Άρνηση αποζημίωσης για δικαστικό σφάλμα μετά την ακύρωση ποινικών καταδικών. Μη παραβίαση άρθρου 6 §

ΑΠΟΦΑΣΗ

Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 11.06.2024 (προσφ. αριθ. 32483/19 και 35049/19) [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης]

Βλ. εδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ σε υπόθεση δύο προσφευγόντων των οποίων οι ποινικές καταδίκες ακυρώθηκαν ως «μη ασφαλείς» και οι αιτήσεις αποζημίωσης για δικαστικό σφάλμα απορρίφθηκαν βάσει του νέου κριτηρίου του άρθρου 133(1ZA) του Criminal Justice Act 1988. Ο πρώτος προσφεύγων είχε εκτίσει 17 έτη για απόπειρα βιασμού και ο δεύτερος 7 έτη για ανθρωποκτονία. Το Δικαστήριο επανεξέτασε τη νομολογία του σχετικά με τη δεύτερη πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας. Kατήργησε τη διάκριση μεταξύ αθώωσης και παύσης ποινικής δίωξης, και έκρινε ότι κρίσιμο κριτήριο σε όλες τις περιπτώσεις είναι αποκλειστικά κατά πόσον η αιτιολογία και οι αποφάσεις των εθνικών αρχών συνιστούν καταλογισμό ποινικής ευθύνης.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ — NEALON ΚΑΙ HALLAM ΚΑΤΑ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (2024)

Η απόφαση Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου αφορά την απόρριψη αιτήσεων αποζημίωσης δύο προσώπων των οποίων οι ποινικές καταδίκες ακυρώθηκαν από το Εφετείο Ποινικών Υποθέσεων (CACD) ως «μη ασφαλείς» κατόπιν ανακάλυψης νέων αποδεικτικών στοιχείων. Ο Victor Nealon καταδικάσθηκε το 1997 για απόπειρα βιασμού βάσει αποδεικτικών στοιχείων αναγνώρισης, αλλά μεταγενέστερη ανάλυση DNA αποκάλυψε γενετικό υλικό αγνώστου άνδρα στα ενδύματα του θύματος· εξέτισε στις φυλακές 17 έτη και 3 μήνες. Ο Sam Hallam καταδικάσθηκε το 2004 για ανθρωποκτονία βάσει μαρτυρίας οπτικής αναγνώρισης δύο μαρτύρων, η οποία υπονομεύθηκε από νέα αποδεικτικά στοιχεία· εξέτισε 7 έτη και 7 μήνες. Οι αιτήσεις αποζημίωσης απορρίφθηκαν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Justice Secretary) δυνάμει του άρθρου 133(1ZA) του Criminal Justice Act 1988, όπως τροποποιήθηκε το 2014, διότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας ότι οι προσφεύγοντες δεν διέπραξαν τα αδικήματα.

Οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ υποστηρίζοντας ότι η ίδια η νομοθετική διάταξη (section 133(1ZA)) ήταν ασύμβατη με το τεκμήριο αθωότητας, διότι απαιτούσε ουσιαστικά την απόδειξη αθωότητας.

Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ (ψήφοι 12-5). Ως προς το παραδεκτό, επιβεβαίωσε ότι υφίσταται επαρκής σύνδεσμος μεταξύ ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας αποζημίωσης, χωρίς να αποκλίνει από τη θέση του στην Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου. Ως προς την ουσία, αναθεώρησε τη νομολογία του σχετικά με τη δεύτερη πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας, κρίνοντας ότι η διάκριση μεταξύ αθώωσης και παύσης ποινικής δίωξης δεν δικαιολογείται πλέον. Εφεξής, ανεξαρτήτως της φύσης των μεταγενέστερων συνδεδεμένων δικαστικών διαδικασιών, το κρίσιμο κριτήριο είναι κατά πόσον η αιτιολογία και οι αποφάσεις των εθνικών αρχών συνιστούν καταλογισμό ποινικής ευθύνης – δηλαδή αντανακλούν κρίση ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ένοχος κατά το ποινικό κριτήριο απόδειξης διάπραξης ποινικού αδικήματος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση αποζημίωσης βάσει του section 133(1ZA) δεν καταλόγισε ποινική ευθύνη στους προσφεύγοντες, καθώς η αρνητική διαπίστωση – ότι δεν αποδείχθηκε στο πολύ υψηλό κριτήριο απόδειξης πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας ότι δεν διέπραξαν το αδίκημα – δεν ισοδυναμεί με θετική κρίση ενοχής.

Πέντε δικαστές (Ravarani, Bošnjak, Chanturia, Felici και Yüksel) μειοψήφησαν, κρίνοντας ότι η ίδια η νομοθετική διάταξη παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, καθώς απαιτεί επανεξέταση του κατά πόσον οι προσφεύγοντες διέπραξαν το ποινικό αδίκημα σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η καταδίκη τους έχει ήδη ακυρωθεί και το τεκμήριο αθωότητας αποκατασταθεί αμετακλήτως, αντιστρέφοντας ουσιαστικά το βάρος απόδειξης.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ NEALON ΚΑΙ HALLAM ΚΑΤΑ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ο πρώτος προσφεύγων, Victor Nealon (γενν. 1960), ιρλανδός υπήκοος, καταδικάσθηκε το 1997 για απόπειρα βιασμού, κυρίως βάσει αποδεικτικών στοιχείων αναγνώρισης, και του επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη με ελάχιστη έκτιση 7 ετών. Το 2012, κατόπιν παραπομπής από την Criminal Cases Review Commission, η νεότερη ανάλυση των ενδυμάτων του θύματος αποκάλυψε DNA αγνώστου άνδρα. Το Ποινικό Εφετείο ακύρωσε την καταδίκη ως μη ασφαλή. Η εισαγγελία δεν ζήτησε αναβίωση της δίκης, μεταξύ άλλων λόγω του μακρού χρόνου κράτησης (17 έτη και 3 μήνες).

Ο δεύτερος προσφεύγων, Sam Hallam (γενν. 1987), βρετανός υπήκοος, καταδικάσθηκε το 2004 για ανθρωποκτονία, συνωμοσία για πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης και βίαιη διατάραξη, βάσει μαρτυρίας οπτικής αναγνώρισης δύο μαρτύρων. Το 2011 νέα αποδεικτικά στοιχεία υπονόμευσαν τα στοιχεία αναγνώρισης. Το Εφετείο ακύρωσε τις καταδίκες ως μη ασφαλείς, αρνούμενο ωστόσο να ασκήσει την εξουσία του να κηρύξει τον δεύτερο προσφεύγοντα αθώο. Εξέτισε 7 έτη και 7 μήνες.

Αμφότεροι υπέβαλαν αίτηση αποζημίωσης για δικαστικό σφάλμα δυνάμει του section 133 του Criminal Justice Act 1988. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης απέρριψε τις αιτήσεις βάσει του τροποποιημένου section 133(1ZA), σημειώνοντας σε αμφότερες τις αποφάσεις ότι τίποτε δεν σκόπευε να υπονομεύσει τις ακυρωτικές αποφάσεις και ότι οι προσφεύγοντες τεκμαίρονταν αθώοι. Οι προσφεύγοντες ζήτησαν δικαστικό έλεγχο (judicial review). Το Διοικητικό Δικαστήριο, το Εφετείο και το Ανώτατο Δικαστήριο (με πλειοψηφία 5-2) απέρριψαν τις αιτήσεις τους.

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ

Άρθρο 6 § 2

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 2 ΕΣΔΑ. Μη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας

Παραδεκτό

Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη θέση του στην Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 12.07.2013, αριθμ. προσφ. 25424/09, ότι υφίσταται επαρκής σύνδεσμος μεταξύ της ποινικής διαδικασίας και της μεταγενέστερης διαδικασίας αποζημίωσης. Τούτο διότι η ακύρωση της καταδίκης ενεργοποιεί το δικαίωμα υποβολής αίτησης αποζημίωσης, ενώ ο Υπουργός Δικαιοσύνης υποχρεούται να εξετάσει την απόφαση του Ποινικού Εφετείου και να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία. Η υπόθεση κρίθηκε ομόφωνα παραδεκτή.

Επί της ουσίας

Το Δικαστήριο αναθεώρησε τη νομολογία του σχετικά με τη δεύτερη πτυχή του άρθρου 6 § 2. Υπενθύμισε ότι στην Sekanina κατά Αυστρίας της 25.08.1993 (Σειρά A αριθ. 266-A) είχε διακρίνει μεταξύ αθώωσης – στην οποία δεν επιτρεπόταν η διατύπωση υπονοιών – και παύσης ποινικής δίωξης – στην οποία η περιγραφή «κατάστασης υπόνοιας» γινόταν αποδεκτή. Ωστόσο, έκρινε ότι η εν λόγω διάκριση δεν δικαιολογείται πλέον, σημειώνοντας ότι δεν εφαρμοζόταν ήδη στις υπόλοιπες κατηγορίες υποθέσεων (αστικές αποζημιώσεις θυμάτων, πειθαρχικές διαδικασίες) και ότι η ίδια η Allen είχε αντιμετωπίσει ακύρωση καταδίκης ως πλησιέστερη στην παύση παρά στην αθώωση επί της ουσίας.

Εφεξής, ανεξαρτήτως της φύσης των μεταγενέστερων συνδεδεμένων διαδικασιών και ανεξαρτήτως εάν η ποινική διαδικασία ολοκληρώθηκε με αθώωση ή με παύση της ποινικής δίωξης, κριτήριο παραβίασης αποτελεί αποκλειστικά κατά πόσον η αιτιολογία και οι αποφάσεις των εθνικών αρχών συνιστούν καταλογισμό ποινικής ευθύνης – δηλαδή αντανακλούν κρίση ότι ο ενδιαφερόμενος είναι ένοχος κατά το ποινικό κριτήριο απόδειξης (παρ. 168).

Εφαρμόζοντας το κριτήριο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι η λέξη «αθώος» αντικαταστάθηκε κατά τη νομοθετική διαδικασία από τη φράση «δεν διέπραξε το αδίκημα». Σημαντικότερα, η αξιολόγηση αφορούσε αποκλειστικά κατά πόσον το νέο ή νεοανακαλυφθέν γεγονός κατέδειξε πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας ότι ο προσφεύγων δεν διέπραξε το αδίκημα. Η αρνητική αυτή διαπίστωση δεν ισοδυναμεί με θετική κρίση ενοχής. Το άρθρο 6 § 2 προστατεύει την αθωότητα κατά το δίκαιο (innocence in the eyes of the law) και όχι τεκμήριο πραγματικής αθωότητας (παρ. 181). Μη παραβίαση (ψήφοι 12-5).

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Εφεξής, ανεξαρτήτως της φύσης των μεταγενέστερων συνδεδεμένων διαδικασιών, και ανεξαρτήτως εάν η ποινική διαδικασία ολοκληρώθηκε με αθώωση ή παύση δίωξης, οι αποφάσεις και η αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων ή άλλων αρχών, θεωρούμενες στο σύνολό τους και στο πλαίσιο της αξιολόγησης που καλούνται από το εθνικό δίκαιο να διενεργήσουν, θα παραβιάζουν το άρθρο 6 § 2 στη δεύτερη πτυχή του εάν συνιστούν καταλογισμό ποινικής ευθύνης στον προσφεύγοντα» (παρ. 168).

ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ NEALON ΚΑΙ HALLAM ΚΑΤΑ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Κατάργηση της διάκρισης αθώωσης και παύσης ποινικής δίωξης: Η απόφαση εγκαταλείπει ρητά τη νομολογιακή γραμμή Sekanina, σύμφωνα με την οποία η διατύπωση υπονοιών ήταν ανεκτή μετά από παύση αλλά απαγορεύονταν μετά από αθώωση. Εφεξής εφαρμόζεται ενιαίο κριτήριο σε όλες τις κατηγορίες υποθέσεων.

Ενοποιημένο κριτήριο καταλογισμού ποινικής ευθύνης: Το Δικαστήριο θέτει ως μοναδικό κριτήριο κατά πόσον η αιτιολογία αντανακλά κρίση ενοχής κατά το ποινικό κριτήριο απόδειξης, εφαρμοστέο ομοιόμορφα σε αστικές αποζημιώσεις θυμάτων, πειθαρχικές διαδικασίες, αιτήσεις αποζημίωσης πρώην κατηγορουμένων και κάθε άλλη μεταγενέστερη διαδικασία.

Ευρύ περιθώριο εκτίμησης κρατών-μελών: Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι το κράτος-μέλος δύναται ελεύθερα να ορίσει την έννοια του «δικαστικού σφάλματος» και να χαράξει νόμιμη γραμμή πολιτικής επιλεξιμότητας αποζημίωσης, αρκεί η άρνηση αποζημίωσης να μην συνιστά από μόνη της καταλογισμό ποινικής ενοχής.

ΣΧΟΛΙΟ – ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ NEALON ΚΑΙ HALLAM ΚΑΤΑ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Η απόφαση αποτελεί ορόσημο στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τη δεύτερη πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας, με ευρύτερες επιπτώσεις τόσο στο πεδίο των αποζημιώσεων για δικαστικά σφάλματα όσο και στη γενικότερη λειτουργία του άρθρου 6 § 2 μετά την ολοκλήρωση ποινικών διαδικασιών.

Η αναθεώρηση της απόφασης Sekanina: Η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ αθώωσης και παύσης της ποινικής δίωξης εξυπηρετεί τη συνοχή της νομολογίας, δεδομένου ότι η διάκριση αυτή δεν εφαρμοζόταν ήδη στις υποθέσεις αστικής αποζημίωσης θυμάτων ή πειθαρχικών διαδικασιών. Ωστόσο, η ενοποίηση συνεπάγεται ότι και στις περιπτώσεις «γνήσιας» αθώωσης επί της ουσίας εφαρμόζεται πλέον το ηπιότερο κριτήριο Minelli (αντανάκλαση γνώμης ενοχής) αντί του αυστηρότερου κριτηρίου Sekanina (απαγόρευση οιασδήποτε υπόνοιας), γεγονός που μπορεί να περιορίσει το επίπεδο προστασίας αθωωθέντων.

Η μειοψηφούσα γνώμη: Οι πέντε μειοψηφούντες δικαστές ανέδειξαν κρίσιμο δογματικό ζήτημα. Η νομοθετική διάταξη απαιτεί επανεξέταση κατά πόσον ο αιτών διέπραξε το ποινικό αδίκημα σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η καταδίκη ακυρώθηκε αμετάκλητα, ενώ η αφετηρία του κριτηρίου προϋποθέτει ότι ο αιτών διέπραξε το αδίκημα, ανατρέποντας κλασικά το βάρος απόδειξης. Επισήμαναν ότι μεταξύ 2017 και 2022 μόνο 13 από 346 αιτήσεις (περίπου 3%) έγιναν δεκτές, ενώ η μη αναβίωση της δίκης στην περίπτωση Nealon κρίθηκε «ιδιαιτέρως ανεπιθύμητη στάση απέναντι στο τεκμήριο αθωότητας».

Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στις υποθέσεις W.J.H. κατά Ολλανδίας και W.B.E. κατά Ολλανδίας, έκρινε ότι το τεκμήριο αθωότητας του άρθρου 14 § 2 ΔΣΑΠΔ εφαρμόζεται μόνο στις ποινικές διαδικασίες. Αντίθετα, στην υπόθεση Dumont κατά Καναδά δεν επιβεβαίωσε αυτή τη θέση. Στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007) τόνισε ότι η άρνηση εγγύησης ή αστικές κρίσεις δεν θίγουν από μόνες τους το τεκμήριο αθωότητας. Η Κοινή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (JCHR) του βρετανικού Κοινοβουλίου είχε κρίνει ρητά το νέο κριτήριο ασύμβατο με το άρθρο 6 § 2.

Στη σύγχρονη επιστημονική και επαγγελματική συζήτηση, η νομολογιακή «στροφή» του ΕΔΔΑ σχολιάσθηκε (α) ως θεσμική εξισορρόπηση έναντι της βρετανικής έντονης επιφυλακτικότητας προς την προγενέστερη προσέγγιση Allen, με έμφαση στη «συνταγματική τριβή» που η απόφαση απέφυγε να οξύνει (Lewis Graham, UK Constitutional Law Association blog (13.06.2024)  και (β)  ως αναδιατύπωση του πεδίου της δεύτερης πτυχής του τεκμηρίου αθωότητας με τρόπο που, κατ’ ουσίαν, μεταφέρει το επίκεντρο από τη λειτουργία και δομή του εθνικού κριτηρίου προς το φορτίο της αιτιολογίας («nothing but semantics?», Holly Greenwood,  Strasbourg Observers (20.08.2024). Στην ίδια κατεύθυνση, επισημάνθηκε ότι η απόφαση παρέχει «διευκρίνιση» αλλά ταυτόχρονα αφήνει δυσχερή πρακτικά ερωτήματα ως προς την πραγματική προστασία των αθωωθέντων σε καθεστώτα αποζημίωσης αυστηρά περιοριστικού χαρακτήρα.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η απόφαση εγείρει σημαντικά δογματικά ερωτηματικά:

Κίνδυνος αποδυνάμωσης του τεκμηρίου αθωότητας: Η μειοψηφούσα γνώμη ορθώς επισημαίνει ότι η εστίαση αποκλειστικά στη γλωσσική διατύπωση κινδυνεύει να καταστήσει το άρθρο 6 § 2 θεωρητικό και απατηλό, εφόσον η ουσιαστική λειτουργία του κριτηρίου μπορεί να υπονομεύει το τεκμήριο ακόμη και χωρίς ρητή αναφορά σε ενοχή. Η κρίση ότι η αρνητική διαπίστωση «δεν αποδείχθηκε ότι δεν διέπραξε» δεν ισοδυναμεί με το «διέπραξε» είναι λογικά αδιάσειστη, αλλά ως προς τη δημόσια αντίληψη η διάκριση αυτή ενδέχεται να παραμένει αδιάφορη.

Σχέση με άρθρο 3 Πρωτοκόλλου αριθ. 7: Η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσον κράτη-μέλη που δεν έχουν κυρώσει το Πρωτόκολλο αριθ. 7 μπορούν να θεσπίζουν αυθαιρέτως περιοριστικά κριτήρια αποζημίωσης, εφόσον το άρθρο 6 § 2 δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης αλλά μόνο προστασία από καταλογισμό ενοχής.

Ευρύτερες επιπτώσεις για τις εθνικές έννομες τάξεις: Η κατάργηση της διάκρισης Sekanina επηρεάζει τα κράτη-μέλη (Αυστρία, Βέλγιο, Νορβηγία, Ισπανία) που τροποποίησαν τη νομοθεσία τους ακριβώς για συμμόρφωση με τη νομολογιακή γραμμή Sekanina. Αυτά τα κράτη ενδέχεται πλέον να διαθέτουν νομοθεσία αυστηρότερη από εκείνη που απαιτεί η ΕΣΔΑ.

Συμπέρασμα: Η απόφαση Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου αναδιαμορφώνει τη νομολογία σχετικά με τη δεύτερη πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας, θέτοντας ενιαίο κριτήριο και ευρύ περιθώριο εκτίμησης υπέρ των κρατών-μελών. Το μήνυμα είναι αμφίσημο: ενώ η ενοποίηση ενισχύει τη νομολογιακή συνοχή, ο περιορισμός της προστασίας σε γλωσσική αξιολόγηση κινδυνεύει να αφήσει χωρίς ουσιαστική θεραπεία πρόσωπα που εξέτισαν μακρόχρονες ποινές φυλάκισης για αδικήματα που δεν αποδείχθηκε ποτέ ότι διέπραξαν.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:

  • Allen v. the United Kingdom [GC], 12.07.2013, Application no. 25424/09 • Sekanina v. Austria, 25.08.1993, Series A no. 266-A • Minelli v. Switzerland, 25.03.1983, Series A no. 62 • Englert v. Germany, 25.08.1987, Series A no. 123 • Rushiti v. Austria, 21.03.2000, Application no. 28389/95 • Hammern v. Norway, 11.02.2003, Application no. 30287/96 Capeau v. Belgium (dec.), 06.04.2004, Application no. 42914/98 Y v. Norway, 11.02.2003, Application no. 56568/00 • Ringvold v. Norway, 11.02.2003, Application no. 34964/97 • Fleischner v. Germany, 03.10.2019, Application no. 61985/12 • N.A. v. Norway, 18.12.2014, Application no. 27473/11 • Bikas v. Germany, 25.01.2018, Application no. 76607/13 • G.I.E.M. S.R.L. and Others v. Italy [GC], 28.06.2018, Application nos. 1828/06 et al. • Kapetanios and Others v. Greece, 30.04.2015, Application nos. 3453/12 et al. • Pasquini v. San Marino (No. 2), 20.10.2020, Application no. 23349/17 • Cleve v. Germany, 15.01.2015, Application no. 48144/09

Πηγή :echrcaselaw.com

To Top