Παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας λόγω δηλώσεων εφέτη περί ποινικής ευθύνης κατά τον καθορισμό αστικής αποζημίωσης μετά την παραγραφή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Pasquini κατά Αγίου Μαρίνου (αριθ. 2) της 20.10.2020 (προσφ. αριθ. 23349/17)

Βλ. εδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ (τεκμήριο αθωότητας) στην υπόθεση Ιταλού υπηκόου, πρώην προέδρου και μοναδικού μετόχου καταπιστευματικής εταιρείας στον Άγιο Μαρίνο, ο οποίος κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση κεφαλαίων. Ο Δικαστής Ποινικού Εφετείου, αφού διαπίστωσε την παραγραφή του αδικήματος, προέβη ωστόσο σε δηλώσεις που συνιστούσαν καταλογισμό ποινικής ευθύνης κατά τον καθορισμό αστικής αποζημίωσης υπέρ του θύματος, διαπιστώνοντας ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος συνιστούσε τις πράξεις υπεξαίρεσης για τις οποίες κατηγορήθηκε, με αναμφισβήτητο δόλο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δηλώσεις αυτές υπερέβαιναν την απλή «ατυχή διατύπωση» και ισοδυναμούσαν με ρητή και αναμφίβολη δικαστική κρίση περί διάπραξης ποινικού αδικήματος, ασυμβίβαστη με την παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ – PASQUINI ΚΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΙΝΟΥ (αριθ. 2) (2020)

Η απόφαση Pasquini κατά Αγίου Μαρίνου (αριθ. 2) αφορά τον Enrico Maria Pasquini, Ιταλό υπήκοο γεννηθέντα το 1948, πρώην Πρόεδρο και μοναδικό μέτοχο της καταπιστευματικής εταιρείας S.M.I. στον Άγιο Μαρίνο. Κατόπιν έκθεσης της Κεντρικής Τράπεζας του Αγίου Μαρίνου (2011), ο προσφεύγων κατηγορήθηκε, μεταξύ άλλων, για κατ’ εξακολούθηση κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρείας S.M.I. – ειδικότερα, για απόσπαση 2.633.055,77 ευρώ μέσω εικονικών μεσιτικών αμοιβών σε αλλοδαπές εταιρείες-βιτρίνα. Ο πρωτοβάθμιος δικαστής τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και χρηματικό πρόστιμο, διατάσσοντας παράλληλα προσωρινή αποζημίωση υπέρ της S.M.I. Κατ’ έφεση, ο Δικαστής Ποινικού Εφετείου αναγνώρισε την παραγραφή του αδικήματος της υπεξαίρεσης και, κατ’ εφαρμογή του νέου άρθρου 196 bis ΚΠΔ, έκρινε παράλληλα τις αστικές αξιώσεις της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας.

Κατ’ έφεση, ο Εφέτης αναγνώρισε την παραγραφή του αδικήματος της υπεξαίρεσης. Εντούτοις, βάσει νέας νομοθετικής ρύθμισης (άρθρο 196 bis ΚΠΔ, Νόμος αριθ. 189/2015), εξέτασε αυτεπαγγέλτως τις αστικές αξιώσεις. Στο αιτιολογικό του, ο εφετειακός δικαστής επιβεβαίωσε τα πραγματικά περιστατικά πρώτου βαθμού, διαπίστωσε ότι η εταιρεία S.M.I. «υπέστη ζημία από το έγκλημα της υπεξαίρεσης», ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος «στοιχειοθετούσε ευχερώς τις πράξεις σφετερισμού κεφαλαίων» για τις οποίες κατηγορήθηκε, και ότι «δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς την ύπαρξη δόλου».

Το Δικαστήριο (Τρίτο Τμήμα), με ψήφους 6 έναντι 1, αποφάσισε ως εξής:

Ως προς το τεκμήριο αθωότητας (άρθρο 6 § 2): Διαπίστωσε παραβίαση. Οι δηλώσεις του Δικαστή του Ποινικού Εφέτη δεν συνιστούσαν απλή «ατυχή διατύπωση», αλλά ισοδυναμούσαν με ρητό καταλογισμό ποινικής ευθύνης μετά την παύση της ποινικής δίωξης.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Απέρριψε την αξίωση περιουσιακής ζημίας.

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ

Άρθρο 6 § 2

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ — Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας

Το Δικαστήριο εξέτασε πρώτα το παραδεκτό. Διαπίστωσε ότι υφίστατο σύνδεσμος μεταξύ της παύσης της ποινικής δίωξης και της μεταγενέστερης κρίσης επί της αποζημίωσης: ο ίδιος εφέτης ήταν αρμόδιος τόσο για την ποινική κατηγορία όσο και για την αστική αξίωση, κλήθηκε να αναλύσει τα ποινικά ευρήματα, να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να αποτιμήσει τη συμμετοχή του προσφεύγοντος στα γεγονότα (παρ. 38· Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. προσφ. 25424/09, §§ 103-04, ECHR 2013).

Ως προς την ουσία, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, μετά την παύση ποινικής δίωξης, η δεύτερη πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας παραβιάζεται εάν δικαστική απόφαση αντανακλά γνώμη περί ενοχής χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει κηρυχθεί ένοχος σύμφωνα με τον νόμο (Minelli κατά Ελβετίας, 25.03.1983, Σειρά A αριθ. 62, § 37). Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται κατά τη διατύπωση αιτιολογίας αστικής απόφασης μετά από παύση ποινικής δίωξης (Fleischner κατά Γερμανίας, αριθ. προσφ. 61985/12, §§ 64, 69, 03.10.2019) (παρ. 53). Η απόφαση ακολουθεί πιστά τη νομολογιακή γραμμή Allen και εξειδικεύει το κριτήριο της «imputation of criminal liability» σε περιβάλλον όπου η αστική κρίση εκδίδεται μέσα στην ίδια ποινική διαδικασία.

Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές, το Δικαστήριο επισήμανε πέντε κρίσιμους παράγοντες: (i) η αστική αξίωση εκδικάστηκε εντός των ποινικών διαδικασιών και όχι σε ξεχωριστό πλαίσιο (αντίθ. Fleischner, Vella κατά Μάλτας) (παρ. 58)· (ii) η κρίση αφορούσε ακριβώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά της ποινικής κατηγορίας, χωρίς καμία διάκριση ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό (παρ. 59)· (iii) ο δικαστής στηρίχθηκε στα ίδια αποδεικτικά στοιχεία του ποινικού φακέλου χωρίς νέα αποδεικτικά μέσα (παρ. 60)· (iv) επιβεβαίωσε πλήρως τα πρωτοβάθμια ποινικά ευρήματα χωρίς αυτοτελή αξιολόγηση του ύψους της αποζημίωσης (παρ. 61)· (v) διαπίστωσε ρητά ότι η εταιρεία υπέστη ζημία «από το έγκλημα της υπεξαίρεσης», ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου στοιχειοθετούσε τις πράξεις σφετερισμού κεφαλαίων της κατηγορίας, και ότι υπήρχε αναμφισβήτητος δόλος – δηλαδή, προσδιόρισε τόσο το actus reus όσο και τη mens rea (παρ. 62). Η τελευταία αυτή διαπίστωση είναι το καίριο σημείο της απόφασης: το ΕΔΔΑ δεν απαγορεύει κάθε χρήση όρων του ποινικού δικαίου σε μεταγενέστερη ή παράλληλη αστική κρίση, αλλά απαγορεύει τη διατύπωση που, εκ του περιεχομένου και του πλαισίου της, ισοδυναμεί με κρίση ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ποινικά ένοχος.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι η ύπαρξη πρωτοβάθμιας καταδίκης δεν μεταβάλλει την ανάλυση, καθώς μη τελεσίδικα ευρήματα δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν μεταγενέστερες δηλώσεις (παρ. 63). Οι επίμαχες δηλώσεις δεν συνιστούσαν απλή ατυχή διατύπωση, αλλά ισοδυναμούσαν με αναμφίβολη αποφαινόμενη κρίση ότι ο προσφεύγων διέπραξε ποινικό αδίκημα, κρίση ασυμβίβαστη με την παύση των κατηγοριών λόγω παραγραφής (παρ. 64). Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση (6 ψήφοι έναντι 1).

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Στην παρούσα υπόθεση, οι επίμαχες δηλώσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν απλώς ως χρήση ατυχούς γλωσσικής διατύπωσης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι λέξεις που χρησιμοποίησε ο Δικαστής του ποινικού Εφετείου κατά τον καθορισμό της αποζημίωσης, διαπιστώνοντας ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος στοιχειοθετούσε τις πράξεις σφετερισμού κεφαλαίων για τις οποίες κατηγορήθηκε, και ότι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς την ύπαρξη δόλου, υπερέβησαν τα όρια και ισοδυναμούσαν με δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης» (παρ. 64).

ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ PASQUINI ΚΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΙΝΟΥ (αριθ. 2)

Πέραν της «ατυχούς διατύπωσης» — η διπλή διαπίστωση actus reus και mens rea ως κόκκινη γραμμή: Η απόφαση αποσαφηνίζει ότι η ρητή διαπίστωση τόσο του αντικειμενικού στοιχείου (σφετερισμός κεφαλαίων) όσο και του υποκειμενικού στοιχείου (δόλος) σε αστική κρίση μετά παύση ποινικής δίωξης υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, όταν το συνολικό πλαίσιο δείχνει ότι ο δικαστής δεν περιορίζεται σε αστική αποτίμηση αλλά προβαίνει σε ποινικό καταλογισμό.

Μη τελεσίδικα ποινικά ευρήματα δεν νομιμοποιούν μεταγενέστερες δηλώσεις: Η απόφαση διευκρινίζει ρητά ότι η νομολογία δεν διακρίνει στο επίπεδο αυτό, μεταξύ υποθέσεων όπου η παύση λαμβάνει χώρα πριν ή μετά από πρωτοβάθμια καταδίκη – η υποχρέωση ιδιαίτερης επιμέλειας ισχύει αδιακρίτως.

Ο ρόλος του θεσμικού πλαισίου ως επιβαρυντικός παράγοντας: Η εκδίκαση αστικής αξίωσης από τον ίδιο δικαστή, βάσει των ίδιων αποδεικτικών στοιχείων, εντός του ίδιου ποινικού πλαισίου, αποτελεί παράγοντα που καθιστά αυστηρότερο τον έλεγχο του Στρασβούργου.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ PASQUINI ΚΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΙΝΟΥ (αριθ. 2)

Από: echrcaselaw

ΑΝΑΛΥΣΗ

Η απόφαση Pasquini κατά Αγίου Μαρίνου (αριθ. 2) εντάσσεται στην ευρύτερη νομολογία περί της δεύτερης πτυχής του τεκμηρίου αθωότητας, επιβεβαιώνοντας και οριοθετώντας τα κριτήρια ελέγχου σε υποθέσεις αστικής αποζημίωσης μετά παύση ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής. Η επιστημονική της αξία έγκειται κυρίως στο ότι προσφέρει ένα ιδιαίτερα καθαρό παράδειγμα του σημείου στο οποίο η αστική αιτιολογία μεταπίπτει σε απαγορευμένο ποινικό καταλογισμό.

Η σχέση Pasquini–Fleischner–Allen: Η Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου ([Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. προσφ. 25424/09, ECHR 2013, θέσπισε τη γενική αρχή ότι η δεύτερη πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας εφαρμόζεται στις μεταγενέστερες διαδικασίες, ιδίως αστικής αποζημίωσης, εφόσον υφίσταται σύνδεσμος. Η Fleischner κατά Γερμανίας (αριθ. προσφ. 61985/12, 03.10.2019, εισήγαγε τη διάκριση μεταξύ χρήσης ποινικών όρων ως «συστατικών στοιχείων» (Tatbestand) και ρητού καταλογισμού ενοχής, δεχόμενη μη παραβίαση. Η Pasquini (αριθ. 2) τοποθετεί με ακρίβεια τη «γραμμή» πέραν της οποίας η γλώσσα του αστικού δικαστή παύει να αποτελεί ατυχή διατύπωση: όταν δεν προσδιορίζει απλώς τα αντικειμενικά στοιχεία ενός αδικήματος αλλά αποφαίνεται ρητά ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της κατηγορίας με δόλο, η δεύτερη πτυχή παραβιάζεται.

Το πρόβλημα της ταυτόσημης θεσμικής διαδρομής: Η Pasquini αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα: η αρμοδιότητα του ίδιου ποινικού δικαστή να αποφανθεί τόσο επί της ποινικής κατηγορίας (παύση) όσο και επί της αστικής αξίωσης (αποζημίωση), βάσει των ίδιων αποδεικτικών στοιχείων, δημιουργεί εγγενή κίνδυνο «γλωσσικής διολίσθησης» από το αστικό στο ποινικό πεδίο. Σε αντίθεση με τη Fleischner, όπου η αστική αξίωση εκδικάστηκε ξεχωριστά από πολιτικό δικαστή, η Pasquini σηματοδοτεί ότι η ενιαία δικαιοδοσία εντείνει τις εγγυητικές υποχρεώσεις.

Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007), για το άρθρο 14 ΔΣΑΠΔ, επαναλαμβάνει ότι λόγω του τεκμηρίου αθωότητας το βάρος απόδειξης φέρει η κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος απολαύει του ευεργετήματος της αμφιβολίας και ουδεμία ενοχή μπορεί να τεκμαίρεται πριν η κατηγορία αποδειχθεί πέραν ευλόγου αμφιβολίας. Η αναφορά αυτή είναι συγκριτικά χρήσιμη, μολονότι το Γενικό Σχόλιο δεν πραγματεύεται ειδικά την αστική αποζημίωση μετά από παραγραφή. Ως προς το Διαμερικανικό Δικαστήριο, η υπόθεση Lori Berenson Mejía κατά Περού (25.11.2004, Σειρά C αριθ. 119) επιβεβαιώνει, σε διαφορετικό όμως δικονομικό πλαίσιο, την θεμελιώδη σημασία  του τεκμηρίου αθωότητας και της προστασίας έναντι κρατικών χειρισμών που προδικάζουν την ενοχή. Η σύγκριση, , είναι λειτουργική και όχι ταυτόσημη: η Pasquini δεν αφορά απλώς πρόωρες δημόσιες δηλώσεις, αλλά δικαστική αιτιολογία που ακολούθησε παύση της ποινικής δίωξης.

Μεταγενέστερη νομολογιακή εξέλιξη: Η σημασία της Pasquini πρέπει πλέον να αναγνωσθεί σε συνδυασμό με την απόφαση Nealon and Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου ([Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθ. προσφ. 32483/19 και 35049/19, 11.06.2024), στην οποία το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, στο πλαίσιο μεταγενέστερων συνδεδεμένων διαδικασιών αστικής ή διοικητικής φύσεως, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η αιτιολογία «amounted to the imputation of criminal liability» και έκρινε ότι δεν είναι πλέον αναγκαίο ή επιθυμητό να διατηρείται η παλαιότερη διάκριση μεταξύ αθώωσης και παύσης της ποινικής δίωξης ως προς το επίπεδο προστασίας. Η παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί την Pasquini· αντίθετα, την εντάσσει σε μία πιο ενιαία και λειτουργική νομολογιακή δομή.

Επιστημονικές-δογματικές επισημάνσεις: Η θεωρία εξακολουθεί να διχάζεται ως προς το εύρος της δεύτερης πτυχής του τεκμηρίου αθωότητας. Η προσέγγιση της Pasquini είναι εγγυητική και προστατευτική της «νομικής αθωότητας», ενώ ένα πιο περιοριστικό, «deflationary», θεωρητικό ρεύμα – όπως εκείνο του Federico Picinali – τείνει να ερμηνεύει το τεκμήριο αθωότητας πρωτίστως ως κανόνα περί βάρους απόδειξης και όχι ως γενική απαγόρευση κάθε δυσμενούς μεταγενέστερης κρατικής αξιολόγησης. Η Pasquini, πάντως, δεν συγκρούεται αναγκαία με την τελευταία αυτή θεώρηση, διότι εδώ το πρόβλημα δεν ήταν μια απλή δυσμενής αξιολόγηση, αλλά η ίδια η διατύπωση που προσέγγιζε ευθέως διαπίστωση ποινικής ενοχής.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η απόφαση εγείρει σημαντικά ζητήματα:

Η αδυναμία εφαρμογής στην πράξη: Η κριτική του Δικαστή Felici στη μειοψηφούσα γνώμη αναδεικνύει ένα πραγματικό δίλημμα: σε νομικά συστήματα όπου η αστική ευθύνη (actio ex lege Aquilia) απαιτεί διαπίστωση δόλου ή αμέλειας, πώς θα αποφανθεί ο δικαστής επί της αστικής αξίωσης χωρίς να αναφερθεί στο υποκειμενικό στοιχείο; Η πλειοψηφία δεν παρέχει σαφή μεθοδολογική καθοδήγηση ως προς τη «γλώσσα» που θα ήταν αποδεκτή.

Η σχέση με τη Fleischner: Η σύγκριση με τη Fleischner πράγματι γεννά οριακά ζητήματα. Ωστόσο, η Pasquini δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην ύπαρξη αναφοράς σε αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, αλλά στο σύνολο των περιστάσεων: ίδια ποινική διαδικασία, ίδιος δικαστής, ίδια αποδεικτικά στοιχεία, ρητή αναφορά στο «έγκλημα της υπεξαίρεσης» και πλήρης διατήρηση της αστικής κρίσης που είχε ήδη προϋποθέσει ποινική ευθύνη. Άρα η φαινομενική ασυνέπεια με τη Fleischner είναι μικρότερη από όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως.

Η σημασία του ρόλου της εθνικής νομοθεσίας: Η υπόθεση αναδεικνύει τις δυσχέρειες που δημιουργεί η εθνική νομοθεσία: το άρθρο 59 του Ποινικού Κώδικα του Αγίου Μαρίνου προβλέπει ότι η παραγραφή εφαρμόζεται μόνον εφόσον δεν έχει αποδειχθεί η αθωότητα του κατηγορουμένου – σύστημα που εμπεριέχει εγγενή ένταση με το τεκμήριο αθωότητας, ζήτημα που το Δικαστήριο σημείωσε αλλά δεν εξέτασε (παρ. 56).

Συμπέρασμα: Η απόφαση Pasquini (αριθ. 2) αποσαφηνίζει τα νομολογιακά κριτήρια μεταξύ επιτρεπτής αστικής αξιολόγησης και απαγορευμένου ποινικού καταλογισμού. Το μήνυμα είναι σαφές: η διαπίστωση actus reus και mens rea σε αστική κρίση μετά παύση ποινικής δίωξης ισοδυναμεί με καταλογισμό ποινικής ευθύνης και παραβιάζει το άρθρο 6 § 2.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ: • Allen v. the United Kingdom [GC], 12.07.2013, Application no. 25424/09 • Fleischner v. Germany, 03.10.2019, Application no. 61985/12 • Minelli v. Switzerland, 25.03.1983, Application no. 5765/79 • Y v. Norway, 11.02.2003, Application no. 56568/00 • Ringvold v. Norway, 11.02.2003, Application no. 34964/97 • Lagardère v. France, 12.04.2012, Application no. 18851/07 • Diacenco v. Romania, 07.02.2012, Application no. 124/04 • Farzaliyev v. Azerbaijan, 28.05.2020, Application no. 29620/07 • Bikas v. Germany, 25.01.2018, Application no. 76607/13 • Vella v. Malta, 11.02.2014, Application no. 69122/10 • G.I.E.M. S.R.L. and Others v. Italy [GC], 28.06.2018, Application nos. 1828/06 et al. • Nealon and Hallam v. the United Kingdom [GC], 11.06.2024, Application nos. 32483/19 and 35049/19 • Pasquini v. San Marino, 02.05.2019, Application no. 50956/16

Πηγές: • CASE OF PASQUINI v. SAN MARINO (No. 2), ECtHR, 20.10.2020. • ECHR Knowledge Sharing, “Presumption of innocence”, updated 31.08.2025. • Lewis Graham, “A Constitutional Clash Averted: Nealon and Hallam v United Kingdom and the Presumption of Innocence”, UK Constitutional Law Association Blog, 13 June 2024. • Federico Picinali, “The Presumption of Innocence: A Deflationary Account”, Modern Law Review, vol. 84, issue 4, 2021, DOI: 10.1111/1468-2230.12594. • Human Rights Committee, General Comment No. 32, Article 14, CCPR/C/GC/32, 23.08.2007. • Lori Berenson Mejía v. Peru, Inter-American Court of Human Rights, Judgment of 25.11.2004, Series C No. 119.

To Top