ΑΠΟΦΑΣΗ
Wulffaert και Wulffaert Beheer NV κατά Βελγίου της 10.07.2025 (προσφ. αριθ. 76634/16)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι προσφεύγοντες είναι δύο φυσικά πρόσωπα βελγικής υπηκοότητας και μία βελγική ανώνυμη εταιρεία. Η υπόθεση αφορά την ποινική τους καταδίκη για πολεοδομικές παραβάσεις, παρά το γεγονός ότι εκτελεστικό διάταγμα που υιοθετήθηκε μετά την τέλεση των πράξεων αλλά πριν την καταδίκη τους απάλλασσε ορισμένες από τις επίμαχες εργασίες από την υποχρέωση πολεοδομικής άδειας.
Κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου στις 5 Απριλίου 2011, διαπιστώθηκε ότι οι προσφεύγοντες εκτελούσαν οικοδομικές εργασίες σε ακίνητο ιδιοκτησίας τους. Τον Ιούλιο 2011, ο επιθεωρητής πολεοδομίας συνέταξε έκθεση διαπιστώνοντας ότι ορισμένες εργασίες δεν συμμορφώνονταν με την πολεοδομική άδεια που είχε χορηγηθεί τον Νοέμβριο 2007.
Με απόφαση της 8 Απριλίου 2014, το Πλημμελειοδικείο της Γάνδης καταδίκασε τους προσφεύγοντες για πολεοδομικές παραβάσεις. Κρίθηκαν ένοχοι για ανέγερση κατοικίας μη σύμφωνης με την άδεια και για κατασκευή χωρίς πολεοδομική άδεια πλακόστρωτης διόδου, μονοπατιού από μπλε πέτρα, οπίσθιας βεράντας, ξύλινης πλευρικής βεράντας κλπ. Επιβλήθηκε πρόστιμο 11.000 ευρώ σε καθέναν, καθώς και υποχρέωση κατεδάφισης.
Οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση, επικαλούμενοι ότι κατά τον χρόνο της καταδίκης τους, το εκτελεστικό διάταγμα της Φλαμανδικής Κυβέρνησης της 16ης Ιουλίου 2010 (σε ισχύ από 1η Δεκεμβρίου 2010) απάλλασσε τις επίμαχες εργασίες από την υποχρέωση πολεοδομικής άδειας. Το Εφετείο της Γάνδης απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ότι η μεταγενέστερη απαλλαγή δεν αναιρούσε τον αξιόποινο χαρακτήρα των πράξεων που τελέστηκαν όσο ίσχυε το προγενέστερο διάταγμα του 2000.
Το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση. Έκρινε ότι η δυνατότητα απαλλαγής από πολεοδομική άδεια πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα του διατάγματος που ίσχυε κατά τον χρόνο εκτέλεσης των εργασιών. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ακυρωτικού, το άρθρο 2 § 2 του Ποινικού Κώδικα (αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου) δεν εφαρμόζεται όταν προγενέστερο εκτελεστικό διάταγμα αντικαθίσταται από μεταγενέστερο που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του ίδιου νόμου, εφόσον ο νόμος αυτός δεν τροποποιήθηκε και διατήρησε τον αξιόποινο χαρακτήρα των πράξεων.
Ενώπιον του ΕΔΔΑ, οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι καταδικάστηκαν για πράξεις που δεν ήταν πλέον τιμωρητέες κατά τον χρόνο της καταδίκης τους, κατά παράβαση της αρχής αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου που απορρέει από το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ.
Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι το άρθρο 7 § 1 δεν κατοχυρώνει μόνο την αρχή μη αναδρομικότητας των αυστηρότερων ποινικών νόμων αλλά και, σιωπηρά, την αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου. Αυτή η αρχή εφαρμόζεται επίσης σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν τον ορισμό του αδικήματος.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια του «δικαίου» στο άρθρο 7 περιλαμβάνει όχι μόνο τους τυπικούς νόμους αλλά και κανονιστικές πράξεις κατώτερης τυπικής ισχύος. Επομένως, τα εκτελεστικά διατάγματα της Φλαμανδικής Κυβέρνησης εμπίπτουν στην έννοια του «δικαίου». Το μόνο γεγονός ότι η απαλλαγή προβλεπόταν από εκτελεστικό διάταγμα και όχι από τυπικό νόμο δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της αρχής.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εκτελεστικά διατάγματα συμμετείχαν στον ορισμό του αδικήματος, καθώς καθόριζαν ποιες εργασίες δεν υπόκεινται σε πολεοδομική άδεια. Τα διατάγματα δεν προέβλεπαν περιορισμό της χρονικής τους εφαρμογής ούτε αποτελούσαν προσωρινή ρύθμιση. Επιπλέον, η νομολογία του Ακυρωτικού οδηγούσε στην παράδοξη κατάσταση όπου οι προσφεύγοντες καταδικάστηκαν να κατεδαφίσουν κατασκευές τις οποίες μπορούσαν αμέσως να επανακατασκευάσουν χωρίς άδεια.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε 5.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Απέρριψε το αίτημα για αποζημίωση.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 7
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η εγγύηση του άρθρου 7, ουσιώδες στοιχείο του κράτους δικαίου, κατέχει πρωταρχική θέση στο σύστημα προστασίας της ΕΣΔΑ, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το άρθρο 15 δεν επιτρέπει καμία παρέκκλιση ακόμη και σε περίπτωση πολέμου ή άλλης κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να διασφαλίζει αποτελεσματική προστασία έναντι αυθαίρετων διώξεων, καταδικών και κυρώσεων.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το άρθρο 7 § 1 δεν κατοχυρώνει μόνο την αρχή μη αναδρομικότητας των αυστηρότερων ποινικών νόμων αλλά και, σιωπηρά, την αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου (lex mitior). Η αρχή αυτή μεταφράζεται στον κανόνα ότι, εάν ο ποινικός νόμος που ισχύει κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος διαφέρει από τον μεταγενέστερο ποινικό νόμο που υιοθετήθηκε πριν την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ο δικαστής πρέπει να εφαρμόσει εκείνον του οποίου οι διατάξεις είναι ευνοϊκότερες για τον κατηγορούμενο. Η αρχή εφαρμόζεται επίσης σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν τον ορισμό του αδικήματος.
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων (15 Μαρτίου 2008 – 15 Μαρτίου 2010) το ισχύον δίκαιο απαιτούσε πολεοδομική άδεια για τις επίμαχες εργασίες, ούτε ότι κατά τον χρόνο της καταδίκης, το διάταγμα του Ιουλίου 2010 προέβλεπε απαλλαγή για τις εν λόγω εργασίες. Η εφαρμογή του διατάγματος του 2000 αντί του διατάγματος του 2010 αποβήκε σαφώς εις βάρος των προσφευγόντων.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η έννοια του «δικαίου» στο άρθρο 7 περιλαμβάνει τόσο το γραπτό όσο και το άγραφο δίκαιο. Έχει πάντοτε κατανοήσει τον όρο «νόμος» με την «ουσιαστική» και όχι την «τυπική» του έννοια, συμπεριλαμβάνοντας κείμενα κατώτερης από τον τυπικό νόμο ιεραρχίας καθώς και κανονιστικά κείμενα. Ο «νόμος» είναι το ισχύον κείμενο όπως έχει ερμηνευθεί από τα αρμόδια δικαστήρια.
Επομένως, η έννοια του «δικαίου» περιλαμβάνει και τα εκτελεστικά διατάγματα της Φλαμανδικής Κυβέρνησης που ήταν επίμαχα στην υπόθεση. Το μόνο γεγονός ότι η απαλλαγή προβλεπόταν από εκτελεστικό διάταγμα και όχι από πράξη με τυπική ισχύ νόμου δεν αρκεί από μόνο του για να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της αρχής αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εκτελεστικά διατάγματα συμμετείχαν στον ορισμό του αδικήματος. Τα σχετικά διατάγματα (δηλαδή οι τυπικοί «νόμοι» stricto sensu) όριζαν μόνο ότι οι κατασκευές χωρίς πολεοδομική άδεια συνιστούσαν ποινικό αδίκημα και καθόριζαν τις εφαρμοστέες ποινές. Τα διατάγματα παρείχαν στην εκτελεστική εξουσία την αρμοδιότητα να παρεκκλίνει από αυτόν τον κανόνα καθορίζοντας κατάλογο εργασιών που δεν απαιτούσαν άδεια. Τα εκτελεστικά διατάγματα που εκδόθηκαν απαριθμούσαν τις εργασίες που δεν υπόκεινταν σε πολεοδομική άδεια. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι ενδείξεις των εκτελεστικών διαταγμάτων ήταν καθοριστικές για τη θεμελίωση του αδικήματος και της ποινικής ευθύνης των προσφευγόντων.
Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η μη αναδρομικότητα των εκτελεστικών διαταγμάτων εξηγείται από τον ευμετάβλητο χαρακτήρα τους και την αναγκαία προσαρμογή τους στις ανάγκες της στιγμής. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι μπορεί να υπάρχουν περιστάσεις όπου ένας προσωρινός ή έκτακτος νόμος εφαρμόζεται παρά την υιοθέτηση νέου «νόμου» χωρίς να παραβιάζεται η αρχή. Ωστόσο, παρατήρησε ότι τα επίμαχα εκτελεστικά διατάγματα δεν προέβλεπαν περιορισμό της χρονικής τους εφαρμογής ούτε αποτελούσαν προσωρινή ρύθμιση που είχε εκ φύσεως ή κατά τον σκοπό της χρονικά περιορισμένη εφαρμογή.
Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι η νομολογία του Ακυρωτικού, όπως εφαρμόστηκε στην υπόθεση, οδηγούσε στην παράδοξη κατάσταση όπου οι προσφεύγοντες καταδικάστηκαν, πέραν του χρηματικού προστίμου, να κατεδαφίσουν τις επίμαχες κατασκευές, χωρίς ωστόσο καμία διάταξη να τους απαγορεύει να προβούν, κατά τον χρόνο της καταδίκης τους, στις ίδιες εργασίες χωρίς προηγούμενη πολεοδομική άδεια, αφού οι εργασίες αυτές δεν υπόκεινταν πλέον σε τέτοια άδεια.
Βάσει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι προσφεύγοντες κρίθηκαν ένοχοι για πράξεις που δεν ήταν πλέον τιμωρητέες κατά τον χρόνο της καταδίκης τους, με αποτέλεσμα να παραβιαστεί η αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε από κοινού 5.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Η έννοια του “δικαίου” κατά το άρθρο 7 της Σύμβασης περιλαμβάνει επίσης τα εκτελεστικά διατάγματα της Φλαμανδικής Κυβέρνησης που ήταν επίμαχα στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, το γεγονός μόνο ότι η απαλλαγή από πολεοδομική άδεια προβλεπόταν από εκτελεστικό διάταγμα και όχι από πράξη με τυπική ισχύ «νόμου» σε εσωτερικό επίπεδο δεν αρκεί από μόνο του να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή της αρχής αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 7 της Σύμβασης» (παρ. 42).
ΣΧΟΛΙΟ
Η απόφαση αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου (lex mitior), η οποία αναγνωρίστηκε ρητά ως σιωπηρά κατοχυρωμένη στο άρθρο 7 της ΕΣΔΑ στην απόφαση Scoppola κατά Ιταλίας (αρ. 2) [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 17.09.2009 (αριθμ. προσφ. 10249/03).
Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η αρχή lex mitior εφαρμόζεται όχι μόνο σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν την ποινή αλλά και σε μεταρρυθμίσεις που αφορούν τον ορισμό του αδικήματος, όπως είχε διευκρινιστεί στην απόφαση Parmak και Bakır κατά Τουρκίας της 03.12.2019 (αριθμ. προσφ. 22429/07 και 25195/07) και στη Συμβουλευτική Γνώμη P16-2019-001 της 29.05.2020 (αίτηση Συνταγματικού Δικαστηρίου της Αρμενίας).
Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι αφορά την εφαρμογή της αρχής σε κανονιστικές πράξεις (εκτελεστικά διατάγματα) και όχι σε τυπικούς νόμους. Το Δικαστήριο υπενθύμισε την πάγια νομολογία του ότι η έννοια του «δικαίου» στο άρθρο 7 είναι ευρεία και περιλαμβάνει κείμενα κατώτερης ιεραρχίας (Kafkaris κατά Κύπρου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 12.02.2008, αριθμ. προσφ. 21906/04, Kononov κατά Λετονίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 17.05.2010, αριθμ. προσφ. 36376/04).
Αξιοσημείωτο είναι ότι το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε το επιχείρημα της Κυβέρνησης περί «ευμετάβλητου χαρακτήρα» των εκτελεστικών διαταγμάτων. Διέκρινε μεταξύ προσωρινών ή έκτακτων νόμων (όπως στην υπόθεση Mørck Jensen κατά Δανίας της 18.10.2022, αριθμ. προσφ. 60785/19) και κανονιστικών πράξεων που δεν προβλέπουν χρονικό περιορισμό της εφαρμογής τους.
Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η αρχή lex mitior αναγνωρίζεται ρητά στο άρθρο 15 § 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το οποίο προβλέπει ότι «εάν, μετά την τέλεση του αδικήματος, ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρότερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν». Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ έχει ερμηνεύσει διασταλτικά την αρχή αυτή στο Γενικό Σχόλιο αρ. 36 (2019) σχετικά με το δικαίωμα στη ζωή.
Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επίσης αναγνωρίσει την αρχή lex mitior ως θεμελιώδη εγγύηση. Στην απόφαση Ricardo Canese κατά Παραγουάης της 31.08.2004, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχής της νομιμότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 της Αμερικανικής Σύμβασης. Η προσέγγιση του Διαμερικανικού Δικαστηρίου είναι παρόμοια με αυτή του ΕΔΔΑ, αναγνωρίζοντας ότι η αρχή καλύπτει τόσο μεταβολές στην ποινή όσο και στον ορισμό του αδικήματος.
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εφαρμόζει επίσης την αρχή βάσει του άρθρου 24 § 2 του Καταστατικού της Ρώμης, το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση τροποποίησης του εφαρμοστέου δικαίου πριν την έκδοση τελικής απόφασης, εφαρμόζεται ο ευνοϊκότερος νόμος.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά ορθή και συνεπής με τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την αρχή lex mitior. Το Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά την ευρεία έννοια του «δικαίου» και αναγνώρισε ότι τα εκτελεστικά διατάγματα που συμμετέχουν στον ορισμό του αδικήματος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ.
Η απόφαση είναι επίσης πρακτικά σημαντική διότι αντιμετωπίζει ένα συνηθισμένο φαινόμενο σε πολλά κράτη, δηλ. τη χρήση εκτελεστικών ή κανονιστικών πράξεων για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής ποινικών διατάξεων. Η νομολογία του Βελγικού Ακυρωτικού, η οποία απέκλειε την εφαρμογή της αρχής lex mitior σε τέτοιες περιπτώσεις, δημιουργούσε αδικαιολόγητες διακρίσεις μεταξύ υποθέσεων ανάλογα με το αν η μεταβολή επερχόταν με τυπικό νόμο ή εκτελεστικό διάταγμα.
Η επισήμανση του Δικαστηρίου σχετικά με την παράδοξη κατάσταση – όπου οι προσφεύγοντες υποχρεώθηκαν να κατεδαφίσουν κατασκευές που μπορούσαν αμέσως να επανακατασκευάσουν νομίμως – αναδεικνύει τις πρακτικές συνέπειες της μη εφαρμογής της αρχής και ενισχύει την αιτιολογία της απόφασης.
Συμπερασματικά, η Wulffaert αποτελεί σημαντική προσθήκη στη νομολογία του άρθρου 7 και διευκρινίζει ότι η αρχή αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του αν η ευνοϊκότερη ρύθμιση περιέχεται σε τυπικό νόμο ή σε κανονιστική πράξη, εφόσον η τελευταία συμμετέχει στον ορισμό του αδικήματος.
Πηγή : echrcaselaw.com
