ολοκλήρωση της έκτισης του μέρους της ποινής που δεν ανεστάλη. Οι παρ. 2 και 3 εφαρμόζονται αναλόγως σε περίπτωση εφαρμογής της παρούσας.”.Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αιτιάται ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε η δυσμενέστερη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 5 Π.Κ. ως ισχύει με το άρθρο 19 Ν. 5090/2024 και όχι η ευμενέστερη του προϊσχύασαντος άρθρου 100 παρ. 1 Π.Κ, ως ίσχυσε από 12-11-2021 με την τροποποίηση της με το άρθρο 10 Ν. 4855/2021 [έως την κατάργηση της με το άρθρο 136 περ. α’ Ν. 5090/2024] και με βάση τη δυσμενέστερη διέταξε το Δικαστήριο τη μερική έκτιση της ποινής και συγκεκριμένα την πραγματική έκτιση 6 μηνών φυλάκισης (και ανέστειλε το υπόλοιπο της ποινής των τριών ετών φυλάκισης).Eπίσης με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε την ισχύουσα δυσμενέστερη διάταξη του άρθ. 104 Α παρ. 1 του Π.Κ, αντί να εφαρμόσει την ευμενέστερη ταυτάριθμη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθ. 22 Ν. 5090/2024, και παρά το σχετικό αίτημα να μετατραπεί η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των τριών ετών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, διέταξε την μερική έκτιση της ποινής και ειδικότερα την πραγματική έκτιση έξι μηνών φυλάκισης (και ανέστειλε επί τριετία το υπόλοιπο της ποινής αυτής).Τέλος με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Ν.Π.Κ ως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθ. 9 Ν. 4855/2021 και πριν από την εκ νέου τροποποίηση του με το αρθ. 19 Ν. 5090/2024, δέχτηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής της εκτέλεσης της επιβληθείσης ποινής (3 ετών) και μετατροπής της σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, επειδή από το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος αποδεικνύεται ότι έχει αμετάκλητα καταδικαστεί στο παρελθόν σε ποινές φυλάκισης που υπερβαίνουν τα τρία έτη, χωρίς να αποσαφηνίζεται αν οι αναφερόμενες ποινές επιβλήθηκαν για εγκλήματα δόλου.Aπό την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, που άπτονται των ανωτέρω αναιρετικών λόγων (σελ. 27-28) προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αφού παρέθεσε τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 5 ΠΚ [Ν. 5090/2024], διέταξε την πραγματική εκτέλεση μέρους της ποινής (6 μηνών εκ των τριών ετών που του επιβλήθηκαν) με τις εξής παραδοχές: “από το με αριθμό πρωτοκόλλου …-2025 αντίγραφο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος έχει αμετάκλητα καταδικαστεί στο παρελθόν για πληθώρα αξιόποινων πράξεων σε ποινές φυλάκισης, που υπερβαίνουν τα τρία (3) έτη και ως εκ τούτου καταρχάς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής της εκτέλεσης της ποινής, βάσει του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση του από το Ν. 4855/2021, το οποίο αναφορικά με τις προϋποθέσεις της αναστολής εκτέλεσης της ποινής εφαρμόζεται εν προκειμένω, βάσει του άρθρου 2 ΠΚ, ως περιέχον τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Περαιτέρω, λόγω του ύψους της επιβληθείσας ποινής των τριών (3) ετών, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής της ποινής σε χρηματική, κατ’ άρθρο 80 Α ΠΚ, ούτε μετατροπής της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, κατ’ άρθρο 104 Α ΠΚ, όπως τα ανωτέρω άρθρα ισχύουν μετά την εισαγωγή του Ν. 5090/2024 και εφαρμόζονται εν προκειμένω βάσει του άρθρου 2 ΠΚ, ως ευμενέστερα για τον…κατηγορούμενο άρθρα, διότι τόσο η μετατροπή της ποινής σε χρηματική όσο και η μετατροπή της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας προϋποθέτουν επιβληθείσα ποινή φυλάκισης ως δύο (2) έτη. Περαιτέρω, από το προρρηθέν αντίγραφο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος έχει μία σταθερή ροπή και τάση προς την εγκληματικότητα και μεταξύ άλλων έχει καταδικαστεί στο παρελθόν δύο φορές για το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο με ποινές φυλάκισης 6 μηνών και 15 μηνών αντίστοιχα, οι οποίες μετατράπηκαν σε χρηματικές. Ωστόσο, οι προγενέστερες καταδίκες του κατηγορουμένου τόσο για το ομοειδές έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο όσο και για άλλες αξιόποινες πράξεις, όπως ενδεικτικά για κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας και για εκβίαση σε απόπειρα από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, δεν απέτρεψαν τον κατηγορούμενο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων και ως εκ τούτου, ενόψει και του ύψους της επιβληθείσας ποινής των 3 ετών, είναι απολύτως αναγκαία η μερική έκτιση της επιβληθείσας ποινής, κατ’ άρθρο 99 παρ. 5 ΠΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την εισαγωγή του Ν. 5090/2024 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, βάσει του άρθρου 2 ΠΚ, ως ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο άρθρο, προκειμένου να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, παρόμοιων ή μη με την επίμαχη τελεσθείσα αξιόποινη πράξη. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος από την επιβληθείσα ποινή των τριών (3) ετών πρέπει να εκτίσει την στερητική της ελευθερίας ποινή για έξι (6) μήνες και να ανασταλεί το υπόλοιπο της επιβληθείσας ποινής για τρία (3) έτη”.Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις (αρθ. 510 παρ. 1 στ. Ε’ ΚΠοινΔ), ευθέως και εκ πλαγίου: Ειδικότερα: α) [ως προς τον δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου αναιρέσεως] αφού ο κατηγορούμενος, νυν αναιρεσείων, καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών, η δε πράξη γίνεται δεκτό ότι τελέστηκε στις 1/3/2022, έπρεπε να εφαρμοσθεί η ως άνω επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 101 παρ. 1 ΠΚ [ως ίσχυσε έως την εφαρμογή του Ν. 5090/2024] η οποία όριζε ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την πραγματική εκτέλεση μέρους της επιβληθείσης ποινής των 3 ετών, η διάρκεια του οποίου δεν μπορούσε να είναι κατώτερη των 10 ημερών ούτε ανώτερη των 3 μηνών και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου. Ωστόσο το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε την ως άνω νεώτερη αλλά δυσμενέστερη διάταξη και καθ’ υπέρβασην εξουσίας διέταξε την μερική έκτιση των 6 μηνών από την επιβληθείσα ποινή (αντί για ανώτατο όριο εκτελεστέας ποινής έως 3 μήνες), υποπίπτοντας στις από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Θ’ Κ.ΠοινΔ αναιρετικές πλημμέλειες.β) [ως προς τον δεύτερο πρόσθετο λόγο] το Δικαστήριο της ουσίας ενώ επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης τριών ετών, δέχθηκε εσφαλμένα ως ευμενέστερη την ισχύουσα από 1/5/2024 διάταξη του άρθρου 104Α παρ. 1 Π.Κ. [άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 5090/2024], η οποία είναι όμως δυσμενέστερη και μη εφαρμοστέα κατ’ άρθρον 2 παρ. 1 ΠΚ, αφού προβλέπει ότι, όταν επιβάλλεται φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη (και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 99), η ποινή μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, ενώ η προϊσχύσασα και εφαρμοστέα παρείχε αντίστοιχη δυνατότητα και σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας με το να εφαρμόσει την ως άνω δυσμενέστερη διάταξη του άρθρου 104 Α παρ. 1 Π.Κ και αποφανθεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής της ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, υποπίπτοντας στις από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Θ’ ΚΠοινΔ αναιρετικές πλημμέλειες. γ) [ως προς τον τρίτο πρόσθετο λόγο] το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα, ήτοι εν προκειμένω με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπ’ αρ. 6 νομική σκέψη), ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ [ως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης, ήτοι 1-3-2022], δεχόμενο ότι δεν συντρέχουν οι όροι της αναστολής, επειδή ο αναιρεσείων είχε καταδικαστεί αμετάκλητα στο παρελθόν σε ποινές φυλάκισης που υπερβαίνουν τα τρία έτη, δίχως να διαλάβει συγχρόνως αν πρόκειται για ποινές που επιβλήθηκαν για εγκλήματα τελεσθέντα εκ δόλου, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.ΠοινΔ. Και ναι μεν πράγματι το Δικαστήριο της ουσίας μνημονεύει στη συνέχεια του σκεπτικού της αποφάσεώς του ότι ο κατηγορούμενος “έχει καταδικαστεί στο παρελθόν δύο φορές για το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο με ποινές φυλάκισης 6 μηνών και 15 μηνών αντίστοιχα”, οι δυο αυτές ποινές ωστόσο δεν υπερβαίνουν αθροιστικά τα τρία έτη. Επίσης μνημονεύει περαιτέρω ότι έχει καταδικασθεί “και για άλλες αξιόποινες πράξεις, όπως ενδεικτικά για κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας και για εκβίαση σε απόπειρα από κοινού και κατ’ εξακολούθηση” (ήτοι σε τελούμενα εκ δόλου αδικήματα), δεν παραθέτει όμως το ύψος των ποινών, ώστε να καταστήσει σαφές αν οι επιβληθείσες ποινές για όλα τα παραπάνω αδικήματα υπερβαίνουν συνολικά τα τρία έτη.Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμων του δεύτερου λόγου του δικογράφου της αναιρέσεως καθώς και των δεύτερου και τρίτου των προσθέτων λόγων αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’, Θ’ Κ.Π.Δ. (απορριπτομένων των λοιπών), να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση (μόνον) ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες έκρινε ότι: α) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μετατροπής της επιβληθείσας ποινής τριών (3) ετών σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, β) δεν συντρέχουν οι όροι της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, γ) διατάσσεται πραγματική έκτιση 6 μηνών φυλακίσεως. Κατόπιν τούτου πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω αναιρετέο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ).ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑναιρεί την υπ’ αρ. 2771/2025 απόφαση του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.Παραπέμπει την υπόθεση κατά το προαναφερόμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση.Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2026.Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2026.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πηγή : areiospagos.gr
