ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 713/2026 Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για φθορά ξένης ιδιοκτησίας λόγω αντιφάσεων και αρνητικής υπέρβασης εξουσίας

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Παναγιώτα Πασσίση, Αγαθή Δερέ και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Βλάχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Π. Α. του Θ. , κατοίκου … , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαναγιώτου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 273/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.

Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Δ. Ψ. του Μ. , κάτοικο … , 2. Π. Μ. του Γ. , κάτοικο … και 3. Μ. Κ. του Π. , κάτοικο … , οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθ. πρωτ. …2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα για τους 1° και 2° λόγους αυτής, απορριπτομένου του 3ου λόγου, να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ’ αριθ. πρωτ. …2025 αίτηση του Π. Α. του Θ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 273/2025 απόφασης του δικάσαντος κατ’ έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για τις αξιόποινες πράξεις της ενδοοικογενειακής απειλής, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση και επέβαλε σ’αυτόν, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε’ του ΠΚ συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι ενός (21) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε την 26-11-2025 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα (δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την14-11-2025 – άρθρα 462, 464, 466 παρ.1, 473 παρ.2 και 3, 474 2Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α’ του ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την υπέρβαση εξουσίας και την απόλυτη ακυρότητα[άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε’, Δ’, Θ’ και Α’ σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 δ’ και 2 του ΚΠΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω προβαλλόμενων με αυτή λόγων. Σημειώνεται επίσης ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε στους παρασταθέντες για την υποστήριξη της κατηγορίας (με παράδοση του εγγράφου στα χέρια τους) νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 155 παρ. 2 και 166 του ΚΠΔ), όπως τούτο προκύπτει από τα με ημερομηνία 10-1-2026 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης του Αρχ/κα του ΑΤ της … , Ι. Π. , για τους Δ. Ψ. και Π. Μ. , καθώς και από το από 9-1-2026 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/κα του ΑΤ … για τον Μ. Β. , η υπ’ αριθ. …2026 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εμφανισθούν για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (20-2-2026), όπου συζητήθηκε η προαναφερόμενη από 26-11-2025 αίτηση του αναιρεσειόντος, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1δ’ και 2 του ΚΠΔ, “Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν… δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. 2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση.” Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ “1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως…”. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, λόγω παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, στις περιπτώσεις που υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο, καθώς και στις περιπτώσεις που παρέχεται από το νόμο στον κατηγορούμενο η ευχέρεια να ζητήσει, αν το θελήσει την άσκηση δικαιώματος που παρέχεται ρητά σ’ αυτόν, οπότε, για να προκληθεί, στην περίπτωση αυτή απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη ακρόασης, κατ’ άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, πρέπει να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση (ΑΠ 1241/2022, ΑΠ 1810/2019, 508/2019).

Περαιτέρω, με τον ισχύοντα από 1.7.2019 νέο ΚΠΔ (ν. 4620/2019) εισήχθη για πρώτη φορά η διάταξη της παρ.2 στο άρθρο 343 ΚΠΔ, η οποία στην αρχική της διατύπωση είχε ως εξής: “Αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, το δικαστήριο, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο, παρέχει σε αυτόν τον κατά την κρίση του αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη μεταβολή της κατηγορίας ουδέποτε συνιστά λόγο αναβολής της δίκης”. Όπως δε, αναφέρεται σχετικά στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΚΠΔ, με την προσθήκη δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 343, εισάγεται μια σημαντική καινοτομία, με την οποία θεσπίζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητεί από το δικαστήριο τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας για την αντίκρουση της κατηγορίας “αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της”. Με τη διάταξη αυτή, η οποία ήρθε να καλύψει ένα σημαντικό κενό του προϊσχύσαντος ΚΠΔ αναφορικά με το δικαίωμα του κατηγορουμένου να ενημερώνεται για τη μεταβολή της κατηγορίας και να του παρέχεται η δυνατότητα να προετοιμάσει την άμυνά του ενόψει της μεταβολής αυτής, διασφαλίζεται πληρέστερα το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε αποτελεσματική υπεράσπιση, όπως αυτό προσδιορίζεται στην πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ για το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β’ της ΕΣΔΑ. Για να αποφευχθούν περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος προβλέπεται ρητά ότι ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας προσδιορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου και μπορεί να δικαιολογήσει μόνο διακοπή της δίκης και ουδέποτε αναβολή. Με το άρθρο 135 του ν. 4855/2021 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 343 ΚΠΔ, ως εξής: “Εφόσον το δικαστήριο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την απόφαση για την ενοχή, προσανατολίζεται σε βελτίωση της κατηγορίας ή ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, οφείλει να ενημερώσει τον παρόντα κατηγορούμενο και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη βελτίωση της κατηγορίας ή ο ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός ουδέποτε συνιστούν λόγο αναβολής της δίκης”. Η νέα δε διατύπωση του άρθρου 343 παρ.2 του ΚΠΔ, που επήλθε με την τροποποίησή της με το άρθρο 100 του Ν.5090/2024 και ισχύει από 1.5.2024, έχει ως εξής: ” 2. Αν από την αποδεικτική διαδικασία και πριν την απόφαση για την ενοχή προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, το δικαστήριο, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο, παρέχει σε αυτόν τον κατά την κρίση του αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη μεταβολή της κατηγορίας ουδέποτε συνιστά λόγο αναβολής της δίκης” (ΑΠ 918/2024).Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων, όπως ίσχυαν πριν και όπως ήδη ισχύουν μετά την ως άνω επαναδιατύπωση, συνάγεται ότι, προϋπόθεση για να δοθεί ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας στον κατηγορούμενο, για την περίπτωση τυχόν καταδίκης του, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή ή με βελτίωση της κατηγορίας ή με ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, είναι η υποβολή σχετικού αιτήματος, εκ μέρους του κατηγορουμένου, προϋπόθεση, η οποία, εκ προφανούς παραδρομής, παραλείφθηκε με την ως άνω επαναδιατύπωση της διάταξης αυτής με το Ν.4855/2021. Χωρίς υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου για παροχή του αναγκαίου χρόνου προετοιμασίας του, για τις ως άνω περιπτώσεις, δεν υπάρχει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν την απαγγελία της απόφασης, να χορηγήσει στον κατηγορούμενο τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας (ΑΠ 425/2025). Αυτονόητο είναι ότι το αίτημα αυτό του κατηγορουμένου δεν μπορεί να έχει ως περιεχόμενο την ενημέρωσή του, σχετικώς με τον “προσανατολισμό” του Δικαστηρίου αναφορικά με την κήρυξη ή μη της ενοχής του, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ή με βελτίωση της κατηγορίας ή με ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό. Και τούτο, αφενός μεν, για πρακτικούς λόγους, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση επί πολυμελών συνθέσεων δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από τη μυστική διάσκεψη (369 παρ.2 ΚΠΔ), σε ποια απόφαση “προσανατολίζεται” να καταλήξει το Δικαστήριο, ώστε να ενημερώσει σχετικώς στον κατηγορούμενο, στο παραπάνω στάδιο, πριν την απαγγελία της απόφασης, αφετέρου δε και προεχόντως, για νομικούς λόγους, διότι και αν ακόμη υποτεθεί ότι ο διευθύνων τη συζήτηση γνωρίζει την απόφαση του Δικαστηρίου, που καταρτίζεται μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και σε μυστική διάσκεψη (369 παρ.2 ΚΠΔ), θα παραβίαζε το δικαστικό απόρρητο, ενημερώνοντας στον κατηγορούμενο, ακόμη και μετά από σχετικό αίτημά του, πριν την απαγγελία της απόφασης, ότι το Δικαστήριο “προσανατολίζεται” στην καταδίκη του, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, με βελτίωση της κατηγορίας ή με ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, διαπράττοντας έτσι, το αδίκημα της παραβίασης δικαστικού απορρήτου του άρθρου 251 του ΠΚ και δεν είναι δυνατόν το άρθρο 343 παρ.2 ΚΠΔ να επιβάλλει στον διευθύνοντα τη συζήτηση τη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος (ΑΠ 425/2025).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του νέου ΚΠΔ, υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό, συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα (εδ. α) οι δε πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος του (εδ. β). Επίσης, κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής διαδικασίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Από τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, συνάγεται η γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου κατά την οποία, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές και μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή τους. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίον επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου, διατηρούν το κύρος τους και είναι ισχυρές, ενώ ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του, καθώς επίσης το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας. Επομένως, η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Έτσι, ευχερώς συνάγεται ότι το παραδεκτό του ένδικου μέσου, δηλαδή, η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησής του, κρίνεται με βάση τον νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης αυτού, ενώ οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 675/2025).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο ΙΙΙ λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ένεκα προσβολής των δικαιωμάτων υπεράσπισής του, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ’ του ιδίου Κώδικα, αλλά και του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ) από το γεγονός ότι το δικάσαν Δικαστήριο δεν τον ενημέρωσε, όπως είχε υποχρέωση, κατ’ άρθρο 343 παρ.2 ΚΠΔ, πριν την κήρυξη της ενοχής του για ενδεχόμενη καταδίκη του κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ή με βελτίωση αυτής, έτσι ώστε να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο για να προετοιμάσει αντιστοίχως την υπεράσπισή του. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε ο αναιρεσείων ούτε ο συνήγορός του, ζήτησαν να ασκήσουν το ανωτέρω δικαίωμα περί χορήγησης του αναγκαίου χρόνου προετοιμασίας της υπεράσπισής του, σύμφωνα με το άρθρο 343 παρ.2 του ΚΠΔ (που εφαρμόζεται εν προκειμένω, σύμφωνα μ’ όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, ως τροποποιήθηκε με το Ν.5090/2024 και ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης) για ενδεχόμενη καταδίκη του, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ή με βελτίωση αυτής, ενώ, η ως άνω διάταξη δεν μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, σύμφωνα επίσης μ’ όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, την αυτεπάγγελτη υποχρέωση του Δικαστηρίου για ενημέρωση του κατηγορουμένου, σχετικά με τον “προσανατολισμό” του Δικαστηρίου αναφορικά με την κήρυξη ή μη της ενοχής του, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ή με βελτίωση αυτής, καθόσον έτσι θα παραβιαζόταν το δικαστικό απόρρητο. Επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 381 παρ.1 του προϊσχύσαντος (μέχρι 30-6-2019) ΠΚ, “‘Οποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών”, ενώ, κατά την αντίστοιχη επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 378 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, που είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω για την ως άνω πράξη, πέραν της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις ποινής φυλάκισης έως δύο έτη, απειλείται διαζευκτικά χρηματική ποινή. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, απαιτείται αφενός μεν αλλοτριότητα του φθειρόμενου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αφετέρου δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή βλάβης του. Το έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας αποσκοπεί στην προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι με αυτό (έγκλημα) καταλύεται, ολικώς ή μερικώς το δικαίωμα κυριότητας είτε δια της καταστροφής, είτε δια της βλάβης είτε δι’ αχρηστεύσεως του ξένου εν όλω ή εν μέρει πράγματος, που είναι το αντικείμενό του. Πρόκειται, δηλαδή, για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, που μπορεί να τελεστεί δια της καταστροφής ή βλάβης ή της καθ’ οιονδήποτε τρόπο αχρηστεύσεως του πράγματος.

Εξάλλου, απαιτείται δόλος του δόλου του δράστη (αρκεί και ο ενδεχόμενος), που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο εν όλω ή εν μέρει, και στη θέληση της καταστροφής ή της βλάβης ή της αχρήστευσης αυτού (ΑΠ 659/2025, ΑΠ 675/2020). Το ανωτέρω έγκλημα, στη βασική του μορφή, υπό τον προγενέστερο ΠΚ διωκόταν κατ’ έγκληση (άρθρο 381 παρ.1, 383 προϊσχύσαντος ΠΚ), με το νέο ΠΚ (Ν.4619/2019) διώκεται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 378 παρ.1εδ.α’, 381 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ) και ήδη, ως τροποποιήθηκαν οι ως άνω διατάξεις με τα άρθρα 59 και 60, αντίστοιχα, του Ν.5090/2024, διώκεται και πάλι κατ’ έγκληση. Το δικαίωμα δε για έγκληση για το έγκλημα αυτό ανήκε μόνο στον ιδιοκτήτη του φθαρέντος πράγματος και όχι σε άλλον (ΑΠ 659/2025).

Περαιτέρω, στο άρθρο 382 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που τιτλοφορείται “Διακεκριμένες περιπτώσεις φθοράς”, προβλέπεται ότι “1. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται η φθορά ξένης ιδιοκτησίας της πρώτης παραγράφου του άρθρου 381, αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα. 2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο δράστης, αν το αντικείμενο της πράξης που προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 381, α) είναι πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος, β) είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, γ) η φθορά έγινε με φωτιά ή με κάποιο από τα μέσα που προβλέπει το άρθρο 270…”. Κατά το άρθρο δε 378 παρ.1 εδ. α’ και 2 του νέου ΠΚ, που τιτλοφορείται “Φθορά ξένης ιδιοκτησίας”, “1. Όποιος καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή… 2. Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος αν το αντικείμενο της πράξης, που προβλέπεται στο εδάφιο α’ της προηγούμενης παραγράφου είναι πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος ή καλλιτεχνικό ή ιστορικό μνημείο ή αν η φθορά έγινε με φωτιά ή με εκρηκτικές ύλες”. Από την αντιπαραβολή των παραπάνω προκύπτει ότι η προϊσχύσασα διάταξη, η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της παρακάτω αναφερομένης επίδικης πράξης της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (23-12-2018), που έγινε με φωτιά, είναι ευμενέστερη έναντι της ισχύουσας με τον νέο ΠΚ, αφού με εκείνη προβλεπόταν κατώτατο όριο ποινής φυλάκισης τριών μηνών με ανώτατο πέντε έτη και είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, ενώ με την νεότερη ως άνω διάταξη προβλέπεται πλέον φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών έως πέντε έτη. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που προσδιορίζει την έννοια του δόλου, προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που έγινε με φωτιά, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η καταστροφή ή η βλάβη ή η με οποιονδήποτε άλλον τρόπο αχρήστευση ξένου, ολικά ή μερικά πράγματος, που έγινε με φωτιά, υποκειμενικώς δε, γνώση και θέληση (ή αποδοχή) της καταστροφής ή βλάβης του πράγματος αυτού. Καταστροφή του πράγματος υπάρχει όταν τούτο καθίσταται εντελώς και διαρκώς άχρηστο για τον προορισμό του, αρκεί δε αυτή να είναι και μερική μόνο, ενώ η βλάβη συνίσταται είτε στην βλάβη της ουσίας του πράγματος είτε στην μείωση της χρησιμότητάς του σύμφωνα με τον προορισμό του. Το ανέφικτο της με οποιονδήποτε άλλον τρόπο χρήσης του πράγματος καλύπτει τις περιπτώσεις που το πράγμα, εκτός από την καταστροφή ή την βλάβη του, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον από τον κύριο ή τον κάτοχό του, κατά την συνήθη πορεία και αντίληψη. Το έγκλημα αυτό της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και μπορεί να τελεστεί με έναν από τους ως άνω τρόπους (ΑΠ 185/2025, ΑΠ 675/2020, ΑΠ 1278/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε` του Κ.Π.Δ. , λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024). Ακόμη, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 132/2020, ΑΠ 93/2020).

Ωστόσο, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 482/2023).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 468 παρ.2 του ν. ΚΠΔ (Ν.4620/2019), “Σε κάθε περίπτωση το συμβούλιο ή το δικαστήριο που κρίνει το ένδικο μέσο, έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη του βουλεύματος ή της απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι λόγοι”. Με τη διάταξη αυτή, τίθεται, ως κανόνας, ότι η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος εξαρτάται από την αντίστοιχη δήλωση του δικαιούμενου σε άσκηση ενδίκου μέσου. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα καθορίζεται από τους λόγους, που αναπτύσσονται στο εισαγωγικό του ενδίκου μέσου έγγραφο, δηλαδή, είτε στη δήλωση (έφεσης ή αναίρεσης, με έκθεση του οικείου Γραμματέα ή επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), είτε στο αυτοτελές δικόγραφο έφεσης και δεν μπορεί να συμπληρωθεί από ειδικότερο υπόμνημα (ΑΠ 771/2024, ΑΠ 1487/2019). Ως μεταβιβαστικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων, νοείται η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης, είτε ως προς τα καθ’ ύλην αρμόδια όργανα, που θα επιληφθούν του ενδίκου μέσου, είτε ως προς την έκταση της μεταβίβασης του αντικειμένου της δίκης. Με δεδομένο, ότι η φύση των ενδίκων μέσων ενέχει, ως βασικό χαρακτηριστικό, την απόδοση μομφής στην προσβαλλομένη δικαιοδοτική κρίση, παρέπεται, ως λογική συνέπεια αυτής της φύσης του ενδίκου μέσου, η ανάγκη εκδίκασης αυτού, από όργανο, διαφορετικό και ιεραρχικά ανώτερο, από το όργανο, που εχώρησε στην αμφισβητούμενη δικαιοδοτική κρίση. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, υπό την ανωτέρω, δεύτερη όψη του, αφορά το “πόσο” μεταβιβάζεται, από τη δικαιοδοτική κρίση, που προσβάλλεται, με το ένδικο μέσο, στο ανώτερο ιεραρχικά όργανο, με τη διάταξη, δε, του άρθρου 468 παρ.2 του ΚΠΔ, τίθεται, ως κανόνας, ότι η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος εξαρτάται από την αντίστοιχη δήλωση του δικαιούμενου σε άσκηση του ενδίκου μέσου. Δικαιολογητική βάση του περιορισμού αυτού, είναι η θέση, “μια και η δικαιοδοτική λειτουργία της Πολιτείας δεν έχει λόγο να δυσπιστεί στον ίδιο της τον εαυτό, εκείνο μόνο το μέρος της πρωτοβάθμιας απόφασης μεταβιβάζεται, προς κρίση στη διαδικασία του ενδίκου μέσου, το οποίο προσβάλλεται με το τελευταίο”. Η μεταβίβαση της υπόθεσης στο ανώτερο ιεραρχικά Δικαστήριο είναι, είτε καθολική, είτε μερική. Καθολική είναι η μεταβίβαση, όταν, με το ένδικο μέσο προσβάλλεται η δικαιοδοτική κρίση (βούλευμα ή απόφαση), στο σύνολο του διατακτικού της και για το λόγο αυτό, στο ανώτερο Δικαστήριο, μεταβιβάζεται το σύνολο της υπόθεσης (ΑΠ 771/2024, ΑΠ 1/2019). Μερική θεωρείται η μεταβίβαση, όταν, με το ένδικο μέσο, προσβάλλεται μέρος μόνο, κάποιο ή κάποια κεφάλαια από το διατακτικό της δικαιοδοτικής κρίσης και άρα, το ανώτερο Δικαστήριο μπορεί να κρίνει μόνο για το προσβαλλόμενο μέρος. Το είδος της μεταβίβασης (καθολική ή μερική μεταβίβαση) μπορεί να συνάγεται, είτε, ρητά, με συγκεκριμένη αναφορά του μέρους της δικαιοδοτικής κρίσης, που προσβάλλεται, είτε μπορεί να συνάγεται, σιωπηρά, από τους προβαλλόμενους λόγους του ενδίκου μέσου (ΑΠ 771/2024, ΑΠ 171/2017).

Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν είναι σαφές, ποιό είναι το προσβαλλόμενο μέρος της απόφασης ή του βουλεύματος, που προσβάλλεται με τη δήλωση ή τους λόγους του ενδίκου μέσου, θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι η μεταβίβαση είναι καθολική, με την έννοια της προσβολής του συνόλου του διατακτικού της δικαιοδοτικής κρίσης. Η μεταβίβαση είναι καθολική και όταν, από τη δήλωση ή από τους λόγους του ενδίκου μέσου, φαίνεται να προσβάλλεται μέρος μόνο του διατακτικού της απόφασης ή του βουλεύματος, πλην όμως, τα μέρη της δικαιοδοτικής κρίσης δεν μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους και είναι αλληλεξαρτώμενα, σε τέτοιο βαθμό, που η προσβολή του ενός μέρους, αναγκαστικά, επιδρά και στα άλλα μέρη, αν το ένδικο μέσο γίνει αποδεκτό (ΑΠ 771/2024, ΑΠ 171/2017). Όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος παραπονείται, με την έφεσή του, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την κατηγορία, γενικά, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα είναι καθολικό και το Εφετείο οφείλει να κρίνει ολόκληρη την απόφαση (ΑΠ 771/2024, ΑΠ 705/2019, ΑΠ 171/2017). Αν, όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί των εκκληθέντων μερών υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση της εξουσίας του και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Θ’ του Κ.Π.Δ λόγος αναίρεσης της απόφασης (ΑΠ 1592/2019). Με δε τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.2 του ν. ΚΠΔ, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο των ενδίκων μέσων, κατ’ αποφάσεων, ορίζεται, ότι “Η έφεση έχει καθολικό μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, εκτός αν ο εκκαλών την περιορίσει σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή προβάλλει συγκεκριμένο ή συγκεκριμένους λόγους”. Σύμφωνα, δε, με την ισχύουσα, γενικώς, επί όλων των ενδίκων μέσων, διάταξη του άρθρου 474 παρ.4 ΚΠΔ, “Στην έκθεση ή το δικόγραφο πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο”.

Στην περίπτωση του ενδίκου μέσου της έφεσης, κατά καταδικαστικής απόφασης – του νόμου, μη προβλέποντος, όπως επί αναίρεσης, ειδικούς λόγους – το διατυπούμενο παράπονο μπορεί να αφορά οποιοδήποτε ουσιαστικό ή νομικό σφάλμα και να έχει (χωρίς να είναι και απαραίτητο) τη μορφή γενικής αμφισβήτησης της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης (ΑΠ 771/2024).

Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο, λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία, που δεν του παρέχεται, από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό, κατά το νόμο, όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2008, ΑΠ 771/2024, ΑΠ 1114/2023, ΑΠ 737/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 273/2025 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων(τις ανωμοτί καταθέσεις των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία το κατηγορουμένου) ότι, αναφορικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά λέξει, πραγματικά περιστατικά: “Η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) είναι πρώην σύζυγοι, οι σχέσεις των οποίων μέχρι τις 23-12-2018 δεν είχαν εξομαλυνθεί. Στα πλαίσια διαφωνίας τους που δημιουργήθηκε σχετικά με την τέλεση ή όχι πράξεων του γιου της εγκαλούσας σε βάρος της, για τις οποίες η τελευταία εγκαλούσε τον γιο της, ο κατηγορούμενος στις 23-12-2018 μετέβη στην οικία όπου η ίδια διαμένει με τον σύντροφο της Π. Μ. , ο οποίος βρισκόταν και ο ίδιος εκεί και εξαπέλυσε απειλές προς την πρώην σύζυγο της, απευθύνοντάς της τις φράσεις “Μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι θα σας φάω όλους”, “Αφού δεν βγαίνεις (ενν. Από το σπίτι) εγώ θα μπω” και “Θα δεις τί θα πάθεις” προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία. Ακολούθως αποχώρησε από την οικία, επανήλθε όμως μετά από περίπου δύο ώρες, σε κατάσταση μέθης. Στάθμευσε το όχημά του, εξήλθε από αυτό και έχοντας στην κατοχή του κάποιο εύφλεκτο υλικό, περιέλουσε μ’ αυτό το με αριθμό κυκλοφορίας … IX δίκυκλο όχημα ιδιοκτησίας του Π. Μ., που βρισκόταν έξωθεν της οικίας και το με αριθμό κυκλοφ. … δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας Μ. Κ.. Ακολούθως έβαλε φωτιά, που αναπτύχθηκε στα ανωτέρω δίκυκλα οχήματα, προξενώντας έτσι φθορά στο με αριθμό κυκλοφορίας … IX δίκυκλο όχημα ιδιοκτησίας του Π. Μ.. Ακολούθως βλέποντας ότι η εγκαλούσα, ο σύντροφός της αλλά και ο Κ. , που ήταν φίλος των ανωτέρω και βρισκόταν στον χώρο, επιχειρούσαν να σβήσουν με το λάστιχο τη φωτιά που ξέσπασε, εισήλθε στο όχημά του και κάνοντας κίνηση μπρος πίσω πέρασε περισσότερες φορές επάνω από το με αριθμό κυκλοφορίας … IX δίκυκλο όχημα ιδιοκτησίας του Π. Μ. καταστρέφοντας το ολοσχερώς. Η αξία του εν λόγω δικύκλου ανέρχεται σε 850€. Ακολούθως εισήλθε εντός της αυλής της οικίας της εγκαλούσας και προκάλεσε φθορές στις καρέκλες και το τραπέζι από μέταλλο και γυαλί που βρισκόταν στην αυλή ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, αξίας 300€ περίπου. Ειδικότερα με λακτίσματα προκάλεσε την θραύση των ανωτέρω επίπλων εξωτερικού χώρου. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, τόσο της πρώτης πράξης για την οποία κατηγορείται της απειλής, όσο και της δεύτερης πράξης, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, αφού με τις παραπάνω ενέργειές του προκάλεσε φθορά στις καρέκλες και το τραπέζι ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, αλλά και στο με αριθμό κυκλοφορίας … IX δίκυκλο όχημα ιδιοκτησίας του Π. Μ., η αξία δε των αντικειμένων αυτών δεν ήταν μικρή, κατά τα ανωτέρω, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Για τις εν λόγω φθορές πραγμάτων ιδιοκτησίας των ανωτέρω, τόσο η παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας, όσο και ο Π. Μ. άσκησαν έγκληση, σύμφωνα με την από 23-12-2018 προφορική μήνυση της Δ. Ψ. και την από 4-1-2019 έγκληση του Π. Μ.. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω μη υποβολής έγκλησης από τους ιδιοκτήτες των ανωτέρω πραγμάτων.”

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των παραπάνω αξιόποινων πράξεων και επέβαλε σ’ αυτόν, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε’ του ΠΚ, συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι ενός (21) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό, ως προς τις πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της διακεκριμένης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση, οι οποίες προσβάλλονται με την παρούσα αναίρεση:

“ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ανωτέρω κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) ένοχο της δεύτερης πράξης του ότι: Στο Μεσαγρό Λέσβου στις 23-12-2018 με πρόθεση κατέστρεψε και έβλαψε ξένα ολικά κινητά πράγματα και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προκάλεσε φθορές σε πράγματα ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, Δ. Ψ. του Μ. , και συγκεκριμένα με λακτίσματα προκάλεσε φθορές σε τραπέζι και καρέκλες ιδιοκτησίας της.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ανωτέρω κατηγορούμενο ένοχο της τρίτης πράξης του ότι: στο Μεσαγρό Γέρας στις 23.12.2018 και περί ώρα 01:00 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ήτοι με πρόθεση με φωτιά κατέστρεψε ξένο ολικά πράγμα. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, (α) περιέλουσε την με αριθμ. κυκλοφ. … δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας Π. Μ., που βρισκόταν σταθμευμένο έξωθεν της οικίας Δ. Ψ., με πετρέλαιο και έβαλε φωτιά, στη συνεχεία δε πέρασε από πάνω από αυτή με το όχημά το, καταστρέφοντάς την.” Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε κατ’ έφεση και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο – αναιρεσείοντα για τις πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση, αφενός υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, παραλείποντας να διαλάβει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραδοχές που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό μέρος αυτής (στην περίπτωση της διακεκριμένης φθοράς) για πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος πρωτοδίκως και με την έφεσή του μεταβιβάσθηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και αφετέρου δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού η προπαρατεθείσα αιτιολογία εμφανίζεται ελλιπής και αντιφατική, καθόσον στην απόφαση δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω εγκλημάτων, καθώς και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες παραβίασε και εκ πλαγίου. Ειδικότερα, κατόπιν επιτρεπτής, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπησης της πρωτόδικης υπ’ αριθ. 1622/2023 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, καθώς και της υπ’ αριθ.81/2023 έφεσης του κατηγορουμένου κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με την οποία τα διατυπωθέντα παράπονα του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης συνιστούν λόγους έφεσης των οποίων η αποδοχή επιφέρει την καθολική μεταβίβαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο: α) ως προς την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για την οποία σύμφωνα με το διατακτικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ότι προκάλεσε φθορές σε πράγματα ιδιοκτησίας της εγκαλούσας Δ. Ψ. και συγκεκριμένα σε τραπέζι, καρέκλες και μηχανάκι ιδιοκτησίας της εγκαλούσας και εν συνεχεία έθραυσε τζάμι παραθύρου και κεραμίδια από πέργκολα στην οικία της εγκαλούσας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παράβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κρινόμενης, από αυτό, έφεσης δεν έκρινε επί του συνόλου της προκληθείσας από τον κατηγορούμενο φθοράς σε όλα τα βλαβέντα αντικείμενα, όπως αυτά περιγράφονται στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, ούτε διέλαβε τυχόν απαλλακτικό σκέλος για ορισμένα από αυτά, υποπίπτοντας έτσι σε αρνητική υπέρβαση της εξουσίας του και με ελλιπή αιτιολογία τον καταδίκασε για φθορές σε τραπέζι και καρέκλες (μόνο) ιδιοκτησίας της εγκαλούσας Δ. Ψ. , β) Ως προς την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση, με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό, στο μεν σκεπτικό αυτής, ότι η εν λόγω πράξη, τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση, τελέσθηκε σε βάρος δύο παθόντων (Π. Μ. και Μ. Κ.) και αφορούσε την πρόκληση φθοράς σε δύο δίκυκλες μοτοσυκλέτες ιδιοκτησίας των προσώπων αυτών, με την πρόκληση φωτιάς σε αυτές με την χρήση εύφλεκτου υλικού εκ μέρους του αναιρεσείοντος, στο δε διατακτικό αυτής γίνεται αντιφατικά δεκτό ότι η ως άνω πράξη τελέστηκε σε βάρος ενός εκ των παθόντων (Π. Μ.), παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος – αναιρεσείων, με την προσβαλλόμενη απόφαση (στο διατακτικό αυτής) κρίθηκε ένοχος για κατ’ εξακολούθηση τέλεση της εν λόγω πράξης. Οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αντιφάσκουν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται με σαφήνεια φανερό ποία η πραγματική κρίση του Δικαστηρίου, διατυπωμένη με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις για το ποιά ακριβώς πράξη έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο αναιρεσείων. Επομένως, εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε τυπικά δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δεν έκρινε εξ αρχής κατ’ ουσίαν και επί του συνόλου την υπό κρίση ποινική υπόθεση και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του. Επίσης υπέπεσε και στην πλημμέλεια της έλλειψης από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω της ύπαρξης αντίφασης και ασάφειας μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού μέρους αυτής καθώς και των λογικών κενών που γεννήθηκαν από τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (άρθρο 378 παρ.1 α’ του ν.ΠΚ) και της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 98 και 382 παρ.1-2γ’ του προϊσχύσαντος ΠΚ) και υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοστέες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες παραβίασε κατά πλάγιο τρόπο, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι επιπλέον στέρησε την απόφασή του και από νόμιμη βάση.

Συνεπώς, οι υπό στοιχεία Ι, ΙΙ, ΙV και V λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ, Ε’ και Θ’ του ΚΠΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τα εγκλήματα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, αναφορικά με τα εγκλήματα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρo 519 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθ. 273/2025 απόφαση του δικάσαντος κατ’ έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, αναφορικά με τα εγκλήματα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατ’ εξακολούθηση.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το προαναφερθέν μέρος της προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top