Αναποτελεσματική έρευνα σε θάνατο υπό αστυνομικό έλεγχο – Παραβίαση άρθρου 2

ΑΠΟΦΑΣΗ

Magherini κ.α. κατά Ιταλίας της 15.01.2026 (προσφ. αριθ. 32707/19)

Βλεδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπόθεση αφορά τον θάνατο του συγγενούς των προσφευγόντων, R.M., κατά τη διάρκεια αστυνομικής επέμβασης στη Φλωρεντία της Ιταλίας στις 3 Μαρτίου 2014, καθώς και την αποτελεσματικότητα της ποινικής έρευνας που ακολούθησε.

Ο R.M. εμφάνισε σημεία έντονης ψυχοκινητικής διέγερσης και παραισθησιακής συμπεριφοράς, η οποία αποδόθηκε μεταγενέστερα σε οξεία δηλητηρίαση από κοκαΐνη και στο λεγόμενο «σύνδρομο διεγερτικού παραληρήματος» (excited delirium syndrome). Μετά από πολλαπλές κλήσεις στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, επενέβησαν αστυνομικοί της υπηρεσίας Carabinieri, οι οποίοι, αφού απέτυχαν να τον ηρεμήσουν λεκτικά, τον ακινητοποίησαν στο έδαφος σε πρηνή θέση και του πέρασαν χειροπέδες. Ο R.M. παρέμεινε σε πρηνή θέση για περίπου 20 λεπτά, ακόμη και μετά την παύση κάθε κίνησης και ομιλίας του. Απεβίωσε λίγο αργότερα από καρδιοαναπνευστική ανακοπή.

Η ιατροδικαστική έκθεση κατέληξε ότι ο θάνατος προκλήθηκε από συνδυασμό τριών παραγόντων: της οξείας δηλητηρίασης από κοκαΐνη, της ακινητοποίησης και των προσπαθειών του θύματος να απελευθερωθεί, και της παρατεταμένης διατήρησής του σε πρηνή θέση, η οποία προκάλεσε «ασφυξία θέσης» (positional asphyxia).

Οι αστυνομικοί καταδικάστηκαν πρωτόδικα και κατ’ έφεση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, αλλά αθωώθηκαν τελικώς από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο (Corte di Cassazione), το οποίο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και η προβλεψιμότητα του θανατηφόρου αποτελέσματος.

Το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή υπό το πρίσμα του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό του σκέλος.

Ως προς το ουσιαστικό σκέλος, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αρχική ακινητοποίηση του R.M. ήταν δικαιολογημένη ως «απολύτως αναγκαία» για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και της ασφάλειας του ίδιου του θύματος. Ωστόσο, έκρινε ότι η παράταση της ακινητοποίησης σε πρηνή θέση για περίπου είκοσι λεπτά, ιδίως μετά την παύση κάθε αντίστασης, δεν τεκμηριώθηκε ως απολύτως αναγκαία.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων του Κράτους σε δύο επίπεδα. Αφενός, οι κατευθυντήριες οδηγίες που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν περιείχαν σαφείς και επαρκείς οδηγίες σχετικά με τους κινδύνους της πρηνούς θέσης και τα μέτρα ελαχιστοποίησής τους. Η εγκύκλιος του 2014, η οποία περιείχε σχετικές αναφορές, δεν είχε τεθεί ακόμη σε ισχύ κατά τον χρόνο των επίδικων γεγονότων. Αφετέρου, οι αστυνομικοί δεν είχαν λάβει επαρκή εκπαίδευση σχετικά με τους κινδύνους που ενέχουν οι τεχνικές ακινητοποίησης, όπως η πρηνής θέση, για τη ζωή των ατόμων.

Ως προς το δικονομικό σκέλος, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση της απαίτησης ανεξαρτησίας της έρευνας. Συγκεκριμένα, ορισμένοι από τους αστυνομικούς που εμπλέκονταν άμεσα στο περιστατικό διενήργησαν αρχικές ερευνητικές πράξεις, λαμβάνοντας καταθέσεις από αυτόπτες μάρτυρες αμέσως μετά τα γεγονότα. Το Δικαστήριο αναγνώρισε τον πραγματικό κίνδυνο έμμεσης επιρροής ή πίεσης που απορρέει από το γεγονός ότι μάρτυρας περιστατικού με εμπλοκή αστυνομικών καλείται να καταθέσει ενώπιον των ίδιων αστυνομικών. Δεν διαπίστωσε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την άμεση δράση των εμπλεκόμενων αστυνομικών στη λήψη μαρτυρικών καταθέσεων.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό του σκέλος. Επιδίκασε στους προσφεύγοντες συνολικά 140.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 40.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Μεταξύ 1.00 και 1.20 π.μ. της 3ης Μαρτίου 2014, πραγματοποιήθηκαν πολλαπλές κλήσεις στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στη Φλωρεντία, οι οποίες ανέφεραν άτομο που εμφάνιζε σημεία έντονης διέγερσης και σοβαρής ψυχικής δυσφορίας. Αναφέρθηκε ότι κάποιος έτρεχε στον δρόμο κλαίγοντας απεγνωσμένα για βοήθεια, είχε αρπάξει από τον λαιμό έναν οδηγό ταξί, είχε παρενοχλήσει περαστικούς, είχε προσπαθήσει να σταματήσει και να μπει σε κινούμενα οχήματα και είχε προκαλέσει υλικές ζημίες σε ιδιοκτησίες.

Όταν η πρώτη περίπολος των Carabinieri έφτασε στο σημείο, βρήκε τον R.M. γονατισμένο στο πεζοδρόμιο με τα χέρια του τεντωμένα. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν αρχικά να τον ηρεμήσουν λεκτικά, πλησιάζοντάς τον με τα χέρια υψωμένα πάνω από το κεφάλι τους, αλλά χωρίς επιτυχία. Ο R.M. συνέχιζε να φωνάζει, φαινόταν σε κατάσταση παραληρήματος και δεν έμενε ακίνητος.

Όταν οι αστυνομικοί επιχείρησαν να του περάσουν χειροπέδες, ο R.M. αντιστάθηκε και χτύπησε έναν αστυνομικό στο κεφάλι. Στη συνέχεια, τον έριξαν στο έδαφος, τον ακινητοποίησαν σε πρηνή θέση και του πέρασαν χειροπέδες με τα χέρια πίσω από την πλάτη. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που καθόρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ακινητοποίηση έγινε περί τις 1.23-1.24 π.μ.

Ο R.M. παρέμεινε σε πρηνή θέση, συνεχίζοντας να αγωνίζεται για μερικά λεπτά μετά την τοποθέτηση των χειροπεδών. Περί τις 1.29 π.μ. σταμάτησε να μιλά. Το πρώτο ασθενοφόρο με εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού έφτασε στις 1.33 π.μ. Μία εθελόντρια έβαλε το χέρι της κάτω από το στόμα του R.M. και αισθάνθηκε ότι ανέπνεε, ωστόσο οι ιατροδικαστές χαρακτήρισαν τη μέθοδο αυτή ως μη επιστημονική. Όταν η εθελόντρια ζήτησε να αλλάξουν τη θέση του R.M. για να τον παρακολουθήσει πιο στενά, οι αστυνομικοί αρνήθηκαν, επικαλούμενοι την επικινδυνότητά του.

Ασθενοφόρο με γιατρό έφτασε στις 1.44 π.μ. Ο γιατρός διαπίστωσε καρδιακή ανακοπή, γύρισε τον R.M. ανάσκελα και άρχισε καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση, χωρίς επιτυχία. Ο R.M. κηρύχθηκε επίσημα νεκρός στις 3 π.μ. στο νοσοκομείο.

Η ιατροδικαστική έκθεση που υποβλήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2014 κατέληξε ότι ο θάνατος οφειλόταν σε συνδυασμό τριών παραγόντων: της οξείας δηλητηρίασης από κοκαΐνη, της ακινητοποίησης και των προσπαθειών του θύματος να απελευθερωθεί, και της πρηνούς θέσης στην οποία διατηρήθηκε, η οποία μείωσε την αναπνευστική του λειτουργία. Οι εμπειρογνώμονες σημείωσαν ότι η ασφυξία δεν θα είχε επέλθει κατά πάσα πιθανότητα αν η αναπνευστική δραστηριότητα του R.M. είχε διευκολυνθεί με την τοποθέτησή του σε ύπτια, καθιστή ή όρθια θέση.

Ως προς την ποινική διαδικασία, το Πρωτοδικείο Φλωρεντίας με απόφαση της 13ης Ιουλίου 2016 καταδίκασε τρεις αστυνομικούς για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, κρίνοντας ότι η διατήρηση του R.M. σε πρηνή θέση και μετά την παύση κάθε κίνησης και ομιλίας του συνιστούσε αμελή παράλειψη. Το Εφετείο Φλωρεντίας επικύρωσε την καταδίκη στις 19 Οκτωβρίου 2017. Ωστόσο, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 2018 ανέτρεψε την καταδίκη, κρίνοντας ότι οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να αναμένεται να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης και τις συνέπειες που θα μπορούσαν να προκύψουν, δεδομένου ότι ακόμη και οι εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού, που είχαν μεγαλύτερη ιατρική εμπειρία, δεν αντιλήφθηκαν ότι ο R.M. βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο.

Σημειώνεται ότι αμέσως μετά το περιστατικό, στις 3.05 π.μ., δύο από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς, οι V.C. και A.D., έλαβαν κατάθεση από την εθελόντρια του Ερυθρού Σταυρού C.M. στο επείγον τμήμα του νοσοκομείου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια αυτή ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι εκείνη τη στιγμή οι αστυνομικοί δεν γνώριζαν ακόμη ότι η έρευνα είχε ανατεθεί στη μονάδα ερευνών των Carabinieri.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 2

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 2, από κοινού με το άρθρο 3, κατοχυρώνει μία από τις θεμελιώδεις αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών που συγκροτούν το Συμβούλιο της Ευρώπης. Οι εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 καταδεικνύουν ότι το άρθρο εκτείνεται αλλά δεν αφορά αποκλειστικά την εκ προθέσεως θανάτωση. Κάθε χρήση βίας πρέπει να είναι «απολύτως αναγκαία» για την επίτευξη ενός από τους σκοπούς που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α), (β) ή (γ).

Το Δικαστήριο τόνισε ότι υπό το φως της σημασίας της προστασίας που παρέχει το άρθρο 2, πρέπει να υποβάλλει τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της διάταξης αυτής στον αυστηρότερο έλεγχο, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τις ενέργειες των κρατικών οργάνων αλλά και όλες τις περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένου του σχετικού νομικού ή κανονιστικού πλαισίου.

Ως προς την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της χρήσης βίας και του θανάτου, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, όπως διαπιστώθηκε στις εγχώριες διαδικασίες βάσει της ιατροδικαστικής έκθεσης, συνδυασμός τριών παραγόντων συνέβαλε στον θάνατο του R.M.: η οξεία δηλητηρίαση από κοκαΐνη, η ακινητοποίησή του και οι προσπάθειές του να απελευθερωθεί, και η πρηνής θέση στην οποία διατηρήθηκε. Συνεπώς, το Δικαστήριο θεώρησε αποδεδειγμένη την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ασκηθείσας βίας και του θανάτου.

Ως προς τη νομιμότητα και αναγκαιότητα της χρήσης βίας, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αρχική βίαιη ακινητοποίηση του R.M. στο έδαφος, η οποία είχε προηγηθεί προσπαθειών αποκλιμάκωσης, μπορούσε να θεωρηθεί «απολύτως αναγκαία» για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και της ασφάλειας του ίδιου και τρίτων.

Ωστόσο, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο R.M. διατηρήθηκε σε πρηνή θέση για περίπου είκοσι λεπτά μετά την τοποθέτηση των χειροπεδών. Το Δικαστήριο έκρινε ιδιαίτερα εντυπωσιακό το γεγονός ότι διατηρήθηκε σε τέτοια θέση ακόμη και μετά την παύση κάθε κίνησης και ομιλίας του και την προφανή έλλειψη αντίδρασης. Επισήμανε επίσης ότι υπήρχαν τέσσερις αστυνομικοί στο σημείο και είχαν κληθεί περισσότεροι για ενίσχυση. Το Δικαστήριο αδυνατούσε να διακρίνει οποιοδήποτε πειστικό επιχείρημα ή στοιχείο που να τεκμηριώνει την υποτιθέμενη απόλυτη αναγκαιότητα, για λόγους ασφαλείας, μιας τέτοιας παράτασης της ακινητοποίησης του R.M. στο έδαφος σε πρηνή θέση.

Ως προς τις θετικές υποχρεώσεις σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι βάσει του ιταλικού δικαίου, ιδίως του άρθρου 53 του Ποινικού Κώδικα, η χρήση βίας από τα όργανα επιβολής του νόμου, η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται ως έσχατη λύση, υπόκειται στις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Επίσης δέχθηκε ότι υπήρχαν κατευθυντήριες οδηγίες, έστω και γενικού χαρακτήρα, που ίσχυαν κατά τον χρόνο των επίδικων γεγονότων.

Ωστόσο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι η επίδικη χρήση βίας περιελάμβανε συγκεκριμένη τεχνική (τοποθέτηση σε πρηνή θέση) η αξιολόγηση του Δικαστηρίου έπρεπε να εξετάσει εάν οι αρχές είχαν εκδώσει οδηγίες προς τους αστυνομικούς σχετικά με τη χρήση της τεχνικής αυτής. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι έχει ήδη κρίνει ότι η διατήρηση ατόμου σε πρηνή θέση μπορεί να είναι επικίνδυνη και απειλητική για τη ζωή, καθώς υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να οδηγήσει σε ασφυξία θέσης.

Παραπέμποντας στην πρόσφατη απόφαση Kalkan κατά Δανίας της 27.05.2025 (προσφ. αριθ. 51781/22), το Δικαστήριο επεσήμανε ότι αρκετές χώρες και θεσμοί είχαν επικαιροποιήσει τις οδηγίες τους για τη χρήση της πρηνούς θέσης και τις πληροφορίες εκπαίδευσης σχετικά με τους συναφείς κινδύνους ακόμη πριν το 2011. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι ήδη από το 2003 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT) είχε δηλώσει ότι η διατήρηση κρατουμένου σε πρηνή θέση, ιδίως όταν το προσωπικό συνοδείας ασκεί πίεση σε διάφορα μέρη του σώματος, ενέχει κίνδυνο ασφυξίας θέσης, και είχε καταστήσει σαφές ότι η χρήση βίας και μέσων περιορισμού ικανών να προκαλέσουν ασφυξία θέσης πρέπει να αποφεύγεται όποτε είναι δυνατό.

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι δεν είχε εφαρμοστεί θωρακική ή ωμοπλατιαία συμπίεση στον R.M., παρατήρησε ωστόσο ότι οι ιατροδικαστές δεν απέκλεισαν οριστικά ότι θα μπορούσε να υπήρξε συμπίεση του λαιμού του. Περαιτέρω, τα συμπεράσματα των εγχώριων δικαστηρίων, βασισμένα στα πορίσματα των ιατροδικαστών, έδειξαν ότι η πρηνής θέση είχε μειώσει την αναπνευστική δυναμική του R.M., συμβάλλοντας στην ασφυξία θέσης ακόμη και απουσία αποδείξεων άμεσης θωρακικής και ωμοπλατιαίας συμπίεσης.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι οι πραγματογνώμονες που διορίστηκαν από τον εισαγγελέα είχαν αναγνωρίσει στην έκθεσή τους ότι με την πάροδο του χρόνου είχε αυξηθεί η ευαισθητοποίηση σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία ατόμων που εμφανίζουν συνδυασμό παραληρήματος, ψυχοκινητικής διέγερσης και υπερδιέγερσης – γνωστό ως «σύνδρομο διεγερτικού παραληρήματος» – αποδιδόμενο σε παράγοντες που περιλαμβάνουν τη δηλητηρίαση από ναρκωτικά. Αυτή η ευαισθητοποίηση είχε οδηγήσει ιατρικές ενώσεις να εκδώσουν συστάσεις για την αύξηση της γνώσης μεταξύ των αστυνομικών σχετικά με το ζήτημα.

Όσον αφορά τις κατευθυντήριες οδηγίες βάσει των οποίων λειτουργούσαν οι αστυνομικοί κατά τον κρίσιμο χρόνο, η Κυβέρνηση παρέπεμψε σε οδηγίες που εκδόθηκαν το 2008. Το τμήμα του εγγράφου στο οποίο στηρίχθηκε η Κυβέρνηση ήταν αφιερωμένο σε τεχνικές χειροπέδησης και επέτρεπε τη χειροπέδηση ατόμου στο έδαφος σε πρηνή θέση σε περιπτώσεις που το άτομο φαινόταν ιδιαίτερα επικίνδυνο ή αντιστεκόταν. Ωστόσο, το έγγραφο δεν περιείχε καμία αναφορά στους δυνητικούς κινδύνους που σχετίζονται με τη διατήρηση ατόμου σε τέτοια θέση, ούτε περιείχε συνακόλουθη καθοδήγηση για τον τρόπο ελαχιστοποίησης αυτών των κινδύνων.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η έκδοση ειδικής εγκυκλίου το 2014 μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει επίγνωση εκ μέρους των ίδιων των αστυνομικών αρχών ότι τα άτομα σε κατάσταση σωματικής και ψυχικής διέγερσης που προκαλείται, μεταξύ άλλων, από κατανάλωση ναρκωτικών, διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο δυσμενών συνεπειών για την υγεία σε σχέση με τη χρήση βίας για ακινητοποίηση ή περιορισμό τους, συμπεριλαμβανομένης της πρηνούς θέσης. Ωστόσο, η εν λόγω εγκύκλιος δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του θανάτου του R.M.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν παρείχαν σαφείς και επαρκείς οδηγίες σχετικά με την τοποθέτηση ατόμων σε πρηνή θέση, με σκοπό την ελαχιστοποίηση των κινδύνων για την υγεία και τη ζωή του ενδιαφερομένου. Το Δικαστήριο εξέφρασε επίσης ανησυχία για το γεγονός ότι η εγκύκλιος του 2014 αντικαταστάθηκε από εγκύκλιο το 2016, η οποία με τη σειρά της αντικαταστάθηκε το 2019, και ότι οι αναφορές στους πιθανούς κινδύνους για την υγεία που σχετίζονται με παρατεταμένες ακινητοποιήσεις σε πρηνή θέση παραλείφθηκαν από τις εγκυκλίους του 2016 και του 2019.

Ως προς την εκπαίδευση των αστυνομικών, το Δικαστήριο σημείωσε τις δηλώσεις του ιεραρχικού προϊσταμένου τους στη δίκη, σύμφωνα με τις οποίες οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την πρηνή θέση δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο ειδικής εκπαίδευσης. Επιπλέον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν είχε παρασχεθεί εκπαίδευση σχετικά με την εγκύκλιο του 2014. Η Κυβέρνηση υπέβαλε ότι οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί είχαν λάβει γενική εκπαίδευση μεταξύ 1990 και 2000, ωστόσο δεν υποβλήθηκε σχετική τεκμηρίωση. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι κρατικές αρχές εκπλήρωσαν επαρκώς τη θετική τους υποχρέωση να εκπαιδεύουν τους αστυνομικούς τους κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζουν ότι κατέχουν το απαιτούμενο επίπεδο ικανότητας κατά την εφαρμογή τεχνικών ακινητοποίησης, όπως η πρηνής θέση, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν απειλή για τη ζωή.

Ως προς το δικονομικό σκέλος του άρθρου 2, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι σε έρευνα για θάνατο για τον οποίο φέρονται υπεύθυνοι κρατικοί υπάλληλοι ή αρχές, είναι αναγκαίο τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την έρευνα να είναι ανεξάρτητα από τους εμπλεκομένους στα γεγονότα. Αυτό σημαίνει όχι μόνο απουσία ιεραρχικής ή θεσμικής σύνδεσης αλλά και πρακτική ανεξαρτησία.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ορισμένοι από τους αστυνομικούς που εμπλέκονταν άμεσα στα επίδικα γεγονότα διενήργησαν αρχικές ερευνητικές πράξεις, λαμβάνοντας καταθέσεις από μάρτυρες την ίδια νύχτα. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι οι αστυνομικοί V.C. και A.D. είχαν εξετάσει την εθελόντρια του Ερυθρού Σταυρού C.M. αμέσως μετά τα γεγονότα και στο επείγον τμήμα όπου είχε μεταφερθεί ο R.M. Διαπιστώθηκε στις εγχώριες διαδικασίες ότι οι V.C. και A.D. είχαν λάβει τέτοια μέτρα «με δική τους πρωτοβουλία».

Το Δικαστήριο δέχθηκε την ιδιαίτερη σημασία της εν λόγω εθελόντριας ως αυτόπτη μάρτυρα, δεδομένου ότι βρισκόταν σε άμεση εγγύτητα με τον R.M. και τους αστυνομικούς για σημαντικό μέρος του επίδικου περιστατικού και είχε την ευκαιρία να αλληλεπιδράσει άμεσα και να παρατηρήσει τη συμπεριφορά των αστυνομικών. Το Δικαστήριο δεν μπόρεσε παρά να σημειώσει ότι η κατάθεση των πρώτων ανταποκριτών είχε σημαντική θέση στο σκεπτικό του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου που οδήγησε στην αθώωση των αστυνομικών.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι δεν υπήρχαν στοιχεία ότι οι αστυνομικοί είχαν εξαναγκάσει την μάρτυρα να δώσει την κατάθεσή της με συγκεκριμένο τρόπο ή ότι άσκησαν άμεση πίεση στους μάρτυρες. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν μπορούσε παρά να λάβει υπόψη τον πραγματικό κίνδυνο έμμεσης επιρροής ή πίεσης που απορρέει από το απλό γεγονός ότι μάρτυρας περιστατικού με εμπλοκή αστυνομικών πρέπει να δώσει κατάθεση για το περιστατικό εκείνο στους ίδιους τους αστυνομικούς. Το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης τον κρίσιμο ρόλο των πρώτων ερευνητικών πράξεων στον καθορισμό της πορείας της έρευνας.

Το Δικαστήριο έχει προηγουμένως κρίνει ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, η απαίτηση να παραμείνουν οι αστυνομικοί στον τόπο παθητικοί μέχρι την άφιξη ανεξάρτητων ερευνητών μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ή καταστροφή σημαντικών αποδεικτικών στοιχείων. Τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης σχετικά στηρίχθηκαν στην υποτιθέμενη ανάγκη να αναλάβουν οι αστυνομικοί άμεση δράση για να βρουν τον προμηθευτή ναρκωτικών του R.M. υπό την υποψία ότι ο θάνατός του θα μπορούσε να οφείλεται σε υπερβολική δόση. Το Δικαστήριο δεν πείστηκε για τη συνάφεια των προαναφερθεισών περιστάσεων, ιδίως όσον αφορά την εξέταση της εθελόντριας του Ερυθρού Σταυρού. Ούτε διέκρινε το Δικαστήριο άλλες περιστάσεις οι οποίες, στην παρούσα υπόθεση, θα απαιτούσαν από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς να αναλάβουν άμεση δράση, ιδίως σχετικά με την ανάγκη να λάβουν καταθέσεις από αυτόπτες μάρτυρες σχετικά με τις περιστάσεις του περιστατικού, αφού οι τελευταίοι είχαν αναγνωριστεί και ο τόπος είχε ασφαλιστεί.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό του σκέλος.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

«Το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη τον πραγματικό κίνδυνο έμμεσης επιρροής ή πίεσης που απορρέει από το απλό γεγονός ότι μάρτυρας περιστατικού με εμπλοκή αστυνομικών πρέπει να δώσει κατάθεση για το περιστατικό εκείνο στους ίδιους τους αστυνομικούς» (§ 155).

ΣΧΟΛΙΟ

Η απόφαση Magherini αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τη χρήση τεχνικών ακινητοποίησης από αστυνομικές δυνάμεις, ιδίως της πρηνούς θέσης, και τις συναφείς θετικές υποχρεώσεις των κρατών.

Η απόφαση εντάσσεται σε μια σειρά υποθέσεων κατά διαφόρων κρατών όπου το Δικαστήριο έχει εξετάσει θανάτους που προκλήθηκαν ή συνέβησαν κατά τη διάρκεια αστυνομικών επεμβάσεων με χρήση τεχνικών ακινητοποίησης. Στην υπόθεση Saoud κατά Γαλλίας της 09.10.2007 (προσφ. αριθ. 9375/02), το Δικαστήριο είχε ήδη διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 2 σε υπόθεση όπου το θύμα απεβίωσε μετά από ακινητοποίηση σε πρηνή θέση με θωρακική συμπίεση για τριάντα πέντε λεπτά. Στην υπόθεση Semache κατά Γαλλίας της 21.06.2018 (προσφ. αριθ. 36083/16), διαπιστώθηκε επίσης παραβίαση όπου είχε ασκηθεί πίεση στην πλάτη του θύματος. Η παρούσα απόφαση διευρύνει τη νομολογία αυτή, καθώς το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση παρά την απουσία αποδεδειγμένης θωρακικής ή ωμοπλατιαίας συμπίεσης, αναγνωρίζοντας ότι η πρηνής θέση καθαυτή μπορεί να μειώσει την αναπνευστική δυναμική και να συμβάλει σε ασφυξία θέσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του Δικαστηρίου στην πρόσφατη απόφαση Kalkan κατά Δανίας της 27.05.2025 (προσφ. αριθ. 51781/22), όπου παρασχέθηκε επισκόπηση του τρόπου με τον οποίο αρκετές χώρες και θεσμοί είχαν επικαιροποιήσει τις οδηγίες τους για τη χρήση της πρηνούς θέσης ακόμη πριν το 2011. Αυτή η αναφορά καθιστά σαφές ότι η διεθνής γνώση σχετικά με τους κινδύνους της πρηνούς θέσης υπήρχε σε ευρεία κλίμακα πολύ πριν τα επίδικα γεγονότα του 2014.

Η απόφαση είναι επίσης σημαντική για την ερμηνεία της απαίτησης ανεξαρτησίας της έρευνας. Ενώ το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε στοιχεία άμεσου εξαναγκασμού ή χειραγώγησης μαρτύρων, αναγνώρισε τον «πραγματικό κίνδυνο έμμεσης επιρροής ή πίεσης» που απορρέει από την ίδια τη δομή της κατάστασης όπου εμπλεκόμενοι αστυνομικοί λαμβάνουν καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με προηγούμενη νομολογία, ιδίως τις αποφάσεις Ramsahai κ.α. κατά Ολλανδίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 15.05.2007 (προσφ. αριθ. 52391/99) και Alikaj κ.α. κατά Ιταλίας της 29.03.2011 (προσφ. αριθ. 47357/08).

Αξιοσημείωτη είναι η ανησυχία που εξέφρασε το Δικαστήριο για την κατάργηση της εγκυκλίου του 2014, η οποία τουλάχιστον αναγνώριζε τους κινδύνους που σχετίζονται με την πρηνή θέση, και την αντικατάστασή της από εγκυκλίους που δεν περιείχαν τέτοιες αναφορές. Αν και το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει χρονικά στην άμεση αξιολόγηση του Δικαστηρίου, η αναφορά αυτή αποτελεί σαφή ένδειξη προς τα κράτη για την ανάγκη διατήρησης και ενίσχυσης των κανονιστικών εγγυήσεων.

Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων

Παρόμοια έμφαση στη θετική υποχρέωση προστασίας της ζωής και στην ανάγκη ανεξάρτητης, αποτελεσματικής έρευνας συναντάται και στη νομολογία του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως στις υποθέσεις Montero Aranguren κ.α. («Detention Center of Catia») κατά Βενεζουέλας της 05.07.2006 και Nadege Dorzema κ.α. κατά Δομινικανής Δημοκρατίας της 24.10.2012, όπου αναπτύσσεται αντίστοιχα η αρχή ότι οι αρχές οφείλουν να οργανώνουν τα όργανά τους και τη διερεύνηση συμβάντων με τρόπο που να αποτρέπει την ατιμωρησία και να διασφαλίζει ουσιαστική λογοδοσία.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Η απόφαση Magherini είναι δογματικά ορθή και συνεπής με την προηγούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ. Η διαπίστωση παραβίασης του ουσιαστικού σκέλους του άρθρου 2 βασίζεται σε διττή θεμελίωση: αφενός στην έλλειψη απόλυτης αναγκαιότητας της παράτασης της ακινητοποίησης, αφετέρου στην παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο και την εκπαίδευση.

Η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι ισορροπημένη. Αναγνωρίζει τη νομιμότητα της αρχικής ακινητοποίησης υπό τις περιστάσεις και εστιάζει στην παράταση της ακινητοποίησης μετά την παύση κάθε αντίστασης. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική για την πρακτική εφαρμογή της νομολογίας, καθώς δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα χρήσης της πρηνούς θέσης ως τεχνικής ακινητοποίησης αλλά τονίζει την ανάγκη συνεχούς αξιολόγησης και έγκαιρης αλλαγής θέσης.

Ως προς τις θετικές υποχρεώσεις, η απόφαση επιβεβαιώνει ότι τα κράτη υποχρεούνται όχι μόνο να θεσπίζουν γενικούς κανόνες για τη χρήση βίας αλλά και να παρέχουν συγκεκριμένες οδηγίες για τεχνικές που ενέχουν κινδύνους για τη ζωή. Η ανεπάρκεια της εκπαίδευσης συνιστά ανεξάρτητη βάση παραβίασης, γεγονός που ενισχύει τις υποχρεώσεις των κρατών.

Ως προς το δικονομικό σκέλος, η έμφαση στον «πραγματικό κίνδυνο έμμεσης επιρροής» αποτελεί σημαντική εξέλιξη. Το Δικαστήριο δεν απαιτεί απόδειξη πραγματικής χειραγώγησης ή εξαναγκασμού, αλλά αναγνωρίζει ότι η ίδια η δομή της κατάστασης μπορεί να υπονομεύσει την ανεξαρτησία της έρευνας. Αυτή η προσέγγιση ενισχύει τις διαδικαστικές εγγυήσεις αλλά θέτει και πρακτικά ζητήματα για τα κράτη σχετικά με την οργάνωση των πρώτων ερευνητικών πράξεων σε περιπτώσεις θανάτων κατά τη διάρκεια αστυνομικών επεμβάσεων.

Η απόφαση δεν εξέτασε τον ισχυρισμό βάσει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι τα κύρια νομικά ζητήματα είχαν αντιμετωπιστεί βάσει του άρθρου 2. Ωστόσο, θα ήταν ενδιαφέρον να είχε εξεταστεί κατά πόσον η διατήρηση ατόμου σε πρηνή θέση για παρατεταμένο χρονικό διάστημα συνιστά απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ανεξαρτήτως του θανατηφόρου αποτελέσματος.

Συμπερασματικά, η Magherini αποτελεί σημαντικό προηγούμενο για την προστασία του δικαιώματος στη ζωή κατά τη διάρκεια αστυνομικών επεμβάσεων και θέτει σαφείς υποχρεώσεις στα κράτη σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο, την εκπαίδευση και την ανεξαρτησία των ερευνών.

To Top